post image

Όταν μια φυλακή καίγεται, όσοι και όσες αισθανθήκαμε έστω και για μια στιγμή την συνθήκη της φυλάκισης, δεν μπορούμε παρά να ανατριχιάσουμε από χαρά.Ανεξάρτητα αν μετά από την καταστροφή της θα χτιστεί μία νέα, και ανεξάρτητα αν μετά την απόδραση κάποιων φυλακισμένων τα άδεια κελιά θα ξαναγεμίσουν, το γεγονός της απόδρασης δεν μπορεί παρά να μας γεμίζει αγαλλίαση. Ο αγώνας άλλωστε για την κατάργηση κάθε φυλακής, όπως και όλοι οι αγώνες, περνάνε μέσα από τον αγώνα για την ατομική και κοινωνική απελευθέρωση στο εδώ και το τώρα.

Ήταν Τρίτη βράδυ 8 Σεπτεμβρίου του 2020 όταν μία από τις πιο μισητές φυλακές της Ευρώπης έγινε παρανάλωμα. Δεν ήταν η πρώτη φορά που κάποιοι αποπειράθηκαν να κάψουν το στρατόπεδο συγκέντρωσης της Μόριας. Σχεδόν σε καθημερινή βάση ξεσπούσαν μικρότερες φωτιές, απόρροια αγανάκτησης ή εύφλεκτου συνωστισμού, που σβήνονταν από πυροσβέστες και έγκλειστους. Αυτή τη φορά όμως δεν ήταν το ίδιο. Οι ψυχές των ανθρώπων ήταν πιο ξερες από ποτέ και τα πρόσκαιρα πράγματα τους μοιάζαν πιο πολύ με προσάναμμα παρά με αγαθά. Είχαν προηγηθεί για άλλη μία φορά συγκρούσεις, είχε προηγηθεί η έλευση των αστυνομο-γιατρών που θα επέβαλαν τον πλήρη αποκλεισμό όλου του Camp και την απομόνωση πληθυσμιακών ομάδων μέσα σε αυτό. Είχε προηγηθεί η απόφαση να χτιστεί ένα τείχος που θα έκλεινε μέσα όλες τις φτωχογειτονιές που αναπτύσσονταν γύρω από το στρατόπεδο της Μόριας. Είχαν προηγηθεί πέντε μήνες περιορισμού και εγκατάλειψης στο όνομά της Δημόσιας Υγείας. Είχε προηγηθεί η μείωση του επιδόματος τους και η έλλειψη κάθε προοπτικής.

Αυτά και άλλα πολλά γίναν η αιτία για να σταθούν απέναντι στα πυροσβεστικά οχήματα πλήθος έγκλειστων, οπλισμένοι με πέτρες, έτοιμοι να διαφυλάξουν ότι οι φλόγες θα τυλίξουν ολόκληρη την κόλαση τους. Δωμάτιο-δωμάτιο άνοιγαν τις γραφειοκρατικές δομές του Προκρούστη και καίγανε, καίγανε, ξανά και ξανά, και την επόμενη και τη μεθεπόμενη μέχρι να σιγουρευτούν πως δεν θα γυρίσουν πίσω.Όσοι φοβούνται τις αλλαγές θα σκαρφιστούν οτιδήποτε για να δικαιολογήσουν την προηγούμενη κατάσταση. Όλες εμείς οι λευκές Ευρωπαίες που ξυπνάμε να πάμε στη δουλειά μας, εγκλωβισμένες σε μία καθημερινότητα σχετικής αφθονίας και προβλεπόμενων συγκινήσεων, ταραζόμαστε με την βίαιη αποτελεσματικότητα της φωτιάς. Ταραζόμαστε με το πόσο εύκολα και σε λίγη ώρα αλλάζουν όσα φαίνονται έως τώρα ακλόνητα. Ο κάθε ένας με το συμφέρον που ήθελε να υπηρετήσει σκαρφίστηκε ένα σωρό δαίμονες ως υπαίτιους του εμπρησμού. Τούρκοι πράκτορες, σκοτεινοί κυβερνητικοί, τζιχαντιστές, ντόπιοι φασίστες, αλλοδαποί φασίστες, παρέλασαν από το μικροαστικό φαντασιακό που προσπαθεί να δικαιολογήσει την αδράνεια και την ανάθεση. Αυτό το σκούρο ύφασμα που βάζουμε μόνες μας στα μάτια για να μην αντικρίσουμε, να μην βρεθούμε αντιμέτωπες με το να πάρουμε θέση. Όποιοι διάβολοι και αν βάλανε τη φωτιά, η πράξη αυτή δεν είναι απομονωμένη από τα γέλια των παιδιών, τις ιαχές του πλήθους που αποχαιρετούσε εκστασιακά την φυλακή του.

Η πράξη αυτή δεν είναι άσχετη με τις πέτρες που οργανωμένα εκσφεδονίζονται ακόμα και τώρα, μία εβδομάδα μετά, προς τους βασανιστές του. Η πράξη αυτή δεν είναι άσχετη με την άρνηση των ανθρώπων να μπουν σε νέα δομή, με την άρνησή τους να τραφούν, με την άρνηση τους να δεχτούν την φιλανθρωπία των λευκών.Μία εβδομάδα μετά, 13.000 άνθρωποι βρίσκονται αποκλεισμένοι από αστυνομικές δυνάμεις που μέρα με τη μέρα γίνονται περισσότερες, σε ένα κομμάτι δρόμου που οδηγεί στο λιμάνι. Νύχτα και μέρα στρατιωτικά αεροπλάνα αποβιβάζουν εκατοντάδες ματατζήδες και ειδικές δυνάμεις με κάθε είδους εξοπλισμό. Καραβιές ξεφορτώνουν κλούβες, αυρες και άλλα ειδικά οχήματα. Πυροσβεστικά αεροπλάνα πετάνε συνεχώς ώστε να σβήσουν τις επαναλαμβανόμενες φωτιές που βάζουν οι εγκλωβισμένες είτε για να ξανά κάψουν ότι είχε μείνει όρθιο, είτε για να σαμποτάρουν τις προσπάθειες για την κατασκευή καινούργιας φυλακής, είτε για να προστατευτούν από τα εκατοντάδες δακρυγόνα που ρίχνει η αστυνομία εναντίον τους. Ταυτόχρονα στον ουρανό της Μυτιλήνης πετούν κάθε είδους drone και ελικόπτερα που παρακολουθούν τις κινήσεις τους και οργανώνουν την καταστολή που αναμένεται να κορυφωθεί ώρα με την ώρα.Σίγουρα όλοι αυτοί οι άνθρωποι δεν αποτελούν ένα ενιαίο υποκείμενο, ούτε μπορούμε να τους αποκαλέσουμε στο σύνολο τους εξεγερμένους. Οι φυλετικές και εσωτερικές τους συγκρούσεις άλλωστε ήταν κάτι που καλλιεργήθηκε συστηματικά στην άθλια συνθήκη που ζούσαν. Παρόλα αυτά δεν μπορούμε να μην διακρίνουμε μία μάζα εξεγερμένων που δεν δέχονται στην παρούσα να κάνουν βήμα πίσω. Που παίζουν το μέλλον τους στη φωτιά, που χτίζουν πέτρα την πέτρα την απελευθέρωσή τους. Οι ίδιοι άνθρωποι σκαρφίζονται πρακτικές άμεσης δράσης, όπως την επιθετική αποχή συσσιτίου, την επιθετική απόρριψη ανθρωπιστικής βοήθειας ή την επιθετική άρνηση ενσωμάτωσης τους στο νέο αφήγημα της εξουσίας. Την ώρα που κάποιοι ανησυχούν για την τροφή και τις ανέσεις αυτών των ανθρώπων, αρκει να ρίξουμε μια ματιά στα συνθήματα τους: We don't want new camp, we want Freedom", "We don't want food, we want Freedom".Κρατώντας σφιχτά στα χέρια μας αυτά, είναι σημαντικό να παρατηρήσουμε τις καταστάσεις και τα αδιέξοδα που πυροδότησε η εξέγερση στις αλληλέγγυες και στον ντόπιο πληθυσμό.

Το αρχικό μούδιασμα που διαπέρασε οριζόντια τον αλληλέγγυο κόσμο ήρθε να αντικαταστήσει η προσπάθεια ανθρωπιστικής διαχείρισης της κατάστασης. Πρώτες σκέψεις ολονών ήταν πώς θα τραφεί ο πληθυσμός που ήταν στους δρόμους, πού θα κοιμηθεί, πώς θα διασφαλιστεί από φασίστες κτλ. Αυτή η προσέγγιση μπορεί να χαρακτηριστεί το λιγότερο ως ανεπίκαιρη, αν χρησιμοποιηθούν ως επιχείρημα οι χιλιάδες μερίδες φαγητού που μείναν αδιάθετες εξαιτίας της επιθετικής άρνησης μερίδας των εξεγερμένων να επιστρέψει στην προηγούμενη κανονικότητα της ανθρωπιστικής διαχείρισης. Επιπλέον πέντε χρόνια τώρα στο νησί έχει στηθεί μία επιχείρηση εκατομμυρίων, μέσω της οποίας πλουτίζουν διάφοροι συστημικοί και μη παράγοντες, και η οποία αναλαμβάνει να ικανοποιεί βασικές ανάγκες των εγκλωβισμένων. Ακόμη χειρότερα οι οργανώσεις επαγγελματικού ανθρωπισμού, φανερα προβληματισμένες με την προώθηση αιτημάτων που ακυρώνουν τις επενδύσεις τους, προτάσουν την επιστροφή στο παρελθόν μέσα από την έμπρακτη συμμετοχή στην ανοικοδόμηση ενος νέου camp σε άγαστη συνεργασία με το στρατό και την αστυνομία. Συνδυάζοντας όλα αυτά βρισκόμαστε μπροστά στο διαχρονικό αδιέξοδο της αλληλεγγύης, όταν φλερτάρει με την φιλανθρωπία και την λογική της θυματοποίησης και δεν ταυτίζεται σωματικά και ψυχικά με τον αγώνα των εξεγερμένων, ενισχύοντάς τον με τρόπους που διαφυλάσσουν και προωθούν τα αιτήματα τους.Άσπονδοι αλληλέγγυοι των εγκλείστων, για λίγο και υπό την υπόκρουση ρατσιστικών κορωνίδων, φανήκαν με τις πράξεις τους μία μερίδα των ντόπιων.

Έχοντας ως πάγιο αίτημά τους να κλείσει η Μόρια έστησαν μπλόκα εμποδίζοντας τα μηχανήματα που φτάσανε για να καθαρίσουν την καμένη περιοχή, ώστε να συνεχίσει να λειτουργεί. Επίσης φρόντισαν να δείξουν την επιθετικότητα τους στον Υπουργό Μετανάστευσης, τον οποίο δεν άφησαν να προσεγγίσει. Ο αγώνας των ντόπιων μπορεί επίσης να ιδωθεί μέσα από ένα πρίσμα εγκατάλειψης, παραπλάνησης, προσωπικών φιλοδοξιών και αδιεξόδων. Βιώνοντας το εμπόριο ανθρώπων που αναπτύσσουν ανοιχτά τα παγκόσμια συμφέροντα, και μπρος στην υπεροπλία του συστήματος, περάσαν σταδιακά, τουλάχιστον ένα μέρος τους, από τα αδιέξοδα της ανθρωπιστικής διαχείρισης στον ρατσιστικό οχετό. Έρμαια των πολιτικάντηδων με κρυφές ατζέντες και φιλόδοξων ηγετίσκων που κολυμπάνε στην κουτάλα του συμφέροντος, αφήνονται να καθοδηγηθούν από αυτούς φτάνοντας σύντομα στα αντίθετα αποτελέσματα από όσα προσδοκούν. Όσοι γνωρίζουμε την Ελληνική κοινωνία σε ένα βάθος δεκαετιών δεν μπορούμε να μείνουμε έκπληκτοι με την φαινόμενη συντηρητικοποίηση της. Ο ρατσισμός, ο εθνικισμός, η πατριαρχία και η ανάθεση είναι βαθιά ριζωμένα και κινητήριοι μοχλοί της σκέψης της ελληνικής κοινωνίας εν γένει. Ακόμη και αν κάποιοι αστικοί "καλοί τρόποι" επιβλήθηκαν λόγω της προσωρινής αφθονίας που απήλαυσε ένα μέρος της κοινωνίας, η αποστασιοποίηση και ο ωχαδερφισμός δεν ήταν τίποτε άλλο από μια τεχνητή αποκρυψη των παραπάνω. Μπροστά στην τωρινή κατάσταση είναι υποκριτικό να μιλάμε για 10-100 φασίστες ή για τη στάση κάποιου κόμματος.

Όλο το δημοκρατικό τόξο στη Λέσβο, μπρος στη μεγάλη γιορτή του τέλους της Μόριας, στάθηκε είτε βάζοντας τα κλάματα είτε ξερνώντας οχετό. Έναν οχετό που τα ΜΜΕ δεν χάνουν ευκαιρία να φουσκώσουν μέχρι τα πιο απόμακρα εγκεφαλικά κύτταρα. Η διαχείριση της πληροφόρησης γίνεται με τους όρους της εθνικής απειλής, φορτισμένους με εκείνους της υγειονομικής βόμβας. Οι ειδικές δυνάμεις αστυνομίας και στρατού, που εμποδίζουν τις μετανάστριες από το να προσεγγίσουν το λιμάνι, μεταμορφώθηκαν αυτή τη φορά, σε αντίθεση με ότι συνέβη λίγους μήνες πριν, σε προστάτες τους από τα μολυσμένα ζόμπι που ξαμολάει το τουρκικό καθεστώς. Αυτή την εικόνα όμως κάπου στο βάθος την χτίσαμε όλοι. Όταν δεν είδαμε τη στολή του μπάτσου κάτω από αυτή της γιατρέσας. Όταν καταπίναμε αμάσητα ανούσιο ανθρωπισμό. Όταν η ατομική μας ευθύνη γινόταν αιτία αποξένωσης, όταν η επιστημονικότητα συνέτριβε έννοιες όπως αυτοδιάθεση και αυτοδιαχείριση. Όταν αποφεύγαμε να συγκρουστούμε με τον χορό των εκατομμυρίων που στόχο είχε να αναπαράξει τον εγκλεισμό και την καταστολή. Όταν αποφεύγαμε να μιλήσουμε μην και συμπέσει κάποια λέξη μας με αυτές που χρησιμοποιούν όσοι κατ' εξαίρεση ονομάσαμε φασίστες. Όταν εξευμενίζαμε το ρατσισμό της κοινωνίας κατηγορώντας 10-100 ακροδεξιούς Όταν συναινούσαμε με το ιατρικό ιερατείο κλείνοντας το μάτι στην υποκριτική διαχείριση που γινόταν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Η μόνη λύση, όπως αυτή εκφέρεται από τους εξεγερμένους, είναι η μη-λύση. Και αυτην οφείλουμε να προωθήσουμε με όλες μας τις δυνάμεις. Όσο τα κράτη και οι ανθρωπιστικές οργανώσεις προσπαθούν να βρουν τους τρόπους διαχείρισης αυτής της έκρυθμης κατάστασης, ο μόνος ρόλος που μπορούμε να έχουμε είναι να τους σαμποτάρουμε. Η μη-λύση έρχεται αντιμέτωπη με την έννοια της ανάθεσης. Γιατί η διαχείριση εφόσον γίνεται από ένα κεντρικό σύστημα εξουσίας δεν μπορεί παρά να διαιρεί, να φυλακίζει, να απομονώνει.Για άλλη μία φορά θα πρέπει να σκεφτούμε τι πραγματικά σημαίνει αλληλεγγύη. Τι είδους αλληλεγγύη περιμένουν οι εξεγερμένοι ή οι φυλακισμένες που καίει μέσα τους ακόμα η φωτιά της εξέγερσης. Σε έναν αγώνα που οι εξεγερμένοι προτάσσουν το σώμα τους και θυσιάζουν στις φλόγες τα υλικά αγαθά, αλληλεγγύη δεν είναι ένα πιάτο φαΐ, μία σκηνή και ένας μπάτσος. Μπρος στη μεγάλη φωτιά που έκαψε τη Μόρια, μικρές σπίθες ολούθε είναι ο μόνος τρόπος να επικοινωνήσουμε με τις εξεγερμένες. Οι καρδιές μας ζεστάθηκαν απο τις μεγάλες φωτιές που ισοπέδωσαν την κόλαση της Μόριας. Όπως πάντα σε τέτοιες στιγμές τα τέρατα αποκαλύπτουν με τον πιο σαφή τρόπο τις προθέσεις τους. Ας γίνουν οι αδυναμίες τους η δικιά μας στόχευση μέχρι την τελική κατάρρευση οποιασδήποτε λύσης. Μέχρι να οικοδομήσουμε άπειρες εύθραυστες κοινωνίες ισότητας και αλληλεγγύης.

Μέχρι την ισοπέδωση κάθε φυλακής, μέσα ή έξω.

Εικόνες:

από ΤραμουντάναΛεβάντες 17/09/2020 5:31 μμ.


post image

When a prison burns down, those of us who have experienced, even for a moment, the condition of imprisonment, can only shudder with delight.Regardless of whether a new one will be built after its demolition, and regardless of whether the empty cells will be refilled after the escape of some prisoners, the fact of the escape can only fill us with joy. After all, the struggle for the abolition of every prison, goes through the struggle for individual and social liberation, right here and now.

It was Tuesday night on 8 of September 2020, when one of the most hated prisons in Europe burst into flames. It was not the first time that some people tried to burn down the concentration camp of Moria. Almost on a daily basis, smaller fires were breaking out, as a result of indignation or the flammable conditions in which people were living. This time, however, it was not the same. People's souls were drier than ever, and their temporary possessions looked more like firelighters than goods. During the same day clashes were spread around once again, while the police-doctors arrived to impose the complete blockade of the entire Camp and the isolation of population groups within it. It was some days before when the state decided to build a wall that would enclose all the slums around the Moria camp. It was some days before when UNHCR decided to reduce their small allowance. It was some months before that restriction and abandonment were imposed in the camp in the name of Public Health. It's been years now that there are no prospects at all. All these and much more forced many of the prisoners to get armed with stones and stand in front of the fire trucks, ready to make sure that the flames would embrace their whole hell. Room-by-room they opened the bureaucratic structures of Procrustes and burned, again and again, and the next day, and the next, until they made sure that they would never have to come back again.

Those who are afraid of change will do anything in order to the previous situation. All of us, the white Europeans who wake up to go to work, trapped in a daily routine of relative abundance and anticipated emotions, feel disturbed by the violent effectiveness of fire. We are disturbed by how easily and rapidly changes what seems so far unshakable. People's vested interests named a bunch of demons as the culprits of the fire. Turkish agents, dark governmentals, jihadists, local fascists, foreign fascists, paraded through the pettit-bourgeois fantasies in an effort to inaction and intermediation. It is this dark fabric that we put on our own eyes so as not to face the reality, not to be confronted with taking a position. No matter which devil put on the fire, this act is not separated from the laughter of the children, the yawns of the crowd that ecstatically said goodbye to their prison. This act is not unrelated to the stones which are thrown even now, a week later, towards the torturers. This act is not unrelated to the refusal of people to enter into a new concentration camp, to their refusal to feed, to their refusal to accept the charity of the "whites".

One week later, 13,000 people are restricted to a section of the road that leads to the port. Night and day police and military planes land hundreds of special forces with all kinds of equipment. Ships unload water cannon trucks and other special vehicles. Firefighting planes are constantly flying to put out the repeated fires set by the insurgents either to burn again what has been left, either to sabotage the efforts to build a new prison, or to protect themselves from the hundreds of tear gases fired by the police. At the same time all kinds of drones and helicopters are flying in the sky of Mytilene monitoring their movements and organising the repression that is expected to peak hour by hour.

Certainly not all of these people are united, nor we can call them all rebels. Their racial and internal conflicts were, after all, systematically cultivated in the miserable conditions in which they lived. However, we can see a critical revolting crowd of people who do not accept to take a step back. They gamble their future in the fire, they build stone by stone their freedom. The same people engage in immediate action practices, such as aggressively abstaining from food, aggressively rejecting humanitarian aid, or aggressively refusing to integrate themselves into the new narrative of power. Considering the worries of some "white" people about the food and the comforts of the insurgents, it is enough to take a look at their slogans: "We do not want a new camp, we want Freedom", "We do not want food, we want Freedom".

Considering the above, it is important to observe the impasses that were triggered by the uprising among people in solidarity and locals. The efforts for a humanitarian management of the chaotic situation that followed the uprising came to replace the initial numbness that overwhelmed the people in solidarity. The first thoughts concerned food, clothes, accommodation, security from fascists, etc. This approach can be described as at least out of date, if we consider the thousands of portions of food which were trashed due to the refusal of the insurgents to return to the previous normality of humanitarian management. Five years now, a multimillion-dollar business has been activated on the island, through which various systemic and non-systemic actors get rich, and which undertake to satisfy the basic needs of the trapped. Even worse, professional humanitarian organizations, worried about the situation that threatens their investments, are proposing a return to the past through active participation in the reconstruction of a new camp in cooperation with the army and police. Combining all this we are in front of the timeless impasse of solidarity, when it flirts with charity and the logic of victimization and does not unite with the struggle of the insurgents, strengthening them in ways that actively promote their demands.

On the other hand, a group of local people, having as a constant demand the closing of Moria camp, proved, despite their racist approach, to respond more effectively to the demands of the insurgents,setting up a block and preventing the arrival of the machines which would clean the burned area, so that it could continue to operate. They also showed their aggression to the Minister of Immigration, without allowing him to approach. The struggle of the locals can actually be seen through a prism of abandonment, deception, personal ambitions and impasses. Experiencing the human trafficking that the global interests openly develop, and infront of the huge flow of state's armaments, they have gradually moved through the impasse of humanitarian management into the racist illness. They are left to be guided by politicians with hidden agendas and ambitious leaders who swim in the spoon of interest, and soon the results will be exactly the opposite than people are expecting.

Those of us who know Greek society over a period of decades can not be surprised by its apparent conservatisation. Racism, nationalism, patriarchy and intermediation are deeply rooted in Greek society in general. Even if some bourgeois "good manners" were imposed during a small period of a temporary abundance in a part of the society, distancing and indifference was nothing more than an artificial concealment of the above. In the face of the current situation, it is hypocritical to talk about 10-100 fascists or the performance of a political party. The whole "democratic arc" in Lesvos, in front of the great celebration of the burning of Moria, stood either crying or speaking straight from the cesspool. A cesspool that the media does not miss the opportunity to inflate at the most distant brain cells. The information is managed on the terms of the national threat, charged with those of the health bomb. The special police and army forces, which prevent the migrants from approaching the port, have been transformed this time, in contrast to what happened a few months ago, to their protectors from the infected zombies that the Turkish regime sent. But we all are responsible for this image in the background. When we didn't see the cop's uniform under that of the doctor. When we swallowed raw and meaningless humanitarianism. When our individual responsibility became a cause of alienation. When scientificity muted concepts such as self-determination and self-management. When we avoided to struggle against the dance of millions that aimed to reproduce confinement and repression. When we avoided to talk so as not to identify with those we called fascists. When we appeased the racism of society by accusing 10-100 extreme right-wingers. When we consented to the medical clergy turning a blind eye to the hypocritical management that took place in the concentration camps.

The only solution, as it is uttered by the insurgents, is non-solution. And we must promote it with all our means and power. As states and humanitarian organizations try to find ways to manage this deplorable situation, the only role we can play is to sabotage them. Non-solution is confronted with the concept of intermediation. Because any management,coming from a central system of power, can only divide, imprison, isolate.

Once again we need to think about the meaning of solidarity. What kind of solidarity do the insurgents expect from us? In a struggle in which insurgents offer their bodies and sacrifice material goods to the flames, solidarity is not a plate of food, a tent and a cop. In the face of the great fire that burned Moria, small sparks are the only way to communicate with the insurgents. Our hearts were warmed by the great fires that leveled the hell of Moria. As always in such moments the monsters reveal their intentions in the clearest way. Let their weaknesses become our target until the final collapse of any solution. Until we build infinitely fragile societies of equality and solidarity. Until the leveling of each prison, inside or outside

Εικόνες:

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License