Εμβαθύνσεις μιάς περιθωριακής συζήτησης;


ΕΜΒΑΘΥΝΣΕΙΣ ΜΙΑΣ ΠΕΡΙΘΩΡΙΑΚΗΣ ΣΥΖΗΤΗΣΗΣ;

Το θέμα της σημερινής μας συζήτησης αφορά μια ενδεχόμενη αδυναμία μας να καλλιεργήσουμε σήμερα (ή να παραλείψουμε να καλλιεργήσουμε σήμερα) στιγμές ή στοιχεία ας πούμε αυτοδιαχείρισης, άρνησης των εμπορευμάτων, αυτοπαραγωγής έστω και περιορισμένης κάποιου είδους αγαθού, που ταυτόχρονα θα αποτελούσε επίσης ένα παράδειγμα για το παρόν αναφορικά με αυτό που θα μπορούσε να είναι το αύριο (το απελευθερωμένο μετεξεγερσιακό αύριο) σε γενικευμένο κοινωνικό επίπεδο. Θεωρώντας το από μια άλλη οπτική γωνία, θα ήταν δυνατό να συνοψίσουμε το διαπραγματευόμενο θέμα σαν την δυνατότητα να θεμελιώσουμε από τώρα μελλοντικές στιγμές που έχουν αξία είτε σαν “έμπνευση”, είτε σαν “επιμόρφωση” για το μετεπαναστατικό γίγνεσθαι, είτε σαν “βάση” για το μέλλον.

Ας επικεντρώσουμε την προσοχή μας επάνω σε αυτό το θέμα, λαμβάνοντας υπόψη μας ότι οι υπό θεώρηση απόψεις είναι πολύπτυχες, είτε είναι θετικές είτε είναι αρνητικές.

1) Ένα από τα θετικά στοιχεία συνίσταται στο γεγονός ότι για να ζήσουμε περιορίζοντας την διείσδυση μέσα μας στοιχείων αυτής της άρρωστης κοινωνίας, μας ενδυναμώνει κατά κάποιο τρόπο (ή πιστεύουμε ότι μας ενδυναμώνει) η δημιουργία “χώρων” που επιτυγχάνουμε να θέσουμε κάτω από τον έλεγχό μας, τουλάχιστο μέχρι ένα ορισμένο σημείο. Δεν θα θέλαμε ούτε να δηλητηριαστούμε από τον αέρα που αναπνέουμε, ούτε από το νερό που πίνουμε, ούτε και από την τροφή που χωνεύουμε, κατά συνέπεια αναζητούμε εναλλακτικές, ή τουλάχιστο αναζητούμε να μειώσουμε στο ελάχιστο τις ζημιές που προκαλούν αυτές οι δηλητηριώδεις ουσίες στον οργανισμό μας. Πέρα από αυτό, όντας ενσυνείδητοι του γεγονότος ότι το κεφάλαιο-κράτος έχει υποβιβάσει σε εμπόρευμα επίσης κάθε ζωτικό στοιχείο για τα έμβια όντα, στοχεύουμε να μην το τροφοδοτήσουμε από την πλευρά μας, υποβιβάζοντας κατ’ αυτό τον τρόπο τους εαυτούς μας σε κοπριά του συστήματος.

Όλα αυτά είναι θετικά στοιχεία και αναζητούμε να τα θέσουμε σε εφαρμογή από σήμερα με χίλιους δύο τρόπους ανάλογα με τις δυνατότητες που διαθέτει ο καθένας μας: καλλιεργώντας πατάτες, αρνούμενοι να πάμε να ζήσουμε στις μεγάλες πόλεις, πηγαίνοντας να πάρουμε το νερό που πίνουμε στην πηγή αντί να καταναλώνουμε το εμφιαλωμένο ή αυτό που φτάνει στη βρύση μας και ούτω καθεξής. Αυτό το πράγμα προσπαθούμε να κάνουμε σαν αναρχικοί, το οποίο όμως κάνουν και πολλά άλλα άτομα παρότι δεν είναι αναρχικοί ή αντιεξουσιαστές, ή επαναστάτες διότι έχουν περισσότερο ή λιγότερο συνείδηση της εμπορευματοποίησης της ζωής και της φύσης από πλευράς του κράτους και του κεφαλαίου.

Είναι επίσης χρήσιμο να διευκρινίσουμε ότι όλα αυτά τα στοιχεία ας πούμε αναφορικά με την υγεία μας, αντιβιομηχανικού χαρακτήρα κ.λ.π. δεν αναφάνηκαν μονάχα στους καιρούς μας, ούτε μέσα στην κοινωνία, ούτε και αποκλειστικά στους κόλπους του “σοσιαλιστικού” και πιο ιδιαίτερα του αναρχικού κινήματος. Από τη γέννηση της αποκαλούμενης βιομηχανικής επανάστασης υπήρξαν κινήματα περισσότερο ή λιγότερο διαδεδομένα που έθεσαν σε αμφισβήτηση την ιδεολογία σύμφωνα με την οποία η βιομηχανική κοινωνία αντιπροσωπεύει μια κάποια πρόοδο σε σχέση με το παρελθόν, αν όχι για άλλο λόγο τουλάχιστο για το γεγονός ότι αφήνει ξεκρέμαστα εκατομμύρια άτομα που, αφού πρώτα εκδιώχθηκαν-απαλλοτριώθηκαν από και τη γη τους, το εργαστήριο πρώτα, η βιοτεχνία και η βιομηχανία κατόπι τα εκδίωξαν εντελώς από κάθε είδος απασχόλησης. Για τις προσεκτικές και ευαίσθητες συνειδήσεις, δεν άργησε να εμφανισθεί επίσης το γιγαντιαίο πρόβλημα που συνδέεται με τη βιομηχανοποίηση: η διάρρηξη των οικοσυστημάτων, η δηλητηρίαση του φυσικού περιβάλλοντος, ο πάντοτε αυξανόμενος κίνδυνος αναφορικά με τους επιβαλλόμενους ρυθμούς της εργασίας που απομειώνουν τον άνθρωπο σε εξάρτημα της μηχανής και ούτω καθεξής. Αυτό ακριβώς το φαινόμενο διαπλέκεται, και με ένα συγκεκριμένο τρόπο προστίθεται, σύμφωνα με ορισμένους, στην κριτική των μεγαλουπόλεων, στην απανθρωποποίηση που επιβάλλει η συγκέντρωση μέσα σε περιορισμένους χώρους χιλιάδων, και σήμερα εκατομμυρίων ανθρώπων στις μητροπόλεις. Από το γεγονός αυτό πηγάζει, επίσης και για τους δικούς μας συντρόφους (αλλά όχι μόνο) η ιδέα, η ένταση, οι απόπειρες (διαφορετικές και σε διαφορετικές ηπείρους), ήδη από τον δέκατο ένατο αιώνα να δοθεί ζωή σε κοινότητες, συλλογικότητες (που από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του εξήντα του περασμένου αιώνα παίρνουν το όνομα των “Κοινοτήτων”) εμπνευσμένες από τις ίδιες τις αρχές του αναρχισμού και σε κάθε περίπτωση αντιεξουσιαστικές και ελευθεριακές.

2) Περισσότερο από την εκτίμηση των αιτίων που καθόρισαν το τέλος, συχνά άδοξο, παρόμοιων κομούνων ή κοινοτήτων, για τις οποίες θα μπορούσαμε να μιλήσουμε με περισσότερη γνώση του αντικειμένου αν πράγματι μας ενδιαφέρει να το κάνουμε, σε αυτή την περίπτωση είναι σημαντικό να μιλήσουμε σχετικά με την πραγματική δυνατότητα να παρακάμψουμε όλες ή μέρος των καταστρεπτικών και βλαπτικών πλευρών του συστήματος κεφαλαίου -κράτους. Και για να ξεκαθαρίσουμε το τοπίο από κάθε δογματική άποψη αναφορικά με αυτό το ζήτημα είναι καλό να διαχωρίσουμε μεταξύ του παρόντος και του παρελθόντος στο οποίο αναφερθήκαμε.

Πράγματι, καθίσταται αναγκαίο να διευκρινιστεί ότι ή ένταση που τροφοδότησε τους συντρόφους μας στο να δώσουν ζωή σε κολεκτιβιστικά-κοινοτιστικά εγχειρήματα εμπεριείχε διάφορες λειτουργίες που όλες τους συμπεριλαμβάνονταν μέσα σε ένα επιχειρησιακό επαναστατικό σχεδιασμό: να καταδειχθεί από σήμερα η δυνατότητα μιας κοινωνίας θεμελιωμένης επάνω στις αναρχικές αξίες και παράλληλα να εναρμονιστούν όλες οι υπόλοιπες αναρχικές τακτικές παρέμβασης μέσα στα κοινωνικά δρώμενα με στόχο να επιτευχθεί μια καλύτερη διείσδυση του αναρχισμού μέσα στις μάζες των εκμεταλλευομένων. Μέσα από αυτή την οπτική, η “κοινότητα” ήταν εξαρχής, αν όχι κυρίως, ένας πειραματισμός από σήμερα της ίδιας της αυριανής απελευθερωμένης κοινωνίας, με άλλα λόγια ήταν προετοιμασία για το μέλλον και προαγγελία της μεταεπαναστατικής κατάστασης. Μια παρόμοια αντίληψη ξεκινά από την προϋπόθεση ότι υπάρχει συνέχεια μεταξύ του ιστορικού παρόντος και του απελευθερωμένου μέλλοντος, δεδομένου ότι στοιχεία του παρόντος διαπερνούν με κάποιο τρόπο το μέλλον, ακόμη και εξαγνισμένα, από και μέσα, στην επαναστατική διαδικασία που σε κάθε περίπτωση θεωρείται απαραίτητη. Αντίστροφα, αυτή η αντίληψη εμπεριέχει τη δυνατότητα να προκαταβληθούν μέσα στο παρόν απόψεις ή στιγμές αυτού του οποίου υποτίθεται ότι θα είναι το μετά την κοινωνική επανάσταση μέλλον, όταν όλες αυτές οι καταστάσεις θα αντιπροσωπεύουν πλέον την κανονικότητα σε γενικευμένο επίπεδο.

Αυτή ακριβώς η αντίληψη δεν βρίσκονταν ολωσδιόλου έξω από την κοινή διαδεδομένη αντίληψη της εποχής, ο ιστορισμός κυριαρχούσε στον πνευματικό ορίζοντα για τουλάχιστο ένα αιώνα πριν (έτσι όπως ακριβώς και μέσα στην αποικία Cecilia) και όλες οι επιστήμες-όχι μονάχα οι ιστορικές-είχαν προσαρμοστεί σε αυτόν, φτάνοντας μέχρι του σημείου να του μπολιάσουν με τη σειρά τους την ιδεολογία της προόδου, η οποία γεννήθηκε και τροφοδοτήθηκε από τον διαφωτισμό και στην οποία είχε προσφέρει σημαντική υποστήριξη η ίδια η γέννηση και η ανάπτυξη της βιομηχανικής εποχής ξεκινώντας από τα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα. Είναι σαφές ότι εάν η χρονική διαδρομή της ανθρωπότητας ερμηνεύεται σαν μια συνέχεια, όπου το παρελθόν είναι διαποτισμένο από το μέλλον, με αφετηρία επίσης το παρόν, η ανθρώπινη γνώση μπορεί να βρει στοιχεία που, προερχόμενα από το παρελθόν με τρόπο λιγότερο ή περισσότερο τροποποιημένο ή επεξεργασμένο, θα επανεμφανισθούν, αν και με διαφορετική μορφή στο μέλλον. Και δεδομένου ότι η ιστορία είναι αναγνώσιμη σαν πρόοδος, “βεβαίως” το κοινωνικό μέλλον θα είναι καλύτερο του παρόντος, με τον ίδιο τρόπο που το παρόν είναι καλύτερο του παρελθόντος.

Από τον Owen στον Fourier, από την αποικία Cecilia του δεύτερου μισού του δέκατου ένατου αιώνα μέχρι τις κοινότητες της δεκαετίας του εξήντα και του εβδομήντα του περασμένου αιώνα υφίσταται ένα μοναδικό καθοδηγητικό νήμα ουσιαστικά βασισμένο επάνω σε ορισμένες συντεταγμένες που κυριαρχούσαν στον πνευματικό ορίζοντα (στην αντίληψη του κόσμου και στις κοινωνικές σχέσεις) των εκμεταλλευομένων και υποδεέστερων τάξεων. Ακολουθούν οι πυλώνες αυτής της αντίληψης:

1) Η επιστήμη και η τεχνική επιτρέπουν στον άνθρωπο μια αργή αλλά σταθερή πρόοδο και η έλευση της βιομηχανικής εποχής διάνοιξε τις πόρτες όχι μόνο στην πλήρη ικανοποίηση των τωρινών αναγκών όλων, αλλά θα επιτρέψει ολοένα περισσότερο την απελευθέρωση του ανθρώπου από την εργασία για μια ολοένα αυξανόμενη χρονική περίοδο, κατά τρόπο ώστε να μπορέσει να αφιερώσει σιγά-σιγά τον κερδισμένο χρόνο από την παραγωγή των αγαθών στην ικανοποίηση άλλων αναγκών (πνευματικών, αθλητικών, αναδημιουργικών, καλλιτεχνικών και ούτω καθεξής), επεκτείνοντας στο έπακρο την προσωπικότητα του κάθε ατόμου!

2) Το άμεσο μέλλον θα ανθίσει μέσα από το ίδιο το παρόν έτσι ακριβώς όπως ο καρπός από το λουλούδι. Οπωσδήποτε έχει επιτευχθεί η συνέχεια από αυτή την κοινωνία σε αυτή που θα έλθει!

3) Πρόκειται επακριβώς για τον καθορισμό από σήμερα αυτού του πράγματος που είναι χρήσιμο για το αύριο και που είναι ανάγκη να διαφυλαχθεί, και αντίθετα αυτού που είναι βλαβερό και που είναι ανάγκη να παραμερισθεί τώρα με στόχο να μην το παρασύρουμε μαζί στο μέλλον στο βαθμό που θα επαναλάβει-σε περίπτωση που δεν καταπνιγεί- τις ζημιές τις οποίες προκαλεί σήμερα.

4) Προκύπτει από τα προηγούμενα σημεία το συμπέρασμα σύμφωνα με το οποίο είναι καθήκον των επαναστατικών δυνάμεων του παρόντος να διευκολύνουν και να επιταχύνουν την διαδικασία που οδηγεί στο απελευθερωμένο αύριο, κατακτώντας τις τεχνο-επιστημονικές γνώσεις για την αυτόνομη καθοδήγηση των παραγωγικών κέντρων καθώς και όλων αυτών των στοιχείων που είναι συνδεδεμένα με την κοινωνική διαχείριση της ανθρώπινης ζωής (η ψυχολογία, η παιδαγωγική, και οι επιστήμες του ανθρώπου εν γένει...).

Έχοντας διεισδύσει μέσα στα ταξικά κινήματα, αυτή η αντίληψη αναδείχθηκε κιόλας από τις πρώτες δεκαετίες του δεκάτου ένατου αιώνα σε κυρίαρχη, διαποτίζοντας κάθε ρεύμα του “σοσιαλισμού”.

Οι επιπτώσεις ήταν εξολοκλήρου “λογικές”, δηλαδή σε πλήρη ευθυγράμμιση με τις βασικές προϋποθέσεις. Η συμπεριφορά και η στάση επίσης των επαναστατικών δυνάμεων υπήρξε συνεπής. Αν τα αγαθά τα οποία παράγονται από τον καπιταλισμό ικανοποιούν τις πραγματικές ανάγκες του ανθρώπου, είναι αναγκαίο να καταργηθεί ο καπιταλισμός διότι καθορίζει εκμετάλλευση και καταπίεση και ανισότητα! Δεν καθίσταται αναγκαίο ωστόσο να καταστραφούν τα εργαλεία της καπιταλιστικής παραγωγής των αγαθών, τα οποία θα είναι επίσης χρήσιμα στο μέλλον, και οπωσδήποτε όχι επίσης οι αποκτημένες επιστημονικές γνώσεις κατά τη διάρκεια της καπιταλιστικής εποχής και χάρη ακριβώς σε αυτή. Εξ αυτού πηγάζει και η διπλή λειτουργία των συνδικάτων καθώς επίσης και αυτή των επαναστατικών κομμάτων. Το συνδικάτο δεν γίνονταν αντιληπτό μονάχα σαν συλλογικότητα-οργάνωση για την κατάκτηση μισθολογικών καλυτερεύσεων, καλύτερες συνθήκες στους χώρους εργασίας, μείωση του χρόνου εργασίας κ.λ.π. που είναι χωρίς αμφιβολία χρήσιμα στοιχεία στο παρόν ώστε να ενδυναμώσουν την ενότητα και τον αγώνα των εργαζομένων, αλλά θεωρούνταν επίσης σαν ευκαιρία για άμεση πρόσβαση σε ολόκληρο τον παραγωγικό κύκλο με τελικό στόχο την αυτόνομη διαχείρισή του (αυτοδιαχείριση) μετά την επαναστατική απαλλοτρίωση. Τα κόμματα τέλος, αντιπροσώπευαν, σε τέλεια αντιστοιχία με τον πνευματικό ορίζοντα της εποχής, τον κοινωνικό οδηγό του σήμερα και τον φάρο για το απελευθερωμένο αύριο.

Όπως γίνεται αντιληπτό πρόκειται για ένα ρόδινο ορίζοντα που προέβαλε αισιόδοξα την καπιταλιστικο-κρατιστική κοινωνία επάνω σε αυτή που θα την ακολουθούσε, κληρονόμο των ευεργετημάτων και απόκληρη των δυστυχημάτων της ανθρωπότητας.

Όμως στην πραγματικότητα τον κυρίαρχο βιομηχανικό καπιταλισμό διαδέχθηκε ένας κυρίαρχος μεταβιομηχανικός καπιταλισμός, μέσα στον οποίο οι τεχνικο-επιστημονικές γνώσεις του πρώτου χρησίμευσαν σαν βάση για την αναδιάρθρωση των πτυχών της κοινωνικής κυριαρχίας, της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης, της χειραγώγησης του ανθρώπου και των στοιχείων της φύσης σε συνάρτηση όχι με τα ευεργετήματα για όλους, αλλά αντίθετα με την περαιτέρω συγκεντροποίηση του πλούτου για λίγους και την εξαθλίωση των πολλών. Είναι λοιπόν προφανές στο σημείο αυτό ότι το μέλλον του καπιταλισμού είναι ο ίδιος ο καπιταλισμός, εκτός βέβαια από την καταστροφή του υπάρχοντος! (1)

Σε αυτό το σημείο πρέπει να θέσουμε στους εαυτούς μας ορισμένα ερωτήματα:

Α) Η ανθρώπινη ιστορία κατευθύνεται πράγματι προς ένα προσδιορισμένο ή προσδιοριζόμενο στόχο;

Β) Η καπιταλιστική διαδικασία, λαμβάνοντας υπόψη και τις εσωτερικές περιοδικές “κρίσεις” της, προορίζεται πράγματι σε μια αυτο-αναρρόφηση και εξαφάνιση λόγω εξάντλησης ή οτιδήποτε παρόμοιο;

Γ) Τι ικανότητες / δυνατότητες έχουμε εμείς σήμερα, να προβλέψουμε την γενική κοινωνική οργάνωση και την διαμόρφωση των επιμέρους τομέων της μελλοντικής κοινωνίας;

Δ) Αυτό το οποίο εμείς, σήμερα, μπορούμε να προβλέψουμε (ή να φανταστούμε) θα είναι η επίλυση των προβλημάτων της μετα-επαναστατικής κατάστασης μέσα σε κάθε τομέα της ανθρώπινης συμβίωσης, ή αντίθετα θα αντιπροσωπεύουμε-ατενίζοντας σήμερα το μέλλον-ένα όριο στην ελεύθερη ανάπτυξη της δημιουργίας, του πειραματισμού, της εφευρετικότητας των ανθρώπων; Θα μπορούσαμε συνεχίζοντας να θέσουμε δεκάδες άλλες παρόμοιες ερωτήσεις οι οποίες δεν είναι φυσικά ούτε ανέμελες ούτε δημαγωγικές, αλλά για την ώρα σταματώ εδώ. Ας επιχειρήσουμε να σκεφτούμε επάνω σε ορισμένες συνέπειες οι οποίες βρίσκονται στην κορυφή και στη βάση αυτών των ερωτημάτων.

Εμείς δεν είμαστε μάντεις και οι περιπέτειες της ανθρωπότητας μέσα στο πέρασμα του χρόνου δεν κατευθύνονται προς κάτι το καθορισμένο και το προβλέψιμο. Είμαστε αναρχικοί, βέβαια, όμως είμαστε και εμείς με τη σειρά μας παιδιά της εποχής μας, κατά συνέπεια με ένα συγκεκριμένο τρόπο, μόνο με τη λογική, το συναίσθημα, την φαντασία, σε κάθε περίπτωση περιορισμένα-δεδομένου ότι ο “πνευματικός και πολιτισμικός χώρος” που διαθέτουμε είναι περιορισμένος ακριβώς εξαιτίας των συνεπειών μιας εξαναγκαστικής, καταπιεστικής, κατασταλτικής και παθολογικής κοινωνικής κατάστασης την οποία βιώνουμε καθημερινά-ερμηνεύουμε τον παρόν και “προβλέπουμε” το μέλλον σύμφωνα με αρκετά στενές οπτικές.

Παρόλα αυτά:

1) όντας αναρχικοί πρέπει να κατανοήσουμε ότι το μέλλον πρέπει να το οικοδομήσουμε μαζί με τους μη αναρχικούς! Δεν μπορούμε να επιβάλλουμε τίποτε στον οποιοδήποτε αλλά πρέπει να επιτεθούμε στις τωρινές θεσμοθετημένες εξουσίες καθώς και σε αυτές που θα προκύψουν στο μέλλον!

2) οι λύσεις για να μπορέσουμε να καταστρέψουμε την θεσμοθετημένη εξουσία σήμερα και παράλληλα να αποφύγουμε ώστε αυτή να αναγεννηθεί από τις στάχτες αύριο, δεν είναι δυνατό να προκύψουν σήμερα διότι: έχουμε αντιλήψεις και “θεάσεις” στενά εξαρτημένες (πέρα του γεγονότος ότι είναι περιορισμένες εξαιτίας της περιορισμένης μας κουλτούρας) από την επίθεση σε συνάρτηση με την καταστροφή του παρόντος β) τα πράγματα θα λάβουν μορφή εξελίξεων σε μεγάλο βαθμό μη προβλέψιμες και εντελώς απρόβλεπτες, περιοχή με περιοχή, εδαφική επικράτεια με εδαφική επικράτεια, πληθυσμό με πληθυσμό, συγκυρία με τη συγκυρία.

Ας σκεφτούμε μια και μοναδική ιδιαίτερη περίπτωση για να στοιχειοθετήσουμε απλά και ας ωθήσουμε τα πράγματα μέχρι τις έσχατες συνέπειές τους. Ας πάρουμε για παράδειγμα τον τομέα της “κτηνοτροφίας” (στη Σαρδηνία και αλλού, όπου συχνά αυτή η οικονομική δραστηριότητα λαμβάνει παρόμοιες μορφές μέσα σε διαφορετικές πολιτισμικές και γεω-κλιματικές συνθήκες) και που αυτή τη στιγμή (μαζί με πολλούς άλλους τομείς) αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα. Ακόμη και στην περίπτωση που θα θέλαμε να είχαμε μια αμυδρή ιδέα πρέπει να εκτιμήσουμε τον τύπο (και την ποσότητα) της γης που υπάρχει διαθέσιμη για βοσκή, τον χαρακτήρα της βοσκής (περιστασιακό, εντατικό και ούτω καθεξής) τη διατροφή των ζώων, την καλλιέργεια και την προμήθεια των ζωοτροφών, τον χαρακτήρα της δραστηριότητας και της ιδιοκτησίας των εργαλείων και της γης, τον απαιτούμενο χαρακτήρα της εργασίας (οικογενειακός, ατομικός κ.λ.π.)! Κατά συνέπεια θα πρέπει να γνωρίζουμε από σήμερα ποιες μορφές συνεργασίας θα είναι χρήσιμες μέσα στις κοινότητες και για κάθε μια από αυτές να προβλέψουμε τον πιο ιδανικό χαρακτήρα των σχέσεων ώστε να καταστεί εφικτή η βέλτιστη χρήση της γης, των βοσκοτόπων, των καλλιεργειών ανάλογα με τα χαρακτηριστικά του εδάφους, του υψομέτρου, της ιδιαιτερότητας της χλωρίδας, της ικανότητας και της θέλησης συνεργασίας των κτηνοτρόφων και των ίδιων των κοινοτήτων μεταξύ τους! Και επίσης χιλίων δύο άλλων πραγμάτων και πτυχών που ούτε που επιτυγχάνουμε καν να φανταστούμε.

Ήδη αυτή η απλή καταγραφή των στοιχείων της πολυπλοκότητας ενός μονάχα τομέα μας δείχνει πως δεν είναι μονάχα πολύπλοκο αυτό το ζήτημα αλλά κυρίως μας δείχνει την αδυναμία από πλευράς μας να καθορίσουμε σήμερα λύσεις για το αύριο. Βέβαια, μπορούμε στο παρόν να δημιουργήσουμε μια ποικιλία καταστάσεων που τουλάχιστο τμηματικά μας κάνουν να νοιώθουμε ικανοποιημένοι διότι δεν εμπλεκόμαστε άμεσα στο εμπορευματικό σύστημα, όμως αυτές παραμένουν πάντα περιορισμένες “λύσεις”, χρήσιμες στο να μας επιτρέψουν να επιβιώσουμε σε καπιταλιστικές συνθήκες, τίποτε περισσότερο. Ας προχωρήσουμε όμως στο παράδειγμά μας.

Θα πρέπει να επιλυθεί, μεταξύ των χιλίων δύο άλλων πραγμάτων, το ζήτημα της ιδιοκτησίας (ή της μη ιδιοκτησίας) της γης και των εργαλείων, συνεπώς το πρόβλημα του τρόπου της βοσκής των ζώων (ατομικός ή συλλογικός; Και εάν συλλογικός, σε ποια μορφή;). Για παράδειγμα, στο όχι μακρινό παρελθόν (Ισπανία 1936-39) τα ζώα και τα εργαλεία της παραγωγής (γη και εργαλεία), κολεκτιβοποιήθηκαν εν μέρει, όμως μέσα σε πολλές περιοχές και συλλογικότητες ήταν η ανθρώπινη εργασία που υπερείχε και όχι αντίθετα αυτή των μηχανών (η βιομηχανοποίηση της αγροτικής παραγωγής στη συγκεκριμένη περίπτωση θεωρούνταν μελλοντική διαδικασία). Σήμερα, για παράδειγμα στη Σαρδηνία, τα πράγματα είναι ριζικά διαφορετικά: λιπάσματα, αντιπαρασιτικά, χημικές ζωοτροφές και τόσα άλλα, παράλληλα με τη χρήση μηχανικών-βιομηχανικών μέσων είναι κυρίαρχα τόσο στη γεωργία όσο και στη κτηνοτροφία. Θα αποφασιστεί να απέχουμε από τη “χημεία” και από τα ορυκτά καύσιμα στη γεωργία ή όχι; Φυσικά θα υπάρχουν χίλιες δύο ροπές και μεταξύ αυτών επίσης και αυτές που θα στοχεύουν να προχωρήσουν πιθανά με μια μεγαλύτερη συνειδητοποίηση των ζημιών που επιφέρουν, με τη χρήση του πετρελαίου κίνησης και των παραγώγων του. Αλλά σε αυτή την περίπτωση αναφαίνεται επίσης το γιγαντιαίο πρόβλημα της συνέχισης της παραγωγικής λειτουργίας των μεγάλων διυλιστηρίων επεξεργασίας του πετρελαίου και των υπόλοιπων υφιστάμενων πετροχημικών εγκαταστάσεων στη Σαρδηνία και δεν σταματάμε εδώ. Όπως είναι δυνατό να γίνει αντιληπτό βρισκόμαστε στο εσωτερικό της λογικής του εμπορεύματος, του κεφαλαίου και του κράτους, με δυο λόγια της παρούσας ιστορικής συγκυρίας. Από εδώ είναι αδύνατο να δραπετεύσουμε, παραμένουμε μέσα στο πολιτισμικό παραπέτασμα του κράτους-κεφαλαίου. Πρέπει να το προσπεράσουμε, πρέπει να πραγματοποιήσουμε ένα άλμα επάνω από μια τεράστια τάφρο, αυτό μάλιστα, και να πορευτούμε σε καινούριους και ταυτόχρονα παλιούς όσο και η γη δρόμους.

Ας διαχωρίσουμε τον παρόν από το μέλλον και ας καθορίσουμε από τώρα τα καθήκοντά μας, δηλαδή αυτά τα πράγματα που θεωρούμε εφικτά. Το μετα-εξεγερσιακό μέλλον θα είναι αυτό που θα κατορθώσουν να φτιάξουν αυτοί που θα βρίσκονται μέσα σε αυτό. Οι δικές μας, σήμερα, δεν είναι “λύσεις”, αλλά μονάχα επιθυμίες που θεμελιώνονται αποκλειστικά επάνω στις ίδιες τις προϋποθέσεις βάσης του αναρχισμού: αυτοδιαχείριση (της απελευθερωμένης ζωής όχι των ορίων του κράτους-κεφαλαίου), ανάληψη σε πρώτο πρόσωπο και βαθμό της διαχείρισης των πραγμάτων που αφορούν τα άτομα και τις συλλογικότητες των Ατόμων, άρνηση των ιεραρχιών και περιφρόνηση των προσταγών και ούτω καθεξής. Και οι αυριανοί αναρχικοί επίσης θα αναλάβουν αυτά ακριβώς τα καθήκοντα.

Ο αυτοκαθορισμός δεν είναι μια οριστική κατάκτηση, αλλά αντίθετα ένας τρόπος διαρκούς εγρήγορσης, μια συνεχής καθημερινή δική μας κατάκτηση η οποία συσχετίζεται με το σύμπαν που μας περιβάλλει και που μεταβάλλεται συνεχώς. Ωστόσο αν υπάρξει η απαιτούμενη ενέργεια σε θέση να αντιπαρατεθεί στις καινούριες μορφές θεσμικής εξουσίας που θα αναφανούν η κοινωνία θα παραμείνει ελεύθερη, διαφορετικά θα οπισθοδρομήσει ξανά σε κατασταλτικές-καταπιεστικές καταστάσεις. Αλλά αυτό θα το αντιμετωπίσουν άμεσα όλοι αυτοί που θα το ζήσουν.

Εμείς είμαστε σε θέση, αντίθετα, να δράσουμε μέσα στην τωρινή πραγματικότητα σε συνάρτηση με την καταστροφή του υπάρχοντος και επάνω σε αυτό πρέπει να επικεντρώσουμε τις προσπάθειές μας, τη φαντασία μας, τις επιθυμίες μας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο μπορούν να υπεισέλθουν επίσης εκείνες οι χίλιες δυο απόπειρες δημιουργίας “χώρων” περισσότερο ή λιγότερο προσαρμοσμένων να μας ενισχύσουν μέσα στον καθημερινό μας αγώνα, αλλά που ΣΕ ΚΑΘΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΕΝΣΥΝΕΙΔΗΤΑ ΝΑ ΘΕΩΡΗΘΟΥΝ ΚΑΙ ΝΑ ΑΞΙΟΛΟΓΗΘΟΥΝ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΓΙΑ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ: ΑΠΟΠΕΙΡΕΣ, μονάχα απόπειρες να διαφύγουμε τμηματικά από το ιστορικό παρόν ΚΑΙ ΝΑ ΕΝΙΣΧΥΣΟΥΜΕ ΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΜΑΣ. Αυτό το πράγμα ισχύει είτε καλλιεργούμε πατάτες, είτε δημιουργούμε ένα χώρο συμβίωσης σύμφωνα με τις αρχές μας, είτε δημιουργούμε μια ολόκληρη σειρά σχέσεων και πειραματισμών σε διαφόρους “τομείς” της ατομικής και συλλογικής ύπαρξης.

Κατά βάθος η πραγματικότητα είναι ότι ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΑ ΝΗΣΙΑ μέσα σε αυτό το σύστημα. Αυτές οι απόπειρες έχουν τη δική τους αξία διότι μας επιτρέπουν να παρακάμψουμε (ή, πιο απλά, διότι πιστεύουμε ότι παρακάμπτουμε) ορισμένες από τις κατασταλτικές στιγμές του συστήματος κεφαλαίου-κράτους, και με ένα συγκεκριμένο τρόπο ικανοποιούν ορισμένες δικές μας αναγκαιότητες. Όμως η αξία τους δεν έγκειται στο ότι αντικατοπτρίζουν “στιγμές του απελευθερωμένου μέλλοντος”, και που θα ήταν μια ωραία απεικόνιση της δικής μας εξαθλίωσης, αλλά έγκειται στο γεγονός ότι αποτελούν στοιχεία της δράσης μας τα οποία σε συνάρτηση με άλλες ενέργειες ενδυναμώνουν τον αγώνα μας για την καταστροφή του υπάρχοντος παρόντος, δηλαδή σε συνάρτηση με την γενικευμένη εξέγερση. Οποιαδήποτε άλλη υπόθεση, αξιολόγηση, ένταση, θα ήταν μυσταγωγικού χαρακτήρα, ψευδαίσθηση και επιστημολογικά καλλιεργημένη προπαγάνδα.

Τα ατομικά ραδιενεργά κατάλοιπα του Τσερνομπίλ, τα καρκινογόνα ποτάμια της Ρουμιάνκα (Σαρδηνία), τα χημικά λιπάσματα της πεδιάδας Οτάνα, η ψιλή σκόνη των εργοστασίων και των μηχανών, τα μικρο-μόρια των στρατιωτικών βάσεων στον αέρα εισβάλουν επίσης μέσα στον μικρό μας λαχανόκηπο με τις πατάτες, έχουν εισβάλει επίσης μέσα στους πνεύμονες μας σε οποιοδήποτε υποτιθέμενο νησί και αν εμείς καταφύγουμε και οι βλαβερές σχέσεις κυριαρχίας-υποταγής, προσταγής-υπακοής, ματαίωσης-καταπίεσης, περιορισμού και επιβολής κάθε είδους που εκφράζουν την κοινωνία του κεφαλαίου-κράτους μας εμποδίζουν και σε κάθε περίπτωση έχουν τυλίξει ολόκληρη την ύπαρξή μας. Πρέπει να κάνουμε τα πάντα ώστε να καταστρέψουμε όλα αυτά. Θα το επιτύχουμε; Δεν θα το επιτύχουμε; Ποιος το γνωρίζει;

Αλλά σε τελική ανάλυση τι μας νοιάζει; Είμαστε αναρχικοί και δεν το βάζουμε κάτω! Γνωρίζουμε ότι η εξέγερση είναι ο μοναδικός δρόμος που διανοίγει το μέλλον. Όποιος θα είναι εκεί, θα διαχειριστεί το μέλλον όπως κρίνει καλύτερα.

Φεβρουάριος του έτους αγώνα 2020

Κ. Καβαλέρι

Σημείωση του μεταφραστή:

(1) Η τραγική σημερινή διαπίστωση από πλευράς συγκεκριμένων αναρχικών επαναστατικών θέσεων ότι το μέλλον του καπιταλισμού είναι ο ίδιος ο καπιταλισμός καταδεικνύει αφενός ότι, αντίθετα με την ευρέως διαδεδομένη κοινή άποψη περί αναρχικής ουτοπίας η οποία θεμελιώνεται επάνω σε στερεότυπα, σήμερα οι μοναδικοί πραγματικοί ρεαλιστές είναι οι αναρχικοί, στο βαθμό που είναι οι μόνοι αυτή τη στιγμή που υποστηρίζουν τη θέση της άμεσης και ολοκληρωτικής καταστροφής των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων οι οποίες-είναι προφανές σχεδόν σε όλους πλέον-οδηγούν σταδιακά και “νομοτελειακά” στην καταστροφή όχι μονάχα του ανθρώπινου είδους αλλά και ολόκληρης της ζωής επάνω στον πλανήτη Γη.

Αφετέρου, αυτές ακριβώς οι θέσεις αντιστρέφοντας τώρα όλες τις μέχρι σήμερα ουτοπικές, στην ουσία, θέσεις του επαναστατικού ντετερμινισμού οι οποίες δυστυχώς κυριάρχησαν, από τον καιρό της Πρώτης Διεθνούς των εργαζομένων, στο εσωτερικό των “σοσιαλιστικών” και των ευρύτερων ταξικών κινημάτων, αποτελούν σήμερα σε οργανωτικό επίπεδο επίσης τις μοναδικές θέσεις στο εσωτερικό του κινήματος οι οποίες ξεπερνούν προταγματικά τα παλιά ιστορικά επαναστατικά οργανωτικά μοντέλα, κατά κύριο λόγο του αναρχοσυνδικαλισμού και του συμβουλιακού κομουνισμού.

Πολύ συνοπτικά και για λόγους ιστορικής ακρίβειας, τα όρια της μη δυνατότητας υλοποίησης του αναρχοσυνδικαλιστικού μοντέλου καταδείχθηκαν οριστικά στην Ευρώπη κατά τη διάρκεια του ισπανικού εμφυλίου και της κοινωνικής επανάστασης του 1936-39. Όσο αφορά με τη σειρά τους τα όρια του οργανωτικού επαναστατικού μοντέλου των συμβουλίων, αυτά αναφάνηκαν οριστικά κατά τη διάρκεια του Γαλλικού Μάη του1968 και πήραν μια τελευταία παράταση καθ’ όλη τη διάρκεια του λεγόμενου παρατεταμένου Ιταλικού Μάη της δεκαετίας του εβδομήντα του περασμένου αιώνα.

Η ριζική αναδιάρθρωση του καπιταλιστικού παραγωγικού μοντέλου με αφετηρία επίσης την δεκαετία του εβδομήντα σε ολόκληρο τον κόσμο, οδήγησε σταδιακά στην υλοποίηση του μεταβιομηχανικού παραγωγικού μοντέλου. Εδώ για λόγους σαφήνειας, πρέπει να παρατηρήσουμε ότι μέχρι σήμερα, στο εσωτερικό του ευρύτερου διεθνούς επαναστατικού κινήματος με ιδιαίτερη έμφαση στο αναρχικό, δεν έχει καταγραφεί καμία άλλη ουσιαστική και ριζοσπαστική κριτική ανάλυση και προταγματική στρατηγική αντιμετώπισης του μεταβιομηχανικού καπιταλισμού, εκτός της φωτεινής εξαίρεσης της θεωρητικής και πρακτικής συνεισφοράς, με αφετηρία τη δεκαετία του ογδόντα του περασμένου αιώνα, από πλευράς της αποκαλούμενης εξεγερσιακής-αφορμαλιστικής τάσης του διεθνούς αναρχικού κινήματος, η οποία σήμερα δεν περιορίζεται μονάχα στην Ευρώπη αλλά διαθέτει συγκεκριμένους φορείς και στη Λατινική Αμερική.

πηγή: Κοσταντίνο Καβαλέρι

Μετάφραση:Νίκος Νικάνορας

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License