I.

«Η θέλησή μου που καταπατήθηκε

τόσους αιώνες»

Οι λέξεις “αναρχία” και “ανομία” ήταν ανέκαθεν πολύ ψηλά στην ατζέντα των (ακρο)δεξιών μορφωμάτων, είτε κυβερνούσαν, είτε αντιπολιτεύονταν. Η ρητορική της ασφάλειας, ως συστατικό στοιχείο κάθε συνεπούς αντιδραστικής διαχείρισης, δεν διαμορφώνει μόνο τα περιεχόμενα του εκάστοτε “εσωτερικού εχθρού”, αλλά ρυθμίζει με επιτελεστικό τρόπο και το μέγεθος της επικινδυνότητάς του. Μπορούμε να φανταστούμε, λοιπόν, τον εκθετικό βαθμό που αποκτά αυτή η διαδικασία, όταν ένα βαθιά αντιδραστικό ακροδεξιό κόμμα –όπως αυτό της ΝΔ– παίρνει στα χέρια του την κεντρική πολιτική διαχείριση.

Αναμφισβήτητα, η “αναρχία” έχει αποτυπωθεί στην κοινωνική συνείδηση με παντελώς διαστρεβλωμένο τρόπο, μιας και σε κάθε κυρίαρχη επίκλησή της ταυτίζεται είτε με την ασυδοσία (με την έννοια της ελευθερίας χωρίς καμία αίσθηση ευθύνης), είτε με τα “καλυμμένα πρόσωπα” που παραπέμπουν στην ευκολία να τους αποδοθούν πρόσωπα κατά βούληση. Έτσι, μπορεί να αποτελούν πηγή φόβου. Οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ, ή οι στοιχειωδώς υποψιασμένοι και υποψιασμένες, γνωρίζουν ότι τα πράγματα δεν είναι έτσι. Και πάλι, ωστόσο, υπάρχει ένα μέγιστο πρόβλημα που είναι παραδοσιακά δύσκολο να ξεπεραστεί όσον αφορά την “κοινωνική αποδοχή” των αναρχικών και αντιεξουσιαστών, ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι γίνεται ανεκτή η πολιτική “επιπολαιότητα” και η κατανάλωση “κουκουλοφορίας”. Κι αυτό δεν είναι άλλο από την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας. Αποτελεί την αξεπέραστη κόκκινη γραμμή για τα πολιτικά διαπραγματεύσιμα αγαθά στο πλαίσιο των αστικών κοινωνιών. Είναι ακριβώς αυτό το πεδίο που, με δεδομένη την επίταση των διαστρεβλωμένων χαρακτηριστικών, χρησιμοποιείται από την ακροδεξιά δημοκρατία των ημερών για να στοχοποιηθούν τόσο οι καταλήψεις, όσο και τα “Εξάρχεια” (με την έννοια ενός άβατου, ως μιας αυθαίρετης κατοχής που στερεί το δημόσιο χαρακτήρα μιας περιοχής όπως την ορίζει, βέβαια, η κρατική λογική) με πρόσχημα, φυσικά, τον ανομικό τους χαρακτήρα.

Δεν υπάρχει πουθενά εμφανής πολιτική δίωξη αλλά εφαρμογή ενός καθαρά ποινικού πλαισίου που με… σαρκαστικό τρόπο (από τη μία, για να προσφέρει απόλαυση στην μικροαστική μικροψυχία της ποδηγέτησης όσων αμφισβητούν και αντιστέκονται και, από την άλλη, για να διαφοροποιηθεί σε επίπεδο ύφους από τους σοσιαλδημοκράτες προκατόχους του ΣΥΡΙΖΑ, των οποίων η αντίστοιχη κατασταλτική στρατηγική χαρακτηριζόταν από μια “ενοχική” σιωπή) παραπέμπει ευθέως στον πολιτικό του χαρακτήρα. Ο “εσωτερικός εχθρός” βρίσκεται στο στόχαστρο της ρητορικής της ασφάλειας που διαμορφώνει ένα ευρύτερο πλαίσιο αναφοράς και πάλι στη βάση της “ανομίας”: η “αναρχία” φτιάχνει προπύργια παραβατικότητας και στεγάζει, συν τοις άλλοις, εκμεταλλευόμενη (μερικές φορές ακόμη και με όρους… αισχρής κερδοσκοπίας) πρόσφυγες και μετανάστες που διαφεύγουν των “κέντρων φιλοξενίας”. Η έννοια της αλληλεγγύης που διατρέχει όλα αυτά τα κοινωνικά πειράματα μετατρέπεται σε πρόσχημα, όπως γίνεται κάθε φορά που το κράτος δεν την ελέγχει και δεν την κατευθύνει ως κοινωνική πρακτική, οπότε και υπάρχει ο φόβος να πυροδοτηθούν τα αναπόφευκτα ανατρεπτικά της περιεχόμενα. Το πλαίσιο είναι έτοιμο και τα σκυλιά των ΜΑΤ λυμένα.

II.

«Εγώ πάντως

εξακολουθώ να βλέπω

τον επερχόμενο μεσαίωνα

με φάλαγγες πιστών

με αργυρά δισκοπότηρα αφρίζοντα αίμα

με σημαιοστολισμούς και παρελάσεις

με ραβδούχους καλοθρεμμένους καλόγερους

εικόνες από παλιές εκστρατείες

και τυφεκισμούς

ήρωες με αυστηρά βλέμματα»

Η ασφάλεια είναι μια έννοια που στην ουσία της χωνεύεται από αυτήν της κανονικότητας. Νιώθεις ασφαλής όταν όλα είναι κανονικά. Κι έτσι, το σύνθημα της ακροδεξιάς δημοκρατίας δεν θα μπορούσε παρά να είναι «επιστροφή στην κανονικότητα». Αυτό δεν έχει να κάνει με την αποκατάσταση κάποιας πραγματικής εκτροπής της κανονικότητας από την προκάτοχο της κεντρικής εξουσίας “αριστερή παρένθεση”. Τέτοια εκτροπή δεν συνέβη ποτέ. Απλώς, η ίδια η ιδέα της κανονικότητας έχει βαθιά συντηρητικές καταβολές και στην κοινωνική συνείδηση έχει ταυτιστεί με τις πιο αυταρχικές πολιτικές δυνάμεις. Η ακροδεξιά διακυβέρνηση νιώθει –και είναι– αυτοδίκαια εργολάβος της “κανονικότητας”. Κι έτσι, βρισκόμαστε στη δυσάρεστη ιστορικά θέση να ζούμε σε μια κοινωνία που παρακολουθεί για μια ακόμη αφελή φορά με ενδιαφέρον τα… “ευεργετικά” πλεονεκτήματα της κανονικότητας.

Δεν χρειάζεται να τραγουδήσουμε για τα «κανονικά παιδιά που… πεθαίνουν κανονικά» στο τέλος, ούτε να πικραθούμε μαζί με τον Καρυωτάκη για νέους που μοιάζουν με «παράξενα παιδάκια γερασμένα», προκειμένου να περιγράψουμε τη βαθιά δυστυχισμένη ψυχογραφία της κανονικότητας σε ένα περιβάλλον που είναι απ’ ό,τι φαίνεται αδιάφορο, προς το παρόν, να ακούσει. Δεν μπορούμε παρά να αναλογιστούμε ότι η “μάζα” πλάθει διάφορα στερεότυπα, σύμφωνα πάντα με τα υλικά που βρίσκει στα ράφια της κυρίαρχης ιδεολογίας, τα οποία και την καθιστούν “μάζα”. Και στη βάση αυτών των στερεοτύπων πορεύεται θεωρώντας ότι μετείχε των αρχικών περιεχομένων τους. Στη βάση αυτών των στερεοτύπων λοιδορεί, περιθωριοποιεί, προσβάλλει, προπηλακίζει, χτυπά ή και σκοτώνει κάθε φορέα παρέκκλισής τους. Έτσι, αν η κανονικότητα αποτελεί την συνολική προβολή της εύρυθμης λειτουργίας όλων των στερεοτύπων, μπορεί να γίνει εύκολα αντιληπτό ότι σε αυτήν συμπυκνώνεται όλη η δύναμη της κυρίαρχης ιδεολογίας επί της κοινωνίας. Εκείνο που η “μάζα” αδυνατεί να δει (ή μάλλον αρνείται να δει κι αυτό αποτελεί και την ύψιστη τέχνη των κυρίαρχων εργαλείων) είναι το γεγονός ότι η κυρίαρχη τάξη, ως πομπός της κυρίαρχης ιδεολογίας, δεν είναι… υποχρεωμένη να μετέχει αυτής της κανονικότητας, διότι η εξαίρεσή της από τον κανόνα είναι ακριβώς και το προνόμιό της: να είναι ρυθμιστής κι όχι ρυθμιζόμενος.

Μέσα σε όλη αυτή τη γιορτή της «επιστροφής στην κανονικότητα», με την κατασταλτική στρατηγική να απλώνεται από τα Εξάρχεια μέχρι την Μόρια και από τα συνοικιακά σινεμά μέχρι τις λαϊκές αγορές, παράλληλα απελευθερώνονται και αποκαθίστανται μεγαλοκαταχραστές δημόσιου χρήματος, χαρίζονται χρέη και φόροι σε μεγαλοαστούς, αλωνίζει η διαφθορά και ο νεποτισμός στον δημόσιο βίο, εργατικά δικαιώματα πετιούνται στον κάδο των απορριμμάτων, καταργούνται ακόμη και οι λιγοστές νομοθεσίες περιβαλλοντικής προστασίας… Κι έτσι, από το μότο της σοσιαλδημοκρατίας «θα σας ταράξουμε στη νομιμότητα» περνάμε ομαλά σε αυτούς που «θα μας ταράξουν στην κανονικότητα».

III.

«Τους ύπατους εγώ ανάδειξα στις συνελεύσεις

κι αυτοί κληρονομήσανε τα δικαιώματα

φορέσαν πορφυρό ατίθασο ένδυμα

σανδάλια μεταξωτά ή πανοπλία –

εξακοντίζουν τα βέλη τους εναντίον μου»

Η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία, τον Ιανουάριο 2015, συντελέστηκε, όχι μόνο στη βάση μιας ιστορικά ματαιωμένης αυταπάτης που, ωστόσο, πλαισιώνεται διαχρονικά από επίδοξους εμπόρους και διαθέσιμους καταναλωτές ελπίδας∙ παραπέρα, υπήρξε ο καρπός μιας πολύχρονης διαδικασίας κεφαλαιοποίησης –σε επίπεδο πολιτικής υπεραξίας– των κοινωνικών αγώνων που συνέβησαν στον ελλαδικό χώρο τόσο κατά την περίοδο που ακολούθησε την εξέγερση του Δεκέμβρη 2008, όσο και στα επόμενα χρόνια της οικονομικής κρίσης και της μνημονιακής εποχής. Τα χρόνια που προηγήθηκαν, ο ΣΥΡΙΖΑ, αν και κόμμα Εξουσίας (όντας αξιωματική Αντιπολίτευση την περίοδο 2012-2014), επιχείρησε να αποτελέσει κομμάτι των κινηματικών διεργασιών που εκτυλίσσονταν στο πλαίσιο των αντιμνημονιακών και άλλων αγώνων, με τη συμμετοχή πλήθους στελεχών και μελών του τόσο στις λαϊκές συνελεύσεις που πραγματοποιούνταν σε πολλές γειτονιές και πόλεις του ελλαδικού χώρου και τις συγκεντρώσεις των “αγανακτισμένων”, όσο και σε αγώνες γύρω από επιμέρους ζητήματα ή διεκδικήσεις (Σκουριές, Ελληνικό, ΕΡΤ, έμφυλες διακρίσεις, κ.α.).

Έχοντας κατοχυρώσει έναν υπολογίσιμο χώρο πολιτικής ύπαρξης εντός των εξωθεσμικών αγώνων, η νέα σοσιαλδημοκρατική διακυβέρνηση κατάφερε να διαχειριστεί ένα σημαντικό κομμάτι τους κατευθύνοντάς τους εντός των ορίων της θεσμικής διευθέτησης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, γίνεται σαφές ότι, όσοι και όσες πρεσβεύουν την μεταστροφή της εξωθεσμικότητας σε συνειδητή αντιθεσμικότητα, απέκτησαν μια συνεκτική διακριτότητα, αφού πρώτα αποκόπηκαν και περιθωριοποιήθηκαν μέσα από την κυρίαρχη διαδικασία θεσμικής ενσωμάτωσης των –μέχρι πρότινος εξωθεσμικών– κοινωνικών παρυφών τους. Πρόκειται για το σημείο, όπου ο κόσμος που πλαισίωσε εγχειρήματα του αναρχικού/αντιεξουσιαστικού χώρου από τον Δεκέμβρη 2008 και έπειτα, αποτελώντας μια ρευστή οντότητα κοινωνικών παρυφών που κινούταν (λιγότερο συνειδητά και περισσότερο με πρωτόλειους πολιτικούς όρους) ανάμεσα στο εξωθεσμικό και αντιθεσμικό φάσμα, αποσύρθηκε εναποθέτοντας τις ελπίδες του για έναν άλλο κόσμο και αναθέτοντας την εκπλήρωσή τους σε μια σοσιαλδημοκρατική εκδοχή του πολιτικού συστήματος [αναπαράγουμε την έννοια του (αναρχικού/αντιεξουσιαστικού) “χώρου” καθώς, στο αντιληπτικό πεδίο αναφοράς του, δεν ενεργοποιείται κανείς διαχωρισμός ή πρόκριση του κοινωνικού επί του πολιτικού, σε αντιδιαστολή προς τις κομματικές, πολιτικές και κοινωνικές οργανώσεις].

Όσες και όσοι από θέση επιμένουν σε ένα αντιθεσμικό και αδιαμεσολάβητο πρόταγμα πολιτικής δράσης βρέθηκαν, πλέον, συνειδητά, αλλά και διακριτά, τοποθετημένοι εκτός της συσχέτισης της εξουσίας με τις –συγχυσμένες πια– κοινωνικές αντιστάσεις, εφόσον αυτή επανασυστάθηκε στη βάση μιας θεσμικής ατζέντας. Βρέθηκαν, επιπλέον, αναπόφευκτα φανερά εκτεθειμένοι –ως συλλογικές πολιτικές οντότητες που διαμορφώνουν έναν διακριτό πόλο– απέναντι σε όποια επιθετική απόπειρα επιλέξει να ξεδιπλώσει η κεντρική πολιτική διαχείριση (είτε στην σοσιαλδημοκρατική, είτε στη νεοφιλελεύθερη εκδοχή της) με στόχο τη συντριβή τους. Είναι αυτονόητο ότι η μετέπειτα εν τοις πράγμασι διάψευση των ελπίδων από τον ΣΥΡΙΖΑ, όχι μόνο δεν ανέστρεψε την κοινωνική κίνηση προς τη θεσμικότητα, αλλά αντίθετα, διαμόρφωσε μια αίσθηση συν-ευθύνης, με συναισθηματικούς (συχνά ενοχικούς) όρους, που αποδυνάμωσε περαιτέρω κάθε αντιθεσμική προοπτική.

IV.

«Αν άξαφνα σας γεννηθεί το ερώτημα

ώς τα κατάφερε αυτός ο θνητός

μέσα σ᾿ αυτό το βαρύγδουπο διαπασών των ύμνων

να δραπετεύσει με αληθινό λαμπερό ήλιο

δε θα ‘χετε δει κάτι κρυφές μικρές πόρτες

όμως ολοφάνερες στα μάτια των ειδικών

δεν θα ‘χετε δει το ραγισμένο τοίχο

όπου βλασταίνουν κάτι φυτά

πάνω σ’ ασβέστη κίτρινο απ’ την πολυκαιρία.»

Στο βαθμό που η “αναρχία” αποτελεί μια επιτηδευμένα αμφίσημη έννοια, με τέτοιο τρόπο ώστε να επιδέχεται των κυριαρχικών ερμηνειών προς πάσαν κυριαρχική χρήση, η ύπαρξη των καταλήψεων είναι μια εμπράγματη ακύρωση αυτής ακριβώς της αμφισημίας. Η πολιτική και κοινωνική σημασία των καταλήψεων για τον αναρχικό/αντιεξουσιαστικό χώρο είναι κάτι παραπάνω από σημαντική. Κι αυτό γιατί αποτελούν την υλικότητα των προταγματικών του. Η απελευθέρωση ενός χώρου στη βάση της κατάλυσης του ιδιοκτησιακού του καθεστώτος, η λειτουργία συλλογικότητας ή συλλογικοτήτων στη βάση της αυτοργάνωσης και της αυτοδιαχείρισης, η ενεργοποίηση κοινωνικών σχέσεων με σημείο αναφοράς την αποδόμηση των κυρίαρχων στερεοτύπων, προσφέρεται για την αποδόμηση της ίδιας της έννοιας της ιδεολογίας και την ανάδειξη του έμπρακτου ξεπεράσματος της κυρίαρχης αντίληψης.

Σύμφωνα με την μακρόχρονη εγχώρια εμπειρία –και αναφερόμενοι στις καταλήψεις που είχαν αναρχικά, αντιεξουσιαστικά ή ελευθεριακά χαρακτηριστικά– μπορούμε να αναγνωρίσουμε συγκλίσεις σε γενικές κατευθύνσεις και να ανακεφαλαιώσουμε την συμβολή των καταλήψεων σε κάποια κομβικά σημεία πολιτικού και κοινωνικού πειραματισμού. Έτσι, εμφανίζονται δύο πυλώνες. Ο ένας αφορά την αποδόμηση των κυριαρχικών θεσμίσεων: με χαρακτηριστικά άρνησης της θεσμικότητας και ενάντια στην εξουσία, το κράτος, τον οικονομοκεντρικό άνθρωπο, τις έμφυλες διακρίσεις ανιχνεύονται κυριαρχικές ρηγματώσεις και υπονομεύεται μια πολιτική σταθερότητα που σημαίνει σιγή νεκροταφείου για την κοινωνία, δημιουργούνται προϋποθέσεις συλλογικής ανυπακοής στις κυριαρχικές προσταγές και εκφράζεται με αδιαμφισβήτητη επιθετικότητα η υπεράσπιση όλων αυτών των επιλογών. Ο άλλος πυλώνας έχει να κάνει με την ανασυγκρότηση του κόσμου που πρεσβεύεται και έχει τρεις κατευθύνσεις: την πολιτική δράση, την απελευθερωτική γνώση και την ελεύθερη δημιουργία. Εμπλουτίζονται, έτσι, η ταυτότητα, οι στοχεύσεις και οι τρόποι, στο πλαίσιο συγκρότησης μιας άλλης πολιτικής, στον αντίποδα της καθεστωτικής της πρόσληψης ως διαχείρισης εξουσίας και στην κατεύθυνση της κατάκτησης της συνείδησης της ελευθερίας. Τα μαθήματα αυτομόρφωσης, για παράδειγμα, αποτελούσαν και αποτελούν μια αντιδόμηση που έχει να κάνει με την προσέγγιση της γνώσης έξω και πέρα από τα εργαλεία της αστικής εκπαίδευσης. Δεν στήνεται ένας ακόμη μηχανισμός εργαλειακής χρήσης της γνώσης, αλλά ανοιχτή συνδιαλλαγή με τα γνωστικά διακυβεύματα, ανατρέποντας τη σχέση μεταδοτικότητας και μετάγγισης, τους ρόλους μαθητή και δασκάλου και ενσωματώνοντας αυτή την επιλογή μέσα στην ίδια την ουσία της γνώσης. Τέλος, το πεδίο της δημιουργίας επιβεβαιώνει την απελευθερωτική διαδικασία, αφού πρόκειται για μια απελευθέρωση όλων των φαντασιακών και συμβολικών ικανοτήτων των ανθρώπων ενάντια τόσο στην ιδεολογική εργαλειακότητα και την συνθηματολογική περιστολή της έκφρασης, όσο και στον εμπορευματικό εγκλεισμό της σε κάθε είδους μαγαζιά, είτε πρόκειται για μουσικές σκηνές, είτε για μουσεία.

V.

«η φήμη να μεταφέρει το μπόι σου

να μεταφέρει τ’ άλογό σου –

ξανθός όμορφος ο εχθρός του βασιλείου

έχει χιτώνα πράσινο και κάτω το ξίφος

τα μάτια του αστραπές και συνωμοσία

περιπλανάται σε υγρές αυλές και μυστικά οπλοστάσια»

Η μνημονιακή περίοδος ήταν σχεδόν αναπόφευκτο να διεμβολίσει τα περιεχόμενα και τις πρακτικές του αναρχικού/αντιεξουσιαστικού χώρου και, συνακόλουθα, των καταλήψεων. Η περίοδος 2010-2015 αποτέλεσε μια εποχή όξυνσης των κοινωνικών και ταξικών αντιθέσεων, τέτοια που οδήγησε το καθεστώς τόσο στην αμείλικτη καταστολή, όσο και στην εμφάνιση των φασιστών στην κεντρική πολιτική σκηνή, είτε με την είσοδό τους στη Βουλή, είτε με την απόπειρα επικυριαρχίας τους στους δρόμους στη βάση ενός επιτηδευμένου «πολέμου μεταξύ των φτωχών». Αυτή η διαλεκτική συνθήκη οδήγησε τον αναρχικό/αντιεξουσιαστικό χώρο (με διάφορες δυναμικές στο εσωτερικό του) σε μια κατάσταση διαπραγμάτευσης με την κουλτούρα του “μαχισμού”. Έτσι, ένα μέρος του ανέτρεψε τις ατζέντες, άλλαξε τις προκρίσεις και υπέστειλε τα πολιτικά περιεχόμενα (ως προτεραιότητα της φυσικής οχύρωσης των χώρων και της παρουσίας στο δρόμο μέχρι την οριακή πρόσληψη μιας θεωρίας της πράξης: «τα ουσιώδη έχουν ειπωθεί, μένει να γίνουν πράξη») και εστίασε στη συγκρότηση μιας “σοβαρής” πολιτικής δράσης που λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης επέβαλε στον αναρχικό/αντιεξουσιαστικό χώρο να ξεπεράσει πια την οργανωτική του “ανωριμότητα”. Οι αναφορές στην «επανάσταση της καθημερινής ζωής» έπρεπε να προσπεραστούν καθώς χρεώθηκαν ένα είδος “πολυτέλειας” μπροστά στο μέγεθος της γενικευμένης κοινωνικής εξαθλίωσης, ωσάν αυτές οι θεωρίες να αφορούν καταναλωτικές κοινωνίες που βυθίστηκαν στην κρίση και πρέπει να χαθούν μαζί τους.

Είναι η περίοδος που ένα μέρος του αναρχικού/αντιεξουσιαστικού χώρου δανείστηκε πολιτικά περιεχόμενα της μεταπολιτευτικής εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς για να προσδώσει μια “πραγματιστική” σοβαρότητα στην μαχητικότητά του, με όρους αναβίωσης και ενσωμάτωσης παρηκμασμένων θεωριών, χωρίς καν να συνοδεύονται από τις κριτικές και αυτοκριτικές τους διαδρομές. Ως οργανωτική σοβαρότητα προβλήθηκε η μάχη ενάντια στον “αφορμαλισμό” (νέα παιδική αρρώστια της αναρχίας) και, σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, οι διάσπαρτες και ασυντόνιστες ομάδες ανά την επικράτεια έπρεπε να πειστούν για την ιστορική αναγκαιότητα συγκρότησης ενός “φορμαλισμού” που εισήγαγε τα ευεργετήματα του ελευθεριακού… εντέλει, συγκεντρωτισμού. Σε θεωρητικό επίπεδο, εξελίχθηκε μια απαξιωτική κριτική στις –χρόνια υπαρκτές– αδυναμίες του αφορμαλισμού αλλά, παράλληλα, διατυπώθηκαν θεωρίες μέχρι και για “υπεραυτονόμηση” των ομάδων που έπρεπε να περάσουν σε κατάσταση “ελέγχου” προκειμένου να κατακτήσουν την πραγματική τους “αυτονομία”. Όσον αφορά τα αριστερά περιεχόμενα, όπως γράφει και ο Κάρολος, κάθε αναφορά σε οποιοδήποτε θέμα πέραν της οικονομίας ανήκει στην υπερδομή και αντιμετωπίζεται ως αντανάκλασή της. Για έναν αναρχικό που δεν πείθεται από την καταλυτική βαρύτητα της πολιτικής οικονομίας, αλλά θέλει να συμπράξει με τέτοιες αντιλήψεις, το κοινό πεδίο συμφωνίας δεν μπορεί παρά να είναι μια “σοβαρή ανάλυση” που θα “στοιχειοθετεί” τη δράση στο δρόμο και η εκ των πραγμάτων “υποβάθμιση” των υποθέσεων “υπερδομής”. Κι έτσι, η κουλτούρα του “μαχισμού”, που αυτοπροβάλλεται ως η πειστική απάντηση του αναρχικού/αντιεξουσιαστικού χώρου στην επιθετικότητα του εχθρού, δεν μπορεί παρά να επικαθορίζει το σύνολο των επιλογών στην καθημερινή ζωή και τις κοινωνικές σχέσεις.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ζητήματα όπως, για παράδειγμα, ο σεξισμός –ως ακραία επιβεβαίωση των έμφυλων διακρίσεων– παρότι οξύνει την παρουσία του (από το κοινωνικό πεδίο παράγοντας διαρκώς θύματα, μέχρι και τον ίδιο τον αναρχικό/αντιεξουσιαστικό χώρο στο εσωτερικό του με την διαρκή δημοσιοποίηση κρουσμάτων κακοποίησης) παλεύεται με απείρως φτωχά κι αναποτελεσματικά όπλα, οι εμπορευματικές σχέσεις –ως το κομβικό σημείο σύνδεσης του κοινωνικού με το οικονομικό στην καθημερινότητα– θίγονται διεκπεραιωτικά τη στιγμή που εκφράζεται μια ανάσχεση στα ίδια τα σχετικά κινηματικά κεκτημένα, ο μιλιταρισμός –ως φιλοσοφία των όπλων που φέρνει τα σύνορα μέσα στις μητροπόλεις– αναμένει τις απαντήσεις στο πεδίο που ξέρει καλά, τη μάχη, και μένει ανενόχλητος στις θεσμικές του κοινωνικές απολήξεις. Στον αντίποδα, είναι αλήθεια ότι, μέσα στην αναρίθμητη σχεδόν επίκλησή του, σε μερικές περιπτώσεις, όταν συναντάμε το επίθετο “μαχητικός” μάς κλείνει το μάτι με νόημα για να μην μπερδέψουμε το ουσιαστικό που συνοδεύει… με την ρεφορμιστική, άμαχη, δειλή ή παθητική αντίληψη. Έτσι, το καθοριστικό βάρος πάει στον επιθετικό προσδιορισμό κι όχι στο ουσιαστικό. Αν χρησιμοποιήσουμε, για παράδειγμα, τον αντιφασισμό ως ουσιαστικό και δεχτούμε τον όρο “μαχητικός αντιφασισμός”, τότε αναμφισβήτητα, σύμφωνα με την απλή τυπική λογική, αναγνωρίζουμε ότι μπορεί να υπάρχει κρατικός αντιφασισμός ή παθητικός αντιφασισμός, αποδεχόμενοι ότι πρόκειται για αντιφασισμούς. Ενώ αυτό δεν ισχύει. Ο αντιφασισμός δεν μπορεί να είναι θεσμικός γιατί ο φασισμός παράγεται από τους ίδιους τους θεσμούς, ούτε παθητικός γιατί η παθητικότητα είναι το πεδίο βολής του φασισμού. Με αυτόν τον τρόπο υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος να νομιμοποιείται κοινωνικά το επιτηδευμένο ψεύδος της ύπαρξης πολλών αντιφασισμών. Από την άλλη, η μαχητικότητα δεν εκφράζεται απαραίτητα με την φυσική βία, ανεξάρτητα από το αν η φυσική βία είναι αυτοκτονικό να αποκλείεται απέναντι στους φασίστες.

Εισάγονται, εντέλει, στον αναρχικό/αντιεξουσιαστικό χώρο έννοιες που από την μία δεν χρησιμοποιούνταν ποτέ με τέτοια ευκολία και από την άλλη δημιουργούν διαχωρισμούς ενώ θα μπορούσαν να αναγνωριστούν ως πεδία γόνιμων διακριτοτήτων. Ένα άλλο παράδειγμα, παράγωγο αυτής της αντίληψης, είναι και η υπόθεση με τις εκλογές και το δημοψήφισμα του 2015. Η ρητή ή υπόρρητη επιλογή ενός σημαντικού μέρους του αναρχικού/αντιεξουσιαστικού χώρου να ψηφίσει τέθηκε με δυναμικούς όρους, πότε επιθετικά και πότε ενοχοποιητικά, δημιουργώντας διαχωριστικές γραμμές με κάθε διαφωνία και, μάλιστα, πάνω σε μια αξιακή υπόθεση για τον συγκεκριμένο χώρο. Απ’ ό,τι φάνηκε και εκ των υστέρων, ήταν και η στιγμή που κάποιοι κύβοι ερρίφθησαν…

VI.

«Άγνωστη μέρα δείξε μου το πρόσωπό σου»

Η αποψίλωση των κοινωνικών παρυφών του αναρχικού/αντιεξουσιαστικού χώρου και η παντελής ύφεση των κοινωνικών αντιστάσεων που χωνεύτηκαν από την σοσιαλδημοκρατική διαχείριση της ελπίδας οδήγησαν σε μια γενικευμένη αμηχανία. Δεν πρόκειται, ωστόσο, για αναπόφευκτες συνέπειες γραμμικού χαρακτήρα αλλά για μια διαλεκτική σχέση.

Στο ερώτημα αν η παντελής ύφεση των κοινωνικών αντιστάσεων είχε ως αναπόφευκτη συνέπεια τη διαρκή αποψίλωση των κοινωνικών παρυφών του αναρχικού/αντιεξουσιαστικού χώρου, πρέπει να επιμείνουμε στο ερωτηματικό. Είναι γεγονός ότι η φοβία της πολιτικής ενσωμάτωσης των υποδομών του από τον σοσιαλδημοκρατικό χυλό οδήγησε αρκετούς χώρους στην αυτοπεριχαράκωσή τους προκειμένου να περισώσουν την κοινωνική τους διακριτότητα. Καταλήψεις και κοινωνικά στέκια με πείρα και επίμονη δράση γύρω από υποθέσεις όξυνσης των κοινωνικών και ταξικών αντιθέσεων έχασαν τη δύναμη και τα αισθητήρια της ίδιας της όξυνσης, αφού εγκλωβίστηκαν σε αμυντικές απαντήσεις στις κεντρικές πολιτικές ενσωμάτωσης κι όχι ενεργοποιώντας τη σύνδεση με τις κοινωνικές τους παρυφές, έστω και όταν αυτές βρίσκονταν σε συνθήκη αμπώτιδος.

Μέσα σε ένα καθεστώς γενικευμένης κρίσης, όπου η καθημερινή ζωή παράγει διαρκώς οξυμένες καταστάσεις με τις δυνάμεις επιβολής, τις προσταγές και τις εξουσιαστικές συμπεριφορές να γίνονται όλο και περισσότερο κανόνας στις μητροπόλεις, στα προάστια, σε πόλεις και σε χωριά της επικράτειας, είναι ακατανόητο να μην επιτείνεται η άσκηση λόγου και δράσης πάνω σε αυτά ακριβώς τα ζητήματα από χειραφετημένες συλλογικότητες που τα έχουν επεξεργαστεί περισσότερο από κάθε άλλο πολιτικό και κοινωνικό μόρφωμα. Η πολιτική της ενσωμάτωσης από την σοσιαλδημοκρατία δεν υπέστειλε ούτε στο ελάχιστο την αθλιότητα της καθημερινής ζωής αφού, ως μια ακόμη εκδοχή της κρατικής λογικής, αφορά πρόταση για μια από έξω και από τα πάνω επίλυση που, σύντομα (επιπλέον στο προκείμενο) ως φτηνή υποσχετική συνετρίβη μέσα στην αδήριτη πραγματικότητα. Ο εγκλωβισμός στους χειρισμούς της κεντρικής πολιτικής εξουσίας ήταν, με τον άλλο ή τον άλλο τρόπο, αρνητικά καταλυτικός.

VII.

«Οι χωροφύλακες έχουν γερή όραση –

δεν διαλύονται με αυταπάτες και ψυχοσάββατα.»

Όσον αφορά τις μέρες μας, αν αναλογιστούμε την επιπολαιότητα (σε επιχειρησιακό επίπεδο) και τον στρατηγικό τυχοδιωκτισμό (σε επίπεδο στοχοθεσίας) της επίθεσης που ξεδιπλώνεται εναντίον των καταλήψεων τους τελευταίους μήνες, γίνεται σαφές ότι οι αρχικές εκτιμήσεις των επιτελείων του Χρυσοχοΐδη βασίζονταν στην πεποίθηση ότι η καταστολή των καταλήψεων θα ήταν μια “εύκολη υπόθεση λίγων μηνών”. Το σχέδιο καταστολής των καταλήψεων, έχοντας δεδομένη τη λευκή κοινωνική επιταγή, εκπονήθηκε υπολογίζοντας στην εσωστρέφεια του αναρχικού/αντιεξουσιαστικού χώρου, στην αποδυνάμωση των πολιτικών του προταγματικών, στην αποδόμηση των κοινωνικών του παρυφών και, ως εκ τούτου, στην απουσία κάθε αντίστασης. Οι πάσης φύσεως “στρατηγοί” θα έπρεπε να γνωρίζουν ότι η αλαζονεία είναι ο χειρότερος σύμβουλος και, στο προκείμενο, τα μεγαλόπνοα σχέδια των “λίγων μηνών” ξαναμπήκαν στα συρτάρια, μαζί με τα τελεσίγραφα που επιστράφηκαν πάραυτα.

Για όσες και όσους κατανοούν την πολιτική με όρους σημειολογίας, το σχέδιο καταστολής των καταλήψεων, ανεξαρτήτως τελικής έκβασης, στάθηκε αφορμή (επανα)συσπείρωσης, τόσο με πολιτικούς όσο και με φυσικούς όρους, του αναρχικού/αντιεξουσιαστικού χώρου, επιτρέποντας τη δημιουργία αντιστάσεων και αναχωμάτων στους κυρίαρχους σχεδιασμούς. Με δεδομένο, ωστόσο, ότι η υπεροπλία του κράτους έναντι των αντιστεκόμενων εξασφαλίζει την υπεροχή του στο επίπεδο της φυσικής σύγκρουσης, παραμένει διακύβευμα το αν αυτή η ενστικτώδης –με όρους εγγενών πολιτικών αντανακλαστικών– διευρυμένη αναχωματική δράση θα επιχειρήσει να ενεργοποιήσει τις αποψιλωμένες κοινωνικές παρυφές των καταλήψεων στη βάση της υπεράσπισης των χαρακτηριστικών και των επιλογών τους.

Ενάντια στην κρατική καταστολή, αποτελεί ζητούμενο το ξεδίπλωμα μιας στρατηγικής επαναπροσδιορισμού της σχέσης μεταξύ διακριτής υποκειμενικότητας και φυσικής διακριτότητας των αγωνιζόμενων υποκειμένων στο πλαίσιο των εναντιωματικών δράσεων. Στο πλάι της ενίσχυσης της διακριτότητας των πολιτικών επιλογών και προταγματικών του αναρχικού/αντιεξουσιαστικού χώρου, είναι σημαντικό να ακολουθηθεί η αντίστροφη κίνηση σε ό,τι αφορά τη διακριτότητα των υποκειμένων με φυσικούς όρους. Έχει, άλλωστε, γίνει σαφές τους τελευταίους μήνες ότι η διακριτή παρουσία αναρχικών στον δρόμο βρίσκεται, πολύ συχνά, στο στόχαστρο λυσσαλέων κατασταλτικών επιθέσεων, χωρίς επιχειρησιακές αναστολές, που δεν περιμένουν καν μια ιδιαίτερη αφορμή για να εκδηλωθούν. Όσο οι καταλήψεις παραμένουν αποκομμένες από τις κοινωνικές τους αναφορές και τα αγωνιζόμενα υποκείμενα αποτελούν έναν ευδιάκριτο πόλο, τόσο το κράτος θα είναι διατεθειμένο να αναλάβει το πολιτικό κόστος της καταστολής τους στο πλαίσιο ενός πολέμου που θα διεξάγεται μακριά από το κοινωνικό πεδίο.

VIII.

«όταν ακούω να υποψιάζονται τις ιδέες μου

να τις ταχτοποιούν σε μια θυρίδα

όταν ακούω σένα να μιλάς

εγώ πάντα σωπαίνω.»

Με τον τρόπο που έχει περιγραφεί, η κοινωνική πρόσληψη και αναπαραγωγή της κανονικότητας δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με μια σημειολογική μάχη κάθε φορά πάνω στις αιχμές που παράγει η ακροδεξιά δημοκρατία. Διότι, ναι μεν έχει πολύ μεγάλη σημασία η αποδόμηση της περί κανονικότητας ρητορικής και πρακτικών, όπως αυτές εμφανίζονται μέσα στην εκάστοτε συγκυρία (εξάλλου οι κυριαρχικές αναφορές στην κανονικότητα πυκνώνουν όταν αυτή παράγει Συμβάντα επιβολής σε βάρος κάθε απόκλισης, οπότε δεν θα μπορούσαν να μείνουν αναπάντητες), αλλά πάντα σε γνώση ότι αποτελεί την κορυφή ενός παγόβουνου που έχει να κάνει με την ίδια την κοινωνική θέσμιση, με όλες τις “βαθμίδες κοινωνικοποίησης”, μέχρι και την “αισθητικοποίηση” της ζωής. Είναι ο “κανόνας” σύμφωνα με τον οποίο πρέπει να ευθυγραμμίζεται η συναρπαστική, απρόβλεπτη και ανελέητη καθολικότητα του υπαρξιακού δράματος την κάθε του στιγμή. Είναι η πιο συντηρητική έννοια της πίστης που της επιτράπηκε να επιβιώσει μετά τον Διαφωτισμό, φωλιάζοντας μέσα στις αδήριτες λογικές δυνάμεις ενός απανθρωποποιημένου θετικισμού.

Η αστική θέσμιση, ως νομική, ιδεολογική και ηθική μορφή εξουσίας, οργανώθηκε με βάση αναφοράς τον πόλεμο σε όποιον και όποια δεν υπόκειται στην συγκεκριμένη στρατηγική των σχέσεων επιβολής∙ σε όποιον και όποια δεν υπακούει, εκπίπτει, παρεκκλίνει, λυγίζει μέσα σε αυτόν τον κόσμο. Με σημείο αναφοράς αυτήν ακριβώς την αντίληψη, το σύνθημα «φυλακές, στρατός, ψυχιατρεία, αυτή είναι η εξουσία» ακούστηκε στην ελληνική κοινωνία από έναν αναρχικό/αντιεξουσιαστικό χώρο που ήταν και ο μόνος πολιτικός χώρος ο οποίος επέλεξε να δώσει και εκεί τη μάχη με την “εξουσία”∙ σε αυτά τα εξαιρετικά επίπονα σημεία τριβής, όπως οι φυλακές, ο στρατός και τα ψυχιατρεία, κι όχι εστιασμένα στην “εκμετάλλευση” με την ιδεολογική “εμμονή” μιας αριστεράς στους εργασιακούς χώρους, αντιμετωπίζοντας τους άλλους κοινωνικούς χώρους ως πάρεργα.

Η ενασχόληση του αναρχικού/αντιεξουσιαστικού χώρου με την ανάδειξη των ωμών εξουσιαστικών εγκληματικών πρακτικών της δημοκρατίας σε αυτούς τους περίκλειστους χώρους, “μεταβόλισε” στον ίδιο (αναλύοντας ή και βιώνοντάς τες άμεσα και έμμεσα) αναπόφευκτα θλίψη και μελαγχολία για τα “αποτελέσματα” της κανονικότητας, αποτελώντας ταυτόχρονα και μια πηγή για την οργή και την επιθετικότητά του. Έτσι, δεν είναι καθόλου τυχαία η “μαυρίλα” με την οποία παραδοσιακά χρεώνουν αυτόν τον χώρο οι κάθε λογής επιτηρητές της κανονικότητας, επιδιώκοντας να συμπυκνώσουν τα περιεχόμενα του αγώνα ενάντια στην εξουσία σε μια ψυχολογικοποίηση των φυσικών του φορέων. Μόνον «τρελοί», «παράξενοι», «θλιμμένοι», «παιδιά εγκαταλελειμμένων οικογενειών» ή απλώς «τα παιδιά» αντιστέκονται στην εξουσία.

Ωστόσο, η ιστορική διαδικασία (αυτο)χειραφέτησης του αναρχικού/αντιεξουσιαστικού χώρου, μέσα σε όλη αυτή την διαρκή συνθήκη, έχει αφήσει σημαντικές παρακαταθήκες. Η μάχη ενάντια στην κανονικότητα πρέπει να δοθεί στις ρίζες της και “χάρτες” γι’ αυτό υπάρχουν, αρκεί να ενεργοποιηθεί σε αυτή την κατεύθυνση, για μια ακόμη φορά, η αδιαμφισβήτητη αποτελεσματικότητα της χειραφετημένης οργής.

IX.

«Μα κάποτε που η κρύα σιωπή θα περιβρέχει τη γη

κάποτε που θα στερέψουν οι άσημες φλυαρίες

κι όλοι τους θα προσμένουνε σίγουρα τη φωνή

θ’ ανοίξω το στόμα μου

θα γεμίσουν οι κήποι με καταρράκτες

στις ίδιες βρώμικες αυλές τα οπλοστάσια

οι νέοι έξαλλοι θ’ ακολουθούν με στίχους χωρίς ύμνους

ούτε υποταγή στην τρομερή εξουσία.»

Στο βαθμό που μπορούμε να διακρίνουμε σχηματικά την πολιτική και κοινωνική διάσταση των ανταγωνισμών που διεξάγονται στο εσωτερικό των κοινωνιών (μια διάκριση σαφώς σχηματική κι επισφαλής ως τέτοια, αν έχει καταληκτικό κι όχι αφετηριακό χαρακτήρα), το ανασυγκροτησιακό προταγματικό πεδίο των καταλήψεων –μέσο και σκοπός μαζί–αποφαίνεται κρίσιμο σε πολλαπλά επίπεδα, στο πλευρό (πάντοτε) των καταπιεσμένων.

Η επιθετική ανασυγκρότηση των θεσμών (ως έμμεση ή άμεση επιβολή μιας εξωτερικής και καθετοποιημένης ρύθμισης των συλλογικών σχέσεων) στην ακροδεξιά τους μετατόπιση εκπορεύεται απ’ ό,τι γίνεται αντιληπτό κατά βάση ως παράγωγο της κεντρικής πολιτικής σκηνής. Σε αυτήν συγκαταλέγεται το σύμπλεγμα (διαπλοκή) νομοθετικής-δικαστικής-εκτελεστικής εξουσίας, ενώ έργα και πράξεις του αποκρυσταλλώνονται σε καθημερινότητες με σκληρότερη βία κάθε μορφής, ριζικούς διαχωρισμούς και ιεραρχήσεις, απαξίωση της ζωής και κυνικότητα απέναντι σ’ έναν επιταχυνόμενο θάνατο.

Οι τόποι των καταλήψεων, ως δημιουργοί ριζοσπαστικών πολιτικών δυνάμεων, μπορούν να απαντούν στο εσωτερικό αυτών των ανταγωνισμών, ακόμα κι αν η κλίμακα των απαντήσεων φαντάζει γεωμετρικά ασύμμετρη από πλευράς έντασης.

Η διαρκής προσπάθεια κατανόησης των (θεσμικών) μετασχηματισμών, που παράγει σε κάθε πεδίο η κυριαρχία βαθαίνοντας τις σχέσεις καταπίεσης, λαμβάνει χώρα τόσο σ’ ένα επίπεδο ανάλυσης-αποσημειολόγησης και σύνθεσης-ανανοηματοδότησης παραγωγής γνώσης από πλευράς των πολιτικών διαδικασιών των καταλήψεων, όσο και επεξεργασίας κάθε κατατεθειμένης, στο συλλογικό πεδίο, εμπειρίας μέσα από τη συμμετοχή των καταπιεσμένων στις θέσεις του “κοινωνικού εργοστασίου”. Η ίδια η συνείδηση της εμπειρία μιας (αναπόφευκτα) εκβιαστικά οργανωμένης καθημερινότητας και η επιθυμία για το ξεπέρασμά της, συλλογικά και ατομικά, θέτουν τις βασικές παραμέτρους μιας προοπτικής χειραφέτησης. Σημεία συνάντησης, τόποι ανάσχεσης και ανασυγκρότησης και δημιουργικά εφαλτήρια εκκίνησης ή ανατροφοδότησης διαρκών αντιστάσεων, οι χώροι των καταλήψεων μπορούν να αναδύονται σε προνομιούχους τόπους ώσμωσης, διασταύρωσης εμπειριών και επεξεργασίας αυτών για κάθε καταπιεσμένο συλλογικό υποκειμένου ή πρόσωπο, πέρα από τα σκληρά όρια της πολιτικής ταυτότητας. Η συλλογικοποίηση, ως απόρροια σχέσεων, γνώσεων και πρακτικών, και ο πολλαπλασιασμός ευρηματικών, πειστικών κι εντατικών τρόπων αντίστασης, θωρακίζουν το νόημα μιας κοινότητας με εξωστρεφή χαρακτηριστικά, στρέφοντάς τη απέναντι σε κάθε θεσμό εξουσίας. Μιας κοινότητας αγώνα που αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως μεταβατικό στάδιο στην προοπτική της καθολικής κοινωνικής απελευθέρωσης.

Σε παράλληλο –συχνά ευρύτερο και βαθύτερο– πλαίσιο, οι κοινωνικοί αγώνες (ως ανταγωνιστική ρύθμιση του συνόλου των κοινωνικών σχέσεων που συνάπτονται σε καθημερινή βάση στην ιδιωτική και δημόσια σφαίρα) αποκρυσταλλώνονται στο πρόταγμα «επανάσταση της καθημερινής ζωής», ως διεύρυνση των συλλογικών ελευθεριών, αυτοθέσμιση, ανασυγκρότηση μιας συμφιλιωμένης σχέσης με το φυσικό περιβάλλον και κάθε μορφή ζωής, διαστολή και συμπερίληψη του διαφορετικού Άλλου, κατάργηση κάθε διαχωριστικής λογικής των ταυτοτήτων. Ως προταγματική των καταλήψεων, μετασχηματίζοντας το εδώ και το τώρα στη βάση των προσωπικών και συλλογικών σχέσεων, διεξάγεται ένας σταθερός πόλεμος ενάντια στην εξουσία χωρίς να γίνεται άμεσα (επιθετικά) απεύθυνση σε αυτήν. Η δημιουργία συντροφικών σχέσεων ισότητας, προσφοράς, συνεργασίας, αλληλοβοήθειας κι αμοιβαιότητας υπονομεύει το πλαίσιο πραγματιστικής και συμβολικής νομιμοποίησης της κυριαρχίας: την αποίκιση του ατομικού και συλλογικού φαντασιακού από τα ιδεώδη του ανταγωνισμού, της καταπίεσης, της εκμετάλλευσης και της υποταγής, ως θεμελιώδη και αναπόφευκτη ανθρωπολογική πραγματικότητα.

Οι προταγματικές των καταλήψεων και οι χώροι τους ως υποδομές, δίκτυα και κοινωνικοί πυκνωτές, ριζώνουν σε τόπους, αμφισβητούν την κυριαρχία, είτε στο επίπεδο των μοριακών σχέσεων είτε ως καθολικό μοντέλο οργάνωσης της ζωής, δημιουργούν και βαθαίνουν σχέσεις, πειραματίζονται και επεξεργάζονται πρακτικές, καταλαμβάνοντας συχνά ζωτικό χώρο στο πεδίο διεξαγωγής πλήθους κοινωνικών αγώνων, έχοντας ήδη μετατοπίσει συνειδήσεις σε διάφορες κλίμακες. Η σταθερή και συστηματική ενασχόληση τους (σε επίπεδο λόγου και δράσης) με ζητήματα του κοινωνικού πεδίου λειτουργούν τόσο ως συλλογικά αναχώματα σε περιόδους αντιδραστικών εντάσεων, όσο και ως επιταχυντές κοινωνικών διεργασιών σε συνθήκες όξυνσης του κοινωνικού ανταγωνισμού κι εμφάνισης εξεγερσιακών εκδηλώσεων.

Πέρα από κάθε φιλόδοξη νουθετική προτροπή μιας παράδοσης του «τι να κάνουμε;», μακριά από κάθε ιδεολογική συνθηματολογία, οι καταλήψεις σπάζουν το φόβο, χωρίς να αφήνουν κανέναν ανυπεράσπιστο κρατούμενο στην επικράτειά του. Επιβεβαιώνουν, κάθε στιγμή, την άρνηση ενός κόσμου που λατρεύει το θάνατο, ενώ καταφάσκουν όλες εκείνες της φωτεινές σημασίες της ανθρώπινης περιπέτειας στο δρόμο προς την καθολική απελευθέρωση.

 

* Όλα τα παραθέματα προέρχονται από την ποιητική συλλογή «Κατά Σαδδουκαίων» του Μιχάλη Κατσαρού.

 

(αναδημοσίευση από το site της αφανούς κοινότητας: https://afanis-koinotita.tk/?p=203)

O σχολιασμός έχει απενεργοποιηθεί.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License