Πολιτικό σχόλιο για τη δίκη κι ελαφρά καταδίκη της ναζιστικής κοινοβουλευτικής πτέρυγας

Οι οργανωτές της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα «καταδικάζουν» τους εκτελεστές - Οι επαναστάτες βρίσκονται εκεί που ο λαός παλεύει ενάντια στην εξουσία

Πολιτικό σχόλιο για τη δίκη κι ελαφρά καταδίκη της ναζιστικής κοινοβουλευτικής πτέρυγας

Οι οργανωτές της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα «καταδικάζουν» τους εκτελεστές

...λίγα λόγια επί της θεώρησης της πραγματικότητας

Θα αποφύγω να υποβάλω τους αναγνώστες σε κάτι που με κουράζει ως αναγνώστη και δεν βοηθάει την εξέλιξη του αγωνιστικού διαλόγου: δεν θα επαναλάβω εκείνα που αποτελούν κοινές παραδοχές του κινήματος. Θα σημείωσω εκείνα που μέσα από την πολιτική οπτική με την οποία οργανώθηκα, θεωρώ κρίσιμα, αλλά όχι κοινά δεδομένα.

Μετά από επτά χρόνια κρατικής αξιοποίησης της δολοφονίας του αντιφασίστα Παύλου Φύσσα, παραμένουν διαδεδομένες οι ερμηνείες που εκκινούνται από την άποψη ότι οι φασίστες “ξέφυγαν” από τον κεντρικό έλεγχο ή ότι η ευρωπαϊκή δημοκρατία έχει πρόβλημα με τον απροκάλυπτο ναζισμό. Επίσης, παραμένει η σύγχυση περί της εκπόρευσης του ρατσισμού. Η ανάλυση της συγκεκριμένης φασιστικής-κρατικής δολοφονίας και της διαχείρισής της, από την Αναρχική Συλλογικότητα για τη Μαχητική Προλεταριακή Ανασυγκρότηση (δημοσιευμένη πέντε χρόνια πριν), εξηγεί το ταξικό πολιτικό πλαίσιο των γεγονότων και γιατί οι απόψεις που εξακολουθούν να μη βλέπουν την αδιάκοπη ενότητα στη συστημική αντίφαση δημοκρατίας-φασισμού, αναπαράγοντας ιδεολογήματα της αστικής δημοκρατίας, παρελκύουν το κοινωνικό κίνημα από τη στοχοποίηση του ταξικού εχθρού.

Ο φασισμός ως οργανική έκφραση -όχι παράταιρο εξάρτημα- της αστικής δημοκρατίας (και της ευρωπαϊκής πολιτικής): «Η στρέβλωση των ταξικών αντιθέσεων καθιστά τον φασισμό μια συστημική απάντηση απέναντι στην κρίση συναίνεσης προς το πολιτικό καθεστώς. Όσο περισσότερο ενσταλάζεται ο ταξικός κατακερματισμός, ο λαϊκίστικος εθνικισμός κι ο σωτηριακός πατερναλισμός, που προωθούνται από τους θεσμικούς μηχανισμούς και το σύνολο των καθεστωτικών κομμάτων, τόσο περισσότερο οι φασίστες εμφανίζονται σαν συστημική αντιπολίτευση. Ο φασισμός αποτελεί το κρατικό κακέκτυπο του προλεταριακού κινήματος, ερχόμενος να πνίξει την κυοφορούμενη κοινωνική επανάσταση πριν ακόμα ξεσπάσει, μέσα στην εθνικιστική αντεπανάσταση.

Η επικράτηση του ουκρανικού ναζισμού μέσα από το κίνημα του Μαϊντάν, η άγρια τρομοκρατία και ο πόλεμος στη συνέχεια διαμορφώνουν το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα της φασιστικής δυναμικής. Η προώθηση του φασισμού στην Ουκρανία από τις ΗΠΑ και την ΕΕ με κάθε τρόπο, καταδεικνύει αδιαμφισβήτητα τη δομική θέση του στην ταξική πάλη από την πλευρά του κεφάλαιου. Οι προσχηματικές δημοκρατικές ευαισθησίες της Ευρώπης ήταν ένας μηδαμινός παράγοντας για την ποινικοποίηση της Χρυσής Αυγής. Οι εσωτερικές αντιφάσεις του πολιτικού καθεστώτος που οδήγησαν ορισμένα στελέχη του ελληνικού ναζισμού στη φυλακή, βρίσκονται στους συγκεκριμένους συσχετισμούς της ταξικής πάλης την τρέχουσα εποχή στο έδαφος που πατάμε κι όχι στις φιλοσοφικές-ηθικολογικές επιφάσεις του αστικού κόσμου γενικά»(1).

Ποιός σπρώχνει ποιόν: «Οι φασίστες λειτουργούν για το κράτος ως πόλος είτε καταφατικής είτε απορριπτικής παρέλκυσης, συμπληρωματικά. Η παρουσία ακροδεξιών κομμάτων κι ακόμη περισσότερο των ναζιστών στο κοινοβουλευτικό θέατρο προσφέρει ένα σκιάχτρο για την μετάθεση πολιτικών ευθυνών, όπως πχ. η προώθηση του κρατικού ρατσισμού. Και γι’ αυτό η επίσημη παρέμβαση των ναζιστών είναι θεσμικά αποδεκτή. Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι η μυωπική ρητορική που «βλέπει» τους φασίστες να σπρώχνουν την πολιτική της δεξιάς, αδυνατώντας να αντιληφθεί σφαιρικά τα επιθετικά σχέδια του κράτους, υιοθετείται κι από κομμάτια του αυτοοργανωμένου αγώνα»(1). Η “Χρυσή Αυγή” υπήρχε ήδη πριν την μετα-κρατικομονοπωλιακή αποδιάρθρωση των Βαλκανίων, ως μηχανισμός προπαγάνδας και τρομοκρατίας, ελεγχόμενος από την ΕΥΠ. Δεν ήταν όμως η ναζιστική οργάνωση εκείνη που οργάνωσε τα μικτά αποσπάσματα κυνηγών μεταναστών, που στις αρχές της δεκαετίας του 1990 γέμισαν την Πίνδο με δολοφονημένους Αλβανούς εργάτες. Δεν ήταν η ναζιστική οργάνωση εκείνη που θέσπισε και διατήρησε μέχρι σήμερα, με μαζικά φονικά και βασανιστικά μέσα, την κατάσταση παρανομίας της προλεταριακής μετανάστευσης. Είναι τα συμφέροντα του κεφάλαιου και του ελληνικού κρτάτους. Δεν ήταν η ναζιστική οργάνωση εκείνη που εγκαθίδρυσε τα νέα στρατόπεδα συγκέντρωσης, αλλά η ιμπεριαλιστική αστική τάξη του πλανήτη (κι ο Χρυσοχοΐδης ως υποδειγματικός υπάλληλός της). Δεν ήταν η ναζιστική οργάνωση εκείνη που έχτισε το τείχος του Έβρου. Ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ εκείνος που το επέκτεινε, εκείνος που φύτεψε την εξορία της Μόριας, που συνέχισε τους πνιγμούς μεταναστών στο Αιγαίο. Η ευθύνη των φασιστών σε σχέση μ’ όλα αυτά είναι η δουλειά της εμπροσθοφυλακής στην προετοιμασία α-κοινωνικού περιβάλλοντος και της παρακρατικής πλαγιοφυλακής από τη στιγμή που εγκαθιδρύονται. «Οι φασίστες πραγματώνουν στον δρόμο, άμεσα και στοχευμένα ότι εξαγγέλει η αντιπρολεταριακή προπαγάνδα των καθεστωτικών MEDIA, επιχειρώντας να εγκαθιστούν και να επιβεβαιώνουν de facto τους όρους ταξικής τυραννίας που επιβουλεύονται τ’αφεντικά»(1).

Η δολοφονία ενός αντιφασίστα, οργανωμένη από το κράτος: «Όταν το κράτος προστατεύει τις φασιστικές συμμορίες που επί χρόνια μαχαιρώνουν μετανάστες κι αντιφασίστες, είναι σίγουρα έτοιμο να διαχειριστεί έναν φόνο. Όταν μάλιστα ο δολοφόνος είναι ένας έμμισθος μπράβος που παίρνει εντολές από μια φασιστική οργάνωση άμεσα ελεγχόμενη από την ΕΥΠ και ως έμπειρος επαγγελματίας ξέρει καλά τη δουλειά του, τότε το κράτος όχι μόνο είναι έτοιμο να διαχειριστεί τη δολοφονία, αλλά την έχει οργανώσει, έχοντας προετοιμάσει τις συνθήκες, έχοντας δώσει τη γραμμή για τη σκλήρηνση των φασιστικών επιθέσεων ή και τη συγκεκριμένη εντολή κι όντας έτοιμο να την αξιοποιήσει. Η ταχύτατη εκδίπλωση της “αντιφασιστικής” κατασταλτικής επιχείρησης που ακολούθησε το συμβάν του Κερατσινίου έδειξε καταφανώς ότι η κυβέρνηση ήταν κάτι παραπάνω από έτοιμη: είχε επενδύσει σε μια φασιστική δολοφονία.

Οι αφηγήσεις που λένε ότι οι φασίστες μπήκαν στο στόχαστρο της θεσμικής καταστολής γιατί στο Κερατσίνι ξεπέρασαν τα όρια του αφομοιώσιμου στο δημοκρατικό παιχνίδι ή γιατί βγήκαν γενικότερα εκτός κρατικού ελέγχου, αναπαράγουν το τεχνητό δίπολο δημοκρατίας και φασισμού, το οποίο διαμορφώνει η κρατική προπαγάνδα για να σπέρνει σύγχυση και να καθαγιάζει τους θεσμούς. Η επιχείρηση φαινομενικής ποινικής κάθαρσης της καθεστωτικής πολιτικής σκηνής σε μια ελάσσονα κλίμακα, είχε κίνητρο τους κομματικούς ανταγωνισμούς της δεξιάς…

Το βασικό και αναλλοίωτο κρατικό κίνητρο μιας φασιστικής δολοφονίας βρίσκεται στην εμφύσηση της καθεστωτικής τρομοκρατίας τόσο με την μορφή της παρακρατικής επιθετικότητας, όσο και με την προϋπάρχουσα, δομική και συνακόλουθη μορφή του αστυνομικού και ποινικού ελέγχου. Οι φασίστες, με την επίσημη ηγεσία τους εντός ή εκτός φυλακής παραμένουν ένα φονικό εργαλείο στα χέρια του κράτους και η δολοφονία ενός μαχητικού αντιφασίστα εγγράφηκε στο δυναμικό του παρόντος καθεστώτος. Οι κομματικοί τακτικισμοί όλου του πολιτικού φάσματος δουλεύουν για την αντεπανάσταση και συγκλίνουν στην όξυνση της κρατικής καταστολής»(1).

Παρότι στην πρώτη φάση της διαχείρισης της δολοφονίας, την πολιτική υπεραξία την καρπώθηκε η καθεστωτική αριστερά, η καταδίκη της κοινοβουλευτικής ναζιστικής ηγεσίας επιχειρεί να κατοχυρώσει τον έλεγχο της δεξιάς εκλογικής δεξαμενής από τη ΝΔ, εφόσον έχει ήδη επιστρέψει στο ταμείο της το μεγαλύτερο μέρος αυτού του πλήθους. Η δολοφονία δεν ήταν ένα παρατράγουδο -ήταν το απαραίτητο αντικειμενικό δεδομένο για να μπορέσει το κράτος να διατηρήσει τις κατεστημένες ιεραρχίες με ποινικά εργαλεία, ενώ συγχρόνως θα κεφαλαιοποιούσε την τρομοκρατική απειλή που απορρέει από τη φασιστική φονικότητα. Η θυματοποιητική προπαγάνδα της καθεστωτικής αριστεράς έχει αυτόν ακριβώς τον ρόλο: να εμπεδώσει κοινωνικά τη φασιστική κρατική τρομοκρατία.

Το κράτος κλείνει τους εσωτερικούς λογαριασμούς του με ορισμένα από τα εργαλεία που χρησιμοποιεί στην ταξική πάλη: δολοφονίες, προβοκάτσιες, διώξεις, οικονομικοί εκβιασμοί… Η συνθήκη του αναλώσιμου, στην οποία βρίσκονται οι φασίστες, δεν αντιφάσκει στον καθεστωτικό ρόλο τους, δεν είναι παροπλισμός. Ο πόλεμος των αφεντικών γίνεται με αναλώσιμους. Η αναλωσιμότητα των στρατιωτικών/παραστρατιωτικών στελεχών της, εγγυάται την πολιτική κυριαρχία της δημοκρατικής ολιγαρχείας. Επιπλέον, η ελαφρά καταδίκη της κοινοβουλευτικής ναζιστικής ηγεσίας, ως επιχείρηση θεσμικής “κάθαρσης”, δηλαδή μερικής εκκαθάρισης, δεν ανανεώνει μόνο το γενικό ιδεολογικό πλαίσιο και τα πολιτικά συμβόλαια του κράτους, αλλά και τα υποκείμενά του: ανοίγεται χώρος για φασιστικές δομές που δεν έχουν εξαντλήσει τα αποθέματά τους. Το κράτος είχε έτσι κι αλλιώς στο οπλοστάσιο του μια πλειάδα φασιστικών μορφωμάτων. Επιπλέον όμως, η ποινικοποίηση του ναζιστικού κόμματος τους έδωσε νέο αέρα.

Οι παραπάνω επισημάνσεις, που ανήκουν σε μια πολιτική θεώρηση η οποία αντιλαμβάνεται τους εσωτερικούς ανταγωνισμούς του καθεστώτος ως μέρος του ταξικού πολέμου από την πλευρά των αφεντικών, δεν μειώνουν διόλου τη σημασία της πάλης που διεξάγει η κοινωνική βάση. Η απόφαση του δικαστηρίου δεν είναι ούτε αποκλειστικά συνέπεια των ενδοσυστημικών αντιφάσεων, ούτε αποκλειστικά των αντιστάσεων: αποτελεί την απόκριση του κράτους στη σύνθετη δυναμική της διαπάλης. Δεν είναι ούτε αποκλειστικά μια υποχώρηση, ούτε αποκλειστικά μια επιθετική αναδιάρθρωση: είναι και τα δυο. Ετούτη η παρατήρηση, αδιάφορο αν έχει ακαδημαϊκό ενδιαφέρον, μας αφορά ως προς το τι έπρεπε να κάνουμε σε σχέση με τη δίκη. Μόνο αν έχουμε χαθεί μέσα στη φούσκα της αφηρημένης ιδεολογίας, γίνεται να μην σημαίνει τίποτα η απόφαση μιας τόσο προβεβλημένης πολιτικής δίκης, με τόσο βαρύ ιστορικό. Το ενδιαφέρον για την εξέλιξη μιας πολιτικής δίκης ενδοκαθεστωτικής αναδιάταξης, δεν απορρέει ούτε συνεπάγεται απαραίτητα την ανάθεση της απονομής δικαίου στους αστικούς θεσμούς (παρότι σύσσωμη η αριστερά, μέχρι και των Εξαρχείων αυτό έκανε) και η τοποθέτηση στον δρόμο σε σχέση με τη δίκη δεν απορρέει ούτε συνεπάγεται οπωσδήποτε μια διεκδίκηση˙ αντιθέτως, πολλοί τοποθετήθηκαν στον δρόμο τη μέρα της απόφασης για να μην αφήσουν τα πολιτικά διακυβεύματα στα χέρια της κρατικής κυριαρχίας. Θα το δούμε στο δεύτερο μέρος του σχολίου μου.

Το σύνολο των οργανώσεων του οριζόντιου κινήματος φωνάζει ότι ο φασισμός ηττήθηκε στον δρόμο, από το μαχητικό αντιφασιστικό κίνημα. Εκθειάζονται, σ’ όλα τα πρόσφατα αντιφασιστικά κείμενα, διάφορες μορφές δράσης που συνέβαλαν στην απώθηση των φασιστών έξω από τον δημόσιο χώρο. Πάραυτα, αποσιωπάται μια συγκεκριμένη πράξη και πρακτική, που είχε ιδιαίτερες συνέπειες στην αντιφασιστική πάλη: το ξεπάστρεμα των δυο φασιστών στο Ν.Ηράκλειο ένα μήνα μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα. Η υποθετική συμπερίληψη της δράσης των Μαχόμενων Λαϊκών Επαναστατικών Δυνάμεων(2) στις επιθετικές αντιφασιστικές πρωτοβουλίες της περιόδου μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, δεν αρκεί για να καταγραφεί και να γίνει κατανοητή η ιδιαίτερη συμβολή της. Ακριβώς επειδή ένα κινήμα συναρθρώνεται από το σύνολο των διαφορετικών πρακτικών του που αναλογούν στην εκάστοτε περίσταση, η συμβολή της καθεμιάς έχει ιδιαίτερη σημασία. Αφαιρώντας την ιδιαίτερη αναγκαιότητα και καταλληλότητά τους, δεν μένει τίποτα. Η υποκριτική και παράλογη παραφιλολογία περί ιεραρχίας/ισότητας των μέσων, συσκοτίζει την αναγκαιότητα συγκεκριμενοποίησης, σκόπιμα, συντηρητικά και καιροσκοπικά. Το ξεπάστρεμα των δυο φασιστών είχε καταλυτική επίδραση στη ρευστοποίηση του ναζιστικού κόμματος˙ έσπειρε τον τρόμο στα στελέχη του, σε όλες τις βαθμίδες, όσο καμία άλλη δράση. Επιπλέον, κατέδειξε στο κράτος ότι δεν μπορεί να διαμορφώνει πολεμική πολιτική, με δολοφονικούς όρους, δίχως αντίπαλο. Η απονομή λαϊκού δικαίου, όπως εκφράστηκε άμεσα στη συγκεκριμένη πρωτοβουλία, άσκησε τη δική της ανταγωνιστική ισχύ πάνω στις επιλογές του κράτους. Με δεδομένο ότι ήταν μια μεμονωμένη πράξη, η σημασία της γίνεται ακόμα μεγαλύτερη κι η αποσιώπησή της πιο εκκοφαντική. Όταν χάνεται μέσα σε μια γενική αφαίρεση, όπου η παρεπόμενη αμφιβολία για το αν υπονοείται ή έχει διαγραφεί, συνηγορεί εκκούσια ή ακούσια στη σκόπιμη αποσιώπηση, τότε επανερχόμαστε σε μια θέση αφοπλισμού απέναντι στην κρατική και φασιστική φονικότητα. Η απόσταση μέχρι τη θυματοποίηση με την οποία η αριστερή καθεστωτική οπισθοφυλακή επικυρώνει την κρατική και παρακρατική τρομοκρατία, είναι ένα βήμα. Οι φασίστες απωθούνται μετωπικά. Κι αυτό είναι επίτευγμα του συνόλου (σχεδόν) του οριζόντιου κινήματος. Το αστικό δίκαιο χάνει την ισχύ του, όταν αποκτά ισχύ το επαναστατικό. Δεν αρκεί να διατρανώνουμε ότι δεν περιμένουμε από το κράτος να δικάσει τους φασίστες του. Χρειάζεται να κρατήσουμε σφιχτά τα μετρημένα μαθήματα της επαναστατικής πάλης, για να γίνει κάποτε κοινό κτήμα, μετωπική δύναμη, το επαναστατικό δίκαιο.

Όπως σημείωσα παραπάνω, το κράτος κλείνει τους εσωτερικούς λογαριασμούς του με ορισμένα από τα εργαλεία που χρησιμοποιεί στην ταξική πάλη. Ο 187 έχει εφαρμοστεί πάνω μας επί δυο δεκαετίες, πολύ πριν εφαρμοστεί στους φασίστες. Έχουν δοθεί σκληροί αγώνες ενάντια στο νομικό οπλοστάσιο της πολιτικής καταστολής. Το κράτος δεν χρειαζόταν την καταδίκη των φασιστών για να επιτεθεί με το νόμο περί οργάνωσης στο κοινωνικό κίνημα. Όποιος αντιλαμβάνεται την καταδίκη ως προανάκρουσμα μιας έξαρσης της θεωρίας των “δυο άκρων”, τοποθετεί τον εαυτό του εντός ενός δήθεν απυρόβλητου κέντρου μεταξύ των δυο άκρων, δηλαδή, με δημοκρατικές παρωπίδες. Να θυμίσω ότι η θεωρία των “δυο άκρων” δεν έχει αποτελέσει ένα βασικό εργαλείο του κράτους γενικά, ενάντια στο κίνημα. Οι φάσεις συστηματικής χρήσης της είναι πολύ συγκεκριμένες κι ενδεικτικές: Η ΝΔ τη χρησιμοποίησε ενάντια στον ΣΥΡΙΖΑ κατά την προΣΥΡΙΖΑ μνημονιακή περίοδο και ο ΣΥΡΙΖΑ ενάντια στους αναρχικούς, κατά τη διακυβέρνησή του. Η λειτουργία της δηλαδή, δεν είναι να εξισώνει με τους φασίστες το κοινωνικό κίνημα, που βάλεται με ή χωρίς αυτή τη θεωρία. Εδώ κι εβδομήντα χρόνια, όλοι χαρακτηρίζουν τους αντιπάλους τους, φασίστες. Η λειτουργία της θεωρίας των “δυο άκρων” είναι να οριοθετεί ποιός ανήκει και ποιός όχι, στο θεσμικά κατοχυρωμένο πολιτικό σύμπαν. Η αυτοθυματοποίηση σε σχέση με τον 187, με έναυσμα την καταδίκη της ναζιστικής κοινοβουλευτικής πτέρυγας, εκφράζει μια ύστατη ελπίδα παθητικής συντήρησης μέσα στις πολιτικές συμβάσεις που καταρρέουν ασταμάτητα. Εκφράζει επίσης, μια επιβεβαίωση του καταστροφικού διαχωρισμού μεταξύ διωκόμενων και ακαταδίωκτων δράσεων και οργανώσεων. Είναι η γνωστή ιστορία, «πρώτα ήρθαν για τους τάδε, μετά για τους δείνα και τελικά για μένα, όπου δεν είχε μείνει κανείς να με στηρίξει». Τώρα που χάϊδεψε και τους φασίστες θυμηθήκαμε τον 187; Ίσως κάποιοι, μη καταφέρνοντας να κατανοήσουν γιατί το κράτος χτυπάει τα δικά του στελέχη με τα εργαλεία που έχει φτιάξει για να χτυπάει εμάς, έχουν ανάγκη να επινοήσουν θεμελιωδέστατες, απλές εξηγήσεις. Η απλούστευση όμως, δεν είναι πάντοτε ένας καλός οδηγός. Κι η αυτοτρομοκράτηση, σίγουρα δεν κάνει καλό, όπως θα έλεγε κι ο γιατρός.

«Τη στιγμή που η εξουσία εξαπολύει την πιο ωμή τρομοκρατία και διακηρύσει την παντοδυναμία της, τότε βρίσκεται στην πιο ευάλωτη καμπή της. Οι πολιτικές ερμηνείες που είδαν την κρατική διαχείριση της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα ως φάση ισχύος της καταστολής, ενσωματώνουν και προσαρμόζονται στο κρατιστικό φαντασιακό. Οι θεωρήσεις περί ενός ακαταμάχητου κράτους, που συχνά συνοδεύονται κι από μια θεώρηση που γιγαντώνει τους φασίστες σα να ήταν ακαταμάχητοι με όρους αυτοοργανωμένης πάλης, εκφράζονται αφοπλιστικά ακριβώς τότε που η προλεταριακή-κοινωνική αντεπίθεση καθίσταται φυσικά, ηθικά και πολιτικά αναγκαία, ευνόητη και δυναμικά εφικτή…

Η διάχυτη κρατική τρομοκρατία αποτελεί συνέπεια της διογκούμενης ενδεχομενικότητας στην ταξική διαπάλη.

Εδώ, στα σημεία κρίσης της εξουσίας οι αγωνιστές έχουν ευθύνη να δίνουν θαρρετά έμπρακτες ριζοσπαστικές απαντήσεις στο τέλμα που εσωτερικεύεται από τους καταπιεζόμενους. Ποιά στάση προάγει το ταξικό καικοινωνικό κίνημα και το οδηγεί σε νίκες απέναντι στην τρομοκρατία και τη λεηλασία; Που βρίσκεται ο κοινός τόπος όπου οι προλετάριοι συγκροτούν την επαναστατική ισχύ τους; Η απάντηση που δίνουμε είναι ένα βήμα μπροστά από τις αντιφάσεις και τις δίνες του κρατισμού: Στην αντεπίθεση για την επαναστατική αυτοοργάνωση και την ανατροπή εδώ και τώρα, με τη μαχητική συστράτευση στα αστικά κέντρα, στις γειτονιές και στα χωριά»(1).

Οι επαναστάτες βρίσκονται εκεί που ο λαός παλεύει ενάντια στην εξουσία

...λίγα λόγια επί της πρακτικής

Πρέπει να είμαστε εκεί, όπου υπάρχει ταξική καταπίεση ή πολιτικό διακύβευμα. Το πρώτο είναι μάλλον ευνόητα άμεση συνέπεια της αλληλέγγυας στάσης. Το δεύτερο δεν είναι αυτονόητο. Αποτελεί ένα σημείο ρήξης μεταξύ της πουριτανικής ιδεαλιστικής αντιεξουσιαστικής στάσης και της ταξικής-κοινωνικής υλιστικής, όπως επιτάσει η επαναστατική αναρχική στράτευση. Η επιλογή πεδίων παρέμβασης με ιδεολογικά κριτήρια δείχνει ότι ο σκοπός της είναι κυρίαρχα εσωστρεφής: η ενδυνάμωση του ίδιου πολιτικού σώματος. Ο κόσμος εκεί έξω όμως συνεχίζει να εξελίσεται. Και το σημαντικό, εξελίσεται παίρνοντας τα χαρακτηριστικά εκείνων που λαμβάνουν πρωτοβουλίες ή αντίρροπες πρωτοβουλίες. Όταν ένας πολιτικός αντίπαλος, όχι απαραίτητα ο “μεγάλος” εχθρός, παρεμβαίνει σ’ ένα κοινωνικό πεδίο, η σημασία του πεδίου αυξάνεται, διότι τα ενεργά πολιτικά υποκείμενα αναδιαμορφώνουν τα χαρακτηριστικά του. Αν δεν βρεθείς εκεί, έστω δεύτερος, εγκαταλείπεις το πεδίο στην κυριαρχία των αντίπαλων δυνάμεων. Πάντα στη μάχη κάποιος φτάνει δεύτερος ή τρίτος. Και συχνά, εκείνος που μπαίνει τελευταίος καθορίζει την έκβαση. Δεν θέλω να επικαλεστώ τον Θουκυδίδη, τον Μακιαβέλι, τον Κλαούζεβιτς, τον Λένιν και τους επιγόνους του ή τη Ντιέλο Τρούντα πάλι, αλλά η παραγνώριση αυτής της διαλεκτικής υποδηλώνει έναν βαθμό ιστορικής αγραμματοσύνης. Στην ανάλυση «Αντιμιλιταρισμός κι επαναστατικός αναρχισμός»(3), έθιξα το ζήτημα, ειδικά σε σχέση με τον φασισμό, με το παράδειγμα της Ουκρανίας κατά την επανάσταση του πρηγούμενου αιώνα και κατά τις εξελίξεις από το κίνημα του Μαϊντάν και μετά. Η κοινωνική πραγματικότητα δεν είναι επιλέξιμη -είναι πολιτική στο σύνολό της, σε όλο το βάθος της.

Με την ευκαιρία, να προσθέσω σε σχέση με μια ειδική μορφή εστίασης σε συγκεκριμένα πεδία, ότι η εισαγωγή νέων θεματικών στην κοινωνική πάλη (πχ. αντισπισισμός, φεμινισμός, αντιιμπεριαλισμός), όσο γίνεται υπό το πρίσμα της αναβάθμισης του συνόλου της ταξικής πάλης και της έμπρακτης τοποθέτησης σ’ όλο το κοινωνικό μέτωπο, εισάγει ριζοσπαστικά στοιχεία ικανά να προωθήσουν το επαναστατικό κίνημα. Ενώ, όσο γίνεται υπό το πρίσμα μιας εκλεκτικής θεώρησης, αποκόπτεται από το κοινωνικό κίνημα και βυθίζεται στον ακαδημαϊσμό ή στις εσωτερικές έριδες του σεχταρισμού. Οι ιδεολογικές φράξιες δεν καταφέρνουν ούτε τον σκοπό τους, να συγκροτήσουν ένα συμπαγές σώμα, αφού κινούνται με την πλάτη προς την πηγή, τις συγκεχυμένες και σε πολλά επίπεδα αντιφατικές, αγωνιζόμενες κοινωνικές δυνάμεις.

Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει ποτέ μαζική κινητοποίηση με καθολικά καθαρά πλαίσια. Οι απεργιακές διαδηλώσεις της ΓΣΕΕ δεν έχουν προδιαμορφωμένα πλαίσια που επιδιώκουν να μονοπωλήσουν την κινητοποίηση; Οι αντιμνημονιακές δεν είχαν; Καμία διαφορά σε αυτό το σημείο, μεταξύ της καθεστωτικής αριστεράς που διαδήλωσε ζητώντας την καταδίκη της «Χρυσής Αυγής» κι εκείνης που διαδήλωνε ζητώντας την καταψήφιση των μνημονίων και τη διαγραφή του εθνικού χρέους ή και την έξοδο του ελληνικού κράτους από την ΕΕ. Είτε έχουμε να κάνουμε με την ταξική επίθεση με όρους εθνικής οικονομίας είτε με όρους εργασιακών σχέσων είτε με όρους δικαίου επί της πολιτικής βίας (δίκη ναζιστικής κοινοβουλευτικής πτέρυγας) ή με άλλους όρους, κάθε πολιτική δύναμη βάζει το δικό της πλαίσιο στον δρόμο (το κράτος το κάνει και μέσω της αστυνομίας), ειδάλλως, εγκαταλείποντας τη μάχη αφήνει το πεδίο στον εχθρό. Μοναδική εξαίρεση, ίσως παγκόσμια, που επιβεβαιώνει τον κανόνα των ανταγωνιστικών πλαισίων, αποτελούν οι οργανώσεις της ελλαδάρικης «Αυτονομίας», που βγαίνουν στον δρόμο μόνο σε αποκλειστικά δικές τους διαδηλώσεις, κάνοντας ότι μπορούν για να μην συμμετέχει ούτε ένας που δεν έχει συνυπογράψει την ιδεολογική γραμμή. Το απαύγασμα του κομματισμού. Ας θυμηθούμε πώς πέθαναν οι έλληνες τον Μπάϊρον (ήταν λόρδος, ευαίσθητος).

Στο διαταύτα λοιπόν, ποιό πλαίσιο διαμορφώνει το πεδίο; Το πλαίσιο εκείνου που επικρατεί με όρους ισχύος. Το κράτος προβάλει αδιάλλειπτα τα δικά του πλαίσια. Το ίδιο κάνει κι η καθεστωτική αριστερά, εντός κρατικών θεσμών ή περιφερειακά. Τα κρατικά πλαίσια τίθενται σε όλα τα σημεία της ταξικής διαπάλης, μέσα στους θεσμούς, στον δημόσιο χώρο και στα κλάσματα του κοινωνικού βίου. Που αλλάζουν τα πλαίσια, σε κατεύθυνση επαναστατική; Στους κοινωνικούς τόπους και κυρίως στον δρόμο, με την επίθεση στα κρατικά πλαίσια και την υπερκέραση των κρατιστικών πλαισίων και σχεδίων. Το καθεστωτικό πλαίσιο της δίκης της ναζιστικής κοινοβουλευτικής πτέρυγας, βρισκόταν υπό αμφισβήτηση σε κάθε δράση αντιφασιστικής βίας (αμυντική ή επιθετική με οποιαδήποτε έννοια), από τη νύχτα της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα˙ αλλά βρήκε έναν αντίπαλο στη γενική κλίμακά του, στις επιθετικές πρωτοβουλίες των αντιφασιστών που συγκεντρώθηκαν τη μέρα της απόφασης. Οι αντιφασίστες που ήταν εκεί κι επιτέθηκαν στις δυνάμεις καταστολής, είναι εκείνοι που μ’ αυτή την πράξη τους έθεσαν ένα ανατρεπτικό πλαίσιο. Δεν μπορούσε να υπάρξει άλλος τόπος και χρόνος για να χτυπηθεί η κρατική πολιτική γύρω από τη δίκη, με σαφήνεια και καθολική απεύθυνση. Ενδεχομένως αυτή η πρωτοβουλία να έχει αποφασιστική συμβολή στην ανάπτυξη της ταξικής σύγκρουσης την τρέχουσα περίοδο.

Ακριβώς λόγω της δυναμικής επικινδυνότητάς της, η επιθετική πρωτοβουλία της μέρας της δικαστικής απόφασης βρέθηκε στο στόχαστρο της καθεστωτικής αριστεράς, με τη γνωστή προβοκατορολογία. Απέναντι στην πρακτόρικη συκοφαντική μεθοδολογία της αριστεράς, δεν αρκεί να καταγγείλουμε την πρακτορολογία. Όταν το κάνουμε με αμυντικό τρόπο, αναπαράγουμε το καθεστωτικό πλαίσιο. Η χρήση της έννοιας «απρόκλητη επίθεση», για να αποδόσει στο κράτος την ευθύνη της σύγκρουσης, έμμεσα αποποιείται το δίκαιο της ταξικής αντεπίθεσης. Από άποψη τακτικής, ενίοτε είναι κρίσιμο ποιός κάνει την πρώτη κίνηση κι επαυτού είναι αδύνατο να εξαχθεί ένας κανόνας, αλλά από πολιτική άποψη, δεν υπάρχει πρώτη κίνηση. Ο πόλεμος μαίνεται επί χιλιετίες. Δεν υπάρχει τίποτα απρόκλητο στην ταξική διαπάλη. Η έννοια της πρώτης κίνησης υπονοεί μια κατάσταση συμβατικής ειρήνης. Η χρήση της λέξης «απρόκλητη» είναι αποκλειστικά καιροσκοπισμός που υποδηλώνει μια αδυναμία πραγματικής αντιπαράθεσης με το καθεστωτικό πλαίσιο. Επιπλέον, πάει ένα βήμα πιο πίσω από τη δημόσια καταδήλωση της αδυναμίας της: αποσιωπώντας εκείνη την πρωτοβουλία που έθεσε επί του πρακτέου ένα ανατρεπτικό πλαίσιο, την εξαφανίζει από τον κοινωνικό διάλογο. Η καταγγελία του απρόκληκτου, αναπόφευκτα συγχέεται με τις καθεστωτικές φωνές που ερμηνεύουν την επίθεση της αστυνομίας ως πρωτοβουλία φασιστικών θηλάκων της, απενοχοποιώντας την κυβέρνηση και την αστική δημοκρατία γενικότερα. Για να ανταπεξέλθει απέναντι στην καθεστωτική λάσπη που αναγορεύει τους επιτιθέμενους αντιφασίστες ως όργανα των φασιστών, η αμυντική τοποθέτηση που θέλει να μην αναφέρεται σ’ αυτούς, καταλήγει να αντιγράφει πλήρως από την εργαλειοθήκη της καθεστωτικής αριστεράς την αυτοθυματοποίηση.

Στην προαναφερόμενη ανάλυση της Αναρχικής Συλλογικότητας για τη Μαχητική Προλεταριακή Ανασυγκρότηση, ειδικότερα, στο σημείο που απολογίστηκαν οι κινητοποιήσεις της πρώτης επετείου της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα, είχε προβλεφθεί με ευκρίνεια τι θα ακολουθούσε: «Από τη σκοπιά της αγωνιζόμενης βάσης, η αφήγηση του ΣΥΡΙΖΑ γύρω από τις επιθετικές κινήσεις αρκετών διαδηλωτών, η οποία αναπαράχθηκε από ένα μέρος του κινήματος, δεν έχει καμία συνάφεια με την υπεράσπιση των κοινωνικών χαρακτηριστικών της κινητοποίησης. Για τους θεσμικούς κομματικούς φορείς το ζητούμενο εστιάζεται στην ειρήνευση. Η αφήγησή τους αποκάλυψε επίσης με ποιόν τρόπο θα κυβερνήσει η καθεστωτική αριστερά. Με την προβοκατορολογία, τη σπέκουλα και την κινηματική διάσπαση, που δουλεύουν παράλληλα με την καταστολή. Στον ευνουχισμένο νεο-σοσιαλισμό της ευρωπαϊκής δημοκρατίας, οι αντιστεκόμενοι θα στιγματίζονται συλλήβδην σαν αντικοινωνικά στοιχεία την ίδια στιγμή που θα τους πνίγουν στα χημικά και θα τους μπουζουριάζουν». Τότε, ορισμένες πολιτικές δυνάμεις του κινήματος ασπάστηκαν τα “κοινωνικά” επιχειρήματα της καθεστωτικής αριστεράς. Αν δεν έχεις την αποφασιστικότητα να συγκρουστείς, προστρέχεις πίσω από το πλησιέστερο πολιτικό πλαίσιο του εχθρού. Σήμερα, όποιοι δεν έχουν κάνει βήματα για τη μαχητική αυτοσυγκρότησή τους, διαμαρτύρονται κρατώντας το ίδιο πλαίσιο παθητικής στάσης.

Πιθανότατα το κράτος να είχε προαποφασίσει να χτυπήσει έτσι κι αλλιώς την αντιφασιστική συγκέντρωση ή μόνο στην περίπτωση μιας καταδικαστικής απόφασης, ώστε να δείξει ποιός θα καρπωθεί τα αποτελέσματα, ποιός διατηρεί το κουμάντο και ποιό είναι το σύνορο του δημοκρατικού τόξου. Δηλαδή, οι λαϊκές δυνάμεις να νιώσουν ότι πρέπει να μην προσβλέπουν στη μαζική επανάκαμψή τους στον δρόμο. Ακριβώς αυτή η διόλου περιθωριακή εικασία, υποχρέωνε τους αντιφασίστες ν’ αναλάβουν την πρωτοβουλία της επίθεσης ή να προετοιμάσουν μια ευκρινή αντεπίθεση, προκειμένου η κινητοποίηση τους να έχει σαφές αντικαθεστωτικό νόημα. Οι αγωνιστές που οργανώθηκαν μ’ έναν τέτοιο τρόπο, έκαναν πράξη τη θέση ότι ο φασισμός χτυπιέται ανατρέποντας το σύστημα που τον γεννάει.

Ως εδώ, το πεδίο της πολιτικής διακύβευσης προσδιορίστηκε σε σχέση με τις δομές και τις πρωτοβουλίες του εχθρού. Να δούμε και τον παράγοντα που αποτελεί κεντρικό επίδικο της επαναστατικής πάλης: το κοινωνικό κίνημα. Πριν έναν αιώνα διδαχτήκαμε τις τραγικές συνέπειες της απουσίας αναρχικής επαναστατικής οργάνωσης, μιας οργάνωσης ικανής να θέσει σε κίνηση επαναστατικές προτάσεις. Υπάρχει ένας ακόμα χειρότερος τρόπος να χάνουμε το ιστορικό γίγνεσθαι: να απουσιάζουμε από τις κοινωνικές μάχες. Αν οι ιδέες που προσπαθούμε να διατηρήσουμε ακέραιες, δεν μπορούν να συναντηθούν με τους ταξικούς-κοινωνικούς αγώνες που διεξάγονται σε παρόντα χρόνο, η πραγματικότητα μπορεί να έχει και πιθανότατα έχει πολλά προβλήματα κι ωστόσο, οι ιδέες μας σίγουρα ανήκουν στα βαθύτερα απ’ αυτά. Εφόσον αναφερόμαστε σε επαναστατικά προτάγματα κι όχι σε ατομικιστικές διαθέσεις και απόψεις, ετούτη η παρατήρηση αναπόδραστα αποτελεί κριτήριο πολιτικής αυτοσυνείδησης.

Οι αγωνιζόμενες μάζες, ακόμα και μέσα στα πιο σφιχτά κομματικά δεσμά, δεν ήταν ποτέ, διότι δεν μπορούν να είναι, ομοιόμορφα πολιτικά σώματα. Η ανάδυση του κοινωνικού δυναμικού εμπεριέχει σε αναλογία προς τα μεγέθη του, πλήθος αντιφάσεων, από αυτές που συνδιαμορφώνουν τον ανθρώπινο κόσμο κι από τις οποίες απορρέει διαλεκτικά ο επαναστατικός πλούτος. Το ταξικό-κοινωνικό κίνημα δεν θα ικανοποιήσει ποτέ τις καθαρές ιδέες κανενός. Οι ιδέες οφείλουν να υπηρετούν τη ριζοσπαστική εξέλιξη του κοινωνικού κινήματος. Αυτό γίνεται μόνο μέσα στο ίδιο το κίνημα, ενδυναμώνοντας την ταξική σύγκρουση, την αυτοοργάνωση, την κοινωνική αυτοδιεύθυνση, σε αντιπαράθεση προς τις οπισθοδρομικές πολιτικές προτάσεις. Είναι δεδομένο ότι στους ανοιχτούς αγώνες, από τους οποίους γεννιούνται επαναστατικά σώματα, υπάρχουν πλήθη ανθρώπων και οργανώσεις που έχουν αποκλίνοντες ή κι ανταγωνιστικούς προσανατολισμούς. Πρέπει να είναι επίσης δεδομένο ότι όσο απουσιάζουμε εμείς, τόσο περισσότερο κυριαρχούν ρεφορμιστικές στρατηγικές. Η ιστορική εμπειρία υπήρξε διαφωτιστική επ’αυτού. Οι αγώνες δεν φτιάχνονται σε ακαδημαϊκούς κλίβανους. Ο φόβος του συγχρωτισμού δεν εκφράζει τίποτα επαναστατικό.

Αν αδυνατούμε να σταθούμε στον δρόμο αυτόνομα προκειμένου να υλοποιήσουμε τη δική μας στρατηγική (πριν μερικές δεκαετίες δεν ήταν σπάνιο φαινόμενο), οφείλουμε να διερευνύσουμε τις οργανωτικές συνθήκες που φτιάχνουμε εμείς για μας και για το κίνημα. Η απαξίωση των μαζών επειδή καθοδηγούνται από άλλες πολιτικές γραμμές, αποτελεί αναιρετική παλινδρόμηση για τις επαναστατικές ιδέες. Στον συγκεκριμένο αγώνα που μας αφορά εδώ, η κατάσταση είναι απλούστερη. Η αντιφασιστική πάλη στον ελλαδικό χώρο σήμερα, έχει ένα και μοναδικό πολιτικό πρόσημο: αυτοοργανωμένη άμεση δράση. Δεν υπάρχει πολιτικός αντίπαλος μέσα στο μέτωπο. Με εξαίρεση την Ισπανία το ‘36, δεν υπήρξε ποτέ άλλοτε καθεστωτικός μαχητικός αντιφασισμός, από το 1919 στη Γερμανία και μέχρι σήμερα (ούτε η σοβιετική αντίσταση στη ναζιστική επεκτατικότητα αποτέλεσε εξαίρεση, διότι δεν ήταν συνέπεια ενός αδιάλλακτου αντιφασισμού, αλλά μιας επέμβασης για την κατάλυση του κρατικομονοπωλιακού καθεστώτος). Σήμερα ειδικά, είναι αδύνατο να συγκροτηθεί μαχητικό αντιφασιστικό κίνημα από καθεστωτικές δυνάμεις. Η σοσιαλδημοκρατία, από τον Έμπερτ μέχρι το ΚΚΕ και το ΚΕΕΡΦΑ, δεν μπορεί να εγκολπώσει τον μαχητικό αντιφασισμό, διότι αυτό θα αποδομούσε τα θεμέλια της λειτουργίας ενσωμάτωσης που επιτελεί. Και ισχύει εξίσου στις ΗΠΑ, στη Βραζιλία, στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, παντού. Μα και στην Ισπανία τον προηγούμενο αιώνα, η καταστολή της επανάστασης αποτέλεσε εχέγγυο για τη νίκη του φασισμού. Θα ήταν εντελώς εκτός τόπου και χρόνου, τη μέρα που μια μεγάλη μάζα θα κινητοποιούταν ενάντια στους φασίστες, να αφήναμε τον δρόμο στις πολιτικές δυνάμεις που δεν στάθηκαν ποτέ στον δρόμο απέναντι στους φασίστες. Αν ήταν προβλεπτό ότι μεγάλο μέρος των συγκεντρωμένων, πολλοί από τους οποίους δεν είχαν ξανασυμμετάσχει σε αντιφασιστική κινητοποίηση, θα βρισκόταν υπό την ηγεσία καθεστωτικών δυνάμεων, οι λόγοι της παρουσίας των αναρχικών και της ανάληψης πρωτοβουλιών, ενισχύονταν.

Η αριστερά του Τσίπρα, ήταν εμφανές αρκετό καιρό πριν κυβερνήσει, ότι θα άνοιγε αμέσως τις πόρτες στον φασισμό. Μπορεί τα στελέχη να κάναν παράτες στα μνημεία της Καισαριανής και της Λούξεμπουργκ, αλλά οι πολιτικές εξαγγελίες τους κι ύστερα η πολιτική που εφάρμοσαν, νεκρανέστησαν τον Έμπερτ, τον Νόσκε και τον Γεώργιο Παπανδρέου. Δεν μπορεί να πει κανείς ότι οι ενδείξεις δεν είχαν καταγραφεί(4) στον κινηματικό διάλογο. Οι αγωνιστές που προσδοκούσαν από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ μια ανάπαυλα, δεν εξαπατήθηκαν, αυτοεξαπατήθηκαν. Όχι μόνο δεν εμφανίστηκε μια ευκαιρία ανάπτυξης των αυτοοργανωμένων δομών, αλλά τουναντίον, η κυβερνητική αριστερά επιτέθηκε με πρωτόγνωρη σφοδρότητα στις αγωνιστικές δομές, στις κινητοποιήσεις της βάσης και στους αγωνιστές. Όποιοι συνθηκολόγησαν τότε, επιχείρησαν να ενταχθούν στο κέντρο μεταξύ των “δυο άκρων”. Ο μαχητικός αντιφασισμός όμως, η κοινωνική επίθεση στους φασίστες, δεν θα μπορούσε να βρεθεί εντός κέντρου. Τη σχιζοφρένεια διάφορων σχημάτων πάνω σ’ αυτό το σημείο τη βιώσαμε στον δρόμο, σε αντιφασιστικές κινητοποιήσεις, όπου η μαχητικότητα ορισμένων οργανώσεων στράφηκε προς τα μέσα. Εκεί που ο αντιφασισμός αρχίζει να χαριεντίζεται με το καθεστώς, παύει να είναι μαχητικός και κατά συνέπεια παύει να είναι και αντιφασισμός.

Οι επισημάνσεις για τον ανύπαρκτο καθεστωτικό μαχητικό αντιφασισμό, αφορούν στη συμμετοχή στην κινητοποίηση της μέρας της απόφασης ως εξής: η περιγραφή που αναγνωρίζει την ύπαρξη αυτού του φαντάσματος και μάλιστα, προσδίδοντάς του τέτοια ισχύ που να μην αφήνει διόλου έδαφος για την έκφραση μιας επαναστατικής στάσης, του δίνει ύπαρξη κι επικυρώνει την κυριαρχία του. Να παραδόσουμε τον δρόμο αμαχητί, θα ήταν η μόνη επικύρωση που θα μπορούσε να έχει αυτό το φάντασμα. Επειδή δεν την είχε, αναγκάστηκε να ξεγυμνωθεί εντελώς, χαρακτηρίζοντας τον μαχητικό αντιφασισμό, φασιστική προβοκάτσια.

Τελευταίος σχολιασμός, το ζήτημα των πολιτικών συνεργασιών που επανήλθε, αυτή τη φορά σε σχέση με τον αντιφασισμό. Δεν θα επαναλάβω ό,τι έγραψα αναλύοντας την πλατφορμιστική πρόταση(3). Θα σταθώ εν’συντομία σε τρια παραδείγματα, άλλα από της Ουκρανίας. Η Α’ Διεθνής ήταν κατά συνείδηση ένα πολυσυλλεκτικό σώμα. Όταν έπαψε να είναι παρήκμασε. Κι η Αναρχική Διεθνής που ακολούθησε, δεν κατάφερε να ανασυγκροτήσει ένα διεθνές ταξικό κίνημα. Τέλος πρώτου παραδείγματος. Στην Ισπανία το ‘36, το “λάθος” των αναρχικών δεν ήταν ότι συνεργάστηκαν με την αριστερά και τις κυβερνήσεις της (τοπικές, κεντρική), αλλά ότι δεν ήταν έτοιμοι και δεν πήραν κατάλληλες πρωτοβουλίες ώστε να απλωθεί η επανάσταση. Δεν είναι το ίδιο. Η κριτική στη συνεργασία αποφεύγει την πραγματική δυσκολία, την οργάνωση της επανάστασης. Η μη συνεργασία δεν εξασφαλίζει την επανάσταση. Απόλυτο παράδειγμα, η Ρωσία το 1917. Η δογματική εστίαση στο ζήτημα των συνεργασιών αποτελεί ένα πρόσχημα αποστασιοποίησης από τα κύρια καθήκοντάς μας. Τέλος, το σημερινό επαναστατικό κίνημα σε Κουρδιστάν, Τουρκία, Συρία και Ιράν. Η επιβίωσή του τις δυο προηγούμενες δεκαετίες κι η ανάπτυξή του οφείλονται και στα πολιτικά ανοίγματα που έγιναν από διαφορετικές πλευρές. Το έδαφος συνεργασίας μεταξύ αντιφατικών και ιστορικά αταγωνιστικών πολιτικών παραδόσεων, δεν είναι αποτέλεσμα κάποιας ηγεμονίας, αλλά αντιθέτως, αποτέλεσμα της καλλιέργειας των ελευθεριακών ιδεών μέσα στο Κουρδικό απελευθερωτικό κίνημα. Βέβαια, εδώ στο θέρετρο της ευρωπαϊκής μητρόπολης, υπάρχουν ορισμένοι που επιμένουν ότι οι ελευθεριακοί δεν έχουμε καμιά κοινή υπόθεση με την επανάσταση που κάνουν εκεί έξω οι μάζες. Είναι ολοφάνερο ότι τίποτα πια δεν συνδέει τον πουριτανικό ιδεαλισμό με το επαναστατικό κίνημα.

Κι επιτέλους, ν’ αφήσουμε ήσυχους τον Μαλατέστα και τον Ντουρούτι, που δεν έχασαν μάχη για μάχη˙ να πάψουμε το κακό συνήθειο να τους επικαλούμαστε όποτε θέλουμε να τεκμηριώσουμε μια αποστασιοποίηση.

Μπορεί κάποιος να αντιτείνει σ’ ετούτη την κριτική πολιτική παρέμβαση, ότι η αναζήτηση μιας σωστής πολιτικής γραμμής είναι ανεπιθύμιτη, εως επιζήμια. Γιατί ένας να έχει δίκιο; Η ένσταση είναι παραπλανητική. Διότι καθένας που διαμορφώνει ένα πλαίσιο θεώρησης και δράσης πιστεύει ότι είναι το σωστότερο. Το ζήτημα δεν είναι αν κάποιος έχει δίκιο, ούτε μπορεί να επιβληθεί οποιαδήποτε γραμμή. Από μια φιλελεύθερη σκοπιά θα λέγαμε, «άσε τον καθένα να κάνει ότι καταλαβαίνει». Μα πραγματικά, ο καθένας κάνει ότι καταλαβαίνει. Το πρόβλημα εντοπίζεται εκεί όπου αυτά που κάνουμε έρχονται σε αντιπαράθεση. Από τη σκοπιά της επαναστατικής συνέπειας και αποτελεσματικότητας, αποτελεί βασικό ζητούμενο η ενότητα προσανατολισμού κι η συνακόλουθη ενότητα στη δράση. Ο καθένας θα συνεχίσει να κάνει ότι καταλαβαίνει, όμως, το ζητούμενο είναι η συνάντηση των ανεκδήλωτων ταξικών-κοινωνικών δυνάμεων κι η συνοργάνωση των εκδηλωμένων. Ο δημόσιος διάλογος αποτελεί αναντικατάστατο(5) τρόπο εξέλιξης του επαναστατικού κινήματος. Εκείνοι οι σύντροφοι που τοποθετήθηκαν δημόσια και χωρίς αμφισημίες ή τυφλά σημεία στα επίδικα της δίκης της ναζιστικής κοινοβουλευτικής πτέρυγας, ανεξάρτητα από τις απόψεις τους, έπραξαν εποικοδομητικά. Εκείνοι που απέχουν συνειδητά από διάφορα πεδία πάλης, χωρίς να μπαίνουν στον κόπο να εξηγήσουν δημόσια το γιατί, επιτελούν αντικινηματικό έργο.

Παραπομπές και περί των παραπομπών:

1. «Ή σφαγεία ή Σπάρτακοι. Δυναμικές κινητοποιήσεις μνήμης και ξεσηκωμού για τον αντιφασίστα Παύλο Φύσσα που δολοφονήθηκε από παρακρατικούς μισθοφόρους ναζιστές. Σεπτέμβρης 2013-2014-2015»

asmpa.espivblogs.net/files/2016/09/Έκδοση-αντιφασιστική-B6.pdf

2. «Μαχόμενες Λαϊκές Επαναστατικές Δυνάμεις - Οι προκηρύξεις της οργάνωσης»

asmpa.espivblogs.net/files/2016/09/ΜΑΛΕΔ-Β6.pdf

3. «Αντιμιλιταρισμός κι επαναστατικός αναρχισμός: Από τον Έβρο και την καραντίνα, στο πλατφορμιστικό πρόταγμα»

athens.indymedia.org/post/1606583/#1633208

4. Χωρίς να διεκδικώ την αποκλειστικότητα, που μόνο πρόβλημα θα υποδήλωνε ένα τέτοιο δεδομένο, παραθέτω τις δικές μου παρατηρήσεις, από ένα δημόσιο κείμενο μετά από μια σύλληψη το 2013. Άλλωστε, όπως είναι διαυγές στα αποσπάσματα της Αναρχικής Συλλογικότητας για τη Μαχητική Προλεταριακή Ανασυγκρότηση, η πρόγνωση περί της αριστερής πολιτικής καταστολής, που συμπεριλαμβάνει στις στοχοποιήσεις της το αντιφασιστικό κίνημα, ζυμώθηκε συλλογικά και στη συνέχεια συζητήθηκε επίσης σε ανοιχτές διαδικασίες.

«Ο ΗΛΙΟΣ ΑΝΑΤΕΛΛΕΙ ΠΡΩΤΑ ΓΙ’ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΣΤΕΚΟΝΤΑΙ ΟΡΘΙΟΙ»

asmpa.espivblogs.net/2015/06/03/479/

«Η καθεστωτική αριστερά, από τους υπουργούς και τον δήμαρχο της δημαρ μέχρι τους καιροσκόπους του σύριζα, πρωτοστατούν στο κατασταλτικό μέτωπο. Η φράση “θα σας ταράξουμε στη νομιμότητα”, την οποία δανείστηκε από τον γραμματέα της εδα ο εκκολαπτόμενος πρωθυπουργός της αριστεράς, είναι πασιφανώς μια τραγική γελοιότητα αν την δούμε τοποθετημένη απέναντι στις μεθόδους της παρούσας συνεργατικής κυβέρνησης. Άλλωστε, τότε που πρωτοειπώθηκε, σύντομα έγινε πραξικόπημα. Όμως, καθώς η απειλή μεταστρέφεται προς τον ταξικό εχθρό, προς τους αγωνιζόμενους ανθρώπους, αποκτά πρακτικό αντίκρισμα. Ο ίδιος αγύρτης, υποδηλώνοντας την υποταγή του στα διεθνή διευθυντήρια του κεφάλαιου με μια συνέτευξή του στο bbc, συμπαρέβαλε τους αναρχικούς μαζί με τους φασίστες στην βία την οποία θα πατάξει η κυβέρνησή του. “…Και όλες αυτές οι ομάδες που χρησιμοποιούν βία, ισχυριζόμενες ότι ανήκουν στον χώρο του αναρχισμού -στον οποίο εγώ προσωπικά δεν πιστεύω, επειδή θεωρώ ότι η χρήση βίας είναι η πιο εξουσιαστική πράξη που μπορεί κάποιος να ασκήσει- θα αντιμετωπίσουν τις συνέπειες του νόμου”.

Απόλυτη σύνταξη στην περί βίας πολεμική ιδεολογία της κεφαλαιοκρατικής επέλασης που συγκαλύπτει την γενικευμένη, γενοκτονική βία της και στοχοποιεί τους αντιστεκόμενους. Απόλυτη σύνταξη στο πολεμικό ιδεολόγημα των “άκρων”, που αφενός εμφανίζει τους φασίστες ως αντισυστημικούς και αφετέρου αντιστρέφει το νόημα του αντικρατικού αγώνα.

Σαν νέος Νόσκε ο πρωτοσύντροφος της βουλής εξαγγέλει την αποκατάσταση της νόμιμης τάξης. Η αλαζονεία του στηρίζεται στην κάμψη των κοινωνικών αγώνων που επήλθε με την ανακοίνωση των εκλογών του ’12 και ακόμα παραμένει λόγω της συσσωρευμένης αντιεξεγερτικής βίας της προηγούμενης “μνημονιακής” περιόδου, λόγω της διογκούμενης απόγνωσης και λόγω της παθητικής εναπόθεσης ελπίδων στο εκλογικό θέατρο, η οποία αλληλοτροφοδοτείται με τη γενικευόμενη εξαθλίωση και καταστολή. Αλλά η σοσιαλδημοκρατία, μόνο σαν φάρσα μπορεί να επανεμφανιστεί. Στους καιρούς της άγριας δύσης οι πολιτικοί διαχειριστές δεν μπορούν να είναι τίποτ’ άλλο από μαριονέτες της οικονομικής και αστυνομικής δικτατορίας.

Ποιό νόμο θα εφαρμόσουν οι επίδοξοι αριστεροί κυβερνήτες; Το υπάρχον αντικοινωνικό και αντεπαναστατικό δίκαιο ή έχουν έτοιμο ένα σοσιαλιστικό στα συρτάρια των trendy λαϊκών επιτροπάτων; Πως θα επιβάλουν το νόμο πάνω στους ανθρώπους που αγωνίζονται; Με εισαγγελίες και αστυνομίες ή αλλιώς με ποιές δυνάμεις; Με τους βασανιστές, χαφιέδες και δολοφόνους αυτού του καθεστώτως ή αλλιώς, με ποιούς άλλους; Και ποιές συνέπειες θα αντιμετωπίσουν όλες (μη σας ξεφύγει κανένας!) αυτές οι ομάδες που χρησιμοποιούν βία ισχυριζόμενες ότι ανήκουν στον χώρο του αναρχισμού; Τα απαγορευμένα χημικά όπλα, χωρίς τα οποία το κράτος αδυνατεί να ελέγξει τους διαδηλωτές; Τα πιστόλια των μπάτσων που σκοτώνουν μετανάστες, ρομά, νεολαίους και συντρόφους; Τις χειροπέδες, τα κρατητήρια και τους τραμπουκισμούς, χωρίς τα οποία δεν μπορεί να επιβληθεί ο έτσι κι αλλιώς βασανιστικός εγκλεισμός; Τις φυλακές, οι οποίες συμπυκνώνουν την πιο αποτρόπαια βία του αστικού πολιτισμού και με τις οποίες προσπαθεί το κράτος να απομονώσει τους μαχόμενους αναρχικούς, αλλά προσκρούει στην ανεξάντλητη ανανέωση της εξέγερσης; Ή φαντάζονται τα φερέφωνα της “κοινωνικής ειρήνης”, δηλαδή της ανεμπόδιστης ταξικής κατοχής, ότι θα χαθούμε μέσα στη φτώχεια και στον αναπτυσσόμενο κανιβαλισμό κι οπότε θα επικρατήσει η “μη βία” και η δημοκρατία;»

5. Αναγκάζομαι να είμαι συχνά αυτοαναφορικός (σε δικά μου και σε συλλογικά κείμενα), επειδή ο ανοιχτός διάλογος είναι απαξιωμένος. Κατά παράδοση, οι αντίθετες απόψεις αποσιωπούνται, αντί να απαντούνται ή παραχαράσονται (ενσωματώνονται στην αντίπαλη στάση και αλλοιώνονται). Υπάρχει κι ένας επιπλέον λόγος, μια ακόμα χειρότερη συνθήκη, που υποχρεώνει σε αυτοαναφορικές υπενθυμίσεις: οι πολιτικές αντιπαραθέσεις προσωποποιούνται, ενώ τα πολιτικά επιχειρήματα θάβονται.

Δημήτρης Χατζηβασιλειάδης

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License