H KONTH MNHMH ΤΗΣ MARFIN

Δεν θα έμπαινα ούτε καν στο κόπο να γράψω αυτές τις δυσάρεστες αλλά εντελώς αναπόφευκτες γραμμές στην προοπτική του σημερινού ταξικού αγώνα ο οποίος, ηθελημένα ή αθέλητα, συνεχίζεται αμείλικτος-σε βάρος μας- και αποτελεί καλώς ή κακώς – μέχρι απόδειξης του αντιθέτου-την μοναδική ακόμη ρεαλιστική προοπτική της δημιουργίας εκείνων των απαραίτητων προϋποθέσεων που θα μπορούσαν να μας οδηγήσουν στην ελεύθερη αυριανή κοινωνία, η οποία θα μπορούσε τουλάχιστον να είναι απαλλαγμένη από όλες τις σημερινές μορφές δυναστικής εξουσίας που όχι μονάχα μας καταπιέζουν αλλά και μας οδηγούν πλέον ολοταχώς προς τον αργό κοινωνικό θάνατο. Όλα τα υπόλοιπα, όπως έχει αποδειχθεί ιστορικά με τον πλέον σαφή τρόπο, δεν είναι τίποτε περισσότερο από σκατά (ζητώ συγγνώμη για την έκφραση αλλά δεν νομίζω ειλικρινά ότι υπάρχει άλλη περισσότερο κατάλληλη) τα οποία έχουν επίσης την φυσική ιδιότητα να αναπαράγουν διαρκώς τον εαυτό τους στο άπειρο.

Ήταν άλλωστε αναμενόμενο ότι αργά ή γρήγορα θα συνέβαινε. Η μνήμη της εξουσίας δεν ξεχνά, αλλά ούτε και διαπράττει το σφάλμα να συγχωρεί-όπως θα μπορούσε να συμβεί άλλωστε σε κάθε καλό χριστιανό-αν δεν είναι απολύτως σίγουρη πρώτα ότι έχει βάλει οριστικά την ταφόπλακα κάθε σημερινής δυνατότητας κοινωνικής εξέγερσης εναντίον της.

Και η αναμνηστική πλάκα (στην κυριολεξία) στην μνήμη των θυμάτων των γεγονότων της Marfin, τον Μάϊο του 2010, αυτό ακριβώς το νόημα έχει από πλευράς του κράτους. Να διαχειριστεί εργαλειακά ένα συγκεκριμένο γεγονός-συμβάν του ταξικού αγώνα και να επιχειρήσει διαμέσου αυτού (του θανάτου των άλλων) να διασπείρει το φόβο-όπως είχε συμβεί και τότε για εντελώς διαφορετικούς όμως λόγους- έτσι ώστε να επιτευχθεί και σε συμβολικό επίπεδο να μπει, αν είναι δυνατόν για πάντα, η οριστική ταφόπλακα στον ταξικό αγώνα, ο οποίος αγώνας διαφορετικό στόχο-στο βαθμό που είναι συνειδητός- δεν έχει, παρά την οριστική καταστροφή του κράτους και κάθε άλλης μορφής εξουσίας επάνω στο σύνολο της κοινωνίας.

Βέβαια, το συνολικό κατασταλτικό εγχείρημα του κράτους ενάντια στην κοινωνία, το οποίο είναι πολύμορφο και πολυσχιδές, βασίστηκε ανέκαθεν στα προφανή ελαττώματα και τις αδυναμίες του παρελθόντος αλλά και του σημερινού ταξικού κινήματος,-στο βαθμό βέβαια που αυτό μπορεί να χαρακτηριστεί ακόμη έτσι και του οποίου οι αναρχικοί στην Ελλάδα αποτελούν, κατά τις τελευταίες δεκαετίες, μια από τις σημαντικότερες, αν όχι τη σημαντικότερη, συνισταμένη -ένα από τα οποία είναι η επίσης κατά βάση κοντή του μνήμη που ευτυχώς, τουλάχιστο όσο αφορά τους αναρχικούς, αυτό δεν ισχύει μέχρι σήμερα.

Και για του λόγου το αληθές, κατά πόσο δηλαδή η μνήμη της εξουσίας είναι καθαρά εργαλειακή και κατά συνέπεια επιλεκτική(όλη η αριστερά συν Κ.Κ.Ε. έκαναν λόγο περί υποκρισίας) θα υπενθυμίσω, δεδομένου ότι θεωρώ ότι δεν θα μπορούσε να υπάρξει καταλληλότερη κοινωνική συγκυρία, ότι η σημερινή πολιτική-οικογενειακή δυναστεία Μητσοτάκη-Μπακογιάνη που βρίσκεται ξανά επικεφαλής στην διακυβέρνηση αυτής της χώρας (δηλαδή του έθνους-κράτους τους) σε όλα τα επίπεδα-προφασίζεται ότι τάχα δεν θυμάται τα ανάλογα, σε αρχική έκταση, κοινωνικά γεγονότα του μακρινού βέβαια-αλλά όχι και τόσο-1991, όταν, επί κυβέρνησης Κων/νου Μητσοτάκη, είχαν εγκλωβιστεί και καεί ζωντανά τουλάχιστον τέσσερα άτομα, μέσα στο πολυκατάστημα Κ. Μαρούσης, λίγα στενά παρά κάτω, επί της οδού Πανεπιστημίου, στο κέντρο της Αθήνας. Ήταν αυτές οι ίδιες οι μεγάλες κοινωνικές κινητοποιήσεις και η εξέγερση των μαθητών και των φοιτητών (ενάντια στον νόμο Κοντογιανόπουλου) που είχαν οδηγήσει, μεταξύ των άλλων, εκείνη τη χρονική περίοδο, στη δολοφονία του καθηγητή Τεμπονέρα στη Πάτρα, από τα τάγματα εφόδου-όχι της χρυσής αυγής-αλλά της ίδιας της Νέας Δημοκρατίας (βλέπε την υπόθεση Σπίνου-Καλαμπόκα).

Και βέβαια, στο τέλος, η πλάκα στη μνήμη του Τεμπονέρα μπήκε κάποια στιγμή στη Πάτρα, έξω από το Λύκειο από το οποίο δολοφονήθηκε. Το ερώτημα που παραμένει μέχρι σήμερα αναπάντητο είναι: για ποιο ακριβώς λόγο κανείς απολύτως δεν θυμήθηκε μέχρι τώρα, στέλνοντας τους έτσι στα αζήτητα της ιστορίας, τους τέσσερεις νεκρούς του Κ. Μαρούση ;

Η απάντηση είναι απλή. Έγινε εξαρχής ευρέως γνωστό- και στο γεγονός αυτό είχε συμβάλλει αποφασιστικά η αναρχική αντιπληροφόρηση σε ευρύτερο κοινωνικό επίπεδο-ότι η φωτιά μέσα στο πολυκατάστημα Κ. Μαρούσης είχε προκληθεί, σύμφωνα με αυτόπτες μάρτυρες, από τα δακρυγόνα που οι ένστολοι δολοφόνοι των Μ.Α.Τ.( το Κ.Κ.Ε τους αποκαλεί παιδιά του λαού) είχαν πετάξει- όπως κάνουν δηλαδή συνήθως λόγω της εργασίας τους-ενάντια στο μεγάλο πλήθος των διαδηλωτών. Συν το πασιφανές γεγονός βέβαια ότι στο εσωτερικό και το εξωτερικό της τεράστιας μαζικής διαδήλωσης στην Αθήνα, είχαν διεισδύσει από τους ασφαλίτες μέχρι κάθε είδους κρατική υπηρεσία με πολιτικά, υποδυόμενοι τους διαδηλωτές και σπάζοντας παντού κάθε είδους εμπορικά καταστήματα και βιτρίνες.

Λίγους μήνες αργότερα, το φθινόπωρο του 1991, τα Μ.Α.Τ. κατορθώνουν να κάψουν πάλι με δακρυγόνα, αυτή τη φορά την πρυτανεία του Ε.Μ.Π. στην οδό Πατησίων και ακολούθως με την αποφασιστική συνδρομή τη δικαστικής εξουσίας να ρίξουν την ευθύνη τους αυτή στις πλάτες των συλληφθέντων νεαρών, αναρχικών και μη, οι οποίοι είχαν συλληφθεί εγκλωβισμένοι μέσα στο χώρο του κατειλημμένου πολυτεχνείου.

Και επανερχόμαστε στην αφετηρία της αρχικής μας συζήτησης, δηλαδή στην διαχρονικά εργαλειακή και κατά συνέπεια επιλεκτική(ταξική) μνήμη της κρατικής και καπιταλιστικής εξουσίας, η οποία δεν έχει άλλο στόχο παρά να βάλει οριστικά την ταφόπλακα σε κάθε σημερινή αλλά και μελλοντική, απόλυτα δίκαιη και δικαιολογημένη, απόπειρα κοινωνικής εξέγερσης εναντίον της, την οποία φοβάται στο βαθμό που η ελάχιστη περίπτωση επιτυχίας της βάζει σε άμεσο κίνδυνο όλα της τα προνόμια.

Αυτό ακριβώς το πράγμα ήταν που, θεωρητικά πάντα, θα μπορούσε υπό ορισμένες προϋποθέσεις να είχε συμβεί, ακόμη και με αφετηρία την επιβλητική μαζική διαδήλωση τουλάχιστον 500.000 ατόμων στο κέντρο της Αθήνας, το Μάϊο του 2010. Η αφορμή φυσικά θα ήταν η απειλή της επιβολής των αιματηρών οικονομικών μνημονίων που θα ακολουθούσαν και η αποδοχή τους από πλευράς του τότε κυβερνητικού καθεστώτος και του πρωθυπουργού του, εκπροσώπου μιας άλλης ελληνικής πολιτικής-οικογενειακής δυναστείας.

Προσωπικά, για πολλούς λόγους , απεχθάνομαι τις θεωρίες συνωμοσίας οι οποίες είναι άλλωστε και πολύ ξανά της μόδας σήμερα. Είμαι υποχρεωμένος, κατά συνέπεια, να αναλύω τα πράγματα στη βάση της παρελθούσας εμπειρίας αλλά και της γνώσης της ιστορίας του ελληνικού αλλά και του διεθνούς σύγχρονου ταξικού κινήματος, μέσα στο οποίο, ανέκαθεν οι αναρχικοί συμμετείχαν ενεργά.

Πολύ παραπέρα λοιπόν από την απόφαση οποιουδήποτε δικαστηρίου, για την ενδεχόμενη εμπλοκή ή όχι, αναρχικών σαν αυτουργών της συγκεκριμένης δολοφονίας-διότι για αυτό ακριβώς πρόκειται, ανεξαρτήτως “ιδεολογικής” προσέγγισης-είναι κατά την προσωπική μου άποψη αδιαμφισβήτητο το γεγονός ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση, ο μοναδικός υλικός και ηθικός αυτουργός αυτής της πράξης, είναι ο ιδιοκτήτης της συγκεκριμένης τράπεζας , που εν τω μεταξύ μας άφησε χρόνους, διαμέσου της εγκληματικής του απόφασης να κλειδώσει στο εσωτερικό του εργασιακού του κάτεργου τους υπάλληλους του, σε μια παρόμοια συγκυρία.

Από την άλλη, είναι ευρέως γνωστό ότι οι αναρχικοί, και σωστά κατά τη γνώμη μου, καίνε τις τράπεζες, αλλά όχι βέβαια και τους ανθρώπους διαμέσου τυφλών χτυπημάτων. Ακόμη και στην περίπτωση δηλαδή που θα αποδεικνύονταν ποινικά η ευθύνη αναρχικών σε παρόμοια γεγονότα, αυτό θα ήταν καθαρή απόρροια ατυχήματος και όχι δόλου, όπως πιστοποιεί επαρκώς, για όποιον την γνωρίζει, ή ίδια η ιστορία του αναρχικού, και όχι μόνο, επαναστατικού κινήματος.

Ο δόλος και η πολιτική εξαπάτηση του κοινωνικού συνόλου ήταν και εξακολουθεί να είναι αποκλειστικό προνόμιο της δράσης της κρατικής και της καπιταλιστικής εξουσίας για όλους αυτούς τους λόγους που ανέφερα συνοπτικά και ανέλυσα προηγουμένως και τους οποίους μας διδάσκει ή ίδια η ιστορία της σύγχρονης εξέλιξης του ταξικού και ιδιαίτερα του αναρχικού κινήματος στην Ελλάδα και σε ολόκληρο τον κόσμο.

Αφήνω λοιπόν στην άκρη τις λεγόμενες θεωρίες συνωμοσίας, παρότι στη βάση της σύντομης ανάλυσης των ιστορικών γεγονότων που παρέθεσα προηγουμένως, θα προέκυπτε λογικότατα και σαφέστατα το συγκεκριμένο συμφέρον της κρατικής εξουσίας να αποφασίσει ενδεχομένως να παρέμβει, με ένα συγκεκριμένο τρόπο, στη δεδομένη συγκυρία του μακρινού πλέον (αλλά όχι και τόσο όσο φανταζόμαστε) Μαϊου του 2010.

Το ζητούμενο αυτή τη στιγμή, είναι σύμφωνα πάντα με την άποψή μου, εντελώς διαφορετικό. Αυτό φυσικά πάντοτε στην περίπτωση που θα μας ενδιέφερε να μάθουμε από τα ενδεχόμενα λάθη μας, που έπειτα θεωρώ ότι δεν υπάρχει και άλλος διαφορετικός και μέχρι σήμερα γνωστός, επαναστατικός τρόπος μάθησης.

Όποιος, από όλους εμάς, διαθέτει έστω μια στοιχειώδη αντίληψη της ιστορίας και της εμπειρίας του σύγχρονου επαναστατικού κινήματος, δεν λέω σε ολόκληρο το κόσμο, αλλά τουλάχιστο στην Ευρώπη, γνωρίζει ότι, σε μια οποιαδήποτε ανάλογη συγκυρία μαζικής κινητοποίησης, παρόμοια με αυτή του Μαίου του 2010 στην Αθήνα, θα μπορούσε να είχε συμβεί το οτιδήποτε. Αυτός ακριβώς είναι ο γενικός κανόνας που απορρέει από παρόμοιας φύσης αυθόρμητες μαζικές εκδηλώσεις. Αυτό ακριβώς το πράγμα επιβεβαιώνουν και τα όσα γεγονότα, στο σύνολο τους, είχαν προηγηθεί στην Ελλάδα μέχρι εκείνη τη χρονική στιγμή, με αφετηρία την εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008.

Η μεγάλη διαφορά, στη συγκεκριμένη περίπτωση, σε σχέση με τα εξεγερσιακά γεγονότα του Δεκέμβρη του 2008, είναι ότι τον Μάη του 2010 δεν κατεβαίνει ή προτίθεται να κατέβει στους δρόμους μονάχα ένα μεγάλο τμήμα της εξεγερμένης νεολαίας καθώς και του υπόλοιπου κόσμου που συμμετείχε ενεργά, αλλά αντίθετα με βάση και τις ποσοτικές εκτιμήσεις όλος ο κόσμος, κάθε πολιτικής τάσης ή ιδεολογίας ο οποίος είναι σε θέση τουλάχιστο να περπατήσει.

Μονάχα που ο συγκεκριμένος κόσμος-500.000 άτομα τουλάχιστο-σε αντίθεση με τον Δεκέμβρη του 2008 και για πολύ συγκεκριμένους λόγους, δεν διέθετε εκείνη τη χρονική στιγμή ένα συγκεκριμένο στόχο κοινό σε όλους τους συμμετέχοντες.

Αυτός είναι ακριβώς και ο λόγος της αρνητικής καταλυτικής επίδρασης των γεγονότων της Marfin επάνω στη συντριπτική πλειοψηφία των παρευρισκομένων ανθρώπων, βάζοντας έτσι σοβαρές υποθήκες για ότι επρόκειτο να ακολουθήσει μέσα στα επόμενα χρόνια και που όλοι πάνω-κάτω γνωρίζουμε.

Όπως λοιπόν γνωρίζουν αρκετά καλά ακόμη και οι σταλινικοί του Κ.Κ.Ε. που ήταν παρόντες, ένα μαζικό κίνημα, όσο και μικρό ή ποσοτικά μεγάλο μπορεί να είναι, είναι τέτοιο μονάχα στην περίπτωση που διαθέτει ένα κοινό στόχο, δηλαδή στοιχειωδώς κατανοητό από πλευράς όλων των συμμετεχόντων, μπροστά από την επίτευξη του οποίου-όπως μας πιστοποιεί επίσης επαρκώς η αναρχική μας δράση-δεν υποχωρεί ποτέ, εκτός φυσικά της περίπτωσης στρατιωτικής καταστολής και ήττας.

Με διαφορετικά λόγια, οτιδήποτε που θα μπορούσε στην συγκεκριμένη συγκυρία να είχε συμβεί, δεν θα ήταν ικανό να σταματήσει μια μάζα 500.000 ανθρώπων ή ακόμη και πεντακοσίων (το ζήτημα δεν είναι ποσοτικό) αν αυτοί διέθεταν τις ικανές και αναγκαίες προϋποθέσεις-τις οποίες έθιξα και στην αρχή του κειμένου-να δομούν ένα de facto μαζικό κίνημα. Δηλαδή όχι απλά μια αυθόρμητη ανθρώπινη μάζα που για διάφορους σημαντικούς λόγους κατεβαίνει στο δρόμο και είναι εν δυνάμει διαθέσιμη στη δράση, αλλά αντίθετα, ένα ενσυνείδητο σύνολο ανθρώπων οπλισμένων με ένα τουλάχιστο κοινό στόχο.

Πιστεύω ότι οι αναρχικοί χρειάζεται να διανύσουν ακόμη αρκετό δρόμο προς αυτή την κατεύθυνση. O αγώνας ενάντια στην εξουσία συνεχίζεται και είναι κατά βάση ένας αγώνας της μνήμης ενάντια στη λήθη.

Νίκος Νικάνορας

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License