Εγκυκλοπαίδεια των Οχλήσεων #4: Abaque (Άβακας)

Αν κάθε εποχή επιλέγει μαζί με τη μνήμη της την εκ μέρους της χρήση του παρελθόντος και το ανασυγκροτεί σύμφωνα με τις ανάγκες της, η δική μας θέλει να κρατήσει από την επιστημονική και τεχνική πρόοδο μόνο όσα επιτρέπουν να διατηρηθεί η έλλειψη συνειδητότητας ως προς την πρακτική μεταβολή των συνθηκών της ύπαρξης. Γιατί η κυρίαρχη μνήμη είναι βεβαίως πάντα η μνήμη της κυρίαρχης τάξης. Τον 18ο αιώνα αυτή η τάξη καταπολεμούσε τη θρησκεία για να ιδιοποιηθεί τον κόσμο, ενώ σήμερα δημιουργεί, για να τον διατηρήσει, ένα νεο-ιερό που πραγματώνει την ατενίζουσα αλλοτρίωση της επιστημονικής γνώσης.

Αναδημοσίευση από τον σύνδεσμο:

https://thebaddayswillend.wordpress.com/2021/03/15/edn_04_abaque/

Εγκυκλοπαίδεια των Οχλήσεων #4

(Αύγουστος 1985)

Μετάφραση: Πριονιστήριο το Χρυσό Χέρι

(Μάρτιος 2021)

 

ABAQUE

(ΑΒΑΚΑΣ)

Ο άβακας ανάγεται στην πιο μακρινή αρχαιότητα. Έφτασε ως εμάς υπό τις πιο ποικίλες και απρόβλεπτες μορφές. Το Παγκόσμιο λεξικό των Επιστημών, των Γραμμάτων και των Τεχνών του Bouillet (1880) δίνει ωστόσο τον εξής προκαταρκτικό ορισμό του: Είδος μπουφέ ή πάγκου που χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι για διάφορους σκοπούς. Συνήθως αυτή η λέξη σήμαινε έναν πίνακα καλυμμένο από ψιλή άμμο, πάνω στον οποίο έκαναν τους υπολογισμούς τους ή σχεδίαζαν γεωμετρικά σχήματα. Μπροστά σε αυτόν τον μπουφέ για υπολογισμούς, που μετατράπηκε σε ηλεκτρονικό υπολογιστή, ο χορός της αποστέρησης λαμβάνει σήμερα το μυστήριο του καθαρού ποσοτικού. Είναι η αλλοτρίωση στην επίπλωσή της.

Ο υπολογισμός [calcul] είναι μια πετρώδης σύμπηξη της σκέψης. Calculus σημαίνει άλλωστε στα λατινικά το χαλίκι [caillou], το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τον ακριβή προσδιορισμό. Με τα χαλίκια μπορεί κανείς εύκολα να μετρήσει, εφόσον προνοήσει να τα επιλέξει με εύχρηστο μέγεθος και βάρος. Για να διευκολυνθούν, φαίνεται ότι οι άνθρωποι σκέφτηκαν αρκετά γρήγορα να τοποθετήσουν αυτά τα χαλίκια πάνω σε ράβδους: οι Αιγύπτιοι και οι Χαλδαίοι, όπως μας ενημερώνει ο Άρνολντ Ρέϊμοντ στην Ιστορία των ακριβών επιστημών στην ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα[1], χρησιμοποιούσαν για να μετράνε “άβακες που, με τη διάταξή τους, θυμίζουν τα αριθμητήρια τα οποία χρησιμοποιούνταν παλιότερα στα νηπιαγωγεία” Αργότερα, στην Ελλάδα, ο Δημοσθένης έβαζε χαλίκια στο στόμα, αναμφίβολα για να αποδείξει ότι η ευγλωττία διέπεται από τους αριθμούς και τις ιδιότητές τους, των οποίων η μελέτη είχε εμπνεύσει στους Πυθαγόρειους αρκετό σεβασμό ώστε να συμπεριλαμβάνονται στους ηθικούς κανόνες τους: “Επί χοίνικος μη καθήσθαι.”[2] Αργότερα ακόμα, ο Πασκάλ [Pascal, Blaise] εφηύρε την αριθμομηχανή, που βρίσκεται σήμερα στο μπακάλικο, και που σύντομα θα μιλάει εξίσου εύγλωττα με τον Δημοσθένη, όπως οποιοδήποτε μηχάνημα, αυτοκινούμενο ή άλλο, προικισμένο εφεξής με ομιλία για να αποδείξει στους ανθρώπους ότι η σκέψη δεν διαμορφώνεται στο στόμα, αλλά ότι βρίσκεται εξολοκλήρου διαμορφωμένη μέσα στις μηχανές. Όλα αυτά μας κάνουν να αναρωτηθούμε πού βρισκόμαστε με το μέτρο.

Πορτραίτο του Λούκα Πατσιόλι (περ. 1500)

Ο υπολογισμός είναι λοιπόν μια πετρώδης σύμπηξη που διαμορφώνεται μέσα στη σκέψη κατά την επαφή με τη μετρήσιμη πραγματικότητα. Μπορούμε να δούμε ένα κρυστάλλινο παράδειγμά του στο ωραίο πορτραίτο του Λούκα Πατσιόλι [Luca Pacioli] που αποδίδεται στον Τζάκοπο ντε’ Μπαρμπάρι [Jacopo de’ Barbari], και που βρίσκεται στο μουσείο της Νάπολης: περίπου στο ύψος του κεφαλιού του μοναχού του Μπόργκο Σαν Σεπόλκρο [Borgo San Sepolcro], αιωρείται, σαν κοσμικό φωτοστέφανο του γεωμέτρη, ένας ημιδιαφανής αερόλιθος του οποίου η μορφή είναι εκείνη ενός από τα πολύεδρα που σχεδίασε ο Λεονάρντο ντα Βίντσι [Leonardo da Vinci] για το έργο του Λούκα Πατσιόλι Θεϊκή Αναλογία [Divina proportione]. Είναι η απολιθωμένη και εμβληματική εικόνα του πυθαγόρειου ονείρου που αναζωογονήθηκε από το Κουατροτσέντο [Quattrocento], σύμφωνα με το οποίο ο αριθμός είναι η αρχή και η ίδια η ουσία του κόσμου, και τα πράγματα είναι αριθμοί που έγιναν αισθητοί. Με αυτή την έκδηλη επιστροφή, το ανθρώπινο πνεύμα αρχίζει να απελευθερώνεται από τη θρησκεία, η ανάγκη του για μια ενιαία αντίληψη αρχίζει να υπερβαίνει την ικανοποίησή της μέσω της θρησκείας: στην Πληρωμή του φόρου, που ζωγράφισε ο Μαζάτσο [Masaccio] γύρω στο 1427, η γεωμετροποίηση του χώρου βρίσκεται ακόμα στην υπηρεσία του θεού, και το σημείο φυγής είναι δεόντως τοποθετημένο πίσω από το κεφάλι του Χριστού, με όλη την προοπτική να είναι έτσι σαν μια αισθητή εκδήλωση της Χάριτος, αυτής της πηγής από την οποία όλα ξεκινούν και όπου όλα επιστρέφουν. Στο πορτραίτο του Λούκα Πατσιόλι, η πυραμιδοειδής σύνθεση οδηγεί στο βλέμμα του μοναχού, το οποίο είναι με τη σειρά του προσηλωμένο, παραπέμποντας έτσι και το δικό μας, στην ιδανική μορφή που ο στοχασμός του υλοποιεί ήρεμα μπροστά του. Απελευθερωμένο πλέον από τις ιεραρχίες του χριστιανικού κόσμου, “το ιταλικό πνεύμα ασκείται στην ανακάλυψη του εξωτερικού κόσμου και τολμά να τον περιγράψει και να τον αναπαραστήσει” (Μπούρκχαρντ)[3].

Μαζάτσο, Η πληρωμή του φόρου (περ. 1427)

Ωστόσο, αυτή η κατάρρευση του χριστιανικού κόσμου δεν είναι σαν ένα σήκωμα αυλαίας στη σκηνή της ορθολογικότητας, σε ένα ηθοπλαστικό θεατρικό έργο το οποίο ανεβάζει ένας ανθρωπισμός που έγινε κοσμικός και επιτακτικός. Στο τέλος του επόμενου αιώνα, ο Γαλιλαίος, για τον οποίο γνωρίζουμε ότι ήταν κατά κάποιον τρόπο ένας ανεκπλήρωτος ζωγράφος, διακήρυττε: “Το βιβλίο της φύσης είναι γραμμένο με γεωμετρικούς χαρακτήρες.”[4] Αλλά έδειχνε ότι στην πραγματικότητα σκιαγραφούσε ο ίδιος αυτούς τους χαρακτήρες με βάση τις δικές του ιδεολογικές και αισθητικές προϋποθέσεις απορρίπτοντας τις ελλειπτικές τροχιές του Κέπλερ [Kepler, Johannes], για τις οποίες θεωρούσε ότι ήταν απλώς, όπως οι αναμορφώσεις και το στυλ του Τάσσο, μανιερίστικες παραμορφώσεις [5], έναντι των οποίων προτιμούσε την “κλασική” τελειότητα της κυκλικής κίνησης (βλ. Α. Κοϋρέ, Αισθητική στάση και επιστημονική σκέψη, στο Μελέτες ιστορίας της επιστημονικής σκέψης).[6] Έτσι το έργο της συστηματοποίησης του οπτικού χώρου που πραγματοποιήθηκε από τους ζωγράφους του Κουατροτσέντο, και που είχε δημιουργήσει το ευνοϊκό περιβάλλον για τις πρώτες υποθέσεις της γεωμετρίας και της φυσικής, μπορούσε στο επόμενο στάδιο να αποτελέσει ένα εμπόδιο στον δρόμο που οδηγούσε “από τον κλειστό κόσμο στο άπειρο σύμπαν”. Γιατί είναι αλήθεια ότι η οικειοποίηση του εξωτερικού κόσμου, η γνώση του και το μέτρο του, δεν διαχωρίζονται από την επινόηση μιας χωρικής τάξης που οργανώνει την αντίληψή του και διευθετεί τις αναλογίες του.

Ρενέ Μαγκρίτ, Η επέτειος [L’ anniversaire] (1959)

Στον 20ο αιώνα, το πολύεδρο του ντα Βίντσι και του Λούκα Πατσιόλι, υπόσχεση ευτυχίας και αρμονίας, έγινε ο σκοτεινός, τραχύς και εμμονικός αερόλιθος του Μαγκρίτ [Magritte, René]: εισέβαλε σε ολόκληρο σχεδόν τον καμβά, εκδίωξε κάθε ανθρώπινη παρουσία και βαραίνει στο κοίταγμα, με τρόπο τόσο έντονα συμβολικό, όλων όσα έπαψαν στον κόσμο των ανθρώπων να εμφανίζονται σαν να ανήκουν σε μια λογική τάξη· ενσαρκώνει τόσο τις πρωτόγονες αγωνίες που διαιωνίζονται συνεχώς από τον σκοταδισμό της κοινωνικής καταπίεσης όσο και τους σύγχρονους φόβους μπροστά σε μια υλική ισχύ που μας εξουσιάζει και διαφεύγει από τον έλεγχό μας. Η ζαριά που παίχτηκε από την αντίληψη του ποσοτικού έκανε να κυλήσει ως εμάς η πέτρα του υπολογισμού, και αυτή έγινε εκείνο το άμορφο και συντριπτικό πράγμα. Πέτρα που κυλώντας συγκέντρωσε ωστόσο όλο το μούσκλο του πραγματικού, ενώ η πραγματικότητα αμβλύνθηκε, έχασε τις αιχμηρές ακμές της, τα αισθητά προσδιοριστικά γνωρίσματα στα οποία το πνεύμα αναγνώριζε την έκφραση μιας αντικειμενικής τάξης. Αλλά ακόμα περισσότερο από τον Μαγκρίτ, του οποίου η μαρτυρία εμπεριέχει σε μεγάλο βαθμό ένα ορισμένο βελγικό χιούμορ, είναι με τον Τανγκύ [Tanguy, Yves] που απεικονίζεται με τη μεγαλύτερη σαφήνεια το πνευματικό τοπίο μιας εποχής που εξακολουθεί να είναι η δική μας. Εδώ, μπροστά σε έναν κενό ορίζοντα, μέσα σε έναν χώρο που δεν οργανώνεται από κανένα σημείο φυγής, οι μορφές ενός απροσδιόριστου βασιλείου είναι σαν να διαλύονται ή να ρευστοποιούνται από το ψυχρό φως μιας αυγής χωρίς υποσχέσεις, κατευθυνόμενες προς ένα μάγμα χαμένων νοημάτων. Εμφανίζονται να διαθέτουν ταυτόχρονα μια τρομακτική ανθεκτικότητα, οστά μιας πραγματικότητας της οποίας η σάρκα έχει μετατραπεί εδώ και πολύ καιρό σε σκόνη. Εκτός εάν –αφού τα σώματα είναι ως γνωστόν ελαστικά, παραμορφώσιμα, και μεταβαλλόμενα ως προς τον όγκο ανάλογα με τη θερμοκρασία– είναι τα σχήματα που περιγράφονται από την ευκλείδεια γεωμετρία αυτά που έλιωσαν έτσι στον ήλιο της ιστορίας, στον ήλιο που έφτιαξε ο άνθρωπος, όπως στη Χιροσίμα. Σε κάθε περίπτωση, αρκεί να αναλογιστεί κανείς έναν τέτοιο χώρο, ένα τέτοιο νεκροταφείο μορφών, για να καταλάβει ποια είναι σε αυτόν τον 20ο αιώνα η κρίση του δυτικού πνεύματος: ο ίδιος ο άνθρωπος χάθηκε, και μαζί του το μέτρο όλων των πραγμάτων.

Υβ Τανγκύ, Πολλαπλασιασμός των τόξων [Multiplication of the Arcs] (1954)

Να ’μαστε λοιπόν μακριά από τον ωραίο ενθουσιασμό του ατόμου της Αναγέννησης, για το οποίο η σκέψη και η μέτρηση αποτελούσαν ακόμα μια ενιαία δραστηριότητα, που επιχειρούσε να ανακαλύψει, να αποκαλύψει με τον υπολογισμό των σχέσεων που υπάρχουν μεταξύ των διάφορων μερών του, την εγγενή τάξη ενός κόσμου του οποίου η ενότητα δεν ήταν πλέον καθόλου εγγυημένη από τη θρησκεία. Ο Νικόλαος Κουζάνος [Nicolaus Cusanus] γράφει: “Εικάζω ότι η λέξη mens (πνεύμα, στα λατινικά) συνδέεται ετυμολογικά με το ρήμα μετράω [mesurer]”· και ο Λούκα Πατσιόλι, στην αρχή της Θεϊκής Αναλογίας του: “Εδώ ένας μόνο δρόμος ανοίγεται για όλους.” Αυτός ο δρόμος του ποσοτικού, εκείνος της σύγχρονης επιστήμης που συγκροτείται αντικαθιστώντας τον κόσμο που είναι διαποτισμένος από το μυθικο-θρησκευτικό ποιοτικό με ένα σύμπαν μέτρησης και ακρίβειας, αυτός ο δρόμος ήταν βέβαια εκείνος της εμπορευματικής οικονομίας, τον οποίο είχαν ανοίξει στη Φλωρεντία οι πρώτοι σύγχρονοι αστοί. Με την ώθησή τους, ο χώρος και ο χρόνος διευθετούνται σταδιακά για να αποτελέσουν το αντικείμενο μιας λογιστικής, όπως αυτή που χρησιμοποιεί ο Τζιοβάνι Βιλάνι στο χρονικό του[7], όπου εξυμνεί τη δύναμη της Φλωρεντίας το 1338 μέσω ενός στατιστικού πίνακα του πληθυσμού της και της οικονομίας της. Το ίδιο το έδαφος της υπαίθρου της Τοσκάνης “γεωμετροποιείται” από τις αναβαθμίδες όπου φυτεύονται σε τακτές αποστάσεις αμπέλια και ελαιόδεντρα, ενώ με την ανάπτυξη των τεχνικών χωρικής αναπαράστασης (χαρτογραφία) καθίσταται δυνατό, κατά τη δεκαετία του 1420, να σχεδιαστεί το πρώτο “αφηρημένο” ευθύγραμμο σύνορο μεταξύ Φλωρεντίας και Μιλάνου· κάτι που κάνει έναν σύγχρονο να πει ότι “όλα υπόκεινται στο γεωμετρικό δόγμα” (βλ. το άρθρο του Πιερ Τουιλιέ “Χώρος και προοπτική στο Κουατροτσέντο”, La Recherche, Νοέμβριος 1984).[8]

Σε αυτή την ενοποίηση του κοινωνικού εδάφους σε έναν ομογενή χώρο, που μπορεί να κατατμηθεί και να μετρηθεί, αντιστοιχεί μια παρόμοια ενοποίηση του κοινωνικού χρόνου: για τη διευκόλυνση των ισολογισμών και των υπολογισμών των τόκων, καθορίζεται ένα μοναδικό σημείο έναρξης του έτους (που μέχρι τότε διέφερε ανάλογα με το Κράτος), ενώ η διαίρεση της ημέρας σε ώρες ίσες μεταξύ τους επιτρέπει τη χρήση του ρολογιού με αυτόματο κουδούνισμα, που διατρέχει εφεξής τη ζωή των πόλεων.

Η εμπορική πρακτική έτεινε αυθόρμητα να κατασκευάσει το αφηρημένο περιβάλλον της αφού η ίδια είχε καταστεί ανεξάρτητη από την κυκλοφορία και την ανταλλαγή συγκεκριμένων αγαθών. Με την ανάπτυξη του συστήματος των ασφαλίστρων και των ανώνυμων εταιρειών, τα εμπορεύματα αρχίζουν να κινούνται μόνα τους σε ολόκληρο τον κόσμο, ενώ οι ιδιοκτήτες τους τηρούν το αρχείο των μετακινήσεών τους. “Οι επιχειρηματίες που εγκαθίστανται έτσι στις πόλεις υιοθετούν εύλογα νέες μεθόδους εργασίας… Η εφεύρεση του διπλογραφικού λογιστικού συστήματος τους επιτρέπει να επιβλέπουν όλες τις δραστηριότητές τους” (Υβ Ρενουάρ, Οι Ιταλοί επιχειρηματίες του Μεσαίωνα).[9] Αυτοί οι έμποροι που μεριμνούν για την ακρίβεια “μελέτησαν σε πραγματείες όπως αυτές του Πάολο Νταγκομάρι [Paolo Dagomari], επονομαζόμενου και Paolo dell' Abaco, τις τέσσερις πράξεις, τη μέθοδο των τριών, τον υπολογισμό του τόκου και της έκπτωσης… Μετράνε είτε μέσω του άβακα, είτε μέσω πιο εύχρηστων πινακιδίων με τετραγωνίδια…” (ό.π.). Και σε ένα έργο του Λούκα Πατσιόλι (Σύνοψη αριθμητικής, γεωμετρίας, αναλογιών και αναλογικότητας, 1494)[10] θα βρουν να παρουσιάζεται, μαζί με ένα πλήθος θεμάτων που σχετίζονται με τις εμπορικές δραστηριότητες, η πρώτη σαφής και ολοκληρωμένη μέθοδος για την τήρηση “διπλογραφικών” βιβλίων.

Γιατί αν και η Πυθαγόρεια ή νεοπλατωνική υπόθεση δεν καθορίζει βεβαίως καταρχάς την προτίμηση των ιταλών εμπόρων του Κουατροτσέντο για τους υπολογισμούς, τα εμπορικά κίνητρά τους δεν συμμετέχουν λιγότερο, με την απαίτηση για συγκεκριμένα, ακριβή και πλήρη δεδομένα, στη συγκρότηση ενός περιβάλλοντος ευνοϊκού για την ορθολογική σκέψη. Η ανάπτυξη των πρακτικών μαθηματικών που διδάσκονται στις σχολές άβακα αντιστοιχεί σε μια ανάγκη για ακρίβεια που είναι κοινή στους εμπόρους, στους μηχανικούς και στους καλλιτέχνες: Ο Πιέρο ντέλλα Φραντσέσκα έγραψε έτσι, μαζί με μια πραγματεία περί προοπτικής, ένα εγχειρίδιο για εμπόρους, Περί Άβακος, το οποίο παρείχε μεθόδους για τον υπολογισμό, λόγου χάρη, του όγκου ενός βαρελιού. [11]

Στο εξής το βλέμμα δεν ολισθαίνει πλέον πέρα από τον αισθητό κόσμο, προς τη θεϊκή ουσία, παραμένει στη γήινη πραγματικότητα και μαθαίνει να την φωτίζει. Τα πράγματα δεν βρίσκουν πλέον το νόημά τους στο φωτεινό νήμα που τα συνέδεε με τον ουρανό: έχοντας γίνει μετρήσιμα, αποκτούν καθορισμένα περιγράμματα και συγκεκριμένες ιδιότητες. Και οι τεχνικές που διέπουν τη γνώση τους και την αναπαράστασή τους θα τα μεταμορφώσουν με τη σειρά τους και θα τα διαπλάσουν, για να τα καταστήσουν ολοένα πιο επιδεκτικά χειρισμών από την εμπορική πρακτική. Αλλά στην εύθραυστη ισορροπία της Αναγέννησης, αυτή η δύναμη του διαχωρισμού εξακολουθεί να περιορίζεται από την ενότητα της κοινωνικής πρακτικής των ελεύθερων πόλεων· και στη Φλωρεντία, εν μέσω της πολιτικής αναταραχής (η δημοκρατία που αναδύεται εκεί θα εξαφανιστεί πολύ γρήγορα, για να αφήσει τη διαθήκη της στο έργο του Μακιαβέλι), καλλιτέχνες, μηχανικοί, φιλόσοφοι, επιστήμονες και έμποροι συναντιούνται για να δουν στην οικειοποίηση του πραγματικού από την ακριβή γνώση την εκδήλωση μιας απεριόριστης ανθρώπινης ελευθερίας. Αυτό εκφράζει ο λόγος του Πίκο ντέλλα Μιράντολα[12] περί της αξιοπρέπειας του ανθρώπου, που ο Μπούρκχαρντ αποκαλεί “μια από τις σπουδαιότερες παρακαταθήκες αυτής της εποχής του πνευματικού πολιτισμού”· και αυτό εκφράζει ακόμα περισσότερο όλη η προσέγγιση του Λεονάρντο, για τον οποίο “η αναλογία κατοικεί στους αριθμούς και στα μέτρα, βρίσκεται επίσης στους ήχους, στους χρόνους και στους τόπους, και σε κάθε υφιστάμενη δύναμη” (Ε. Κασσίρερ, Άτομο και Κόσμος στη φιλοσοφία της Αναγέννησης)[13]. Αυτή η ”αναλογία”, αυτό το σύνολο των υπολογίσιμων σχέσεων, εξακολουθεί βέβαια να αποκαλείται θεϊκή, αλλά γίνεται ήδη αντιληπτή ως αντικειμενική αναγκαιότητα που η ανθρώπινη σκέψη εξυψώνει στη συνείδηση: η ενεργή δημιουργία της ανθρωπότητας δεν έχει άλλον σκοπό εκτός από την ίδια την ανθρωπότητα” (Νικόλαος Κουζάνος).

Με την αυτόνομη ανάπτυξη του οικονομικού ποσοτικού, που διαχωρίζεται από αυτόν τον ανθρώπινο σκοπό που είναι η δημιουργία ενός αρμονικού αισθητού κόσμου, χάνεται η ενότητα που είχε βιώσει και ονειρευτεί η Αναγέννηση. Έτσι το σχήμα της συνείδησης δεν είναι πλέον ο κύκλος, το φίδι που καταβροχθίζει τον εαυτό του, η επανάπαυση σε μια αυτεπίγνωση που είναι επίσης γνώση και μέτρο του κόσμου, αλλά η άπειρη σπείρα του μπαρόκ, η ιστορική κίνηση που παρασύρει το πνεύμα μακριά από οποιαδήποτε σταθερή μορφή, στην ανησυχία ενός μέλλοντος όπου καμία βεβαιότητα δεν μπορεί πλέον να αντληθεί από το μέτρο των πραγμάτων, όπου δεν υπάρχουν πλέον σταθερές αναλογίες, υπολογίσιμες σχέσεις που να μπορούν να ικανοποιήσουν το πνεύμα· σαν να είχε εκβάλει το νόημα του αντικειμενικού κόσμου στον άπειρο χώρο και στον ανεπίστρεπτο χρόνο. Η φιλοσοφία είναι λοιπόν νοσταλγία, ή ελπίδα συμφιλίωσης με την αντικειμενικότητα, πέρα από την ιστορική δυστυχία. Ο υπολογισμός, ο στοχασμός επί των σχέσεων μεταξύ των ποσοτικών διαφορών που υπάρχουν πραγματικά, έπαψε να αποτελεί για το ανθρώπινο πνεύμα τον καθρέφτη της δικής του τελειότητας. Έτσι ο Χέγκελ είναι σε θέση να γράψει το 1812: “Επειδή ο υπολογισμός είναι μια διεργασία τόσο εξωτερική, και επομένως μηχανική, κατέστη δυνατό, όπως γνωρίζουμε, να κατασκευαστούν μηχανές που εκτελούν τις αριθμητικές πράξεις με τον τελειότερο δυνατό τρόπο. Ακόμα και αν γνωρίζαμε μόνο αυτή την προϋπόθεση ως προς τη φύση του υπολογισμού, αυτό θα ήταν αρκετό για να αποφανθούμε σχετικά με εκείνο που συμβαίνει όταν ο υπολογισμός γίνεται μια κεφαλαιώδης διεργασία για το πνεύμα, και ότι το υποβάλλουμε στο βασανιστήριο να τελειοποιηθεί μέχρι να γίνει μηχανή.”[14]

Σήμερα όπου το πνεύμα του καθενός υποβάλλεται καθημερινά από την εμπορευματική οικονομία στο βασανιστήριο του διαχωρισμένου ποσοτικού, μηχανοποιημένο και αυτοματοποιημένο μέσα στη δεύτερη φύση που αυτή κατασκεύασε, μπορούμε να δούμε καθαρά, όπως αποδεικνύεται διά της εις άτοπον απαγωγής, ότι το μέτρο και τα όργανά του είναι βεβαίως ιστορικά προϊόντα, τα οποία καθορίζονται από μια κλίμακα αξιών και ένα ανθρώπινο σχέδιο: η εξαναγκαστική πορεία της εμπορευματικής μέτρησης του κόσμου, η διατήρηση όλων των απάνθρωπων αναλογιών της οικονομίας, περνάει στην πράξη από την καταστροφή των αξιών που θεμελίωσαν την προηγούμενη ανάπτυξη, και από την εγκατάλειψη κάθε ανθρώπινου σχεδίου άξιου αυτού του ονόματος. Η θέση από την οποία ο Θεός, έχοντας γίνει “άχρηστη υπόθεση”, εκδιώχθηκε, εξακολουθεί να μην καταλαμβάνεται από τη συνειδητή ανθρώπινη δραστηριότητα, κυριεύθηκε από τα υλικά και διανοητικά όργανα μιας γνώσης που δεν μπορεί να συνεχίζει να παρουσιάζεται ως αντικειμενική παρά μόνο περιορίζοντας και φτωχαίνοντας το πραγματικό. Σκεφτόμαστε τον ασθενή που αναφέρει ο Μινκόφσκι (Η Σχιζοφρένεια, 1927)[15]: “Το σχέδιο είναι το παν για μένα στη ζωή… Δεν θέλω για κανένα λόγο να διαταράσσω το σχέδιό μου, προτιμώ να διαταράσσω τη ζωή παρά το σχέδιο. Ο πόθος για τη συμμετρία, για την κανονικότητα είναι αυτός που με ελκύει προς το σχέδιό μου. Η ζωή δεν παρουσιάζει κανονικότητα ούτε συμμετρία, και γι’ αυτό κατασκευάζω την πραγματικότητα…” Όπως η χωρικοποίηση [spatialisation] είναι στον νοσηρό ορθολογισμό μια άμυνα ενάντια στην αγωνία, ενάντια στον χρόνο χωρίς περιεχόμενο της αποστερημένης εσωτερικότητας, έτσι και η τερατώδης υπερτροφία του ποσοτικού μπορεί να γίνει κατανοητή, σε ένα εντελώς διαφορετικό επίπεδο, ως κοινωνική άμυνα ενάντια στην αγωνία του μη βιωμένου ιστορικού χρόνου, όπου η ποιοτική αλλαγή, αφού δεν έγινε επιθυμητή και δεν τιθασεύτηκε, εκδηλώνεται μόνο ως καταστροφή.

Μπορούμε πράγματι να διαπιστώσουμε εύκολα, από όλα όσα λείπουν από το κοινωνικά κυρίαρχο μέτρο, από όλα όσα της λείπουν και επιστρέφουν εναντίον της, σε ποιο βαθμό η ανθρώπινη πραγματικότητα, η πραγματικότητα του κόσμου που δημιουργείται από τους ανθρώπους, έχει διευρυνθεί και διαφεύγει από όλες τις πλευρές από μια κοινωνική κυριαρχία που, καθώς αποκηρύσσει, μαζί με την ιστορία ως χειραφέτηση, τη διαλεκτική της ποσότητας και της ποιότητας, είναι υποχρεωμένη να αποτύχει στο ίδιο το ποσοτικό. Αυτή η αποτυχία δεν φανερώνεται μόνο στη βαθιά δυστυχία των συγχρόνων μας, όταν το πνεύμα τους, στερημένο από κάθε ευτυχή διαμονή στην υλική πραγματικότητα, απωθείται προς την αναζήτηση μιας έντασης χωρίς περιεχόμενο, που παλινδρομεί συνεχώς ανάμεσα στην αγωνία του κενού και την ευχαρίστηση-αγωνία επαναλαμβανόμενων χειρονομιών που αποσκοπούν στην αναπλήρωσή του. Φανερώνεται επίσης, με ακόμα πιο έκδηλο τρόπο, στις κακοτυχίες μιας παραγωγής που αντιμάχεται “το ποιοτικό είναι των πραγμάτων”, το οποίο επιμένει να παραβλέπει, και που επανεμφανίζεται αναπόφευκτα, από το Μεξικό μέχρι το Μποπάλ[16], ως βλαπτικότητα. Αλλά η κυριαρχία του ποσοτικού επενεργεί επίσης στο εσωτερικό της ίδιας της επιστημονικής γνώσης για να καταπνίξει τις συνεισφορές των μεγάλων θεωριών αυτού του αιώνα, που αμφισβήτησαν τις παλιές αναπαραστάσεις του χώρου και του χρόνου. Έτσι, σύμφωνα με την ίδια την ομολογία ενός σύγχρονου μαθηματικού, από την αποστείρωση του κοινωνικού εδάφους δεν γλιτώνουν αυτοί που είναι προφανώς οι αρχιερείς της: «Η κρίσιμη κατάσταση της σύγχρονης επιστήμης πηγάζει… από μια διαστροφή κοινωνιολογικής προέλευσης: την ολοένα μεγαλύτερη βαρύτητα που αποδίδεται στη “βαριά επιστήμη”, στις τεχνολογίες, στις εφαρμογές, εις βάρος των θεωρητικών ενδιαφερόντων και της απαίτησης για κατανόηση στα οποία αφιερωνόταν άλλοτε πολύ περισσότερο η επιστήμη. Αρκεί να ρίξει κανείς μια ματιά στα μεγάλα επιστημονικά περιοδικά διεθνούς φήμης (όπως το Nature ή το Science) για να συνειδητοποιήσει το επίπεδο της ασημαντότητας στο οποίο βρίσκεται η τεράστια πλειονότητα του σύγχρονου πειραματισμού. Φτάσαμε έτσι στον μεγαλύτερο βαθμό επιτήδευσης ως προς την περιγραφή του πραγματικού, αφήνοντας στην άκρη κάθε προσπάθεια θεωρητικής διασαφήνισης που δεν θα οδηγούσε άμεσα στο πείραμα. Όμως η περιγραφή του πραγματικού, που επιδιώκεται με όλα τα διαθέσιμα τεχνικά μέσα μέχρι την πιο μικρή αντιληπτή λεπτομέρεια, δεν έχει στην πραγματικότητα κανένα όριο, ή ακριβέστερα κανένα άλλο όριο εκτός από αυτό που θέτει η κοινωνία με τα κονδύλια του προϋπολογισμού της… Για να εξασφαλίσουν τη συλλογική αποδοχή, οι επιστήμονες κατέληξαν να συμπράττουν ολοένα στενότερα με τις πιο ανησυχητικές ή ακόμα και τις πιο αυτοκτονικές τάσεις της ανθρωπότητας.» (Ρενέ Τομ [René Thom], Le Monde, 1-2 Ιουλίου 1984.)

Όσο για τον περιοριστικό έλεγχο που θα επέβαλλε “η κοινωνία” στην επιστημονική έρευνα, γνωρίζουμε καλά ποιοι την ασκούν στο όνομά της, και με ποιους σκοπούς: δεν χρειάζεται λοιπόν να ανακαλύπτει κανείς “αυτοκτονικές” τάσεις στην ανθρωπότητα. Και αυτός ο μισο-κριτικός επιστήμονας έδειξε ακόμα περισσότερο τα δικά του μεθοδολογικά όρια διευκρινίζοντας παρακάτω: “…οι μόνες πραγματικά σημαντικές και αξιόλογες επιστημονικές πρόοδοι δεν συνίστανται σε προσαυξήσεις γνώσεων –όπως πιστεύεται πολύ εύκολα– αλλά στην απόκτηση από τον άνθρωπο νέων διανοητικών δομών που του επιτρέπουν να προσομοιώνει πιο αποτελεσματικά την πραγματικότητα” (ό.π.). Γιατί αν και είναι αλήθεια ότι η επιστημονική σκέψη δεν προχωρά με γραμμικό τρόπο, συσσωρεύοντας γνώσεις όπως ο μπακάλης τακτοποιεί κονσέρβες στο ράφι του, αλλά μεταμορφώνεται φτάνοντας σε ποιοτικά κατώφλια, σε νέες θεωρητικές συνάφειες με βάση τις οποίες μπορεί να οργανώσει τις προηγούμενες γνώσεις και να αποκτήσει καινούριες, ο ανθρώπινος στόχος όλων αυτών δεν θα μπορούσε να είναι κάτι τόσο άθλιο όσο το “να προσομοιώνει πιο αποτελεσματικά την πραγματικότητα”: το ζήτημα είναι προφανώς να την παράγει. Και αυτό κάνει άλλωστε, ενώ θέλει να συνεχίζει να το αγνοεί, ή ενώ το αποκρύβει πίσω από τη δική της μεταφυσική της αντικειμενικότητας, η επιστήμη του Κράτους που επιλέγει προφανώς την πραγματικότητα την οποία ισχυρίζεται ότι προσομοιώνει, και παράγει μια καθορισμένη ιστορική πραγματικότητα με το πρόσχημα ότι περιγράφει ένα διαχρονικό πραγματικό.

Οι πρόοδοι της κοινωνικής αλλοτρίωσης (της αλλοτρίωσης των μέσων παραγωγής της πραγματικότητας) προχωράνε τόσο γρήγορα ώστε μπορεί κανείς να μας μιλάει για “προόδους της τεχνητής νοημοσύνης”, “αυτού του κλάδου της πληροφορικής που επιδιώκει να προσομοιώσει λίγο-πολύ μέσω του υπολογιστή τον ανθρώπινο συλλογισμό”, δίνοντας ως παράδειγμά της “τα έμπειρα συστήματα, που συνδέουν έναν μηχανισμό συλλογισμού με μια ηλεκτρονική τράπεζα πληροφοριών, και που φιλοδοξούν να θέσουν στη διάθεση όλων την επιστήμη κάποιων ελάχιστων ειδικών” (Μωρίς Αρβονύ [Maurice Arvonny], le Monde, 20 Ιουνίου 1985). Όσον αφορά αυτά τα “έμπειρα συστήματα”, χωρίς καν να υπεισέλθουμε στις λεπτομέρειες του τρόπου με τον οποίο φιλτράρουν τις πληροφορίες μέσω ενός υποτιθέμενου “συλλογισμού”, έχουμε ήδη αποτιμήσει (βλ. το άρθρο Abaissement [Υποβάθμιση][17]) πώς θέτουν την “επιστήμη” στη διάθεση όλων καθιστώντας τον καθένα εξίσου θύμα της υλοποιημένης ισχύος της διαχωρισμένης γνώσης της, μέχρι την αυτοματοποίηση μιας ολικής καταστροφής.

Αλλά το πιο αξιοσημείωτο είναι αναμφίβολα αυτή η προσομοίωση η οποία πραγματοποιείται από έναν “συλλογισμό” που θέτει για τον εαυτό του ως στόχο να προσομοιώσει την πραγματικότητα: αυτό το παιχνίδι καθρεφτών της θετικιστικής αυταπάτης ενσαρκώνει μια ψευδο-πραγματικότητα της οποίας η ταυτολογική κυκλικότητα αποκλείει κάθε αβεβαιότητα και κάθε επιλογή, προς όφελος μιας αυτόματης ανάπτυξης που παρουσιάζεται σε εμάς με την παντοδυναμία μιας αναμφισβήτητης θετικότητας. Αυτή η θετικότητα μιας πραγμοποιημένης γνώσης, που τείνει να καταλάβει το σύνολο της πραγματικότητας, θυμίζει έντονα το σύντομο κείμενο του Μπόρχες [Borges, Jorge Luis] με τον τίτλο “Περί της επιστημονικής ακρίβειας”: “Σε αυτή την Αυτοκρατορία, η Τέχνη της Χαρτογραφίας άγγιξε τόση τελειότητα ώστε ο Χάρτης μιας και μόνο Επαρχίας καταλάμβανε μια ολόκληρη Πόλη και ο Χάρτης της Αυτοκρατορίας μια ολόκληρη Επαρχία. Με τον καιρό, αυτοί οι Τεράστιοι Χάρτες έπαψαν να ικανοποιούν και τα Κολέγια των Χαρτογράφων σχεδίασαν έναν Χάρτη της Αυτοκρατορίας που είχε το Σχήμα της Αυτοκρατορίας και που συνέπιπτε με αυτή, σημείο προς σημείο.” (Ο Δημιουργός και άλλα κείμενα.) Η κυριολεκτικά σχιζοφρενική επιθυμία να κάνει κάποιος τον χάρτη της αφαίρεσης να συμπίπτει σε κάθε σημείο με το έδαφος του πραγματικού βρίσκει στον φετιχισμό του ηλεκτρονικού υπολογιστή το ξόρκι της: την παντοδυναμία της σκέψης του ποσοτικού, απελευθερωμένης από τη διαχρονική ποιοτική αλλαγή. Σύμφωνα με τους τσανακογλείφτες του ιστορικού παγετώνα, καθετί δυνατό θα μπορούσε επομένως να καταχωριστεί σε αυτές τις μνήμες, γιατί δεν θα ήταν πια παρά μόνο επαυξημένο παρελθόν.

Αν ο άβακας είναι η υλοποιημένη, χωρικοποιημένη μνήμη μιας μεθόδου υπολογισμού, ο ηλεκτρονικός υπολογιστής είναι η ηλεκτρονική κατάληξή της, όπου η ταχύτητα της λειτουργίας καθιστά τον χώρο έναν “πραγματικό χρόνο”. Και αν αυτή η υπολογιστική μηχανή μπορεί να συγκεντρώνει στα “προγράμματά” της την ευφυΐα του συνόλου της κοινωνικής πρακτικής, αυτό συμβαίνει επειδή η τελευταία υποβιβάστηκε ως προς όλες τις πλευρές της στο υπολογίσιμο και στη λογική του. Σίγουρα κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα αναπτύσσει την ισχύ της παρέχοντας στον εαυτό της εργαλεία που ενσωματώνουν τη συσσωρευμένη γνώση· και η δραστηριότητα του πνεύματος συνδέεται ιδιαιτέρως με τα μέσα της μνήμης του, που δεν μπορεί παρά να είναι χωρικοποιημένη: μόνο έτσι η σκέψη αποκτά, εστιάζοντας σε μια μορφή, τη συνέπεια που της επιτρέπει να επανέρχεται στον εαυτό της, να ανασυγκροτείται και να ξεπερνάει τον εαυτό της. Μια τέτοια χωρικοποίηση μπορεί να είναι μια συμβολική, μια γραφή ή μια αρχιτεκτονική, αλλά πρόκειται πάντα για μια οργάνωση τόπων μνήμης όπου οι ιδέες αποθέτονται σύμφωνα με ορισμένες σχέσεις, ορισμένους συνειρμούς. Ο χώρος που παρέχεται έτσι για να τον διατρέξουν οι βηματισμοί του πνεύματος είναι ταυτόχρονα μια ανάμνηση και μια μέθοδος, μια αναπαράσταση και ένα σχέδιο: όταν το Κουατροτσέντο αντικαθιστά τον “χώρο-σύνολο” του Μεσαίωνα με έναν “χώρο-σύστημα” (για να χρησιμοποιήσουμε τους όρους του Έρβιν Πανόφκσι [Erwin Panofsky]), έναν ομογενή χώρο όπου τα αντικείμενα οργανώνονται σύμφωνα με τους νόμους της γραμμικής προοπτικής, επιβάλλει ταυτόχρονα την αναπαράσταση ενός γραμμικού χρόνου (του μετρήσιμου χρόνου που απαιτείται για να διατρέξει κανείς έναν μετρήσιμο χώρο) στη διαδοχή του οποίου καθίσταται δυνατή η αναζήτηση δεσμών αιτιότητας για την καθιέρωση νόμων και ντετερμινισμών. Αλλά με την εγκατάλειψη του σχεδίου της δημιουργίας του ανθρώπου που θεμελίωνε αυτή την αναπαράσταση ενός μετρήσιμου χωροχρόνου, χάνονται ταυτόχρονα το σημείο φυγής του γεωμετροποιημένου χώρου και η κατεύθυνση του χρόνου, αυτό το περίφημο “νόημα της ιστορίας” που η σύγχρονη σκέψη κληρονόμησε από τη θεολογία (βλ. Κώστας Παπαϊωάννου, Η Αποθέωση της ιστορίας): στο σύμπαν το οποίο ισοπεδώνεται από την οθόνη που οριοθετεί από όλες τις πλευρές την αντίληψη του θεατή, δεν υπάρχει πλέον παρά μόνο η αμεσότητα μιας κατάληψης του ανθρώπινου χρόνου από τη μηχανική ζωή του μη-ζωντανού. Όπως διακηρύττει επιτακτικά η εταιρεία υπολογιστών Apple στο κυνοτροφείο των καταναλωτών της: “Τινάξτε τους ψύλλους!” [Secouez-vous les puces!”][18]

Η ανάγκη για μια ανώτερη γνώση, θεωρητική και πρακτική, του συνολικού κόσμου των ανθρώπων, για μια ενιαία κατανόηση του ιστορικού χωροχρόνου, δεν μπορεί να παραμένει ατιμώρητα ανεκπλήρωτη. Όσο παραμένει έτσι, αυτή η κοινωνία θα προσφέρει ως επιλογή μόνο την αποσύνθεση στην τρέλα ή την ενσωμάτωση στην αποχαύνωση (βλ. το άρθρο Abrutissement [Αποχαύνωση]). Γιατί η βουλγάτα [vulgate] επιστήμη που αναπληρώνει σήμερα τη λειτουργία της θρησκείας στα τέλη του Μεσαίωνα είναι ακόμα λιγότερο ικανή από εκείνη να συμπεριλάβει το παρόν στα κατάστιχα του παρελθόντος. Αν κάθε εποχή επιλέγει μαζί με τη μνήμη της την εκ μέρους της χρήση του παρελθόντος και το ανασυγκροτεί σύμφωνα με τις ανάγκες της, η δική μας θέλει να κρατήσει από την επιστημονική και τεχνική πρόοδο μόνο όσα επιτρέπουν να διατηρηθεί η έλλειψη συνειδητότητας ως προς την πρακτική μεταβολή των συνθηκών της ύπαρξης. Γιατί η κυρίαρχη μνήμη είναι βεβαίως πάντα η μνήμη της κυρίαρχης τάξης. Τον 18ο αιώνα αυτή η τάξη καταπολεμούσε τη θρησκεία για να ιδιοποιηθεί τον κόσμο, ενώ σήμερα δημιουργεί, για να τον διατηρήσει, ένα νεο-ιερό που πραγματώνει την ατενίζουσα αλλοτρίωση της επιστημονικής γνώσης.

Ας τελειώσουμε λοιπόν με τον Σουίφτ [Swift, Jonathan], που εξέφρασε αριστοτεχνικά πολλές λαμπρές τάσεις εκείνου του 18ου αιώνα, και με τρόπο ακόμα πιο πειστικό για εμάς στον βαθμό που η μισανθρωπία του τον προστάτευσε τουλάχιστον από τις “προοδευτιστικές” αυταπάτες που επικρατούσαν τότε. Έτσι η διαδικασία μέσω της οποίας μια αφαίρεση έρχεται να αντικαταστήσει προοδευτικά, και ακολούθως απότομα, την πραγματικότητα απεικονίζεται πλήρως στα Ταξίδια του Γκιούλιβερ μέσω των σχέσεων που διατηρεί το ιπτάμενο νησί της Λαπούτα, όπου βρίσκονται ο βασιλιάς και η αυλή του, με το βασίλειο που είναι υποταγμένο σε αυτόν, τη Βαλνιβάρβη. Μπορούμε πράγματι να πούμε ότι στο ιπτάμενο νησί η κρατική εξουσία έχει αυτονομηθεί αρκετά ώστε να διαφεύγει από τις απόπειρες εξέγερσης του κοινωνικού εδάφους που εξουσιάζει, και ενάντια στις οποίες ο βασιλιάς διατηρεί πάντα “την ύστατη λύση: αφήνει να πέσει κατακόρυφα το νησί πάνω στα κεφάλια των ανυπότακτων, και δεν απομένει πλέον τίποτα ούτε από τους ανθρώπους ούτε από τα σπίτια”. Δεν είναι μόνο οι σύγχρονες πολεοδομικές επιχειρήσεις, αλλά το συνολικό σφυροκόπημα της πραγματικότητας από τις τεχνικές του κοινωνικού ελέγχου, που μοιάζουν με αυτή την πτώση της Λαπούτα πάνω στα κεφάλια των “ανυπότακτων”. “Ένα παράξενο αεροσκάφος προσγειώθηκε στις Λαντ ντε Μποζέ [Landes de Beaugé]. Το βράδυ, από τη μικρή κωμόπολη του Λιφρέ (Ιλ-ε-Βιλαίν) [Liffré (Ille-et-Vilaine)]), λίγο πιο κάτω, μπορεί κανείς να δει τα φώτα του να λάμπουν πάνω στον λόφο. Η αυγή αποκαλύπτει ένα μεγάλο λευκό ορθογώνιο που αναδύεται από τη χαμηλή βλάστηση: ένα εργοστάσιο 7.000 τ.μ.. Μπροστά, το πιλοτήριο, μια διώροφη κατασκευή με στέγη που αποτελείται από έξι πυραμίδες καλυμμένες από πλάκες σχιστόλιθου: περίπου 3.000 τ.μ. γραφεία. Ένας χλοοτάπητας με λιτά και καλοφτιαγμένα σχήματα διακοσμεί το σύνολο. Είναι η πρώτη μονάδα του γιαπωνέζικου εργοστασίου Canon, που εγκαταστάθηκε τον περασμένο Σεπτέμβριο σε αυτή τη γωνιά της Βρετάνης, σε 16 απομονωμένα εκτάρια λίγα χιλιόμετρα έξω από το Λιφρέ. Αν και το έδαφος είναι βρετονικό, οι μέθοδοι παραγωγής είναι 100% γιαπωνέζικες. Μέσα στο εργοστάσιο, πίνακες υπενθυμίζουν τους ποσοτικούς και ποιοτικούς στόχους που πρέπει να επιτευχθούν. Ένα σύνθημα συνοψίζει το οικείο πνεύμα: φέτος, περιέχεται σε μία λέξη, “PROPRE”, δηλαδή πρόοδος – ορθολογικότητα –οργάνωση – ευγένεια – ανθρώπινες σχέσεις – αποτελεσματικότητα [progrès-rationalité-organisation-politesse-relations humaines-efficacité]. Δύο φορές την ημέρα, το προσωπικό του εργοστασίου καλείται να εκτελέσει μερικές διατατικές ασκήσεις μπροστά από τις γραμμές συναρμολόγησης. Μέσα σε οχτώ μήνες, η παραγωγικότητα είναι 20% υψηλότερη από τις προβλέψεις των γιαπωνέζων διευθυντών. Αλλά βρίσκεται ακόμα μόλις στο 80% εκείνης που υπάρχει στην Ιαπωνία.” (Libération, 10 Ιουνίου 1985.)

Σημειώσεις της μετάφρασης

[1] Arnold Reymond, Histoire des sciences exactes et naturelles dans l'Antiquité gréco-romaine (1924).

[2] Η λέξη “χοίνιξ” στην αρχαία Ελλάδα σήμαινε καταρχάς ένα είδος δοχείου ή αγγείου και κατ’ επέκταση το μέτρο της χωρητικότητάς του. Η φράση “επί χοίνικος μη καθήσθαι” (να μην κάθεσαι πάνω σε χοίνικα) είχε τη μεταφορική σημασία ότι πρέπει κανείς να φροντίζει τόσο για το παρόν όσο και για το μέλλον.

[3] Jakob Burkhardt (1860). Ο Πολιτισμός της Αναγέννησης στην Ιταλία [Die Kultur der Renaissance in Italien].

[4] Galileo Galilei (1623). Ο Εκτιμητής [Il Saggiatore].

[5] Η τεχνική της αναμόρφωσης στη ζωγραφική, τη γλυπτική, τη φωτογραφία κ.λπ. συνίσταται σε μια παραμορφωμένη προβολή που απαιτεί από τον θεατή να έχει μια συγκεκριμένη οπτική γωνία για να μπορέσει να δει μια αναγνωρίσιμη εικόνα. Αναπτύχθηκε ιδίως στο πλαίσιο του πειραματισμού των ζωγράφων με την προοπτική κατά την περίοδο της Αναγέννησης.

Ο Τορκουάτο Τάσσο (Torquato Tasso, 1544-1595) υπήρξε δημοφιλής ποιητής της όψιμης περιόδου της Αναγέννησης, κατά την οποία αναπτύχθηκε το καλλιτεχνικό ρεύμα του μανιερισμού (1520-1600) που σηματοδότησε τη μετάβαση στην μπαρόκ εποχή (1600-1750).

[6] Alexandre Koyré (1966). Études d'histoire de la pensée scientifique.

[7] Giovanni Villani, Νέα Χρονικά [Nuova Cronica]. Η συγγραφή του έργου ξεκίνησε γύρω στο 1300 και συνεχίστηκε μέχρι τον θάνατο του Βιλάνι κατά την πανδημία της μαύρης πανώλης το 1348.

[8] Pierre Thuillier, Espace et perspective au Quattrocento, La Recherche (Novembre 1984).

[9] Yves Renouard και Bernard Guillemain (1949). Les Hommes d'affaires italiens du Moyen Âge.

[10] Luca Pacioli (1494). Summa de arithmetica, geometria, proportioni et proportionalita.

[11] Piero della Francesca, Πραγματεία περί άβακος [Trattato d'abaco] (μεταξύ 1460 και 1470) και Περί της προοπτικής στη ζωγραφική [De prospectiva pingendi] (μεταξύ 1474 και 1482).

[12] Giovanni Pico della Mirandola (1486). Λόγος περί της αξιοπρέπειας του ανθρώπου [De hominis dignitate].

[13] Ernst Cassirer (1927). Individuum und Kosmos in der Philosophie der Renaissance.

[14] Georg Hegel (1812). Η Επιστήμη της Λογικής [Wissenschaft der Logik].

[15] Eugène Minkowski (1927). La schizophrénie: Psychopathologie des schizoïdes et des schizophrènes.

[16] Στις 19 Νοεμβρίου 1984, μια σειρά εκρήξεων στο κέντρο δεξαμενών αποθήκευσης και διανομής υγραερίου (LPG) κοντά στην πόλη Σαν Χουάν του Μεξικού σκότωσε 500-600 ανθρώπους και προκάλεσε σοβαρά εγκαύματα σε άλλους 5.000-7.000.

Τη νύχτα της 2ας προς 3η Δεκεμβρίου 1984, μεγάλη ποσότητα ισοκυανικού μεθυλίου και άλλων τοξικών χημικών αερίων διέρρευσε από το εργοστάσιο παρασκευής εντομοκτόνων της εταιρείας Union Carbide κοντά στην πόλη Μποπάλ της Ινδίας. Υπολογίζεται ότι λόγω της διαρροής πέθαναν συνολικά 15.000-25.000 άνθρωποι και έμειναν ανάπηροι πάνω από 500.000.

[17] https://thebaddayswillend.wordpress.com/2021/01/02/edn_03 (σελ. 28)

[18] Η γαλλική φράση “Secouez-vous les puces!” (που σημαίνει μεταφορικά “Κουνηθείτε!”) χρησιμοποιήθηκε ως τίτλος διαφημιστικής αφίσας από την εταιρεία Apple στο πλαίσιο έκθεσης που πραγματοποίησε στο Παρίσι τον Ιούνιο του 1985. Η λέξη “puce” στα γαλλικά είναι ο “ψύλλος” αλλά και το “τσιπάκι”, ενώ στα αγγλικά είναι το “σάπιο μήλο”.

Αρχεία:

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License