“...Μούσα της Νύχτας

το Λόγο μου ανάβλυσε από πηγή φωτός

γιατί Ύμνο ανδρείας θέλω να ψάλω

γι’ Αυτούς

που χωρίς σταλαγματιά νερό

σαν πέτρες μεγαλώσανε

και ψάχνοντας αντίστροφα

να βρούν νερό και φώς

πέτρινες ρίζες άπλωσαν

και άλωσαν υπόγεια

κι αντίστροφα την πόλη”

(Κατερίνα Γώγου)

Έτσι, για να συστηθώ, ας πω ότι συμμετέχω δραστήρια (και αδιάλειπτα) στον πολιτικό χώρο της Αντιεξουσίας από το 1986, από τα 17 μου χρόνια. Το παραπάνω δεν λέγεται για να διεκδικήσω τις δάφνες του “σοφού γέροντα” αλλά για να υπογραμμίσω ότι αυτά τα 35 χρόνια έχω ζήσει ως κομμάτι της ύπαρξής μου τις διαδρομές και τις επιλογές ατόμων, ομάδων, τάσεων. Ως εκ τούτου θα μπορούσα να πω ότι η ματιά μου μπορεί να ανοίξει μες στον χρόνο, ερμηνεύοντας πράγματα που εξελίσσονται στο σήμερα. Κι ακόμα, αυτές οι γραμμές δεν περνιούνται για καμιά “βαθυστόχαστη ανάλυση” (ζητάω από τους σύντροφους/συντρόφισσες του indymedia να το δημοσιεύσουν στη στήλη "ανακοινώσεις", όχι επειδή το θεωρώ τέτοια, αλλά δεν βλέπω που αλλού θα μπορούσε να δημοσιευτεί -και σίγουρα ΟΧΙ στις "συζητήσεις-απόψεις") παρά μόνο σαν μια κατάθεση συντρόφου προς συντρόφους και συντρόφισσες, και κυρίως προς αυτούς που επί ένα δίμηνο σήκωσαν αυτή την τεράστιας σημασίας μάχη υποστήριξης της απεργίας πείνας του Δημήτρη Κουφοντίνα.

Έχω ζήσει, μετά το ξέσπασμα των μέσων των 80s (Λεπέν, πρώτο Χημείο, δολοφονία Καλτεζά, αναρχικό “συνέδριο” στην Πάτρα) την κινηματική ένδεια της υπόλοιπης δεκαετίας. Τις ελάχιστες και εφήμερες ομάδες στις γειτονιές και την επαρχία, την απουσία κινηματικών χώρων και υποδομών, τις πορείες που με το ζόρι έφταναν τα 300 άτομα.

Το καταληψιακό άνοιγμα στα τέλη της δεκαετίας και στις αρχές των 90’s (Λέλας Καραγιάννη, villa Amalia, Κεραμεικού) ήρθε να δώσει μια νέα πνοή. Κι ακόμα, η ανάδυση των εμπρηστικών πυρήνων που κάθε βράδυ έκαναν πάρτυ στις γειτονιές της Αθήνας: καμένες τράπεζες, κομματικά γραφεία, αμάξια μπάτσων και μεγάλων εταιριών, κρατικά οχήματα. Και οι μαγικές 10 και 11 Γενάρη του ‘91.

Για να ακολουθήσει ο ζόφος της καμμένης πρυτανείας και λίγα χρόνια αργότερα (σαν να μην είχαμε μάθει τίποτα) η τεράστια στρατηγική ήττα του Πολυτεχνείου 1995, η παγίδευση στο καγκελάκι-συγκρουσιακό θερμοκήπιο.

Έπρεπε να μπουν τα 00’s για να ξεπηδήσει μια νέα γενιά συντρόφων και συντροφισσών, μια νέα γενιά που απέκτησε συντροφικό δέσιμο και επιχειρησιακή εμπειρία μέσα στο μεγάλο και όμορφο παιχνίδι των καμένων καμερών, που είχαν στηθεί στον αστικό ιστό ως παρελκόμενο της “ασφάλειας” της φούσκας της ολυμπιάδας του 2004.

Μια σημαντική εξέλιξη της ίδιας περιόδου ήταν η άνθηση στεκιών και άλλων κινηματικών δομών στις γειτονιές της Αθήνας, κάτι που απελευθέρωσε ένα σημαντικό δυναμικό από τις συχνά βαλτωμένες διαδικασίες του “κέντρου”.

Τα φοιτητικά του 2006 δεν ήταν παρά η τελευταία πρόβα, γι’ αυτήν ακριβώς τη γενιά που είχε αναπτύξει τα πολιτικά, κινηματικά, επιχειρησιακά εργαλεία για να πραγματώσει τον μεγάλο Δεκέμβρη του ’08. Εργαλεία που πολυεπίπεδα και πολύμορφα ξεδιπλώθηκαν και σε όλη τη “βαθιά” μνημονιακή περίοδο των αρχών των 10’s.

Κι ύστερα η επέλαση του όμορφου συριζαϊκού παραμυθιού που ήρθε να σπείρει τη σύγχυση, την αποδυνάμωση των βάσεών μας μέσα σε έναν κόσμο που κατά την προηγούμενη δεκαετία βρέθηκε μαζί μας στον δρόμο, που αποτελούσε το “δάσος” στο οποίο νιώθαμε μια αλληλεπιδραστική σχέση, αν όχι με την “κοινωνία”, σίγουρα όμως με κάτι που μας φάνταζε πολύ κοντινό σε αυτή. Και οι πιο νέοι (ή και οι πιο κουρασμένοι) ένιωσαν αυτή την αποψίλωση σαν ήττα.

Πόσο πιο “βολικά” ήταν όμως όλα μέσα στη συριζαϊκή φούσκα! Κατ’ αρχήν, “ελεύθερα” Εξάρχεια! “Ελεύθερα” σε μαφιόζους με βαθιά αντικοινωνικές συμπεριφορές, που για κάποιους βρίσκονταν στο απυρόβλητο επειδή απλώς ήταν μετανάστες. Οργασμός καταλήψεων, συχνά δίχως κανένα κριτήριο ως προς το ιδιοκτησιακό τους καθεστώς, ένας παράγοντας που υπήρξε καθοριστικός στην ως τότε καταληψιακή εμπειρία, τόσο ως προς την ιδεολογική τους στόχευση όσο και ως προς το να δυσχεραίνουν τις επικείμενες κινήσεις καταστολής τους. Εξάρχεια “ελεύθερα” για να ξαναφυτρώσει το απαξιωμένο καγκελάκι, μια γελοία προσομοίωση εξεγερτικής σύγκρουσης. Οι πιο “τολμηροί” έφταναν ως και τη Ζωοδόχου Πηγής για να πετάξουν τα “σαλάμια” τους ΠΡΟΣ τους μπάτσους (τις περισσότερες φορές, ούτε καν ΣΤΟΥΣ μπάτσους). Κι ύστερα τρεχάλα πίσω στην πλατεία. Φαντασιώσεις για “άπαρτα Εξάρχεια” σε κάποιες επετείους της 6ης Δεκέμβρη. Ένας τσάμπα “ετσιθελισμός”, όπως κορυφαία εκφράστηκε σε εκείνη την ανεκδιήγητη “κατάληψη” του πολυτεχνείου, μια παραμονή της 17 Νοέμβρη. Η πραγματική δράση επαναστατικής βίας στις γειτονιές απαξιώθηκε ως “περιττό ρίσκο”.

Μέσα σε αυτό τον πάτο έμαθε να λειτουργεί μεγάλο κομμάτι μιας νέας γενιάς της Αντιεξουσίας.

Κι ύστερα η συριζαϊκή φούσκα έλαβε τέλος και μαζί της οι εύκολες καταλήψεις, τα εύκολα μπάχαλα, τα εύκολα “χωσίματα”. Τα εύκολα.

Και πάνω που έπρεπε να σταθούμε, να μετρήσουμε το πραγματικό μας μπόι, κάτι παράξενες ειδήσεις άρχισαν να φτάνουν από την Κίνα. Κι ύστερα από την Ιταλία. Κι ύστερα από τις πόλεις μας.

Σε μια πλήρη αντιστροφή, η alt-right κυβέρνηση Μητσοτάκη φάνηκε πως μπορούσε να λειτουργήσει (μέσα στην αλλόκοτη συνθήκη της πανδημίας) με μια αντίστοιχη “ευκολία”. Όλα γίνονταν ΕΥΚΟΛΑ. Το τέλος του πανεπιστημιακού ασύλου, τα κατεχόμενα Εξάρχεια, οι γενικευμένη καταστολή των καταλήψεων, το νέο νομοθετικό πλαίσιο για τις διαδηλώσεις, περισσότεροι μπάτσοι παντού και πάντα, φωτογραφικές εκδικητικές διατάξεις για επαναστάτες κρατούμενους, και τόσα άλλα.

Πόσο εύκολα τους ήταν όλα. Είχαν πια φτάσει οριακά να επικαλούνται το πρόσχημα της πανδημίας, σαν να μη το χρειάζονταν καν, ακόμα και για να καταστείλουν έναν από τους πυλώνες του μύθου της μεταπολιτευτικής αστικής δημοκρατίας: την επέτειο του Πολυτεχνείου του ’73. Ο υπουργός ΠΡΟ.ΠΟ. αφοπλιστικά δήλωνε πως το ζητούμενο είναι “να μη διαταράσσεται η ζωή της πόλης”.

Κι απ’ τα εύκολα στα δύσκολα, με τον Δημήτρη Κουφοντίνα να αποφασίζει την πραγμάτωση μιας απεργίας πείνας μέσα σ’ αυτή την ασφυκτική συνθήκη. Έχοντας απέναντί του τη γνωστή φαμίλια και τα δουλικά της (Χρυσοχοΐδη, Νικολάου κλπ). Με ένα αίτημα -αν μη τι άλλο- προβληματικό, που δύσκολα μπορεί να ερμηνευθεί και να γίνει αντιληπτό ως βάση για να ρισκάρεις τη ζωή σου (με έναν αργό και βασανιστικό θάνατο) ή -ακόμα χειρότερα- ανεπίστρεπτες βλάβες στην υγεία σου. Ένα τέτοιο αίτημα, για μεταγωγή από μια φυλακή σε μία άλλη, ας μου επιτραπεί να το ερμηνεύσω ως κίνηση απόγνωσης ενός ανθρώπου που βιώνει μια πρωτοφανή κατάσταση -για τα δεδομένα των ελληνικών φυλακών τις τελευταίες δεκαετίες-, όπου μετά από 19 χρόνια κράτησης δεν βλέπει καν μια χαραμάδα φωτός, μια κάποια υπόσχεση ελευθερίας, να διαπερνά τον τοίχο της φυλακής του.

Μέσα σ’ αυτή την απολύτως δυσχερή συνθήκη γενικευμένης καταστολής (με ή χωρίς το πρόσχημα της πανδημίας), των συνθηκών της ίδιας πανδημίας, και του προβληματικού χαρακτήρα αυτής καθ’ αυτής της απεργίας, έπρεπε να βρουν τη βάση και τον βηματισμό τους οι κινήσεις αλληλεγγύης. Οι γνώσεις μου για όσα συνέβησαν έξω από την Αθήνα περιορίζονται σε όσα διάβασα στο indymedia και στα μμε, οπότε η βασική μου αφήγηση θα είναι αναπόφευκτα αθηνοκεντρική.

Το οτιδήποτε συνέβη σε αυτούς τους δύο μήνες έπρεπε να κερδηθεί σε μια άνιση μάχη, στο κάθε του βήμα. Αυτή η απίστευτη “μάχη του πανό” στις -ουσιαστικά απαγορευμένες- συγκεντρώσεις στα Προπύλαια ήταν κάτι τόσο ελπιδοφόρο και μια παρακαταθήκη για το πώς μπορούμε να λειτουργήσουμε στις πλέον δυσμενείς συνθήκες. Συντρόφισσες και σύντροφοι, παλιοί και νέοι, επέδειξαν ανυποχωρησία στην οποία δεν ήμασταν συνηθισμένοι. Κάποιες δεκάδες ή ελάχιστες εκατοντάδες βρίσκονταν στα πόστα τους ακριβώς στην ώρα τους, σε μια κατεχόμενη Πανεπιστημίου (μαζί με τους γύρω δρόμους), για να ξεφυτρώσουν ξαφνικά, να ανοίξουν το πανό, να φωνάξουν συνθήματα, να σταθούν ο ένας δίπλα στην άλλη. Τις πιο πολλές φορές, η Πανεπιστημίου, από τα Προπύλαια ως την Ομόνοια, γινόταν πεδίο μάχης ελάχιστων τρελών, απέναντι σε απειράριθμες διμοιρίες, ομάδες δέλτα, ασφαλίτες, δακρυγόνα, “αίαντες”. Πεισματικά η υποχώρηση γινόταν μέτρο-μέτρο, δίνοντας μάχη για να πάρουμε πίσω τον κάθε συλληφθέντα, να μην πάρουν οι μπάτσοι το πανό.

Αυτά που γράφω μπορεί να φαντάζουν ως και γραφικά σε όποιον δεν τα έζησε. Λίγα από το συναίσθημα μπορούν να αποδώσουν τα -σίγουρα γλαφυρά- βίντεο και φωτογραφίες.

Κι ύστερα η λυτρωτική αίσθηση όταν καταφέραμε να βγούμε στον δρόμο, έστω και υπό την ομπρέλα του δικηγορικού καλέσματος, όταν ήμασταν χιλιάδες. Όταν στην πράξη διαλύθηκε το “δόγμα Χρυσοχοΐδη”, πάνω που είχαν πιστέψει πως για την εμπέδωση του τρόμου και της αστυνομικής παν-κυριαρχίας μέσα στη μητρόπολη δεν χρειάζονταν καν το αφήγημα της πανδημίας.

Η Νέα Σμύρνη, που ξεκίνησε σαν έκφραση του “δόγματος Χρυσοχοΐδη”, ήρθε να το κάνει κομμάτια. Ο φόβος που υπό το πρόσχημα της πανδημίας ξεκίνησαν να χτίζουν ήδη από τον Μάρτη, που κορυφώθηκε με την ακραία καταστολή της 17ης Νοέμβρη και της 6ης Δεκέμβρη, που επιχειρήθηκε να εμπεδωθεί στην ασφυκτική καταστολή των πρώτων συγκεντρώσεων για τον Δημήτρη, τους τρίφτηκε στα μούτρα με την εξέγερση της Νέας Σμύρνης και τις δεκάδες διαδηλώσεις που ακολούθησαν στις γειτονιές της Αθήνας.

Και θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθώ στις συντρόφισσες και τους σύντροφους που για δυο μήνες έπαιξαν το παλιό όμορφο rock n’ roll της αποκεντρωμένης αντάρτικης δράσης στις γειτονιές. Μέσα σε συνθήκες απαγόρευσης κυκλοφορίας, στους άδειους δρόμους μιας υπό κατοχή πόλης, όταν όλοι κάθονταν στα σπίτια τους από το φόβο του τρακοσαριού χαρατσιού, πόσο όμορφοι ήταν, σύντροφοι και συντρόφισσες, οι εκατοντάδες εμπρησμοί και “σπασιματικές” σας! Η άμεση δράση, σε μια έκταση που είχαμε καιρό να τη δούμε, αναδύθηκε ξανά μέσα σ’ αυτές τις πλέον δυσμενείς συνθήκες.

*

Τα όσα συνέβησαν τους δύο τελευταίους μήνες έχουν πολλά να μας διδάξουν.

Θα ήθελα πρώτο-πρώτο να κρατήσω έναν προβληματισμό για το ίδιο το μέσο της απεργίας πείνας, ένα μέσο που βάζει στο τραπέζι την απόφαση του απεργού για έναν αργόσυρτο θάνατο ή για ανεπιστρεπτες βλάβες στην υγεία του (με θλίψη συναντώ κάποιες φορές στους δρόμους των Εξαρχείων, τούρκους συντρόφους με κατεστραμμένη υγεία). Εννιά χρόνια πριν, σε ένα άλλο κείμενο, έγραφα: “Αυτό το έσχατο μέσο χρησιμοποιήθηκε ενίοτε παρορμητικά, χωρίς περίσκεψη, ευτυχώς χωρίς τραγικά αποτελέσματα. Οι αυταπάτες της μεταπολίτευσης τελείωσαν όμως, και τα πάντα από μέρους μας θα πρέπει να είναι περισσότερο ζυγισμένα, λιγότερο ιδεοληπτικά, στους διαστάσεις που τους πρέπουν”. Κι ας κρίνει ο καθένας και η καθεμία πόσο τελικά κολλάει μια τέτοια διαπίστωση στα όσα συνέβησαν τους τελευταίους μήνες.

Κι ακόμα, μια διαπίστωση. Για τις συντρόφισσες και τους σύντροφους (με μια παραπάνω αγάπη για τους πιο νέους) που άξια στάθηκαν στο ύψος αυτών των πιο δύσκολων περιστάσεων: Σπουδαίο το οδόφραγμα που υψώσατε.

Ένας σύντροφος

O σχολιασμός έχει απενεργοποιηθεί.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License