Το κράτος μέσα μας

“Διότι μόνο κάποιοι δογματικοί μπορούν να αρνηθούν, ότι υπάρχουν φλογεροί και ειλικρινείς ιδεαλιστές του κράτους”. Γκ. Λαντάουερ, Το μήνυμα του “Τιτανικού”

post image

Το άρθρο ανέβηκε στο alerta.gr στις 26 Σεπτεμβρίου

Κάποτε είχα πάει με τον γιο μου να παρακολουθήσω μια παράσταση σε παιδικό θέατρο. Το έργο ήταν δημοφιλές και η αίθουσα είχε γεμίσει από μικρά παιδιά που περίμεναν με ανυπομονησία να δουν να ζωντανεύει στη σκηνή η μαγεία της δραματουργίας και του παραμυθιού. Λίγο όμως πριν αρχίσει η παράσταση, οι υπεύθυνοι του θεάτρου διαπίστωσαν ότι οι πιο πολλοί από τους μικρούς θεατρόφιλους αδυνατούσαν να δούνε τη σκηνή, αφού η αίθουσα δεν ήταν αμφιθεατρικά φτιαγμένη και τα καθίσματα ήταν όλα στο ίδιο ύψος. Αποφάσισαν λοιπόν να μοιράσουν μαξιλάρια για να μπορούν τα παιδιά να υπερυψωθούν και να βλέπουν καλύτερα. Όταν όμως άρχισε η διανομή, παρατήρησα ότι υπήρχαν γονείς που συμπεριφέρονταν με δύο διαφορετικούς τρόπους. Ο πρώτος τύπος γονέα έπαιρνε το μαξιλάρι που αναλογούσε στο παιδί του έχοντας συνείδηση ότι αν ζητούσε να του δοθεί και δεύτερο μαξιλάρι για να κάτσει το παιδί του/της ακόμη πιο ψηλά, ήταν πολύ πιθανό ότι θα το στερούσε από κάποιον άλλον μικρό φίλο που για τον λόγο αυτό δεν θα μπορούσε να παρακολουθήσει την παράσταση. Παρ’ όλα αυτά, υπήρχε και μια δεύτερη κατηγορία γονιού που δεν μπήκε καθόλου σε αυτή τη λογική και ουδόλως υπολόγισε τις ανάγκες που είχαν τα παιδιά δίπλα στο δικό του.

Παρακινούμενοι από ένα ένστικτο κοινωνικού κανιβαλισμού, οι γονείς αυτοί ζητούσαν επίμονα δεύτερο μαξιλάρι, ή το έπαιρναν με το ζόρι από τα χέρια της αμήχανης ταξιθέτριας, σκεπτόμενοι ότι είχαν μονάχα ένα καθήκον και μια υποχρέωση. Να διασφαλίσουν ότι το δικό τους παιδί θα βλέπει καλά και θα είναι σε θέση να ευχαριστηθεί στην παράσταση. Έπρεπε με κάθε τρόπο όχι απλώς να ενεργήσουν ώστε το παιδί τους να σηκωθεί λίγο πιο ψηλά στη θέση του, αλλά να είναι ψηλότερα απ’ όλα τα υπόλοιπα παιδιά, εξασφαλίζοντας έτσι το πλεονέκτημα του/ της απέναντι στους άλλους. Τελικά, όταν η μοιρασιά τελείωσε και βλέποντας την απαράδεκτη κατάσταση που είχε δημιουργηθεί, με κάποια παιδιά να κινδυνεύουν να πέσουν απ’ τη θέση τους όπως είχαν κάτσει πάνω σε δύο και τρία μαξιλάρια, και κάποια άλλα να έχουν βυθιστεί στο κάθισμα τους απογοητευμένα, αφού πια η ορατότητα προς τη σκηνή είχε εντελώς μπλοκαριστεί, οι υπεύθυνοι του θεάτρου αποφάσισαν να παρέμβουν και να απαιτήσουν από τους γονείς που είχαν πάρει περισσότερα από ένα μαξιλάρια να τα μοιραστούν με όσα παιδάκια δεν είχαν καθόλου.

Τις προηγούμενες μέρες είδα να ζωντανεύει μπροστά μου η ίδια αποκρουστική νοοτροπία κανιβαλισμού που είχα την ατυχία να βιώσω εκείνο το πρωινό στο θέατρο. Στα επεισόδια που έγιναν στον Άλιμο από “αγανακτισμένους γονείς”, οι οποίοι προσπάθησαν να διαλύσουν με τη βία τη μαθητική κατάληψη τοπικού γυμνασίου, μέχρι και τους παλικαράδες που πολιόρκησαν το εγκαταλελειμμένο ξενοδοχείο στα Καμμένα Βούρλα απαιτώντας την απομάκρυνση των ανήλικων προσφυγόπουλων που μεταφέρθηκαν εκεί, έγινε και πάλι φανερή η οργανική σχέση που υπάρχει ανάμεσα στην πατριαρχία από την μιά μεριά, και τις πιο αυταρχικές μορφές της κρατικής εξουσίας, από την άλλη. Λέγοντας εδώ πατριαρχία, δεν εννοώ μόνο έναν άτυπο κοινωνικό θεσμό που επικυρώνει την παραδοσιακή υπεροχή του αρσενικού μέσα στην μονάδα της οικογένειας, αλλά μια ιδιοκτησιακή αντίληψη για το παιδί που περικλείει αμφότερους τους γονείς, ανεξαρτήτως φύλου. Οι τραμπούκοι που επιχείρησαν να σπάσουν την κατάληψη στον Άλιμο έκαναν χρήση της, υπεράνω ταξικών διακρίσεων, ιδιότητας τους ως “γονείς” για να δικαιολογήσουν την ωμότητα των πράξεων τους, λες και το να είναι κανείς γονέας συνεπάγεται αυτομάτως την υιοθέτηση του πιο χυδαίου κοινωνικού συντηρητισμού και την εναντίωση σε κάθε προσπάθεια συλλογικής αυτοθέσμισης των κοινωνικών υποκειμένων.

Δεν γίνεται εδώ να μην διακρίνει κανείς τη συσχέτιση που υπάρχει ανάμεσα στην αντίληψη του γονιού ως καθολικά κυρίαρχου και αποκλειστικά αρμόδιου να αποφασίζει για τις υποθέσεις του παιδιού του/της και της μορφής-κράτους ως της κατεξοχήν μονοπωλιακής εξουσίας που κάνει κουμάντο μέσα στην εδαφική επικράτεια του. Όπως με τα μαξιλάρια, το καθήκον της “προστασίας” του δικαιώματος που έχει κάθε παιδί στην εκπαίδευση δεν ερμηνεύεται με όρους κοινωνικούς, σαν την ίση πρόσβαση των παιδιών μιας ολόκληρης κοινωνικής τάξης σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα με επαρκείς πόρους και υποδομές, αλλά σαν ατομική υπόθεση του καθενός που το μόνο που χρειάζεται να κάνει είναι να επικρατήσει στην κούρσα απέναντι στους “αντιπάλους” του. Ποιοι είναι αυτοί οι αντίπαλοι; Μα φυσικά τα παιδιά όλων των υπολοίπων εφόσον μόνο ο “καλύτερος” και ο πιο αποδοτικός θα έχει μια πιθανότητα να διεκδικήσει την είσοδο του στη τάξη των προνομιούχων νεομπουρζουάδων κι έτσι να έχει πρόσβαση σε μια εκδοχή της καταναλωτικής “καλής ζωής”, ακόμα και μέσα στην ζοφερή ιστορικοκοινωνική συγκυρία που διανύουμε. Ο γονιός λοιπόν που αντιλαμβάνεται τις μαθητικές κινητοποιήσεις σαν την μοναδική απειλή που υποσκάπτει την προοπτική που έχει το παιδί του/της για να λάβει την μόρφωση που του αξίζει, αλλά δεν βγάζει άχνα για τις τραγικές ελλείψεις και την πλήρη αποδιοργάνωση του δημόσιου συστήματος εκπαίδευσης, δεν λειτουργεί απλώς σαν “πατέρας/μητέρα που ανησυχεί”, αλλά σαν ο καλύτερος πρεσβευτής της πιο αυταρχικής πολιτικής εξουσίας. Σαν το μακρύ χέρι του Κράτους που αμφισβητεί ευθέως την ικανότητα και το δικαίωμα των μαθητών να ενεργούν συλλογικά και ανεξάρτητα με σκοπό την προάσπιση των συμφερόντων τους και προσπαθεί να τους καταστήσει περισσότερο υπάκουους και μοιρολάτρες απέναντι στις κοινωνικές συνθηκες θεσμοποιημένης ετερονομίας μέσα στις οποίες μεγαλώνουν. Για εκείνους, μόνο τα παιδιά “τους” έχουν δικαίωμα στην “καλή ζωή” και όλοι οι άλλοι είμαστε δυνητικά εχθροί τους, εφόσον η πίτα είναι μικρή και τα κομμάτια δεν φτάνουν για όλους.

Οι ίδιες ανατριχιαστικές διαπιστώσεις ισχύουν και για τους “αγανακτισμένους” πολίτες που ξεσηκώθηκαν στα Καμμένα Βούρλα γιατί δεν θέλουν οι ασυνόδευτοι ανήλικοι μετανάστες να εγκατασταθούν σε μονάδες που βρίσκονται μέσα στον αστικό ιστό της πόλης. Εδώ ο κοινωνικός αυτοματισμός είναι ακόμα πιο δύσοσμος και αποκρουστικός, διότι δεν μιλάμε για μια μαζική μετατόπιση προσφυγικού πληθυσμού που θα μπορούσε να αλλάξει τη δημογραφική σύνθεση της περιοχής. Μιλάμε για τη στέγαση μερικών δεκάδων παιδιών που έχασαν τους γονείς τους στη διάρκεια του κολασμένου ταξιδιού τους προς τη “γη της επαγγελίας” και τώρα βρίσκονται πια εντελώς απροστάτευτα σε ένα ξένο και αφιλόξενο περιβάλλον. Ούτε σε αυτή την περίπτωση ο νεοέλληνας μικροαστός γονέας μπορεί να συλλάβει την οικουμενική διάσταση της εμπειρίας της γονεϊκότητας και να περιβάλλει αυτά τα ορφανά παιδιά με τη ζεστασιά και το πατρικό/μητρικό ενδιαφέρον που τόσο πολύ έχουν ανάγκη.

Υπάρχουν άλλωστε δύο τρόποι μέσα από τους οποίους μπορεί κανείς να βιώσει την γονεϊκότητα. Σαν μια αυστηρά προσωπική σχέση που σηκώνει τείχη ανάμεσα σε εμάς, την οικογένεια μας και την κοινωνία και μας βάζει σε μια κατάσταση διαρκούς αντιπαράθεσης με όλους τους άλλους. Ή σαν μια εμπειρία που ειναι ταυτόχρονα πολύ οικεία και προσωπική, αλλά και βιώνεται με πρόμοιους όρους από όλους τους άλλους που βρισκονται στην ίδια θέση με μας. Έτσι, μας καθιστά μέρος ενός πράγματος μεγαλύτερου από εμάς, μιας εμπειρίας πανανθρώπινης και γι’ αυτό οικουμενικής. Ο πρώτος τρόπος είναι εκείνος που αναπαράγει τις σχέσεις και τις αντιλήψεις που έχει ανάγκη η κρατική εξουσία για να επεκτείνεται διαρκώς και να γίνεται ισχυρότερη. Είναι επίσης αυτός που καθιστά αναγκαία την επέμβαση της κρατικής αρχής, σαν του “Μεγάλου Ειρηνοποιού”, του φωτισμένου επιδιαιτητή που στέκεται πάνω απο την κοινωνία και φροντίζει για την επίλυση των διαφορών ανάμεσα στις διαφορετικές ομάδες που την απαρτίζουν. Η δεύτερη αντίληψη είναι απαραίτητη προκειμένου να μπορέσουμε ακόμα και να στοχαζόμαστε γυρω από τις δομές και το περιεχόμενο μιας άλλης μορφής κοινωνικής οργάνωσης. Δεν μπορεί από μόνη της να αλλάξει τον κόσμο, αλλά είναι αναγκαία για να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε προς την κατεύθυνση που τουλάχιστον κάποιοι από εμάς επιθυμούν. Την κατεύθυνση της αυτονομίας, της συλλογικής ταξικής μας λύτρωσης και της καθολικής χειραφέτησης των πληβειακών στρωμάτων.

Εικόνες:

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License