Richard Gunn - Σημειώσεις για την «Τάξη»

Το κείμενο αυτό πρωτοδημοσιεύθηκε το 1987 στο 2ο τεύχος του περιοδικού Common Sense υπό τον τίτλο Notes on ‘Class’. Κυκλοφορούν δύο εκδοχές του κειμένου στα αγγλικά με μικρές μεταξύ τους διαφοροποιήσεις. Εδώ μεταφράστηκε η πιο εμπλουτισμένη από τις δύο, η οποία βρίσκεται αναρτημένη στην ιστοσελίδα του συγγραφέα (http://www.richard-gunn.com/). Η παρούσα μετάφραση διακινήθηκε σε έντυπη μορφή στις Μαύρες Κόκκινες Σελίδες 2019 με ελεύθερη συνεισφορά. Ευχαριστώ τους συντρόφους από το Κόκκινο Νήμα που φιλοξένησαν το εν λόγω έντυπο στον πάγκο με τις εκδόσεις τους. Μετάφραση: irvin (irvin@espiv.net).

post image

1

Είναι πολύ πιο εύκολο να πούμε, σύμφωνα με το Μαρξισμό, τι δεν είναι η τάξη, παρά να πούμε τι είναι. Η τάξη δεν είναι μια ομάδα ατόμων που χαρακτηρίζεται από κάποιους κοινούς προσδιορισμούς (το επίπεδο του εισοδήματός τους, τον τρόπο ζωής τους, την «πηγή των εσόδων τους» , τη σχέση τους με τα μέσα παραγωγής, κ.λπ.). Το προλεταριάτο, για παράδειγμα, δεν πρέπει να ορίζεται ως μια ομάδα «ήδη σε αντιπαράθεση με το κεφάλαιο» . Ούτε κιόλας πρέπει να αντιλαμβανόμαστε την τάξη ως μια δομικά και σχεσιακά συγκεκριμένη «θέση» (ή «τοποθέτηση») στον κοινωνικό χάρτη (μια θέση που τα άτομα μπορεί να «καταλαμβάνουν» ή στην οποία, ως άτομα, μπορεί να «εγκαλούνται» , κ.λπ.). Η διαφορά μεταξύ «εμπειριστικών» και «δομικών» Μαρξισμών που αντιμετωπίζουν τις τάξεις ως ομάδες ή ως «θέσεις» αντίστοιχα, είναι από αυτή τη σκοπιά τετριμμένη. Χάριν ευκολίας, θα αναφέρομαι σε αυτή την οπτική που αντιμετωπίζει τις τάξεις είτε ως ομάδες είτε ως θέσεις, ως την «κοινωνιολογική» σύλληψη της τάξης.

2

Ο Μαρξισμός αντιλαμβάνεται την τάξη, όπως και το κεφάλαιο το ίδιο , ως μια κοινωνική σχέση. Αυτό που είναι σχέση δεν μπορεί να είναι ομάδα, ούτε ακόμα μια σχεσιακά προσδιορισμένη ομάδα· ούτε κιόλας μπορεί να είναι μια τοποθέτηση ή θέση (ή σχεσιακά προσδιορισμένη θέση) στην οποία μια ομάδα συγκροτείται ή στην οποία βρίσκεται. Βάζοντας στην άκρη τέτοιες απόψεις, μπορούμε να πούμε ότι η τάξη είναι η σχέση αυτή καθαυτή (για παράδειγμα, η σχέση κεφάλαιο-εργασία) και, πιο συγκεκριμένα, είναι μια σχέση πάλης. Οι όροι «τάξη» και «σχέση-τάξη» είναι εναλλάξιμοι, και «μια» τάξη είναι μια ταξική σχέση ενός ιστορικά συγκεκριμένου τύπου.

3

Οι ταξικές σχέσεις είναι παραγωγικές σχέσεις, αλλά χρειάζεται προσοχή για να γίνει κατανοητή αυτή η φαινομενικά ξεκάθαρη δήλωση. Σύμφωνα με τον Μαρξ – και σε αντίθεση με τον «Μαρξ» του ντετερμινιστικού Προλόγου του 1859 – οι σχέσεις παραγωγής δεν είναι ένα είδος ή ένα υποσύνολο των κοινωνικών σχέσεων (π.χ. το «οικονομικό» υποσύνολο), αλλά θα λέγαμε καλύτερα ότι είναι οι κοινωνικές σχέσεις αυτές καθαυτές, ως ένα όλον. «Οι παραγωγικές σχέσεις στο σύνολό τους αποτελούν αυτό που ονομάζουν κοινωνικές σχέσεις, κοινωνία και μάλιστα μια κοινωνία σε μια ορισμένη ιστορική βαθμίδα ανάπτυξης, μια κοινωνία με δικό της, διαφορετικό χαρακτήρα.» . Με αυτό δεδομένο, ίσως μοιάζει δελεαστικό να συλλάβουμε τις ταξικές σχέσεις ως ένα κάποιο είδος παραγωγικών σχέσεων. Κατά τη δική μου άποψη αντίθετα, οι ταξικές σχέσεις είναι απλώς οι κοινωνικές σχέσεις (δηλαδή η ολότητα των κοινωνικών σχέσεων) στη σύλληψή τους ως παραγωγικές σχέσεις: το διακύβευμα στην ταξική πάλη είναι η εγγεγραμμένη εντός του κοινωνικού γίγνεσθαι εξουσία – και κατανοούμε εδώ την «εξουσία» πάνω-κάτω με την έννοια που της δίνει ο Φουκώ . Κάθε πτυχή της κοινωνικής ύπαρξης κάθε ατόμου σχετίζεται με την ταξική πάλη. Αυτό σημαίνει ότι είναι συναρμοσμένο με αυτή και επηρεάζεται από την έκβασή της. Όπως θα γίνει πιο σαφές στη συνέχεια, η έννοια της τάξης αφήνει ελεύθερο το πεδίο για την κατανόηση της κοινωνίας ως ολότητα.

4

Όμοια, επιτρέπει την κατανόηση της κοινωνίας ως μια διαμεσολαβημένη συνάρθρωση αυτενέργειας και πάλης. Δεν είναι ότι οι τάξεις, ως απ’ αρχής κοινωνικά (ή δομικά) δοσμένες οντότητες, εισέρχονται σε μια συνθήκη πάλης. Προτιμότερα – εμμένοντας στη σύλληψη των ταξικών σχέσεων ως σχέσεων σύγκρουσης – πρέπει να σκεφτόμαστε την ταξική πάλη ως τη θεμελιώδη προϋπόθεση της τάξης. Ακόμα καλύτερα: η ταξική πάλη είναι η τάξη η ίδια. (Είναι μ’ αυτόν τον τρόπο που ο Μαρξ εισάγει την «τάξη» στις αρχικές προτάσεις του Κομμουνιστικού Μανιφέστου: μαθαίνουμε πρώτα για την ιστορία ως ιστορία της πάλης των τάξεων και μόνο στη συνέχεια για τις συγκεκριμένες ταξικές σχέσεις «του ελεύθερου, του σκλάβου, του πατρίκιου και του πληβείου», κ.λπ. Η σειρά της παρουσίασης είναι πολύ σημαντική.) Ότι η «ταξική πάλη» είναι εγγενής στην «τάξη», είναι ακριβώς η θέση του Μαρξ όταν εμφατικά υποστηρίζει ότι η «διεαυτή» ύπαρξη – δηλαδή η αντιθετική, ανταγωνιστική ύπαρξη – είναι εγγενής στην ύπαρξη της τάξης . Η προτεραιότητα της ταξικής πάλης στον ορισμό της τάξης αντιστoιχεί στην προτεραιότητα που σταθερά ο Μαρξ αποδίδει στις ενεργητικές – σε σχάση με τις παθητικές – κατηγορίες: για παράδειγμα, είναι η ατομική ιδιοκτησία που αποτελεί «συνέπεια» της αλλοτριωμένης εργασίας, παρά αντίστροφα . Αυτή η προτεραιότητα της ταξικής πάλης είναι η ερμηνεία του Μαρξ για τη Χεγκελιανή θέση ότι ο κοινωνικός κόσμος «δεν είναι η νεκρή ουσία, αλλά είναι πραγματική και ζωντανή» .

5

Θα αναφέρομαι στη σύλληψη της τάξης ως σχέση (μια σχέση πάλης) ως «Μαρξιστική» σύλληψη της τάξης: εδώ, είναι κάτι περισσότερο από λόγους βολικότητας που μας οδηγούν στην επιλογή αυτού του όρου. Η κοινωνιολογική σύλληψη είναι φημισμένη για την αμηχανία που αντιμετωπίζει λόγω του ότι δεν μπορεί να ταιριάξει τέλεια όλα τα άτομα στις ομάδες που αποκαλεί «καπιταλιστές» και «προλετάριοι». Αυτή η ντροπιαστική συνθήκη παράγεται από τη σύλληψη των τάξεων ως ομάδες ή θέσεις, και για να αποφύγει αυτή την αμηχανία, ο κοινωνιολογικός Μαρξισμός προσφεύγει σε κατηγορίες όπως «οι μεσαίες τάξεις» («middle classes»), τα «μεσαία στρώματα» («middle strata»), κ.λπ.: τέτοιες κατηγορίες δημιουργούνται εργαλειακά για να χωρέσουν όσες ομάδες μένουν στην απέξω· ορθά-κοφτά, δεν είναι παρά θεωρητικά κατασκευάσματα, παράγωγα ενός πτωχευμένου εννοιολογικού σχήματος. Η Μαρξιστική σύλληψη της τάξης αντιθέτως, δεν αντιμετωπίζει τέτοιες δυσκολίες: βλέπει τη σχέση-τάξη (σαν να λέμε, τη σχέση κεφάλαιο-εργασία) ως σχέση που δομεί τις ζωές διαφορετικών ατόμων με διαφορετικούς τρόπους. Η αντίθεση, από αυτή τη σκοπιά, μεταξύ των Μαρξιστικών και των κοινωνιολογικών συλλήψεων της τάξης μπορούν να αναπαρασταθούν, πολύ αδρά, με το παραπάνω σχήμα.

Αυτή η αναπαράσταση είναι χοντροκομμένη δεδομένου ότι οι τρόποι με τους οποίους η σχέση κεφάλαιο-εργασία δομεί τις ζωές των ατόμων στην αστική κοινωνία διαφέρουν μεταξύ τους τόσο ποιοτικά όσο και ποσοτικά: ένα σχηματικό διάγραμμα δεν μπορεί παρά να είναι «αντι-διαλεκτικό», αμελώντας, όχι μόνο τις ποιοτικές ιδιαιτερότητες, αλλά και την «καθαρή ανησυχία της ζωής» – την ανησυχία της πάλης – που χαρακτηρίζει τη σχέση-τάξη σε κάθε περίπτωση. (Το πρότυπο για τέτοια τοπολογικά διαγράμματα είναι τα Figurae του Ιωακείμ ντα Φιόρε, και καθίστανται περιττά από τη στιγμή που η πνευματική διάνοια που συνάγουν αποκτά την αυτονομία της .)

6

Τι ποιοτικές μορφές μπορεί να πάρει η δόμηση της ζωής από τη σχέση κεφάλαιο-εργασία (ακόμα μια φορά, μιλάμε πάντα για μια σχέση πάλης); Η μορφή στην οποία εστίασε ο Μαρξ είναι αυτή της ιδιοποίησης/οικειοποίησης (expropriation/appropriation). Άλλες μορφές περιλαμβάνουν συμπερίληψη/ αποκλεισμό (inclusion/exclusion) (Foucault), ταυτότητα/μη-ταυτότητα (identity/non-identity) και καθολικότητα/συγκεκριμενικότητα (universality/particularity) (Adorno), συντήρηση/δαπάνη (conservation/ expenditure) και ομοιογένεια/ετερογένεια (homogeneity/heterogeneity) (Bataille) και ενσωμάτωση/άρνηση (incorporation/refusal) (Tronti, Marcuse): η λίστα είναι φαινομενολογικά πλούσια, και ανοιχτή σε προσθήκες.

7

Μία διαφορά μεταξύ των Μαρξιστικών και των κοινωνιολογικών οπτικών, όπως φαίνεται στην παραπάνω εικόνα, είναι ότι με βάση τη Μαρξιστική σκοπιά, ο «καθαρός» εργάτης (η φιγούρα τέρμα αριστερά στην εικόνα) – του οποίου η κοινωνική ύπαρξη εμπίπτει εξ ολοκλήρου στον πόλο «εργασία» και δεν είναι με κανένα τρόπο διαιρεμένη και αντιτιθέμενη στον ίδιο τον εαυτό του/της – δεν κατέχει κάποια μεθοδολογικά προνομιούχα θέση. Το ίδιο ακόμα και ο «καθαρός» καπιταλιστής. Καί οι δύο, θα λέγαμε καλύτερα, είναι απλώς οριακές περιπτώσεις, και ως τέτοιες, [πρέπει να] αντιμετωπίζονται μόνο ως φιγούρες, σύμμεικτες με άλλες τέτοιες σε ένα ποικιλόμορφα δομημένο πλήθος. Η κοινωνιολογική οπτική, από την άλλη, βλέπει τον «καθαρό» εργάτη και τον «καθαρό» καπιταλιστή σαν τους μεθοδολογικούς πυλώνες ανάμεσα στους οποίους έχει στερεωθεί ένα πλέγμα ενδιάμεσων τάξεων.

8

Αυτή η διαφορά είναι σημαντική γιατί, σύμφωνα με το Μαρξ, ο «καθαρός» εργάτης δεν υπάρχει. Αυτό δεν έχει καθόλου να κάνει με μια σχετική μείωση του αριθμού αυτών που κατατάσσονται στην «παραδοσιακή εργατική τάξη» (με οποιονδήποτε τρόπο μπορεί να οριστεί αυτή η θεωρητικά ύποπτη κοινωνική ομάδα). Αντίθετα, είναι ακριβώς λόγω του ότι η ίδια η μισθωτή σχέση είναι μια αστική και μυστικοποιητική μορφή · όποιος ζει κάτω από το στίγμα της – ακόμα, και ιδίως, ο πλήρους-απασχόλησης παραγωγός υπεραξίας – ζει μια ζωή διαιρεμένη εντός και ενάντια στον εαυτό της. Για να το πούμε κι έτσι, τα πόδια του/της παραμένουν βυθισμένα στην εκμετάλλευση ακόμα και αν το κεφάλι του/της αναπνέει σε αστικά ιδεολογικά σύννεφα (με την έννοια ότι τείνει να εκλαμβάνει την εκμετάλλευση, όχι με όρους άντλησης υπεραξίας, αλλά με όρους «χαμηλού μισθού», δηλαδή με όρους που έχουν μυστικοποιηθεί). Συνεπώς, η γραμμή της ταξικής πάλης δεν περνά παράλληλα, αλλά διαπερνά εγκάρσια το άτομο από το οποίο παράγεται η υπεραξία (όπως, συμβαίνει θα λέγαμε με τη φιγούρα που στέκει δεύτερη στα αριστερά του διαγράμματος). Εδώ, ξανά, η Μαρξιστική σύλληψη της τάξης, δεδομένου ότι ενδιαφέρεται για τους ιδιαίτερους τρόπους με τους οποίους η σχέση κεφάλαιο-εργασία δομεί ανταγωνιστικά και αυτο-ανταγωνιστικά συγκεκριμένες ανθρώπινες ζωές, δεν αντιμετωπίζει κάποια αμηχανία. Όμως, η μη-ύπαρξη ενός προλεταριάτου στην απόλυτη καθαρότητά του στερεί τον κοινωνιολογικό Μαρξισμό από έναν αναγκαίο γι’ αυτόν μεθοδολογικό πυλώνα· έτσι φτάνει να αναχαιτίσει την κοινωνιολογική σύλληψη της τάξης.

9

Μία ακόμα έκδηλη διαφορά μεταξύ των δύο σχημάτων είναι ότι η Μαρξιστική οπτική μιλάει για μία μοναδική σχέση-τάξη (τη σχέση κεφάλαιο-εργασία) ως επικρατούσα στην υπάρχουσα κοινωνία ενώ το κοινωνιολογικό σχήμα αναγνωρίζει τόσες τέτοιες σχέσεις όσοι είναι οι δυνατοί συνδυασμοί κοινωνικών θέσεων και ομάδων. Γι’ αυτό το λόγο οι κοινωνιολόγοι κατηγορούν τους «Μαρξιστές» ως αναγωγιστές. Στην πραγματικότητα είναι ενάντια στους ίδιους τους κοινωνιολόγους που η κατηγορία περί αναγωγισμού μπορεί να επιρριφθεί. Οι κοινωνιολόγοι θέλουν να αντιστοιχίσουν κάθε άτομο, μονοσήμαντα και χωρίς περισσεύματα, στη μία ή στην άλλη εκ των συγκεκριμένων ομάδων ή θέσεων: δεν μπορεί να επιτραπεί σε ένα «δια-κατηγορικό» (cross-categorical) άτομο να εμφανιστεί στα θεωρητικά σχήματα των κοινωνιολόγων. Αιτία της κοινωνιολογικής εξάπλωσης του λόγου περί μεσαίων τάξεων, μεσαίων στρωμάτων, νέας μικροαστικής τάξης κ.λπ., είναι η εμμονή να βρεθεί μια κενή θέση στον περιστερώνα για να αντιστοιχηθεί μονοσήμαντα σε κάθε άτομο. Έτσι, ακριβώς οι τρόποι με τους οποίους, με ταξικούς όρους, τα άτομα διαιρούνται εντός και ενάντια στους εαυτούς τους – οι σύνθετοι και πολυάριθμοι τρόποι μέσω των οποίων το ρήγμα της ταξικής πάλης διαπερνά πλήρως τα ίδια (αντί να περνά απλώς ανάμεσά τους) – μένουν κρυμμένοι στη σκιά αυτής της θεωρητικής έκλειψης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η μη-διαλεκτική κατανόηση που συνεπάγεται μια προσέγγιση του τύπου «αντιστοίχιση στα κενά του περιστερώνα» διαψεύδει την εμπειρία και την πρακτική (praxis) του ίδιου του αγώνα. Η Μαρξιστική σύλληψη της τάξης, αντίθετα, αποφεύγει οποιονδήποτε τέτοιου τύπου αναγωγισμό και φέρνει τον πλούτο της (αυτο-)αντιφατικής υφής της ζωής σε πλήρη θεωρητική και φαινομενολογική θέα. Η μπανάλ κατηγορία ότι ο Μαρξισμός ανάγει τη βιωμένη εμπειρία της ατομικής υποκειμενικότητας σε ένα παιχνίδι απρόσωπων και στεγνά αντικειμενικών «ταξικών δυνάμεων» είναι εντελώς ακατάλληλη όταν η «τάξη» γίνεται κατανοητή με την αυθεντικά Μαρξιστική της σημασία.

10

Ένα συναφές σημείο είναι ότι η Μαρξιστική θεώρηση, σε αντιδιαστολή με την κοινωνιολογική, δεν αντιλαμβάνεται την τάξη με όρους υπαγωγής στον έναν ή στον άλλο κοινωνικό ρόλο (και ούτε με όρους «ανάληψής» του). Από το δοκίμιο των νεανικών του χρόνων «To Εβραϊκό Ζήτημα» και ύστερα, ο Μαρξ στηλιτεύει, ως αλλοτριωτική και ανελεύθερη, οποιαδήποτε κοινωνία στην οποία οι καθορισμοί ρόλων (ή ένας «κοινωνικός καταμερισμός εργασίας») κυριαρχούν. Μακράν του να εκλαμβάνει τους καθορισμούς ρόλων ως μεθοδολογική αρχή, η Μαρξική οπτική προβάλλει το άτομο ως τον τόπο της ταξικής πάλης – της δικής του/της πάλης – όπου μπαίνουν στο πολιτικό και θεωρητικό παιχνίδι όχι απλά οι «καθολικές» (οι φέρουσες ρόλους και κοινωνικά ομογενείς) αλλά επιπλέον οι «συγκεκριμένες» (μοναδικές και κοινωνικά ετερογενείς) διαστάσεις της ατομικότητας. Ούτε στη θεωρία ούτε στην πράξη, καθορισμοί ρόλων όπως «προλετάριος» ή «αστός» (ή ακόμα «άνδρας» ή «γυναίκα» ή «πολίτης») αντιπροσωπεύουν την κατά Μαρξ λύση· αντίθετα, παρουσιάζονται ως ένα από τα προβλήματα που η «τάξη», στη Μαρξιστική της νοηματοδότηση, προτίθεται να επιλύσει.

11

Τι μορφή μπορεί να πάρει μια τέτοια επίλυση; Εδώ, μόνο η συντομότερη εκ των ενδείξεων μπορεί να δοθεί. Οι κοινωνικοί ρόλοι είναι διαμεσολαβήσεις της ταξικής πάλης, δηλαδή είναι τρόποι ύπαρξης της ίδιας της ταξικής πάλης : όντας διαμεσολαβημένη με όρους ρόλων, η ταξική πάλη υπάρχει με το να υπόκειται σε άρνηση. Αυτό συμβαίνει γιατί, σχεδόν ανεξάρτητα από το χαρακτήρα ή το περιεχόμενό τους, οι καθορισμοί ρόλων επισκιάζουν την ταξική σχέση και την πάλη στην οποία αυτή η σχέση συγκροτείται. Ακόμα και καθορισμοί ρόλων όπως «αστός» ή «προλετάριος» ή «καπιταλιστής» ή «εργάτης» συντελούν σε αυτή την επισκίαση, στο βαθμό που υποκαθιστούν «Μαρξιστικές» με «κοινωνιολογικές» οπτικές. Με αυτή την έννοια, υπάρχει όντως στην καπιταλιστική κοινωνία κάτι – περίπου – σαν την τάξη με την κοινωνιολογική της έννοια, αλλά μόνο ως μια «μορφή εμφάνισης» (“appearance”) ή με άλλα λόγια, ως μια πτυχή του φετιχισμού στον οποίο αντιπαρατίθεται ο Μαρξ. Όπως η χυδαία πολιτική οικονομία, έτσι και ο κοινωνιολογικός Μαρξισμός παίρνει τις μορφές εμφάνισης τοις μετρητοίς και αφήνεται στο έλεος της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων.

12

Επομένως, δεν μας εκπλήσσει ότι, μεταξύ της Μαρξιστικής και της κοινωνιολογικής σύλληψης της τάξης, ένα άλλο πεδίο διάκρισής τους είναι το πολιτικό. Η κοινωνιολογική οπτική υπερασπίζεται μια πολιτική συμμαχιών μεταξύ τάξεων ή φράξεών τους· ή καλύτερα, μεταξύ των εκπροσώπων τους. (Αυτοί οι εκπρόσωποι αντιμετωπίζονται ως πληρεξούσιοι εντός λίγο πολύ ιεραρχικών οργανώσεων, εφόσον, χωρίς ιεραρχία και εξουσιαστική ηγεσία, η ιδέα περί «συμμαχιών» δεν βγάζει και πολύ νόημα). Επιπλέον, η κοινωνιολογική οπτική αποδίδει στην «καθαρή» εργατική τάξη έναν προνομιούχο – ηγετικό ή ηγεμονικό – πολιτικό ρόλο. Κανένα ζήτημα περί τέτοιων συμμαχιών δεν ανακύπτει για τη Μαρξιστική οπτική. Ούτε και κατέχει μια πολιτικά ή μεθοδολογικά προνομιούχα θέση στη Μαρξιστική προσέγγιση η «καθαρή» εργατική τάξη (π.χ. οι απασχολούμενοι σε αντιπαραβολή με τους ανέργους, οι «άμεσοι» σε αντιπαραβολή με τους «έμμεσους» παραγωγούς υπεραξίας, το προλεταριάτο σε αντιπαραβολή με το λούμπεν-προλεταριάτο, αυτοί που η εργασία τους παράγει αξία σε αντιπαραβολή με αυτούς που δεν παράγει). Ουσιαστικά τέτοιες «καθαρές θέσεις» δεν υπάρχουν. Ούτε και τίθεται κανένα ζήτημα απόδοσης ενός μονοπωλίου επαναστατικού ενδιαφέροντος ή δύναμης στις «ανερχόμενες» σε αντιπαραβολή με τις «παρακμάζουσες» τάξεις. Τέλος, όλη η αντίληψη περί ενός κόμματος πρωτοπορία (μαζί με όλες τι παραπλανητικές εκδοχές του) ανατρέπεται, εφόσον η διάκριση μεταξύ «προχωρημένων» και «καθυστερημένων» ταξικών-στοιχείων εξαφανίζεται μαζί με την ίδια την κοινωνιολογική σύλληψη της τάξης. Με δυο λόγια, αυτό που παραδοσιακά εκλαμβάνεται ως η πολιτική πτυχή του «Μαρξισμού» είναι στην πραγματικότητα απότοκο μιας κοινωνιολογικής θεώρησης, και η αυθεντική Μαρξιστική πολιτική ισοδυναμεί με μια πολιτική αναρχικού (anarchistic) χαρακτήρα.

13

Εγγενώς, οι μορφές αυτής της πολιτικής δεν μπορούν να καθοριστούν εκ των προτέρων. Αν οι τάξεις δεν είναι ομάδες ή θέσεις, αλλά σχέσεις πάλης, τότε στο βαθμό που η επαναστατική σύγκρουση παίρνει τη μορφή μιας σύγκρουσης μεταξύ ομάδων (αλλά πρόκειται πάντα για κάτι που κάνει ατελώς και ακάθαρτα), αυτό πρέπει να γίνει κατανοητό ως το αποτέλεσμα της ίδιας της ταξικής πάλης. Δεν πρέπει να κατανοηθεί κοινωνιολογικά ως, για παράδειγμα, η ανάδειξη ήδη δοσμένων τάξεων – επιτέλους! – στην όχι λιγότερο δοσμένη θεωρητική και πρακτική τους «αλήθεια». Το ερώτημα με το οποίο έρχεται αντιμέτωπο το άτομο δεν είναι με ποιανού την πλευρά, αλλά προτιμότερα, σε ποια πλευρά (ποια πλευρά της ταξικής σχέσης) στέκεται εκείνος ή εκείνη· και ακόμα κι αυτό το τελευταίο ερώτημα δεν πρέπει να κατανοηθεί με όρους επιλογής μεταξύ κοινωνικά δοσμένων θέσεων ή ρόλων. Όχι μόνο ποσοτικά, αλλά καί ποιοτικά, η ταξική πάλη παραμένει εγγενώς απρόβλεπτη και «αναπάντεχη». Η Μαρξική σύλληψη της τάξης εστιάζει έντονα στο ζήτημα της επιλογής με το οποίο η ταξική πάλη μάΦς φέρνει αντιμέτωπους, και έτσι αποτρέπει την έλξη σε οποιονδήποτε ρόλο ή θέση ή ομάδα εντός της οποίας (σύμφωνα με την κοινωνιολογία) στέκουμε ήδη εξ υπαρχής δέσμιοι για τις επιλογές μας. Αποτρέπει κάτι τέτοιο κυρίως γιατί μας αντιλαμβάνεται ως διχασμένους από την ορμή της ταξικής πάλης στην οποία είμαστε πάντα-ήδη (είτε συνειδητά είτε ασυνείδητα) δέσμιοι.

14

Μπορεί να υποδειχθεί εδώ μία τελευταία διαφοροποίηση μεταξύ της Μαρξιστικής και της κοινωνιολογικής σύλληψης της τάξης. Η κοινωνιολογική σύλληψη, οποτεδήποτε διεκδικεί Μαρξιστικά διαπιστευτήρια, αναπόδραστα γίνεται οικονομική-ντετερμινιστική. Αυτό συμβαίνει γιατί ο μοναδικός «δείκτης» του ταξικού ανήκειν τον οποίο (με την τάξη ειδομένη κοινωνιολογικά) παρέχουν τα γραπτά του Μαρξ, έστω αδρά, είναι αυτός μιας από κοινού σχέσης με τα μέσα παραγωγής. Εκτός όμως από το να σχετίζονται με τα μέσα παραγωγής, τα άτομα που αποτελούν μέλη μιας τάξης (ή που είναι ταξικώς-εγκαλούμενα) σχετίζονται επίσης με το κράτος και την «ιδεολογία», για να μη μιλήσουμε για την τοπική εκκλησία, την ποδοσφαιρική ομάδα ή την παμπ. Έτσι, απευθείας, η κοινωνιολογική σύλληψη της τάξης παράγει ένα σχήμα διακριτών κοινωνικών «επιπέδων» ή «πρακτικών» ή «στιγμών» (“instance”, βλ. Αλτουσέρ) και πρέπει να θέσει το ερώτημα για το πώς αυτά τα επίπεδα είναι συσχετισμένα. Η απάντηση είναι ευρέως γνωστή: σε τελευταία ανάλυση (in the last instance) «η οικονομική κίνηση… αξιώνει τον εαυτό της ως αναγκαία» . Σε τελευταία ανάλυση, με άλλα λόγια, ο κοινωνιολογικός Μαρξισμός ισοδυναμεί με έναν οικονομικό ντετερμινισμό με – για να είμαστε εξασφαλισμένοι – μακρουλές και σύνθετες, αντί για κοντές και απλές, ντετερμινιστικές (δηλ. αιτιακές) χορδές. Το να υποστηρίξεις, όπως κάνει ο Αλτουσέρ, ότι μια τέτοια θεωρία (λόγω της πολυπλοκότητας της) δεν είναι ντετερμινιστική, είναι σαν να υποστηρίζεις ότι μια μηχανή δεν είναι πια μηχανή λόγω του μεγάλου αριθμού των γραναζιών που ο κινητήρας της περιστρέφει.

15

Με τη Μαρξιστική σύλληψη της τάξης όλα είναι αλλιώτικα. Η διάκριση του Μαρξ μεταξύ τάξης καθεαυτής και τάξης διευατής (τάξης για τον εαυτό της) πρέπει να εκληφθεί, όχι ως διάκριση μεταξύ κοινωνικών επιπέδων (βλ. υποσημείωση 15), αλλά ως διάκριση ανάμεσα στην κοινωνιολογική και τη Μαρξιστική σύλληψη των ίδιων των τάξεων: αν μια τάξη καθίσταται τέτοια όταν είναι «τάξη διεαυτή», τότε ο πολιτικός αγώνας με όλα τα απρόβλεπτα επακόλουθα και την εξέλιξη και τα κόστη του είναι ήδη χτισμένος πάνω σε αυτό που ο κοινωνιολογικός Μαρξισμός αντιμετωπίζει ως οικονομική «βάση». Όμως ο κοινωνιολογικός Μαρξισμός επιχειρεί να ενώσει επίπεδα που υποθέτει διακριτά, και στη βάση αυτού του σημείου εκκίνησης δεν μπορεί παρά να στραφεί σε αιτιακές και εξωτερικές σχέσεις οσοδήποτε «δομικού» (βλ. Αλτουσέρ) τύπου· ο Μαρξιστικός Μαρξισμός κινείται στην αντίθετη κατεύθυνση, χαράσει διακρίσεις εντός μιας αντιφατικής ολότητας, δηλαδή, εντός ενός εσωτερικά και ανταγωνιστικά συσχετισμένου όλου: «Το συγκεκριμένο είναι συγκεκριμένο γιατί είναι η συνόψιση πολλών προσδιορισμών, άρα ενότητα του πολλαπλού». Όπως το διάγραμμα στην παράγραφο 5 κάνει σαφές, η ολότητα της σχέσης-τάξη που είναι χαρακτηριστική, για παράδειγμα, στην αστική κοινωνία (η σχέση κεφάλαιο-εργασία), είναι παρούσα – ολικά παρούσα, ωστόσο με ποιοτικά διαφορετικούς τρόπους – σε κάθε ένα από τα άτομα που συνιστούν στιγμές ή μέλη ή μέρη της κοινωνίας. Αντίστροφα, στο βαθμό που οι ταξικές σχέσεις, όντας σχέσεις παραγωγής, περικλείουν όλες τις κοινωνικές σχέσεις και όχι απλά, για παράδειγμα, οικονομικές σχέσεις (υποτεθείσθω ότι οι τελευταίες ενέχουν τη δυνατότητα να αποσπασθούν ανεξάρτητα από τις υπόλοιπες), όλες οι πτυχές της ατομικής ύπαρξης – και όχι για παράδειγμα, απλά οι οικονομικές πτυχές – αφορούν και σχετίζονται με την τάξη. Το πιο ουσιαστικό ειπώθηκε, καιρό πριν, από τον πρώιμο Lukacs: «Αυτό που διακρίνει κατά τρόπο αποφασιστικό το μαρξισμό από την αστική επιστήμη δεν είναι η κυριαρχία των οικονομικών κινήτρων στην εξήγηση της ιστορίας, αλλά η οπτική της ολότητας» .

16

Μαζί με την «οπτική της ολότητας» και σε συμφωνία με τη Μαρξιστική αναγνώριση όλων των πτυχών της ατομικής ύπαρξης ως ταξικά-συναρτημένες, μια εντελώς καινοφανής σύλληψη των πολιτικών της τάξης (class politics) εμφανίζεται στο προσκήνιο. Όταν η «πολιτική» αντιμετωπίζεται (όπως συμβαίνει με τους κοινωνιολόγους) ως ένα διακριτό κοινωνικό επίπεδο, το αποφασιστικό κριτήριο για την ύπαρξη της τάξης «διεαυτής» γίνεται η δημιουργία ενός λίγο-πολύ συμβατικού – σαν να λέμε: αστικού – τύπου πολιτικού κόμματος. Έτσι, ακόμα κι ένα κόμμα της πρωτοπορίας ισοδυναμεί με μια παραλλαγή σε ένα αστικό θέμα. Ωστόσο, δεν είναι τόσο ο Μαρξ, όσο είναι η ίδια η αστική κοινωνία αυτή που κάνει το διαχωρισμό (και πάλι ως διαμεσολάβηση της ταξικής πάλης) μεταξύ των επιπέδων του πολιτικού κράτους και της κοινωνίας των πολιτών – όπως κριτικάρεται στο δοκίμιο «Το Εβραϊκό Ζήτημα» – και που αναγνωρίζει το πρώτο ως την αρένα εντός της οποίας κοινωνικές ομάδες στην ωριμότητά τους (που είναι σαν να λέμε στη συμβιβαστικότητά τους) μπορούν αναμετρηθούν. Η Μαρξιστική σύλληψη της τάξης, ή με άλλα λόγια «η οπτική της ολότητας», απορρίπτει ακριβώς αυτή τη στενότητα της σύλληψης της πολιτικής που συνεπάγεται η κοινωνιολογική σύλληψη. Με τη Μαρξιστική οπτική, η κατηγορία της «πολιτικής» γίνεται συν-επεκταμένη (co-extensive) με την εμπειρική ύπαρξη των ατόμων και τόσο ευρεία όσο οι μορφές που παίρνει απρόβλεπτα η ταξική πάλη. Όχι απλά δεν πρόκειται για ζήτημα που παρακάμπτεται από την πολιτική ατζέντα· αποκλείεται η ίδια η ιδέα της πολιτικής ατζέντας, εφόσον κάθε τέτοια ατζέντα (το βασικό εφόδιο για κάθε ιεραρχικό κόμμα – διαμορφωτή συμμαχιών) αποκλείει και περιθωριοποιεί οτιδήποτε δεν κουμπώνει σε μια ήδη εδραιωμένη πολιτική θεώρηση.

17

Δεδομένων των παραπάνω, πρέπει να ληφθεί υπόψιν και να επισημανθεί ότι, οποιοσδήποτε το επιθυμεί, μπορεί να συναγάγει «κοινωνιολογική» σοφία από τα γραπτά του Μαρξ. Ασφαλώς, και ειδικά στα λεγόμενα πολιτικά του γραπτά, ο Μαρξ δεν ήταν πάντα Μαρξιστής. Παρόλα αυτά, αν η Μαρξιστική σύλληψη της τάξης δεν ήταν πράγματι του Μαρξ, θα ήταν εντελώς ακατανόητο το πώς ο ίδιος έγραψε το Κεφάλαιο. Ήταν όντως ο ίδιος ο Μαρξ που, καιρό πριν τους επικριτές και αναθεωρητές του, διείδε ότι καθώς ο καπιταλισμός αναπτυσσόταν, το μέγεθος των «μεσαίων τάξεων» αναμενόταν επίσης να αυξηθεί · και παρά ταύτα έγραψε ένα βιβλίο με τίτλο Το Κεφάλαιο στο οποίο μία και μοναδική ταξική σχέση (η σχέση κεφάλαιο-εργασία) είναι που κατέχει την πιο περίοπτη θέση. Το αίνιγμα μπορεί να λυθεί μόνο δεχόμενοι ότι η παρατήρησή του σε σχέση με τις μεσαίες τάξεις εμπίπτει στην κοινωνιολογική προσέγγιση και αναγιγνώσκοντας το κεντρικό επιχείρημα του Κεφαλαίου ως Μαρξιστικό (με την έννοια που αναλύθηκε πιο πάνω).

18

Οι παραπάνω σημειώσεις δεν επιδιώκουν να είναι ολοκληρωμένες ή συστηματικές ούτε και να υπεραμυνθούν της σύλληψης της τάξης όπως παρουσιάστηκε. Ο μόνος στόχος τους ήταν να κάνουν σαφή κάποια ζητήματα που συνεπάγεται η Μαρξιστική ανάγνωση της τάξης. Όσον αφορά την αξιολόγηση αυτής της ανάγνωσης: υποβόσκει ο κίνδυνος να εκληφθεί ως η πλέον γόνιμη πορεία κριτικής επερώτησης, αυτή που θέτει το ερώτημα για το αν η ταξική σχέση (στην υπάρχουσα κοινωνία, η σχέση κεφάλαιο-εργασία) είναι η μοναδική ή η κυρίαρχη σχέση που δομεί τις ζωές μας. Και εδώ δεν τίθεται καν ζήτημα για την αναγκαιότητα επέκτασης του Μαρξ: άλλες τέτοιες σχέσεις – έμφυλης και «φυλετικής» βάσης για παράδειγμα – είναι διαμεσολαβημένες από τη σχέση κεφάλαιο όπως ακριβώς διαμεσολαβημένη είναι και η σχέση κεφάλαιο από τις εν λόγω σχέσεις. Η διερεύνηση σχετικά με το ποια σχέση είναι «κυρίαρχη» παραμένει μια σχολαστική πραγμάτευση αν κάποιος επιχειρήσει να την πραγματοποιήσει σε ένα μεθοδολογικό και a priori εννοιολογικό έδαφος· ή ακόμα, μπορεί να πραγματοποιηθεί με στενά πολιτικούς (σαν να λέμε φαινομενολογικούς) όρους. Καί πολιτικά καί μεθοδολογικά, η ανωτερότητα του Μαρξισμού έναντι της κοινωνιολογικής προσέγγισης της τάξης έγκειται στο ότι απελευθερώνει το Μαρξισμό από κάθε ίχνος ντετερμινισμού, τον οποίο ο Μαρξ στηλίτευσε ως έναν εκ των πιο φονικών χαρακτηριστικών του καπιταλισμού – την τυραννία της «νεκρής» πάνω στη «ζωντανή» εργασία ή με άλλα λόγια του παρελθόντος (όπως σε όλα τα ντετερμινιστικά σχήματα) πάνω στο παρόν και στο μέλλον – και από την αρχή ως το τέλος, στις πιο επιφανείς στιγμές της σκέψης του, στέκεται αδιάλλακτα ενάντιά του. Αυτό είναι έτσι, καθότι Το θέμα της Μαρξικής «ταξικής ανάλυσης» είναι ο περίτεχνης υφής και διαρκώς και απρόβλεπτα αναπτυσσόμενος αγώνας, που για τον Μαρξ είναι η ύπαρξη της τάξης per se.

Ευχαριστίες

Αυτό το κείμενο, μια προηγούμενη εκδοχή του οποίου παρουσιάστηκε στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα, και στο σεμινάριο Φορντισμού στο Τμήμα Πολιτικής του Εδιμβούργου, οφείλει πολλά σε συζητήσεις με τον John Holloway. Η Filio Diamanti με έκανε να συνειδητοποιήσω ότι η αντίληψή μου για την «τάξη» απαιτούσε αποσαφήνιση πριν καν ακόμα μπορέσει να ξεκινήσει κάποιος διάλογος επί του θέματος.

[Σημείωση που προστέθηκε το 2011: Λίγο αφότου το Σημειώσεις για την «Τάξη» εμφανίστηκε στο Common Sense, ένας αναγνώστης – ούτε ο Holloway ούτε η Diamanti – σημείωσε ότι η άποψή μου προσομοίαζε στην αντίληψη του Eric Olin Wright περί «αντιφατικών ταξικών τόπων»: βλέπε το κείμενό του 'Class Boundaries in Advanced Capitalist Societies' New Left Review No. 98 (1976). Εκμεταλλεύομαι υπερβολικά καθυστερημένα την ευκαιρία να σχολιάσω ότι – βλέπε την παράγραφο που ανοίγει το κείμενό μου – τίποτα δεν θα μπορούσε να απέχει περισσότερο στο μυαλό μου.

Υποσημειώσεις

[1] Αυτό είναι τουλάχιστον που γίνεται κατανοητό από το τελευταίο, αποσπασματικό, κεφάλαιο του 3ου τόμου του Κεφαλαίου (Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόμος III, σελ. 1086-7, ελλ. εκδ. Σύγχρονη Εποχή)

[2] K.Marx, Misère de la philosophie, σελ. 230 (εκδ. Payot)

[3] Ο συγγραφέας παραπέμπει εδώ σε κάποιες σελίδες από το κείμενο του Αλτουσέρ Ιδεολογία και Ιδεολογικοί Μηχανισμοί του Κράτους (Λ. Αλτουσέρ, Θέσεις, σελ. 107-112 [ελλ. εκδ. Θεμέλιο]). Σύμφωνα με τον Αλτουσέρ, η ιδεολογία εγκαλεί (interpelle) τα άτομα ως υποκείμενα, συνθήκη που εξηγείται στο παρακάτω απόσπασμα: «[...] θα μπορούσαμε να παραστήσουμε [την έγκληση] με την εικόνα της πιο κοινότυπης καθημερινής αστυνομικής κλήσης: “Ε, σεις κει κάτω!” Αν υποτεθεί πως αυτό το φανταστικό επεισόδιο συμβαίνει στο δρόμο, το εγκαλούμενο άτομο θα γυρίσει το κεφάλι του. Χάρη σ’ αυτή την απλή στροφή του κεφαλιού του κατά 180 μοίρες το άτομο γίνεται υποκείμενο». Η ιδεολογική έγκληση του ατόμου συναρτάται (ήδη από τη στιγμή της γέννησής του) με ιδεολογικούς εξαναγκασμούς που αφορούν συγκεκριμένους ρόλους ή θέσεις: «το υποκείμενο οφείλει να βρει τη θέση του: [π.χ.] να “γίνει” υποκείμενο σεξουαλικό (αγόρι ή κορίτσι), όντας ήδη υποκείμενο.» (ΣτΜ.)

[4] Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόμος Ι, σελ. 790 (ελλ. εκδ. Σύγχρονη Εποχή)

[5] Κ. Μαρξ, Μισθωτή Εργασία και Κεφάλαιο, σελ. 38 (ελλ. εκδ. Σύγχρονη Εποχή)

[6] Βλέπε M. Foucault, Επιτήρηση και Τιμωρία (Η Γέννηση της Φυλακής) (ελλ. εκδ. Πλέθρον)

[7] R. Gunn, Marxism and Mediation, Common SenseNo. 2

[8] K.Marx, Misère de la philosophie, σελ. 230 (εκδ. Payot)

[9] Κ. Μαρξ, Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα 1844, σελ. 98 (ελλ. εκδ. Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο)

[10] Γκ. Χέγκελ, Φαινομενολογία του Πνεύματος, τόμος 2ος, σελ. 261, § 439 (ελλ. εκδ. Δωδώνη)

[11] Γκ. Χέγκελ, Φαινομενολογία του Πνεύματος, τόμος 1ος, σελ. 168, Πρόλογος, § 46 (ελλ. εκδ. Δωδώνη)

[12] M. Reeves, Joachim of Fiore and the Prophetic Future, σελ. 13 (εκδ. SPCK)

[13] Βλέπε: M. Foucault, Επιτήρηση και Τιμωρία (Η Γέννηση της Φυλακής) (ελλ. εκδ. Πλέθρον), Τ. Adorno, Αρνητική Διαλεκτική (ελλ. εκδ. Αλεξάνδρεια), G. Bataille, Visions of Excess: Selected Writings 1927-1939 (Manchester University Press), Η. Marcuse, Ο Μονοδιάστατος Άνθρωπος (ελλ. εκδ. Παπαζήση), τέλος το κείμενο του Μ. Tronti «Η Στρατηγική της Άρνησης» από τη συλλογή κειμένων του βιβλίου «Αυτονομία: απόψεις, αγώνες, μαρτυρίες των Ιταλών Αυτόνομων (1970-1980)» (εκδ. Λέσχη Κατασκόπων του 21ου Αιώνα).

[14] Εδώ, με υποσημείωσή του στο πρωτότυπο, ο R. Gunn μας παραπέμπει στο Μέρος IV του Κεφαλαίου (όχι σε συγκεκριμένη σελίδα). Το πιθανότερο είναι ότι έχει γίνει τυπογραφικό λάθος και αναφερόταν κανονικά στο μέρος VI με τίτλο Ο Μισθός της Εργασίας (Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόμος Ι, σελ. 552-578). Ενδεικτικά, στη σελίδα 557 διαβάζουμε: «Όλες οι νομικές αντιλήψεις του εργάτη και του κεφαλαιοκράτη, όλες οι απάτες [Mystifikationen] του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, όλες οι αυταπάτες για ελευθερία που γεννάει ο τρόπος αυτός (...) στηρίζονται πάνω σ' αυτή τη μορφή εμφάνισης [τη μορφή μισθό], που κάνει αόρατη την πραγματική σχέση και την παρουσιάζει με την ακριβώς αντίθετη όψη.» (ΣτΜ.)

[15] Η άποψη ότι η ιδεολογική μυστικοποίηση που είναι εγγενής στη μορφή-μισθό (wage-form) αφήνει την ταξική καθαρότητα του εργάτη αμόλυντη εξαρτάται από το αν αντιλαμβανόμαστε την παραγωγή και την ιδεολογία ως διακριτά κοινωνικά «επίπεδα» ή «στιγμές», όπως συμβαίνει με την κατανόηση της τάξης μέσω της διάκρισης καθεαυτή/διεαυτή που κριτικάρεται στις παραγράφους 15-16. Αναφορικά με τα «επίπεδα», δες τις παραγράφους 14-15. Επί τη ευκαιρία, αξίζει να σημειωθεί ότι η σύλληψη της ιδεολογίας ως ξεχωριστού επιπέδου (οσοδήποτε προσδιορισμένου) παραμένει τελείως μυστηριώδης, κυρίως γιατί η κοινωνική ύπαρξη, χωρίς εξαιρέσεις – για παράδειγμα έμφυλες διακρίσεις, αρχιτεκτονική, εργασιακή-πειθαρχία και επιστημονική γνώση – φέρει πάντα ένα ιδεολογικό φορτίο.

[16] Γκ. Χέγκελ, Φαινομενολογία του Πνεύματος, τόμος 1ος, σελ. 175-177, Πρόλογος, § 53 (ελλ. εκδ. Δωδώνη)

[17] Για τη διάψευση αυτής της κατηγορίας δες Ζ.Π. Σαρτρ, Το Πρόβλημα της Μεθόδου (ελλ. εκδ. Εξάντας).

[18] R. Gunn, Marxism and Mediation, Common SenseNo. 2

[19] Engels στον J. Bloch, 21-22 Σεπτεμβρίου 1890 (Marx, K. and Engels, F. (n.d.) Selected Correspondence, Lawrence and Wishart) σελ. 498. Η διάκριση του Αλτουσέρ μεταξύ «επικαθοριστικών» (determining) και «κυρίαρχων» (dominant) στιγμών ισοδυναμεί με μια παραλλαγή του ίδιου θέματος.

[20] Κ. Μαρξ, Grundrisse (Εισαγωγή), τόμος A’, σελ. 66 (ελλ. εκδ. Στοχαστής)

[21] Γκ. Λούκατς, Ιστορία και Ταξική Συνείδηση, σελ. 83 (ελλ. εκδ. Οδυσσέας)

[22] Κ. Μαρξ, Θεωρίες για την Υπεραξία, Μέρος Δεύτερο, σελ. 668 (ελλ. εκδ. Σύγχρονη Εποχή) και Κ. Μαρξ, Θεωρίες για την Υπεραξία, Μέρος Τρίτο, σελ. 69 (ελλ. εκδ. Σύγχρονη Εποχή)

[23] Για ένα σύντομο σχολιασμό, δες R. Gunn, Marxism and Mediation, Common Sense No. 2

Εικόνες:

Αρχεία:

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License