H καπιταλιστική αναδιάρθρωση, το δόγμα “νόμος και τάξη” και η επαναστατική προοπτική

Nοέμβριος 2019

Μετά την ολοκλήρωση της τρίτης δανειακής σύμβασης το καλοκαίρι του 2018 και την συνακόλουθη έξοδο στις κεφαλαιαγορές, το σύστημα δια μέσου των ελεγχόμενων μηχανισμών προπαγάνδας θριαμβολογεί για την “καθαρή έξοδο από τα μνημόνια” και προαναγγέλλει το “τέλος της κρίσης”. Το αρχιτεκτονικά δομημένο από την προηγούμενη κυβέρνηση αφήγημα της “μεταμνημονιακής περιόδου” φανερώνει την μάταιη προσπάθεια του συστήματος να κατασκευάσει ένα τεχνητό περιβάλλον επενδυτικής ασφάλειας και “ανάπτυξης” για να εμφανιστεί δικαιωμένο και αλώβητο έπειτα από την επιβολή των μνημονίων, να αντιστρέψει στην κοινωνική συνείδηση την ασφυκτική πραγματικότητα που το ίδιο έχει δημιουργήσει την τελευταία δεκαετία της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης και να διαχύσει την ελπίδα ότι οι “θυσίες όλων δεν πήγαν χαμένες” και τα “δύσκολα πέρασαν”.

Οι καθεστωτικοί ισχυρισμοί για την “έξοδο από τα μνημόνια” προσκρούουν στις ίδιες τις κοινωνικές και ταξικές συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί. Αναιρούνται από την ιστορική πραγματικότητα της πιο αδιέξοδης και καταστροφικής κρίσης που οξύνεται αμείλικτα σε ολόκληρο τον καπιταλιστικό κόσμο, με τις επιπτώσεις της να γίνονται αισθητές σε κάθε έκφανση του κοινωνικού βίου. Η πιο βάρβαρη και χωρίς σταματημό καπιταλιστική επίθεση που γνώρισε ποτέ ο τόπος εν καιρώ “ειρήνης” εξακολουθεί στην ίδια καταστρεπτική τροχιά να λεηλατεί τον κοινωνικό πλούτο, να συνθλίβει και να φτωχοποιεί βίαια την τάξη μας, εγκαταλείποντας στον διάβα της ανθρώπινα συντρίμμια. Η κοινωνική πλειοψηφία βρίσκεται εγκλωβισμένη μέσα στην δίνη μιας κρίσης που όχι μόνο δεν έχει τελειώσει, αντιθέτως βαθαίνει και προμηνύει πολλαπλά επεισόδια στο άμεσο μέλλον, ενώ όλες οι συνταγές διαχείρισης που εφαρμόστηκαν για το ξεπέρασμά της δεν κατάφεραν να περιορίσουν την δυναμική της, αλλά την διόγκωσαν. Είναι έκδηλη η προσπάθεια της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας να διαψεύσει το κλίμα της εποχής εν’ όψει ενός νέου επεισοδίου της κρίσης που είναι προ τον πυλών και να διαχύσει σε επικοινωνιακό επίπεδο το καθεστωτικό story της “επιστροφής στην κανονικότητα”, το οποίο σύμφωνα με την ίδια αφήγηση θα γίνει υλικά αισθητό έπειτα από “γενναίες μεταρρυθμίσεις” που θα επιτρέψουν στην νεοφιλελεύθερη ατζέντα να ξεδιπλωθεί ανεμπόδιστα και να εμπεδωθεί ως μονόδρομος για την καπιταλιστική οικονομική ανάκαμψη.

Το αφήγημα της “μεταμνημονιακής περιόδου” συμπίπτει με τα δέκα χρόνια από την υπαγωγή του ελληνικού κράτους στο καθεστώς των δανειακών συμβάσεων και της διεθνούς εποπτείας που συμπληρώνονται σε λίγους μήνες. Είναι φανερό πως ο μεγαλύτερος πολιτικός μύθος της απελθούσας κυβέρνησης δεν ήταν το προεκλογικό “σκίσιμο των μνημονίων” αλλά το μύθευμα της εξόδου από την κρίση. Η λήξη των δανειακών συμβάσεων αποτελεί τον πρόσκαιρο τερματισμό της παροχής ρευστότητας και εγκαινιάζει μια νέα συνθήκη όπου οι μνημονιακοί νόμοι θα εφαρμόζονται και θα ξεζουμίσουν την κοινωνική βάση χωρίς την παράλληλη οικονομική στήριξη από τους θεσμούς της διεθνούς οικονομικής ελίτ. Η παύση του δανεισμού και η μετέπειτα έξοδος στις αγορές ήταν μόνο η τεχνητή αναθέρμανση της εμπιστοσύνης των διεθνών αγορών προς τα ελληνικά ομόλογα, ένα κερδοσκοπικό success story με την αρωγή κατευθυνόμενων οίκων πιστοληπτικής αξιολόγησης που κατά παραγγελία “τόνωσαν” την αυτοπεποίθηση των επενδυτών για να προχωρήσουν στην αγορά χρέους. Η έκδοση του ομολόγου και ο δανεισμός των κεφαλαιαγορών δεν πιστοποίησαν την βελτίωση της οικονομίας, αντίθετα η αγορά ελληνικού χρέους είναι μια απόδειξη ότι η καπιταλιστική κρίση βαθαίνει και τα συσσωρευμένα στην χρηματοπιστωτική σφαίρα κεφάλαια αδυνατούν να βρουν άλλες κερδοφόρες επενδυτικές διεξόδους.

Η σοσιαλδημοκρατική διαχείριση παρέδωσε την κυβερνητική σκυτάλη στην Ν.Δ έχοντας δεσμεύσει την κοινωνική βάση με διαρκείς μηχανισμούς δημοσιονομικής επιτήρησης (βλ. αυτόματος κόφτης), υψηλούς στόχους για ματωμένα πλεονάσματα και μνημόνια έως το 2060. Ως φορέας αναμόρφωσης του απαξιωμένου αστικού πολιτικού συστήματος και του χρεοκοπημένου δικομματισμού, ο σύριζα λειτούργησε ως χρήσιμη “λάντζα” κράτους και αστικής τάξης, κατορθώνοντας να περάσει πολιτικές που υπό άλλες συνθήκες πιθανά να είχαν αναχαιτιστεί από την κοινωνική οργή, επιβεβαιώνοντας τον ιστορικό ρόλο της σοσιαλδημοκρατίας, αυτόν της ενσωμάτωσης. Είναι χαρακτηριστική η δήλωση του πρωθυπουργού της Γαλλίας Μ. Βαλς μετά την ψήφιση των μέτρων για την ολοκλήρωση της δ΄ αξιολόγησης του χρέους: «ζηλεύω τον Τσίπρα που πέρασε 7.500 σελίδες από τα μέτρα χωρίς αλλαγές, χωρίς απεργίες».

Πλέον, η κυβέρνηση της Ν.Δ είναι αυτή που καλείται να συνεχίσει την βίαιη κοινωνική αναδιάρθρωση στοχεύοντας στην νεοφιλελεύθερη οικοδόμηση πάνω σε καμένη γη. Η παροδική παύση των μνημονίων συμβάλλει στην “αγορά χρόνου” για την προετοιμασία μιας σειράς σταδιακών δομικών μεταρρυθμίσεων και αλλαγών που θα επιτρέψουν την εκδήλωση ενός επερχόμενου νεοφιλελεύθερου σαρώματος που θα σημάνει μια –τελικού χαρακτήρα– επίθεση στα εκμεταλλευόμενα τμήματα της κοινωνίας. Η καταστρατήγηση των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων και η χειραγώγηση των απεργιών σε συνέχεια του νόμου Αχτσιόγλου, ο “αναπτυξιακός νόμος”, οι σχεδιαζόμενες απολύσεις στο δημόσιο, το επιτελικό κράτος και η δρομολόγηση ιδιωτικοποιήσεων σε δήμους, δημόσιες υπηρεσίες, οργανισμούς, σε πανεπιστήμια, λιμάνια κ.λ.π. είναι κομμάτι της ταξικής επίθεσης που έπεται. Μια επιτυχία που αναπόφευκτα βασίζεται στην κατασταλτική θωράκιση και την αναβάθμιση του νομικού οπλοστασίου του κράτους για την αντιμετώπιση των κοινωνικών και ταξικών αγώνων.

Η νομοθετική κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου ήταν από τα πρώτα μέτρα της νέας κυβέρνησης, ενδεικτική των προθέσεών της για την εφαρμογή του δόγματος “τάξη και ασφάλεια”. Το άσυλο θεσμοθετήθηκε έπειτα από τους αιματηρούς αντιδικτατορικούς αγώνες και το εργοστασιακό (μαχητικό-εργατικό) κίνημα της περιόδου 1975-1980. Αποτέλεσε πυλώνα του μεταπολιτευτικού κοινωνικού συμβολαίου έτσι όπως θεσπίστηκε από την σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση του πασόκ και ξεριζώνεται σχεδόν εξ' ολοκλήρου από την συνολική καπιταλιστική αναδιάρθρωση που επιχειρείται την εποχή της κρίσης και των μνημονίων. Το άσυλο ήταν μια κατάκτηση των μαχητικών φοιτητικών αγώνων και η κατοχύρωσή του αποτύπωνε τους συσχετισμούς δύναμης των καιρών, ενώ ταυτόχρονα λειτούργησε και ως τμήμα των θεσμικών παραχωρήσεων που στόχευαν στην άμβλυνση των κοινωνικών συγκρούσεων και την διασφάλιση της ταξικής ισορροπίας. Ιστορικά το άσυλο προϋπάρχει της θεσμικής του υπόστασης και το πανεπιστήμιο εμφανίζεται ως χώρος-άβατο για την αστυνομία στο πλαίσιο ενός εθιμικού-κοινωνικού δικαίου πολύ πριν την νομική του κατοχύρωση, η οποία εν τέλει δεν στάθηκε ανάχωμα για να πραγματοποιηθούν αστυνομικές εισβολές κατόπιν πολιτικών αποφάσεων σε πλείστες περιπτώσεις. Είναι πληθώρα τα παραδείγματα που ο κρατικός μηχανισμός παραβίασε το άσυλο και προχώρησε σε επιθέσεις και συλλήψεις διαδηλωτών με τελευταίο την εκκένωση της κατάληψης της πρυτανείας την άνοιξη του 2015 με εντολή της κυβέρνησης σύριζα.

Η έλλειψη μαζικών και μαχητικών αντιστάσεων στην κατάργηση του ασύλου είναι ίδιον της εποχής που διανύουμε και αντανακλά τόσο τον εγκλωβισμό και την παθητικοποίηση/ παραίτηση της κοινωνικής βάσης, όσο και τις ανεπάρκειες των οργανωμένων πολιτικών δυνάμεων στα πανεπιστήμια. Η κατάργηση του ασύλου, εκτός από την συμβολική του σημειολογία, σηματοδοτεί και το εφαλτήριο ενός ριζικού μετασχηματισμού στην εκπαίδευση. Η καταστολή των ήδη συρρικνωμένων φοιτητικών αγώνων και η κρατική θωράκιση για την αποτροπή της ανάπτυξης μελλοντικών αντιδράσεων στα νεοφιλελεύθερα σχέδια, προλειαίνει το έδαφος για την υλοποίηση ενός σχεδιασμού για την δημιουργία ενός αποστειρωμένου επιχειρηματικού πανεπιστημίου, επιδιώκοντας έτσι την εξόριση των επαναστατικών ιδεών εντός του και την ανεμπόδιστη σύνδεση πανεπιστημίου-αγοράς δια μέσω της έλευσης ιδιωτών και της επιβολής διδάκτρων. Η εκπαιδευτική αναδιάρθρωση είναι ιδιαίτερα “ψηλά” στην κυβερνητική ατζέντα και εντάσσεται στην νεοφιλελεύθερη στρατηγική για την απελευθέρωση της αγοράς απ’ το κράτος, την διεύρυνση των ιδιωτικοποιήσεων και την συμμόρφωση με τις επιταγές της Ε.Ε και του ΟΟΣΑ. Το κλίμα για την κατάργηση του ασύλου δημιουργήθηκε σταδιακά από τα καθεστωτικά φερέφωνα, στρατολογώντας προπαγανδιστικά την συσχέτιση της αναρχικής δράσης με την κοινωνική παραβατικότητα στα πανεπιστήμια, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που επιχειρήθηκε η ταύτιση των αγωνιζόμενων με το “οργανωμένο έγκλημα” και την αντικοινωνική βία στα Εξάρχεια. Η στρατοπέδευση αστυνομικών δυνάμεων στην περιοχή, οι επιθέσεις σε χώρους αγώνα και οι συλλήψεις συντρόφων και συντροφισσών έπειτα από κατασταλτικές επιχειρήσεις είναι η υλοποίηση μιας προεκλογικής δέσμευσης της Ν.Δ. που ακόμα βρίσκεται σε πρώιμο στάδιο και θα κλιμακώνεται ανάλογα με τον βαθμό της αντίστασης. Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που η περιοχή των Εξαρχείων βρίσκεται σε κλοιό, ούτε το μέχρι στιγμής σχέδιο φανερώνει κάποια “καινοτομία”. Το δόγμα “μηδενικής ανοχής” παρέμεινε πυξίδα όλων των κυβερνήσεων των τελευταίων χρόνων. Η εποχή χαρακτηρίζεται από την οπισθοχώρηση των αγώνων και όλων των μορφών πάλης και σε αυτή την κατεύθυνση, το επόμενο βήμα για την εμπέδωση του σύγχρονου ολοκληρωτισμού, κράτους και κεφαλαίου, είναι η προσπάθειά του να “αποτελειώσει” τους πολιτικούς του αντιπάλους.

Επιπροσθέτως, η εκκένωση των μεταναστευτικών καταλήψεων σε συνέχεια των επιχειρήσεων του σύριζα, έρχεται σε συνάρτηση με την κατάργηση του υπουργείου μεταναστευτικής πολιτικής και την ένταξή του στις αρμοδιότητες του “υπερυπουργείου” δημοσίας τάξης. Η αναγωγή του “μεταναστευτικού” σε ζήτημα “δημόσιας τάξης” αναδεικνύει την όξυνση του θεσμικού ρατσισμού του ελληνικού κράτους και τον ολοκληρωτικό τρόπο διαχείρισης των “περισσευούμενων πληθυσμών”. Το νέο νομοσχέδιο που έχει κατατεθεί για το “μεταναστευτικό” αυστηροποιεί τις προϋποθέσεις χορήγησης ασύλου και προβλέπει την διεύρυνση των απελάσεων. Ταυτόχρονα, ο αποκλεισμός των μεταναστών από την δημόσια υγεία, οι ανασφαλείς και ανθυγιεινές συνθήκες διαβίωσής τους, η σκλήρυνση των συνθηκών εγκλεισμού στα στρατόπεδα συγκέντρωσης καθώς και οι αυξανόμενες επιχειρήσεις σκούπα των μπάτσων και των κάθε λογής φασιστοειδών, δυσχεραίνουν επιπλέον την ζωή των προσφύγων και των μεταναστών, όσων για την ακρίβεια δεν πνίγονται στο Αιγαίο και δεν στοιβάζονται στα σύγχρονα Νταχάου της αστικής δημοκρατίας, μετατρέποντας την καθημερινότητά τους σε ένα διαρκή κυνήγι επιβίωσης.

Οι αλλαγές που η κυβέρνηση επιλέγει να κάνει στον ποινικό κώδικα προσδιορίζονται από μια γενικευμένη σκλήρυνση και διατήρηση του καθεστώτος εξαίρεσης, ειδικότερα για όσους δικάζονται για πολιτικά εγκλήματα με τον 187Α. Τίθενται σε ισχύ οι φυλακές υψίστης ασφαλείας (σχεδιάζονται και νέες) γι’ αυτούς που το καθεστώς θεωρεί πολιτικούς του αντιπάλους. Όσοι έχουν καταδικαστεί σε ποινές ισόβιας κάθειρξης για ''εγκλήματα'' του 187Α θα πρέπει να παραμείνουν στη φυλακή 22 έτη αντί για 17. Ακόμα και στην περίπτωση του ευεργετικού υπολογισμού προβλέπεται αυστηρότερο χρονικό όριο στα 20 έτη από τα 16 (που ίσχυαν και με τον παλαιότερο ποινικό κώδικα) η δε αποφυλάκιση υπό τον όρο της κατ’ οίκον έκτισης της ποινής με ηλεκτρονική επιτήρηση, όταν πρόκειται για σωρευτικά συντρέχουσες ποινές, θα γίνεται εάν ο καταδικασθείς έχει επίσης παραμείνει στην φυλακή 22 χρόνια αντί των 17 ετών ενώ επανέρχονται οι διώξεις φρονηματικού χαρακτήρα με αόριστο σε πολλές περιπτώσεις περιεχόμενο. Στο ατιμώρητο αντίθετα μένουν ομάδες/πολυεθνικές/εταιρείες ή πρόσωπα που προκαλούν εγκλήματα ευρείας κλίμακας: π.χ. την καταστροφή και την μόλυνση του περιβάλλοντος, την λεηλασία του δημόσιου πλούτου και χρήματος. Στη σπάνια δε, περίπτωση που βρεθούν κατηγορούμενοι, τελικά, μένουν είτε ατιμώρητοι είτε εξαγοράζουν αδρά τις “ποινές” τους. Η ‘‘αναμόρφωση’’ του ποινικού κώδικα και οι συγκεκριμένες αλλαγές στοχεύουν στον πλήρη κοινωνικό έλεγχο και την χειραγώγηση όσων αγωνίζονται με όλα τα μέσα στον κοινωνικό και ταξικό πόλεμο. Στοχεύουν στην πλήρη καθυπόταξη μέσω του φόβου, της τιμωρίας και της καταστολής όλων εκείνων των κοινωνικών διεργασιών και αγώνων που η οικονομική και πολιτική εξουσία φοβάται ότι εν δυνάμει μπορεί να προκύψουν, όταν οι εκμεταλλευόμενοι θα πάψουν πλέον να συναινούν και να αποδέχονται τον νεοφιλελεύθερο, παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό και τα δεινά που αυτός επιφέρει.

Απέναντι λοιπόν στις νέες συνθήκες που διαμορφώνονται, η επιτυχία ενός αγώνα ενάντια στους νεοφιλελεύθερους σχεδιασμούς και το δόγμα ‘‘καταστολή, νόμος και τάξη’’, θα κριθεί από το αν αυτός θα συνδεθεί με την ευρύτερη επαναστατική προοπτική που αποτελεί και το ιστορικό ζητούμενο του αναρχικού αγώνα. Η μετατροπή της αντιπαράθεσης με την κρατική καταστολή από αιχμή της αντικρατικής πάλης σε υπαρξιακό διακύβευμα καιροσκοπικού χαρακτήρα, σε μια καταγγελτική διαμαρτυρία ενάντια στην “κακιά δεξιά”, το μόνο που καταφέρνει είναι να προσδώσει στον αγώνα αμυντικό χαρακτήρα αφήνοντας δίοδο επαναφοράς του καθεστωτικού ρεφορμισμού στους κοινωνικούς και ταξικούς αγώνες. Η κρατική καταστολή δεν μπορεί και δεν δύναται να γίνει αντιληπτή με την αποκοπή της από την ταξική της μήτρα και την πολιτική συγκυρία. Δεν πρόκειται για μια “ιδεολογική εμμονή” της Ν.Δ. ούτε για την εφαρμογή μιας “ακροδεξιάς” ατζέντας (σε αντίθεση με την “προοδευτική” του σύριζα, sic), αλλά για την ίδια την ουσία του κράτους. Οι ευθύνες όσων αφήνουν σήμερα ορθάνοιχτη την πόρτα στην επιστροφή των αντιδραστικών δυνάμεων της ενσωμάτωσης είναι ακόμα μεγαλύτερες από την εποχή του 2010-2012 και ο ρόλος που αναλαμβάνουν ως άτυποι δορυφόροι των θεσμικών διαμεσολαβητών των “δικαιωματικών αιτημάτων ενάντια στην καταστολή” είναι ξεκάθαρα αντεπαναστατικός.

Αναμφίβολα, οι εποχές που διανύουμε είναι δύσκολες. Τις πιο βίαιες πλευρές αυτού του αδυσώπητου ταξικού και κοινωνικού πολέμου δεν τις έχουμε ακόμα βιώσει. Η κοινωνική επανάσταση είναι σήμερα η μόνη λύση για να απελευθερωθούμε από την σύγχρονη δουλεία που μας έχουν επιβάλλει. Το αφήγημα περί «τέλους της ιστορίας» και η γυάλινη ευδαιμονία του «παγκοσμοιοποιημένου καπιταλιστικού παραδείσου» (sic) θρυμματίζεται σήμερα από τις εξεγέρσεις και τα σκιρτήματα της πραγματικής ζωής σε μια σειρά από χώρες. Από τα Κίτρινα Γιλέκα, το Χονγκ Κονγκ, το Ιράκ ως το Εκουαδόρ και την Χιλή, η απελευθερωτική και προλεταριακή βία των καταπιεσμένων προεικονίζει τις μελλοντικές χειραφετημένες πρακτικές. Ιδιαίτερα δε, στην Χιλή, η οποία αποτέλεσε «φωτεινό παράδειγμα» του επελαύνοντος νεοφιλελευθερισμού και «πειραματόζωο» των think tank της Σχολής του Σικάγο, ο αποκλεισμός από την κοινωνική ζωή των προλεταριακών στρωμάτων οδήγησε σε μια οικειοποίηση των αναρχικών θέσεων και πρακτικών από το σύνολο του εξεγερμένου κόσμου. Η οικειοποίηση των πρακτικών αυτών –απαλλοτριώσεις σε super markets και καπιταλιστικά brands, επιθέσεις σε δυνάμεις καταστολής, χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και βεβήλωση των μνημείων της αποικιοκρατίας όπως και η προλεταριακή ανασύνθεσή τους– αποτελούν μόνο ορισμένες ψηφίδες, από το εξεγερσιακό μωσαϊκό. Η εξεγερσιακή παράδοση του αναρχισμού στην Χιλή χτίστηκε πάνω στα συντρίμμια της σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης και της ταξικής συναίνεσης, οι οποίες οδήγησαν στην διδακτορία του Πινοσέτ και στους ανηλεείς διωγμούς που υπέστησαν για τριάντα σχεδόν χρόνια οι προλεταρικές μάζες στην Χιλή. Αν μη τι άλλο, η εξέγερση της Χιλής, όπως και η επιρροή των Αναρχικών στον αγώνα αυτό, έγκειται στη διάλυση των πασιφιστικών αυταπατών και της ταξικής συνεργασίας που επιχειρούν ανέκαθεν οι ρεφορμιστικές ηγεσίες. Γίνεται λοιπόν αντιληπτό πως κανένας άλλος δρόμος στο πλαίσιο της αστικής διαχείρισης δεν είναι εφικτός, καμία εναλλακτική ρεφορμιστική προοπτική δεν αποτελεί διέξοδο. Κάθε πρόταση που στοχεύει σε “μεταρρυθμιστικές παρεμβάσεις” εντός του συστήματος λειτουργεί μόνο ενισχυτικά στην διαιώνιση της βαρβαρότητας. Δεν αρκεί η αυτοαναφορική και συνθηματική αναφορά στην “αυτοοργάνωση”, την “αντιιεραρχία”, την “οριζοντιότητα” για να εμπνεύσουμε την κοινωνική βάση να αγωνιστεί για την επαναστατική απελευθέρωση. Αν τα προτάγματά μας δεν εμπεριέχουν μια συνολική αντιπρόταση για την ανατροπή και την αταξική-ακρατική οικοδόμηση δεν είναι παρά αφομοιώσιμα στον συστημικό εγκλωβισμό του “λιγότερου κακού”. Το στοίχημα δεν βρίσκεται στην δημιουργία ενός “αυτοοργανωμένου” μικροσύμπαντος από εμάς για εμάς, ούτε στην ανάπτυξη “νησίδων ελευθερίας” που θα συνυπάρχουν με το καθεστώς, αλλά στην οργάνωση ενός ισχυρού επαναστατικού κινήματος που θα προκαλέσει ρωγμές στην κυριαρχία κράτους και κεφαλαίου, θα κάνει τα προτάγματά μας κοινωνικά ισχυρά στην βάση των προλεταριακών στρωμάτων και θα δημιουργήσει συνθήκες ανατροπής ώστε οι επαναστατικές αναρχικές ιδέες της αντι-ιεραρχικής κοινωνικής αυτοοργάνωσης, της πολιτικής ελευθερίας και της οικονομικής ισότητας να γίνουν ζωντανό όραμα και φάρος ελπίδας, να ενσαρκωθούν και να γίνουν καύσιμο απελευθέρωσης και αλληλέγγυας ανάπτυξης της καταδυναστευμένης ανθρωπότητας.

ΠΟΛΕΜΟ ΣΤΑ ΑΦΕΝΤΙΚΑ, ΔΕΞΙΑ ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΑΓΩΝΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ & ΤΗΝ ΑΝΑΡΧΙΑ

Συνέλευση Αλληλεγγύης στον Επαναστατικό Αγώνα

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License