Εγκυκλοπαίδεια των Οχλήσεων #4: À Bas! (“Κάτω!”)

Σήμερα, η άρχουσα τάξη είναι αυτή που καταστρέφει την πόλη για να διαλύσει την πραγματικότητα, τη συνείδηση, τη μνήμη της, έτσι ώστε να εξασθενήσουν και να εξαφανιστούν αυτές οι συνθήκες που δύσκολα συγκεντρώνονται στον ίδιο τόπο για να ξεπεραστεί “η παλιότερη κοινωνική εξειδίκευση”, εκείνη της εξουσίας. Το έργο που εναπόκειται στην τάξη που την αρνείται είναι λοιπόν καταρχάς να αναγνωρίσει τον εαυτό της και να τον καταστήσει ορατό στην ίδια. Γι’ αυτό, πρέπει να μετρήσει την έκταση της καταστροφής –έστω και αν αυτή καταβροχθίζει ταυτόχρονα ένα μέρος των αντίπαλων στρατευμάτων–, να διατηρήσει ό,τι μπορεί να ανήκει ακόμα στο δικό της έδαφος, να συγκεντρώσει τους υποστηρικτές της, να ανασυγκροτήσει τις δυνάμεις της, να ανακτήσει την πρωτοβουλία. Μια πρώτη διαπίστωση επιβάλλεται: όσο οι ιδιοκτήτες αυτής της κοινωνίας δεν θα έχουν καταφέρει να εξαλείψουν όλα όσα μπορούν ακόμα να θυμίζουν τη ζωή –δηλαδή αυτό στο οποίο επιδίδονται σήμερα– η φιμωμένη εξέγερση που πιστεύουν ότι σβήνει εδώ επανεμφανίζεται εκεί, αναγκάζοντάς τους να βρίσκουν συνεχώς νέες μορφές καταστολής, ολοένα πιο επαχθείς στον χειρισμό τους, ολοένα πιο ολοκληρωτικές.

Αναδημοσίευση από τον σύνδεσμο:

https://thebaddayswillend.wordpress.com/2021/05/02/4-a-bas/

Εγκυκλοπαίδεια των Οχλήσεων #4

(Αύγουστος 1985)

Μετάφραση: Πριονιστήριο το Χρυσό Χέρι

(Αιγάλεω, Μάιος 2021)

“À BAS!”

(“ΚΑΤΩ!”)

Το συναίσθημα της αγανάκτησης που συνοψίζεται στην κραυγή “Κάτω!” αποτελεί την αφετηρία κάθε επαναστατικής απόπειρας, που ξεκινάει πάντα εκφράζοντας όσα δεν θέλει πλέον. Αυτό το συναίσθημα εμπνέει βεβαίως αυτή την Εγκυκλοπαίδεια. Η θέληση να καταστρέψει όσα υπάρχουν, να τελειώνει με την αφόρητη βαρύτητα της ιστορίας μπορεί ωστόσο να εμψυχώνει, σε μια αντίθετη προοπτική, την επιχείρηση της κυρίαρχης τάξης που επιδιώκει να σβήσει τα ίχνη της γέννησής της για να καθυστερήσει την ώρα της επιθανάτιας αγωνίας της. Έτσι προσπαθεί να γκρεμίσει [mettre à bas] την ευρωπαϊκή πόλη για να εξαλείψει τη μνήμη που είναι εγγεγραμμένη εκεί και που επιτρέπει στους κατοίκους της να διατηρήσουν την επαφή με τα έργα άλλων εποχών, μάρτυρες μιας συνείδησης, μιας ευαισθησίας και μιας επιδεξιότητας, τα οποία είναι ομολογουμένως παγωμένα, αλλά πλουσιότερα από τα φτηνά υποκατάστατα που μας επιβάλλει η σύγχρονη κοινωνία.

Αν κάθε εποχή φτιάχνει και αφανίζει ένα μέρος του εδάφους της, ως βάσης και έκφρασης του τρόπου ζωής της και του κοινωνικού σχεδίου της, σήμερα το ίδιο το λίκνο της ιστορικής χειραφέτησης είναι αυτό που διακυβεύεται καθώς εξαφανίζονται μπροστά στα μάτια των τυφλών, αδιάφορων ή ανήμπορων κατοίκων τους ολόκληρες συνοικίες της πόλης, μαζί με τον κόσμο των ανθρώπινων σχέσεων που υποστήριζαν.

Στην αντιπαράθεση των δυνάμεων καταστροφής και δημιουργίας που διαμορφώνουν την πόλη σε διαδοχικά στρώματα ιζηματοποιημένων κοινωνικών σχεδίων, μόνο η ευρωπαϊκή πόλη γνώρισε πραγματικά έναν χειραφετητικό τρόπο οργάνωσης ως κομμούνα, πόλη πλήρους λειτουργικότητας, με μια μερική ανεξαρτησία από την εξουσία ενός μόνο προσώπου ή ενός μικρού αριθμού προσώπων, μια σχετική διοικητική και στρατιωτική αυτονομία καθώς και μια διακριτή διαχείριση της δικαιοσύνης της και των αγαθών της. Αυτή ήταν το πεδίο πειραματισμού για νέες μορφές συνεταιρισμού πέρα από τους παλιούς προγονικούς δεσμούς καταγωγής, πέρα από τις σχέσεις αφέντη-σκλάβου και από την επίλυση των διαφωνιών ως συγκρούσεων μόνο μέσω της δύναμης. Αυτή η μεγάλη πορεία που ξεκίνησε στη μεσαιωνική εποχή επέτρεψε την επανασύνδεση με την εμπειρία της ελληνικής πολιτείας, όπου είχε επινοηθεί η δημοκρατία των ελεύθερων ανδρών. Αλλά ταυτόχρονα με την κομμούνα, η ευρωπαϊκή πόλη γέννησε, με τη συγκρότηση μιας ιδιαίτερης τάξης που επιδιδόταν στην αγοραπωλησία, το εμπόρευμα, αυτή την κοινωνική σχέση όπου ο αποστερημένος εργαζόμενος αντιμετωπίζει ένα κεφάλαιο που χειραφετείται σταδιακά από τις τοπικές συνθήκες παραγωγής.

Καθώς γεννήθηκε από την πόλη, η αστική τάξη διεξήγαγε εκεί τις αποφασιστικές μάχες που κατέληξαν στην ηγεμονία της και στην εδραίωση του ανεπίστρεπτου ιστορικού χρόνου, ενώ αλλού διατηρούνταν παλιές μορφές κυριαρχίας βασισμένες στην κυριαρχία του κυκλικού χρόνου. Τον προηγούμενο αιώνα, η πόλη αποτελεί τον πιο προηγμένο τόπο της ταξικής κοινωνίας και οι επαναστατικές δυνατότητες πόλεων όπως το Παρίσι ή το Λονδίνο αναγνωρίστηκαν από άτομα κάθε προέλευσης.

Σε πολλές περιπτώσεις η εργατική τάξη επιχείρησε να ανατρέψει και να καταρρίψει την αστική εξουσία μέσα στον ίδιο χώρο που την είχε γεννήσει. Αλλά μετά από κάθε τράνταγμα που την συγκλόνιζε διαπιστωνόταν η εμφάνιση και ανάπτυξη νέων τρόπων διαμεσολάβησης που επεξεργαζόταν αυτή η ιδιοκτήτρια τάξη της πόλης. Η πολεοδομία ως τεχνική διακυβέρνησης του κοινωνικού πεδίου μάχης ήταν πρωτίστως η στρατηγική σύνθεση των κύριων μέσων ελέγχου της αστυκής[1] οικονομίας που ανέλαβε να συμπεριλάβει στις λειτουργικές κατηγορίες της τις μεγάλες ροές εμπορευμάτων και εργασίας. Ενώ η μοναρχία είχε αγγίξει ελάχιστα το ίδιο το σώμα της πόλης, η αστική τάξη προχώρησε από εκείνη τη στιγμή σε μια χωρίς προηγούμενο επιχείρηση αποδιάρθρωσης του ιστορικού λίκνου της: ανάπλαση του διαμορφωτικού πυρήνα, διανοίξεις και οικιστικά συγκροτήματα μεγάλης κλίμακας, εμφάνιση προαστίων και μέσων μαζικής μεταφοράς, κατάτμηση και επίβλεψη των επαναστατικών πληθυσμών μέσω της νέας διοικητικής εξουσίας με τα δίκτυα των κτιρίων της που επιτρέπουν στο αστικό Κράτος να επεμβαίνει σταδιακά και συντονισμένα στον χωροχρόνο της καθημερινής ζωής. Έχοντας πραγματοποιήσει την επανάστασή της, η αστική τάξη αρχίζει να καταστρέφει το έδαφος της προέλευσής της και του προηγούμενου πλούτου της.

Προς τα μέσα του αιώνα μας εμφανίζεται στην Ευρώπη η συστηματική χρήση επιχειρήσεων αστυκής επανεκκίνησης που επωφελούνται από τις καταστροφές του πολέμου για να ανοικοδομήσουν τον οικονομικό μηχανισμό πάνω σε εκσυγχρονισμένες βάσεις. Γι’ αυτό τα πειράματα που διεξάγονται από τη σοσιαλδημοκρατία στην Αγγλία, τη Γερμανία, την Αυστρία, την Ολλανδία, τη Γαλλία χρησιμεύουν ως παράδειγμα, έχοντας ως εξέχουσα θεωρητική στιγμή την εμφάνιση των “Διεθνών Συνεδρίων Μοντέρνας Αρχιτεκτονικής” (“C.I.A.M.”)[2] των οποίων το θανάσιμο δόγμα, “Η Χάρτα των Αθηνών”[3], που αποσκοπούσε στην οριστική κατάπνιξη κάθε πνοής αστυκής δημοκρατίας, άρχισε να εφαρμόζεται ως σύστημα μετά τον πόλεμο. Μπορεί να ειπωθεί ότι η πόλη με τους δρόμους της, τα κτίριά της, έγινε τότε “καταναλωτικό αγαθό”, δηλαδή εμπόρευμα –και μόνο αυτό– με όλη την εκπτώχευση των κοινωνικών σχέσεων που συνοδεύει την απόπειρα απαλλαγής μια για πάντα από ένα πνεύμα του τόπου [genius loci] που έγινε πολύ ενοχλητικό.

Το Παρίσι και ο πληθυσμός του είχαν αποτελέσει από το τέλος της εποχής του Διαφωτισμού το προνομιακό έδαφος για τη διεξαγωγή αυτής της σύγχρονης μορφής αγώνα όπου συλλαμβάνεται και υλοποιείται ένα σχέδιο ιστορικής χειραφέτησης. Εκεί βρήκε η ταξική πάλη τις οξύτερες μορφές της, εκεί εκτυλίχθηκαν οι αποφασιστικές στιγμές του κοινωνικού πολέμου. Αυτή η πόλη είχε πολλά να χάσει και πράγματι τα έχασε. Η ανάπλαση που ξεκίνησε με τις αξίνες των νομαρχών Ραμπυτώ [Rambuteau] και Οσμάν [Haussmann] συνεχίστηκε, μετά από μισό αιώνα ανάπαυλας, με τις μπουλντόζες του γκωλισμού που υλοποίησε μια νέα σύνθεση των δυνάμεων εξουδετέρωσης εκείνου του κατ’ εξοχήν κοινωνικού αναβρασμού που συνιστούσε το Παρίσι. Όπως παρατηρεί ο Λουί Σεβαλιέ: “Μεταξύ του 1960 και του 1968… η μεταμόρφωση έχει προχωρήσει τόσο πολύ ώστε είναι δύσκολο να μη δει κανείς στην εξέγερση των νέων, μεταξύ άλλων, την άρνηση να ζήσουν μέσα σε αυτό το νέο αστυκό περιβάλλον, μέσα σε αυτή τη “ναντεροποιημένη” πόλη, που με την πλήξη της, την ασχήμια της, τη βλακεία της, το μπετόν της, με την υποτέλεια στην οποία καταδικάζει, συνοψίζει όσα απεχθάνονται. Φανταστική αντιστροφή! Το Παρίσι ξεράστηκε από τους νέους, αφού υπήρξε για αιώνες ο παράδεισός τους, η πόλη όπου προσέτρεχαν από παντού, πεπεισμένοι ότι θα έβρισκαν εκεί όλα όσα μπορούσαν να ονειρευτούν, τις απολαύσεις, τον έρωτα, την επιτυχία, τη δόξα, με δυο λόγια τη “ζωή στο Παρίσι” του φοιτητή του 14ου αιώνα.” (Η Δολοφονία του Παρισιού, 1977.)[4] Αλλά δεν συγκεντρώθηκαν με την κραυγή “Δεν θα εγκαταλείψουμε το Παρίσι!” –την οποία έκαναν να αντηχήσει οι εργάτες των Εθνικών Εργαστηρίων του 1848– οι εξεγερμένοι του 1968, που τελικά εγκατέλειψαν την πόλη τους επιτρέποντας στους συνδικαλιστές να παρουσιάσουν εκείνη τη στιγμή ως νίκη, με την ονομασία μιας αύξησης των μισθών.

Μετά την ήττα, αηδιασμένοι από την πόλη και από τους κατοίκους της, ορισμένοι θεώρησαν σωστό να μεταθέσουν τις διαψευσμένες ελπίδες τους χάνοντας τον εαυτό τους στην αναζήτηση μιας υποθετικής φύσης σε εκείνα τα καταφύγια της υπαίθρου όπου βρίσκεται κανείς μερικές φορές έξω από την εμβέλεια των χτυπημάτων αλλά πάντα έξω από την ιστορία. Και κάποιοι άλλοι ακόμα πιο νέοι, αγνοώντας ακόμα και την εξέγερση των μεγαλύτερών τους, εναπόθεσαν τα όνειρά τους σε όλα αυτά τα σκάρτα ναρκωτικά που μια αντεπαναστατική στιγμή επιδιώκει να διαδώσει μέσα στα μυαλά για να ολοκληρώσει τη νίκη της. Για την πόλη που δεν θα έχουν γνωρίσει, δεν θα λυπηθούν καθόλου: το σχολείο, το γραφείο, το εργοστάσιο, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και ό,τι απομένει από την οικογένεια κάνουν σήμερα περισσότερα από τη συνηθισμένη ελεεινή δουλειά τους για να τους εξοικειώσουν με αυτό το νέο περιβάλλον, αυτή την πόλη-εμπόρευμα που γίνεται το μοναδικό σημείο αναφοράς, το μόνο δυνατό σχέδιο με βάση το οποίο πρέπει να διαμορφωθεί ο αισθητός κόσμος των κοινωνικών σχέσεων και το βλέμμα των ανθρώπων. Ορισμένες νέες γενιές δεν θα γνωρίσουν κανένα “αλλού” ή διαφορετικές εμπειρίες από εκείνες που προσφέρει η σημερινή ψευδο-πόλη και τα γούστα τους χαλκεύονται μέσα στα εργαστήρια της αγοραίας ερήμωσης.

Για να αξιολογήσουμε την κατάσταση των εμπλεκόμενων δυνάμεων, πρέπει να αναλογιστούμε αυτό το αστυκό έδαφος που εγκαταλείφθηκε στην ψευδή συνείδηση, να αξιολογήσουμε τις υλικές και ηθικές απώλειες, τα κατώφλια της αποστέρησης και της ένδειας που, ελλείψει μιας ανάκαμψης, μπορούν να μας οδηγήσουν σε μια ιστορική οπισθοδρόμηση χωρίς προηγούμενο. Σήμερα που η κυρίαρχη τάξη καταστρέφει την πόλη, ας εξετάσουμε τι έχει γκρεμίσει, πώς προχωράει και πώς αυτό έχει υποσκάψει την ευφυΐα και τη μαχητικότητα εκείνων που εξακολουθούν να είναι οι κάτοικοί της.

Όλα τα συστατικά στοιχεία της ιστορικής πόλης πρέπει να επανεπενδυθούν ή να εξαφανιστούν. Αυτό είναι το πρόγραμμα που οι ιδιοκτήτες της κοινωνίας δεν χρειάζεται καν να διατυπώσουν πλέον για να γίνουν πιστευτοί, καθώς ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια μας το αποτέλεσμα των κατορθωμάτων τους. Τι σημασία έχουν οι λέξεις καθώς συσσωρεύονται τα γεγονότα: αυτά είναι άλλωστε που δίνουν νόημα σε εκείνες –ως κόρες του αγοραίου υπολογισμού–, επιτρέποντας ακριβώς στην κατεστημένη εξουσία και στον στρατό των τεχνικών της οικοδόμησης που τις χρησιμοποιεί να λένε οτιδήποτε, ακόμα και τα πιο χονδροειδή ψέματα, αφού δεν έχουν πλέον απέναντί τους οργανωμένες δυνάμεις που να τους αντιτίθενται και κανένα σχέδιο για να τα αντικρούσει.

Η πόλη ως εμπόρευμα-για-κατοίκηση που συλλαμβάνεται από τη νοσηρή σχεδιοκρατία [planisme] υλοποιείται προς τα μέσα αυτού του αιώνα: “Η σύγχρονη πόλη πεθαίνει επειδή είναι μη γεωμετρική. Το εναέριο χτίσιμο σημαίνει την αντικατάσταση του ακανόνιστου, άλογου εδάφους, που είναι το μόνο που υπάρχει σήμερα, από ένα κανονικοποιημένο έδαφος. Αλλιώς δεν υπάρχει σωτηρία” γρύλιζε ένας ειδικός που ήταν πολύ εξοικειωμένος με τον τομέα των χτισμένων σκουπιδιών (Σαρλ-Εντουάρ Ζανρέ, γνωστός ως Λε Κορμπυζιέ, Πολεοδομία, 1925)[5]. Τριάντα χρόνια μετά τα πρώτα χτυπήματα που υπέστη η ευρωπαϊκή πόλη από τη συμμορία των C.I.A.M., τα εγγόνια τους μπορούν να διαπιστώσουν με ικανοποίηση προόδους στην εξαφάνιση “των καφέ, των τόπων ανάπαυσης… αυτής της μούχλας που κατατρώει τα πεζοδρόμια” (ό.π., Προς μια αρχιτεκτονική).[6] Γιατί νέοι εργολάβοι του χώρου έχουν πράγματι προχωρήσει ακόμα πιο μακριά.

Η οσμανοποίηση των ευρωπαϊκών πόλεων είχε δημιουργήσει τον σκελετό των λεωφόρων και των σύγχρονων δικτύων μεταφορών, καθιστώντας δυνατούς τους μεταγενέστερους μετασχηματισμούς, ιδίως την επέκταση και στη συνέχεια τη διάκριση των “αστυκών λειτουργιών”, τις εκτοπίσεις και τους μαζικούς διαχωρισμούς πληθυσμών που προηγουμένως ήταν συγκεντρωμένοι στον ίδιο τόπο. Εξήντα χρόνια αργότερα ο εκσυγχρονισμός της οικοδομικής βιομηχανίας, που πραγματοποιήθηκε εν μέρει για να αντισταθμίσει τις μαζικές καταστροφές ενός δεύτερου παγκόσμιου πολέμου, θα επέτρεπε τη συνέχιση της καταστροφής της ευρωπαϊκής πόλης ώστε να συνεχίσει να κινείται η οικονομική μηχανή, με τα βιβλία παραγγελιών της, την “πλήρη απασχόληση” των παραγωγών και καταναλωτών αυτού του παράξενου προϊόντος που ονομάζεται “κοινωνική κατοικία” και παραχωρείται στους λεγόμενους δικαιούχους της για ενοίκια που άλλοτε ήταν χαμηλά.

Η εγκατάσταση νέων υποδομών που σχεδιάζονται στην κλίμακα ολοένα εκτενέστερων εδαφών για να τεμαχιστεί και να ανασυντεθεί η πόλη και τα περίχωρά της σύμφωνα με τις προσταγές της οικονομίας ολοκληρώνεται εν μέσω της αδιαφορίας ή της συναίνεσης εκείνων των “μεσαίων” τάξεων που εκπαιδεύονται στο σχολείο της υποτέλειας. Οι τεράστιες τάφροι των αστυκών αυτοκινητόδρομων, οι υπόγειες χοάνες των μαζικών μεταφορών, τα νέα κτίρια που εξυμνούν τις αόρατες δυνάμεις των κυβερνοποιημένων επικοινωνιών αντικαθιστούν τους ενιαίους τόπους της παλιάς αστυκής ζωής, κατ’ αντιστοιχία με έναν καταμερισμό εργασίας εκσυγχρονισμένο και πιο εξαρτημένο από ποτέ από τις γραφειοκρατίες της υποστηρικτικής εργασίας για τις οποίες χτίζονται οι νέοι πύργοι του νεκρού χρόνου. Και εκεί όπου εκτείνονταν παλιότερα συνοικίες επαναστατικών πληθυσμών, περιαστικά χωριά, κηπευτικές καλλιέργειες, προσκρούει κανείς σήμερα σε αυτά τα τσιμεντένια τείχη που η πολυάριθμη στρατιά των επαναφομοιωτών του ’68, εξαναγκασμένη κάτω από το μαστίγιο των εκλογικών προθεσμιών, επιδιώκει ματαίως να θεωρηθούν ως “πόλη” παρά τα τεκμήρια της ιστορικής απουσίας.

Σε αντίθεση με τα επαναλαμβανόμενα παρελθοντιστικά παράπονα των αρχιτεκτονικών κριτικών κάθε προέλευσης, των αριβιστών που δεν καταφέρνουν ακόμα να αντικαταστήσουν τα τελευταία κύματα ενός “Μοντέρνου Κινήματος” γερασμένου από πενήντα χρόνια μνημειακών κοινοτοπιών –που συνήθως απορρίπτονται και ρημάζονται από τους ίδιους τους κατοίκους–, οι διευθύνοντες που διαδέχονται ο ένας τον άλλον από τα δεξιά έως τα αριστερά, αναζητώντας την απολιθωτική έκφραση των αξιών που αντιπροσωπεύουν μια εξουσία την οποία θα ήθελαν να είναι αμετάκλητη, κατάφεραν πραγματικά να βρουν τη νέα μνημειακότητα που αναλαμβάνει τον αναμνηστικό εορτασμό της νίκης τους επί αυτών των πόλεων που καταστρέφουν.

Αρχικά, το μνημειακό δίκτυο της αστικής πόλης του 19ου αιώνα συγκροτείται για να εκφράσει τους νέους θεσμούς του καθεστώτος: δημαρχεία, αγορές και παζάρια, στρατώνες, νοσοκομεία, σχολεία και άσυλα, σταθμοί, δημόσιοι κήποι πολλαπλασιάζονται σύμφωνα με μια οργάνωση και ένα σύστημα ιεραρχικής τοποθέτησης που αρχίζει να καλύπτει ολόκληρο το αστυκό έδαφος, από το παλιό ανακατασκευασμένο κέντρο της πόλης έως τις περιφερειακές κοινότητες διαμέσου των νέων συνοικιών των αστικών κατοικιών. Υπό την πίεση των παραγωγικών δυνάμεων, αυτή είναι η στιγμή της πρώτης ανάπλασης της παλιάς πόλης από όσα ονομάστηκαν “αστυκές λειτουργίες” ή τμήματα της οικονομικής ζωής που συντίθενται σύμφωνα με τον καταμερισμό εργασίας της εποχής, ως προεικόνιση των ολοκληρωτικών γραφειοκρατικών συστημάτων που αναπτύσσονται τον επόμενο αιώνα με την ονομασία “πλέγματα εγκαταστάσεων” [grilles d’équipements] για να αποικίσουν και να σχεδιάσουν το σύνολο της καθημερινής ζωής. Σε σύγκριση με το Παλιό Καθεστώς, αυτά τα κτιριακά συγκροτήματα με τις ενσωματωμένες δραστηριότητες και λειτουργίες τους έτειναν να γίνουν εξαντλητικά με την εκ μέρους τους σταδιακή ανάληψη όλων των πτυχών της οικονομικής ζωής, εκφράζοντας έτσι τον αυξανόμενο ρόλο του αστικού Κράτους στον έλεγχο ενός εδάφους περιοδικά απειλούμενου από τις επαναλαμβανόμενες επιθέσεις της εργατικής τάξης. Αυτοί οι μνημειοποιημένοι τόποι της δημόσιας δραστηριότητας, οργανωμένοι ως “δίκτυο”, ήταν οι πρώτοι αναμεταδότες του αστικού τρόπου ζωής. Ο αστυκός χώρος που συνδέεται με καθένα από αυτά τα κτίρια αλλάζει εκείνη τη στιγμή χαρακτήρα: ενώ ήταν πλήρως δρόμος ή τοποθεσία, γίνεται σταδιακά λεωφόρος, κυκλοφοριακό σταυροδρόμι. Το ίδιο το αστικό μνημείο ήδη δεν είναι πλέον παρά μόνο η ασήμαντη διακόσμηση ενός σταυροδρομιού που τείνει να γίνει ο πραγματικός μνημειακός χώρος.

Αλλά αν τα λεωφορεία και οι προαστιακοί σιδηρόδρομοι μπορούσαν ακόμα να εκτείνονται μεταξύ των παλιών δρόμων και των νέων διανοίξεων, οι σύγχρονες μορφές της εμπορευματικής διείσδυσης θα διενεργούσαν σε δεύτερη φάση τους θανάσιμους τεμαχισμούς της πόλης σε οριστικά διαχωρισμένα κομμάτια: περιφερειακές και παρακαμπτήριες οδοί, χώροι στάθμευσης αυτοκινήτων, νέα περιφερειακά δίκτυα μεταφορών με τα δικά τους μνημειοποιημένα σημεία μεταφόρτωσης εκτείνονται τώρα πάνω από τη διάτρητη, κατατεμαχισμένη, αφαιμαγμένη περιοχή της παλιάς πόλης, στη θέση της και αντί γι’ αυτή. Η δεύτερη ανάπλαση της πόλης πραγματοποιείται στο έδαφος που είναι πλέον εξοπλισμένο με αυτόν τον κυκλοφοριακό σκελετό. Ολοκληρώνεται στην εποχή μας όπου τα συστήματα επικοινωνίας των εμπορευμάτων και των προσώπων αποκτούν, ως μέρος της οικονομικής δομής που υλοποιείται εμφανώς στο αστυκό έδαφος, μνημειακό χαρακτήρα για να σηματοδοτήσουν μια νέα φεουδαρχία που εκφράζει μέσω της απομόνωσης και του κατακερματισμού, και με όλη τη βαναυσότητά της, τη χωρική οργάνωση του θεάματος της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, και των ανθρώπων.

Την ίδια στιγμή που καταστρέφουν πόλεις, επαρχίες, αστυκές παρυφές, οι υποδομές των σύγχρονων συστημάτων επικοινωνίας επανενσωματώνουν απομονωμένα άτομα και υπολείμματα της παλιάς πόλης στο τεράστιο ομογενοποιημένο και σχεδιασμένο έδαφος της ολοκληρωτικής οικονομίας. Η γεωγραφική απόσταση μεταξύ του κάθε λειτουργικού πόλου καθώς και η συγκέντρωση απομονωμένων ατόμων στον ίδιο τόπο εκπληρώνουν από κοινού μέσα στον χώρο του διαχωρισμού τις δυνατότητες υποδούλωσης των σύγχρονων δικτύων επικοινωνίας.

Ως αντιστάθμισμα της ανθρώπινης κυκλοφορίας που αντιμετωπίζεται σαν κατανάλωση, η σύγχρονη εποχή προχώρησε ακόμα πιο μακριά στη μεταμόρφωση της πόλης και των κατοίκων της με τη χωροταξική οργάνωση της απόλυτης καθήλωσης. Υπνωτικές τεχνικές οπτικοποίησης και κυβερνητική ανασυνθέτουν τώρα τους νέους θαλάμους διαμονής ολόκληρων γενιών. Η οθόνη και το μαγικό πληκτρολόγιο παρουσιάζονται ως νέα εργαλεία της εμπορευματικής καταληψίας και διακοσμούν αυτά τα καταλύματα που επαναποικίζουν την ψευδο-πόλη όπου το παραλήρημα και η παρέκκλιση έχουν γίνει περιζήτητα εμπορεύματα.

Ο μετασχηματισμός του διάμεσου ιστού της αστυκής κατοικίας διενεργήθηκε παράλληλα με την εγκατάσταση του αστικού μνημειακού δικτύου. Η παρέμβαση περιορίστηκε αρχικά σε διανοίξεις και οικιστικά συγκροτήματα που αποσκοπούσαν στη σταδιακή περικύκλωση των παλιών εδαφών ύπαρξης και αντιπαράθεσης των κοινωνικών τάξεων: η αστυκή οικονομία με την κτηματαγορά της, την οικοδομική βιομηχανία της, αρκεί λοιπόν για να εξοπλιστούν οι πρώτες βάσεις που είναι σε θέση να καθορίζουν τις νέες συγκεντρώσεις πληθυσμών και να περιορίζουν χωρικά τις υπερχειλίσεις τους. Αλλά σύντομα η ιδέα της άμεσης και μαζικής παρέμβασης στην κατοικία μιας τάξης που δεν είχε ποτέ υποταχθεί ή παραιτηθεί επέτρεψε στους αρχιτέκτονες και στους πολεοδόμους να σφυρηλατήσουν σταδιακά τις ολοκληρωτικές θεωρίες τους, και στη συνέχεια να τις επαληθεύσουν πρακτικά στο αστυκό έδαφος που επιλέχθηκε ως εργαστήριο εκκόλαψης αυτών των απάνθρωπων εγκαταστάσεων. “Για πρώτη φορά μια νέα αρχιτεκτονική, που μέχρι τις προηγούμενες εποχές ήταν διαθέσιμη αποκλειστικά για την ικανοποίηση των κυρίαρχων τάξεων, προορίζεται άμεσα για τους φτωχούς”, επισημαίνει ο Γκυ Ντεμπόρ στην Κοινωνία του Θεάματος. Για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία των πόλεων η εξουσία επιδίδεται στον εκτοπισμό της εργατικής τάξης από τα αστυκά οχυρά της για να οργανώσει το ντεκόρ της συγκέντρωσής της σε τσιμεντένιους κοιτώνες που κατακλύζουν σταδιακά τα ανακαινισμένα θραύσματα της παλιάς πόλης. Η ιδέα της “κοινωνικής στέγασης” βασίζεται στη μνημειοποίηση της αθλιότητάς της ως “Siedlungen”, “Höfe”, “residential blocks” [οικιστικά συγκροτήματα], και στη συνέχεια ως “ακτινοβόλες πολιτείες”[7], οι οποίες γρήγορα γίνονται αυτοί οι απαίσιοι πύργοι και τα χαμηλά κτιριακά συγκροτήματα που ενίοτε καταστρέφονται με εκρηκτικά ή που καλύπτονται σήμερα με θερμικά σάβανα[8]. Αυτά που το Κράτος ή οι δημοτικοί γραφειοκράτες είναι σε θέση να εισπράττουν ανάλογα με την περίσταση μέσω των φορολογικών απομυζήσεών τους, δεν αρνούνται πλέον –χάρη σε αυτά τα περίφημα κεκτημένα της σοσιαλδημοκρατίας– να τα επανεπενδύουν σε επιδοτήσεις που μόλις επαρκούν για την κατασκευή αυτών των κλουβιών ώστε να μπορεί να αναπαράγεται υπό έλεγχο η μάζα εργασίας που είναι απαραίτητη για τον καθημερινό σχηματισμό του κεφαλαίου.

Παράλληλα με αυτή την τεράστια αντεπαναστατική επιχείρηση, η επιταχυνόμενη ανακαίνιση κτιρίων, οικιστικών συγκροτημάτων, συνοικιών, τμημάτων ολόκληρης της πόλης, που αποχαρακτηρίζονται και αποδεκατίζονται περιοδικά από την αγορά και τους δημοτικούς διαχειριστές της με μοναδικό σκοπό την ικανοποίηση των οικονομικών και εκλογικών υπολογισμών τους, έκανε το κτίριο σε όλες τις μορφές του να περάσει από τη νομική κατηγορία του “εκ προορισμού ακινήτου” [immeuble par destination] σε εκείνη αυτών των θλιβερών κινητών περιουσιακών στοιχείων που δεν παύουν να γεμίζουν τους δημοτικούς κάδους απορριμμάτων. Γι’ αυτούς που η ιστορία καταδικάζει να πληρώνουν με είκοσι χρόνια από τη ζωή τους ένα προϊόν που είναι εκτός χρήσης από τη στιγμή της ολοκλήρωσής του και εκτός εμπορίου μέσα σε λιγότερο από δέκα χρόνια, η υποχρέωση να ξαναχτίζουν κάθε δεκαετία την κατοικία τους που έχει ενσωματωμένη τη φθορά αποτελεί ένα πρόσθετο εμπόδιο για να χαλαρώσει η λαβή της μισθωτής εργασίας.

Γύρω από τους εκμηχανισμένους τόπους του κυκλοφοριακού σκελετού και σύντομα γύρω από τους σταθμούς εξυπηρέτησης αυτοκινητιστών των νέων δικτύων της εξαϋλωμένης επικοινωνίας ή κοντά στις ζώνες κατοικίας των προλετάριων που είναι μαντρωμένοι σε διάχυτες ή συγκεντρωμένες εκτάσεις ολοκληρώνεται λοιπόν το γκρέμισμα της παλιάς πόλης για να κατασκευαστεί η σημερινή ευρωπαϊκή νεο-πόλη της οποίας η εικόνα και η πραγματικότητα πρέπει να εξορίσουν οριστικά από το μυαλό των ανθρώπων τις βάσεις και τη μνήμη μιας ιστορικής χειραφέτησης της οποίας το σχέδιο δεν έχουν καταφέρει μέχρι σήμερα να διατυπώσουν ούτε οι επαρχίες, ούτε άλλες μορφές ανθρώπινων συναθροίσεων στον ίδιο τόπο και σε διαφορετικά μέρη.

Η ποταπότητα των προθέσεων εμφανίζεται συχνότατα με τη μορφή αξιοθρήνητων ψεμάτων στην υπηρεσία μιας πανταχού παρούσας προπαγάνδας που βρίσκει τους αυθόρμητους υποστηρικτές της σε αυτό το άφθονο προσωπικό των κερδοσκόπων της ήττας του 1968 των οποίων οι τεχνικές επαναφομοίωσης κατέστησαν δυνατή μια ανανέωση της γλώσσας και των μεθόδων εκμετάλλευσης των μαζών. Ας παραδεχτούμε ότι σε αυτόν τον τομέα η φαντασία κατέλαβε όντως την εξουσία! “Δεν θα έχουμε καταφέρει τίποτα αν δεν έχουμε δημιουργήσει, εντός των επόμενων δέκα ετών, τις βάσεις ενός αστυκού πολιτισμού.” “Δεν επικοινωνούμε… Πρέπει λοιπόν να βρούμε μια κοινή γλώσσα. Σε αυτό πρέπει να συνεργαστούν η αρχιτεκτονική, η πολεοδομία… Πρέπει να οργανώσουμε τον πολιτισμό της πόλης και, όταν θα έχουμε απαντήσει σε αυτό το ερώτημα, θα έχουμε προάγει συνολικά τον πολιτισμό” μπορεί να δηλώνει ατιμώρητα ο Μιτεράν (παρατίθεται στην επιθεώρηση Monuments Historiques, Απρίλιος-Μάιος 1984), ένας από τους τελευταίους νεκροθάφτες μιας πόλης με την οποία δεν διστάζει να δηλώνει “ερωτευμένος” (le Nouvel Observateur, 14 Δεκεμβρίου 1984).

Ας δούμε, για να αποσαφηνίσουμε αυτά τα λόγια, γύρω από τι θα ήθελε να συγκεντρώσει τα πάντα αυτό το σημαίνον πρόσωπο. Γιατί ακριβώς επί της κατασκευής και επί του νοήματος αυτής της νέας γλώσσας θα πρέπει να παλέψουν ή να εξαφανιστούν οι κάτοικοι αυτού που απομένει από την πόλη αν θέλουν να ανακτήσουν το αστυκό και προαστιακό πεδίο μάχης που αφέθηκε στην αντεπανάσταση.

Μέσα στα φορτηγά με τα πυρομαχικά του στρατού των εισβολέων της πόλης, όπου συναντά κανείς φύρδην μίγδην τους παραδοσιακούς επαγγελματίες της χωροταξίας, ανανεωμένους από ενισχύσεις αριστερών που συστρατεύονται από μόνοι τους εξαιτίας του αριβισμού που τους διακατέχει, πλαισιωμένους από τους συνήθεις εκλεγμένους πολιτικούς και συνδικαλιστές που είναι πάντα έτοιμοι να προδώσουν όσους τους τοποθέτησαν εκεί, ανάμεσα σε μερικά κονβόι με αιχμαλώτους, πολύχρωμους κατοίκους προσωρινά μαντρωμένους μέσα σε ό,τι απομένει από τις προπολεμικές “ανθυγιεινές συνοικίες” [“îlots insalubres”], διαπιστώνεται η μαζική εμφάνιση των λεγόμενων πολιτιστικών έργων. Αυτοί οι πρόσφατοι αυτοκινητόδρομοι της αντεπανάστασης προορίζονται να γεμίσουν με κατάλληλους σταθμούς διοδίων τη θανάσιμη πλήξη που κατατρώει τους πληθυσμούς που έχουν ελεύθερο χρόνο γι’ αυτή. Τα εργοτάξια ξεχύνονται από παντού κάτω από τη μύτη των parichiens[9] που σαστίζουν από τόσες πολλές αρχιτεκτονικές σκυλοτροφές και γουργουρίσματα.

Αν η νεο-αρχιτεκτονική ενός “Κέντρου Πομπιντού” “τολμάει να αψηφά τις συμβάσεις” προσφέροντας τα βιομηχανικά εντόσθιά του σε ό,τι έγιναν οι γειτονικοί δρόμοι, αυτό που εκτιμά ο εξέχων ειδικός της αρχιτεκτονικής μετα-κριτικής είναι η ικανότητά του να “ανανεώνει τον διάλογο μεταξύ πόλης και μνημείου”, ενώ ένας Μιτεράν στον οποίο αυτό το μέρος “αρέσει από την πρώτη μέρα” εκμυστηρεύεται στον νέο παρατηρητή [nouvel observateur] της κρατικής διορατικότητάς του ότι αυτό “το Κέντρο… αντιπροσωπεύει ένα μοντέλο αρχιτεκτονικής που βρίσκει εδώ την ολοκλήρωσή του” (le Nouvel Observateur, 14 Δεκεμβρίου 1984).

Το παλιό κέντρο του Παρισιού, που τάχθηκε αρχικά σε μια ακόμα επιχειρηματική ζώνη, και έπειτα αναπόφευκτα στο υπουργείο Οικονομικών από έναν πρώην προϊστάμενό του, έγινε τελικά η “τρύπα των Αλ”, ξερνώντας τσιμέντο και παλιοσίδερα στον περίγυρό του. Οι ομπρέλες της δημοτικής κουλτούρας μαρτυρούν τα γούστα του δημάρχου-χρηματοδότη τους ως “λάτρη της αρχιτεκτονικής”, με τους νεο-χλοοτάπητές τους να ξετυλίγονται σαν καπάκια αυτών των περίφημων σκουπιδοτενεκέδων που γεμίζουν με τα απορρίμματα μιας μεγάλης υπεραγοράς καθώς αυτή ρέει καθημερινά στους υπόγειους διαδρόμους της που αναγορεύονται σε “δρόμους”.[10]

Μια νέα Βαστίλη της Κουλτούρας θα ανεγερθεί σύντομα δίπλα στα πόδια του πνεύματος της ελευθερίας για να αντικαταστήσει το παραδοσιακό συνδικαλιστικό βιντεοκλίπ[11]. Στους Παριζιάνους θα προσφέρεται εκεί ένα τελετουργικό τηλεοπτικά μεταδιδόμενων λυρικών θεαμάτων. Και, στη θέση αυτού που αποτελούσε έναν από τους πιο εκπληκτικούς κήπους για αποθήκες κρασιών και αποσταγμάτων που φτιάχτηκαν ποτέ, υψώνεται πλέον η τεράστια μυρμηγκοφωλιά των σπορ[12], απέναντι από το μελλοντικό τραπεζικό συμπλήρωμά της. Γιατί το Υπουργείο Οικονομικών, θεωρούμενο ως μνημειακή πύλη του έσχατου οχυρού του Κράτους, υπόσχεται να αποτελειώσει οριστικά τη γεωγραφία του ποταμού βυθίζοντας εκεί απευθείας τις μπότες του σοσιαλιστικού τσιμέντου του.

Όσο για τους υποστηρικτές του “Μεγάλου Λούβρου” [Grand Louvre] που υπόσχονται να ανοίξουν ακόμα περισσότερο τις πόρτες του στις στρατιές των τουριστικών λεωφορείων, στις αμαξοστοιχίες του μετρό, στα πλανόδια σαντουιτσάδικα και στους διαχειριστές των σουπερμάρκετ της τέχνης, αυτοί προτείνουν ταπεινά να “εμφυσήσουν ζωή” πολιτισμού σε μια από τις πιο τερατώδεις συλλογές που έχει δημιουργήσει το γούστο μιας τάξης μέσα σε δύο αιώνες κυριαρχίας. Άλλωστε αυτή η αποκρουστική πλευρά του “μεγαλύτερου μουσείου στον κόσμο” γοήτευσε εξαρχής τους επιμελητές του, όπως και τον λαμπρό υποστηρικτή του: “Δεν τοποθετήσαμε μια πυραμίδα για την ευχαρίστηση να τοποθετήσουμε μια πυραμίδα. Το Λούβρο, απελευθερωμένο από το υπουργείο Οικονομικών, αποτελεί ένα τεράστιο παλάτι, το μεγαλύτερο μουσείο του κόσμου, 1.700 χιλιόμετρα αν θέλετε να κάνετε τον γύρο του. Φανταστείτε την κούραση των ποδιών των επισκεπτών (…) Έτσι όλοι αναγνώρισαν ότι αν τοποθετούταν υπογείως στο κέντρο της πλατείας Ναπολέοντα (…) ένα γενικό δίκτυο υπηρεσιών, με κυλιόμενες σκάλες που θα οδηγούν στις διάφορες αίθουσες προς τις διάφορες συλλογές, με όλα τα απαραίτητα σύγχρονα πράγματα, τις καφετέριες, τις τουαλέτες, τα καταστήματα όλων των ειδών, αυτό θα έπρεπε να εγκατασταθεί στο κέντρο της αυλής του Ναπολέοντα [cour Napoléon]. Ας μην το συγχέουμε με την Τετράγωνη πλατεία [cour Carrée]. Έγινε αντιληπτό ότι λόγω της πολύ κοντινής παρουσίας του Σηκουάνα, δεν μπορούσαμε να κατέβουμε κάτω από τα 7 μέτρα και ότι αυτή η τεράστια υπόγεια πλατεία στα 7 μέτρα ήταν πραγματικά ένας σταθμός του μετρό” (Μιτεράν, τηλεοπτική συνέντευξη, 30 Απριλίου 1985). Αυτός ο ίδιος πρόεδρος δήλωνε μάλιστα λίγους μήνες νωρίτερα: “Θα ήταν θλιβερό αν η αρχιτεκτονική της επταετούς θητείας μου ήταν αυτή των διοδίων για αυτοκινητόδρομους” (le Nouvel Observateur, 14 Δεκεμβρίου 1984).[13]

Όπως βλέπουμε, αυτή η πολιτιστική διαδρομή “θα κάνει ευτυχισμένο τον περιπατητή” (Monuments Historiques, Ιανουάριος 1985). Ξεκινώντας στα δυτικά από το μελλοντικό Μουσείο-Σταθμό Ορσέ [Orsay], θα συναντήσει στα ανατολικά την Όπερα της Βαστίλης σε ένα ιστορικό προσκύνημα που σηματοδοτείται από το Μεγάλο Λούβρο, την Τρύπα των Αλ, το Κέντρο Πομπιντού, διαμέσου των σεξ-μπέργκερ της Αναμορφωμένης Οδού Σαιν-Ντενί και των σκαλωσιών ενός Μαραί οριστικά αποστειρωμένου.[14] Αν του απομένει κουράγιο, θα μπορεί να κατευθυνθεί προς τη μεγάλη σχάρα του Ζυσιέ[15] στρίβοντας για το Νέο Ινστιτούτο του Παλιού Αραβικού Κόσμου και στη συνέχεια, προχωρώντας προς τους Πύργους του Σταθμού της Λυόν, θα συναντήσει το νεο-πάρκο του Μπερσί [Bercy] περνώντας κάτω από την Αψίδα του Θριάμβου των Οικονομικών μπροστά από την αναποδογυρισμένη γούρνα του Ναού του Ιδρώτα… (βλ. Παράρτημα).

Γκρέμισμα της ιστορικής πόλης, εκτοπισμός και πλύση εγκεφάλου των κατοίκων της, ιδού το πρόγραμμα αυτού του τέλους του αιώνα στο οποίο έχει αφοσιωθεί ένα ολόκληρο προσωπικό ανανεωμένο από δέκα χρόνια αντεπανάστασης. Μερικές φορές είναι οι ίδιοι οι άνθρωποι που παρακαλούν να τους στείλουν έναν δημοσιογράφο ή άλλον εργοδηγό των “γραφείων υποστήριξης και κοινωνικής δράσης” για να έρθουν να τους συμπαρασταθούν στο προσκέφαλο των πύργων, των χαμηλών κτιριακών συγκροτημάτων, των εξοχικών της αθλιότητάς τους, ντυμένοι με την τήβεννο ή με το ράσο των υπερασπιστών των αδύναμων και των καταπιεσμένων, ρόλους που παλιότερα αναθέτονταν στον κατώτερο κλήρο ή στις δημοτικές αστυνομίες, προκειμένου να τους συνθλίψουν καλύτερα κάτω από τα σενάρια των αστυκών ψευδο-αγώνων τους. Αυτά τα τετράδια των χειραγωγημένων παραπόνων αποτελούν σήμερα μέρος του οπλοστασίου των πρόσφατων τεχνικών της δημοτικής διαχείρισης, που προωθούνται από έναν κουρνιαχτό οργανώσεων πρόθυμων να αντικαταστήσουν τις στρατιές των συνδικαλιστών που βρίσκονται στα πρόθυρα της εξαφάνισης. Επαγγελματίες της διεκδίκησης του δευτερεύοντος που συγκαλύπτουν την ουσία του ιστορικού διακυβεύματος, στελέχη της E.D.F.[16] το πρωί και οικολόγοι το βράδυ, ψυχολόγοι και καθηγητές της εβδομάδας και της Κυριακής, όλοι πασχίζουν σκοπίμως ή με την ψευδή συνείδησή τους να περάσουν από το κόσκινο της “συμμετοχής” τις τελευταίες ζωντανές συνοικίες της παλιάς αστυκής κοινωνίας.

Μέσα στο περιβάλλον αυτών των ψευδο-αγώνων αναπτύσσεται το νέο είδος των επίσημων παρελθοντιστών που προσφέρεται να εξασφαλίσει τη μετάβαση. Έρχεται η εποχή των εργολάβων της Ευρώπης ως τεράστιας Ντίσνεϋλαντ ψευδών αναδιαμορφωμένων ιστορικών αναμνήσεων.

Κατά την επαφή με αυτούς τους ειδικούς στην ερμηνεία της μνήμης που είναι χαραγμένη στην πέτρα των ευρωπαϊκών πόλεων συναρμόζεται η νέα γλώσσα από πριονίδια των διευθυνόντων που είναι αποφασισμένοι να ανανεώσουν τα ψέματά τους καθώς επιχειρούν να διαφυλάξουν τη θέση τους: “Διάπλαση του βλέμματος, της μνήμης, της φαντασίας γενεών και γενεών… Αυτή δεν είναι μια φιλοδοξία για εμένα, αλλά για τη Γαλλία.” Εδώ, το Κράτος δεν διστάζει να συνεχίζει τις παλιές πρακτικές του: “Είναι αλήθεια ότι η αιωνιότητα αρέσκεται να χαράσσεται στην πέτρα” (Μιτεράν, le Nouvel Observateur, ό.π.).

Ποια μνήμη; Αυτή των προσπαθειών χειραφέτησης, των απαρχών του ξεπεράσματος, των ποιοτικών πτυχών του διακόσμου της αριστοκρατικής ζωής ή εκείνη της κοινωνικής τάξης της απόλυτης μοναρχίας που μας κληροδότησε μέσω της αστικής τάξης τον σύγχρονο συγκεντρωτισμό και τη γραφειοκρατία, μιας τάξης που είναι σε θέση να νοσταλγούν όλα τα σημερινά Κράτη; Αυτή την τελευταία εκδοχή επεξεργάζονται εκείνοι οι πρώην υμνωδοί των “αστυκών αγώνων” των οποίων τις κινήσεις επιδιώκουν να χειραγωγήσουν προκειμένου να εκτοπίσουν καλύτερα τους ανταγωνιστές τους, τους παλιούς του “Μοντέρνου Κινήματος” της δεκαετίας του είκοσι, αφού εναπόθεσαν για μια στιγμή τις ελπίδες τους για καριέρα στον Ευρωσταλινισμό.

Οι παρελθοντιστές ανταποκρίνονται ωστόσο σε μια πραγματική ανάγκη. Η αποτυχία και η ανικανότητα των μοντερνιστών να καταστήσουν τα έργα τους απρόσκοπτα αποδεκτά από την αστυκή κοινωνία αποτελούν τα καλύτερα επιχειρήματά τους. Υπάρχει λοιπόν σήμερα μια διαμάχη σχετικά με τα απτά απομεινάρια του παρελθόντος και την ερμηνεία τους, σύμφωνα με την οργουελιανή αρχή ότι όποιος ελέγχει το παρελθόν διευθύνει το παρόν. Ο πλούτος που εξακολουθεί να υπάρχει σε ένα ζωντανό παρελθόν μπορεί να αποσαφηνιστεί μόνο υπό το φως των δυνατοτήτων χειραφέτησης του παρόντος. Η ανασυγκρότηση της ευρωπαϊκής πόλης δεν μπορεί να αφεθεί σε οποιουσδήποτε ειδικούς.

Σήμερα, η άρχουσα τάξη είναι αυτή που καταστρέφει την πόλη για να διαλύσει την πραγματικότητα, τη συνείδηση, τη μνήμη της, έτσι ώστε να εξασθενήσουν και να εξαφανιστούν αυτές οι συνθήκες που δύσκολα συγκεντρώνονται στον ίδιο τόπο για να ξεπεραστεί “η παλιότερη κοινωνική εξειδίκευση”, εκείνη της εξουσίας. Το έργο που εναπόκειται στην τάξη που την αρνείται είναι λοιπόν καταρχάς να αναγνωρίσει τον εαυτό της και να τον καταστήσει ορατό στην ίδια. Γι’ αυτό, πρέπει να μετρήσει την έκταση της καταστροφής –έστω και αν αυτή καταβροχθίζει ταυτόχρονα ένα μέρος των αντίπαλων στρατευμάτων–, να διατηρήσει ό,τι μπορεί να ανήκει ακόμα στο δικό της έδαφος, να συγκεντρώσει τους υποστηρικτές της, να ανασυγκροτήσει τις δυνάμεις της, να ανακτήσει την πρωτοβουλία. Μια πρώτη διαπίστωση επιβάλλεται: όσο οι ιδιοκτήτες αυτής της κοινωνίας δεν θα έχουν καταφέρει να εξαλείψουν όλα όσα μπορούν ακόμα να θυμίζουν τη ζωή –δηλαδή αυτό στο οποίο επιδίδονται σήμερα– η φιμωμένη εξέγερση που πιστεύουν ότι σβήνει εδώ επανεμφανίζεται εκεί, αναγκάζοντάς τους να βρίσκουν συνεχώς νέες μορφές καταστολής, ολοένα πιο επαχθείς στον χειρισμό τους, ολοένα πιο ολοκληρωτικές.

Η δαπανηρή εκκαθάριση με εκρηκτικά αυτών των πόλεων ηλικίας κάτω των είκοσι ετών υποδηλώνει το “κοινωνικό κόστος” ενός αναμφίβολα ανήσυχου πληθυσμού. Και οι αυθόρμητες καταστροφές αυτών των κλουβιών για κουνέλια δεν είναι άλλωστε παρά η εκδήλωση –που γίνεται πιο άμεσα και πιο γρήγορα ορατή από τους κατοίκους τους– μιας διαδικασίας ακαριαίας γήρανσης όπου οι αισχρές προθέσεις του προγράμματος σε συνδυασμό με τις αναπόφευκτες αποτυχίες της εφαρμογής του καθιστούν αυτόν τον νέο χτισμένο χώρο αβίωτο από τη στιγμή που τίθεται σε λειτουργία. Η “αποκατάσταση” των αποκρουστικών φρεατίων των ανελκυστήρων και των γελοίων ψευδο-μπαλκονιών δεν εξαφανίζει σε καμία περίπτωση την ασχήμια αυτών των τόπων, ούτε τις κοινωνικές σχέσεις που δημιουργούν –ούτε ακόμα και τους εγκεφάλους που τους συνέλαβαν– καθώς στην πραγματικότητα επιδιώκεται η διάσωση όλων αυτών (βλ. το άρθρο Abattage [Γκρέμισμα]).

Ο βανδαλισμός είναι η ελάχιστη ανθρωπιά την οποία απαιτεί μια χωροταξική γλώσσα που δεν επιδέχεται καμία άλλη δυνατή απάντηση κάθε φορά που έρχεται κανείς αντιμέτωπος με αυτόν τον “καθολικό”, “οικουμενικό”, “ομογενή”, χωρίς μνήμη χώρο που ανακατανέμεται και αναπαράγεται κατά βούληση, στο πλαίσιο ενός σχεδίου για το οποίο εργάζονται εδώ και δεκαετίες αρχιτέκτονες, πολεοδόμοι και άλλοι κοινωνικοί μηχανικοί της απάνθρωπης γεωγραφίας. Ούτε μια γωνία δεν ξεφεύγει από την εγκατάσταση συσκευών σχεδιασμένων για να ελέγχουν ακόμα και τις παραμικρές χειρονομίες μιας καθημερινής ζωής που κομματιάζεται σε “καταμερισμό χρόνου”, “πρακτικο-συμβολικά μοντέλα” κ.λπ., προσαρμοσμένα σύμφωνα με την αυστηρή οικονομία “κοινωνικο-επαγγελματικών κατηγοριών” που επανεπεξεργάζεται συνεχώς η στατιστική του Κράτους στους υπολογιστές της. Ο λειτουργισμός της ολοκληρωτικής οικονομίας που επιδιώκει να επιβάλλει αυτός ο χώρος αναλαμβάνει τον αστυνομικό ρόλο του και προκαλεί αμέσως ως αντάλλαγμα το σπάσιμο θυρών και παραθύρων, ανελκυστήρων, αγωγών ρίψης απορριμμάτων, την κλοπή σωληνώσεων και επονομαζόμενων ειδών υγιεινής, τις μεταστροφές εσωτερικών νεο-δρόμων, ψευδο-μπαλκονιών, υπογείων, διαβάσεων, χώρων στάθμευσης αυτοκινήτων για πιο προφανείς σκοπούς. Όσο για τους εναπομείναντες άχτιστους χώρους, τους λεγόμενους “πράσινους”, ας αναγνωρίσουμε για μια φορά ότι αναλαμβάνουν σωστά τον ρόλο τους όταν καταλήγουν ως χωματερή αυτών των πολυάριθμων κουφαριών αυτοκινήτων που κλέβουν ή καίνε τα ίδια τα παιδιά εκείνων που τα είχαν αγοράσει.

Αυτές οι ίδιες συνθήκες άρνησης, που προκύπτουν αφενός από την παγκόσμια διείσδυση των εμπορευματικών σχέσεων, και αφετέρου από τη λιγότερο ή περισσότερο γραφειοκρατικοποιημένη τοπική διαχείρισή τους, επικρατούν στις περισσότερες μεγάλες μητροπόλεις του κόσμου. Ο καρκίνος που κατατρώει πόλεις όπως η Καλκούτα, το Λάγος, η Πόλη του Μεξικού, η Λίμα, το Καράκας, η Καζαμπλάνκα, το Κάιρο ή η Μανίλα –λόγω της πρόσφατης και ακόμα ανεξέλεγκτης συγκέντρωσης τεράστιων μαζών εργαζομένων που προήλθαν από μια αγροτική έξοδο και από μια πραγματικά διαταραγμένη δημογραφία– οδηγεί σε μια χωρική πόλωση μεταξύ ενός λιγότερο ή περισσότερο “ανακαινισμένου” παλιού κέντρου όπου κατοικεί μια πλούσια μειονότητα, ως πελατεία αφοσιωμένη στο Κράτος και στους θεσμούς του, και ενός περιφερειακού πληθυσμού, ως δυνητικής απειλής για την κατεστημένη τάξη, στον βαθμό που κατακτά τη συνείδηση όσων είναι και όσων μπορεί να κάνει. Τα κινήματα που γεννιούνται σε αυτές τις περιφερειακές συνοικίες παίρνουν συχνά τη μορφή ταραχών –που μερικές φορές χρησιμοποιούνται από την εξουσία για να σπάει περιοδικά ένα απόστημα το οποίο ξαναγεννιέται και διογκώνεται με την πάροδο του χρόνου– και μπορούν να μετασχηματίζονται σε επαναστατικούς αγώνες απέναντι στους οποίους οι διευθύνοντες αναγκάζονται κατά καιρούς να υποχωρήσουν. Οι μορφές αποικιοποίησης, παλιές όπως στη Λατινική Αμερική, ή πρόσφατες όπως στην Αφρική, έχουν κληροδοτήσει εξάλλου σε ορισμένες από αυτές τις χώρες ένα μέρος των σύγχρονων συνθηκών εκμετάλλευσης και συνείδησης βάσει των οποίων η ευρωπαϊκή πόλη διαμόρφωσε το απελευθερωτικό σχέδιό της τον προηγούμενο αιώνα. Αλλά αν και αυτές οι νέες περιφέρειες των πόλεων που χαρακτηρίζονται από την εξάρτηση, την αθλιότητα και τη συντριβή του πληθυσμού μπορούν να δημιουργήσουν μια πραγματική επαναστατική δυναμική για την επερχόμενη εποχή, πρέπει ωστόσο να επισημανθεί ότι αποτελούν, αυτή τη στιγμή, πρωτίστως τους προνομιακούς τόπους αντεπαναστατικών επιθέσεων που ανακατανέμονται σε ένα έδαφος όπου συνυπάρχουν οι επιπτώσεις της προχωρημένης διείσδυσης των σύγχρονων μορφών του εμπορεύματος με τη διαιώνιση των παλιών προγονικών δεσμών που διατηρούνται λόγω της κατασταλτικής τους ικανότητας.

Στο ίδιο το Παρίσι, πόλη όπου κυριαρχούν σήμερα οι ηλικιωμένοι που βρίσκονται σε δυσμενή θέση, ζώντας φοβισμένοι υπό την προστασία της τοπικής αστυνομίας και των σεκιουριτάδων που έχουν επιφορτιστεί να συγκρατούν τις ορδές των φτωχών νέων των προαστίων που περιφέρονται στα ερείπια των δρόμων του, θα δούμε χωρίς αμφιβολία σύντομα, στο παλιό ιστορικό κέντρο που μετατράπηκε σε συνοικία διασκεδάσεων, την πυρετώδη παθητικότητα του σαββατόβραδου να αντιστρέφεται σε ταραχώδη οργή και το κοινωνικό μίσος να επιτίθεται στο ντεκόρ της πλήξης.

Αλλά μια αρνητικότητα, όπου το πάθος για καταστροφή δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του ως πάθος για δημιουργία, δεν επαρκεί για να αποκρυσταλλώσει ένα σχέδιο ξεπεράσματος, να συγκεντρώσει και να ενοποιήσει τις δυνάμεις του κόμματος της χειραφέτησης που είναι διασκορπισμένες σήμερα. Το να μάθουν να ζουν μέσα σε ό,τι απομένει από το ανθρώπινο έδαφος, να βλέπουν και να κατανοούν τις μορφές αντίφασης και συνείδησης που μπορούν να γεννηθούν από αυτό, αυτές είναι οι πρώτες πρακτικές προϋποθέσεις για την έξοδο από την απάθεια, την παραίτηση ή τον κυνισμό όπου βρίσκονται βυθισμένοι οι περισσότεροι κάτοικοι.

Πρέπει να μάθουμε πάλι να κατοικούμε την πόλη, γιατί μόνο όταν ξέρει κανείς να την κατοικεί μπορεί να την κτίσει. Μια αρχιτεκτονική που θα γιόρταζε τη ζωή ως ελεύθερο παιχνίδι των ανθρώπινων παθών θα βρισκόταν η ίδια πέρα από το ψεύτικο δίλημμα μεταξύ παρελθοντισμού και μοντερνισμού· την ίδια στιγμή που θα επινοούσε αναμφίβολα τις διευθετήσεις του συγκεκριμένου χωροχρόνου που θα αντιστοιχούσε στις πρωτόγνωρες καταστάσεις μιας ζωής απελευθερωμένης από τους αρχαϊκούς περιορισμούς της εμπορευματικής οικονομίας και της κοινωνικής ιεραρχίας, θα ήξερε πώς να ξαναδημιουργήσει για την πλειονότητα έναν πλούτο και χωρικές ιδιότητες αντίστοιχα με αυτές τις μορφές έκφρασης που αναπτύχθηκαν αφειδώς στην ιστορία για να χρησιμεύσουν ως ντεκόρ στα γούστα εκείνων των ομάδων που εξουσίαζαν κάποτε την κοινωνία. Η χειραφέτηση δεν είναι η αναγωγή στον ελάχιστο κοινό παρονομαστή της κοινωνικής αθλιότητας, αλλά καταρχάς μια απόπειρα συνταιριάσματος και υπέρβασης του παρελθόντος σε εκείνους τους ευαίσθητους τομείς όπου έχουν προαχθεί η λογική και η ανθρώπινη ευαισθησία κατά τη διάρκεια της ιστορίας.

“Η προσφυγή σε μια χωρική εικόνα για να εκφραστεί η συνείδηση που έχει μια ανθρώπινη ομάδα για τον εαυτό της, το αίσθημα της ύπαρξής της ως πολιτικής μονάδας, έχει ασύγκριτη αξία” επισημαίνει ο Ζ.-Π. Βερνάν (Οι Απαρχές της ελληνικής σκέψης)[17] περιγράφοντας την ενότητα μιας χωρικής γλώσσας με την πρακτική της αθηναϊκής δημοκρατίας κατά την άσκηση της “αγωνικής”[18] [agonale] λειτουργίας στην Αγορά. “Αυτό το αστυκό πλαίσιο ορίζει στην πραγματικότητα έναν πνευματικό χώρο (…) Από τη στιγμή που επικεντρώνεται στη δημόσια πλατεία, η πόλη [ville] είναι ήδη, με την πλήρη έννοια του όρου, μια πόλις [polis]” (ό.π.). Η ανασυγκρότηση μιας κοινής γλώσσας που επανασυνδέεται με τη μνήμη και την ιστορία, βασισμένη στη δημιουργία νέων, χειραφετητικών κοινωνικών καταστάσεων, αυτή είναι η άλλη προϋπόθεση για την ανάκτηση του κατεξοχήν ιστορικού εδάφους αυτού του ανολοκλήρωτου ανθρώπινου σχεδίου που είναι η Πόλη. Αστυκοί τόποι, ποικίλα έργα και μορφές έκφρασης –με δυο λόγια, όλα τα “τεχνήματα” [artefacts] που μαρτυρούν το χέρι του ανθρώπου και τη συνείδησή του για τη ζωή– συνιστούν σχέδια για την αναδημιουργία των γούστων, των ευαισθησιών, των παθών εκείνων που θα έρθουν, βαθιά ανικανοποίητοι από τα υποκατάστατα που επιβάλλει μια κοινωνία πλήρως αποστειρωμένη. Η συναίσθησή τους, όπως και η διατήρησή τους απέναντι στις μαζικές καταστροφές αυτής της εποχής μπορεί να αποτελέσει πηγή μιας νέας ποίησης [poiesis], πέρα από όλες τις κούφιες απομιμήσεις που προτείνουν οι συντηρητικοί και άλλοι νοσταλγοί της παλιάς κοινωνικής τάξης. Ξανά και πάντα, η επανάσταση δεν αντλεί την ποίησή της από το παρελθόν αλλά από το μέλλον: άρα επίσης από ό,τι στο παρελθόν υπήρξε φύτρο, σκιαγράφηση ενός χειραφετημένου μέλλοντος.

Η επιλεκτική λήθη που εφαρμόστηκε στους πειραματισμούς πριν από τριάντα χρόνια και είχε σκοπό να διαλύσει προσωρινά ορισμένες οροθετήσεις, το ταξίδι “εκείνων που δεν έχουν τίποτα δικό τους εκτός από τον χρόνο” ως πέρασμα μέσα από στιγμές και επιλεγμένους τόπους, ήταν χειραφετητικά στον καιρό τους. Η ικανότητα της λήθης βρίσκει τις ιστορικές της συνέπειες μόνο όταν αντιπαρατίθεται με εκείνη της μνήμης. Η κίνηση της ένωσής τους είναι αυτή που παρέχει τη δυνατότητα της συνείδησης μιας εποχής. Σε ένα ερημωμένο έδαφος και σε έναν προσωρινά ανεσταλμένο ιστορικό χρόνο, η περιπλάνηση γίνεται ανεφάρμοστη ή ακόμα και ύποπτη όταν αυτή η λέξη έχει την οσμή της ανάσας των διευθυνόντων.

Η κατοικία όπου είχαν εναποτεθεί και συσσωρευτεί οι δυνατότητες ενός επαναστατικού μετασχηματισμού μιας εποχής καταστρέφεται. Αλλά αυτές οι δυνατότητες δεν έχουν εξαφανιστεί. Έχουν υποστεί τις ζημιές αυτής της καταστροφής και βρίσκονται, κατά κάποιον τρόπο, θαμμένες κάτω από τα ερείπια και τα στρώματα από τσιμέντο που τείνουν να τις κάνουν να θεωρούνται σαν τρελές ιδέες μιας οριστικά περασμένης εποχής. Η εξουσία δεν δημιουργεί τίποτα, επαναφομοιώνει: η αμνησία και η υποδούλωση μέσω της κινητικότητας ως φάρμακα για τις αδράνειες του παρελθόντος αποτελούν το πρόγραμμα επιβίωσης μιας οικονομίας που για μια ακόμα φορά τα παίζει όλα για όλα. Ιδού όλα όσα μπόρεσε να παράγει η ψευδο-φαντασία που κατέλαβε μια εξουσία σε αναζήτηση ανανέωσης των απαραίτητων διαφημιστικών συνθημάτων της, που εδώ αντλούνται από το λεξιλόγιο των προ εικοσαετίας απελευθερωτικών εμπειριών. Λήθη και περιπλάνηση πρέπει σήμερα να ξεπεραστούν για να αντιπαρατεθούν με τη μνήμη και με την ανθεκτικότητα της ιστορικής συνείδησης προκειμένου να ανακτηθεί η κίνηση του χρόνου, μέσα από τους τόπους και τα υλικά στηρίγματα των κατοικιών τους.

Ο Λόγος είναι παιδί της Πολιτείας. Η κρίση του Λόγου είναι επίσης εκείνη της Πολιτείας. Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν θέσει το σχέδιο της δημιουργίας του ανθρώπου πριν από εκείνο του μετασχηματισμού της φύσης. Οι σύγχρονοι καιροί μάς έδωσαν τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουμε την πρώτη για να υλοποιήσουμε το δεύτερο. Τα νέα αφεντικά αυτού του αιώνα θέλουν να μας επιβάλουν το αντίθετο σχέδιο εξαπολύοντας τώρα όλη την κουστωδία των σκοταδιστικών δυνάμεων οπισθοδρόμησης που συνοδεύουν την αυτοκρατορία μιας κοινωνίας που δεν έχει πλέον τίποτα να προσφέρει εκτός από το θέαμα της καταστροφής της. Πρέπει λοιπόν να ξαναδημιουργήσουμε τα πάντα: Πολιτεία και Λόγο, πάνω σε αυτό το ίδιο έδαφος και με τα γκρεμισμένα, διαλεγμένα, αναδιευθετημένα υλικά –σαν τους κατοίκους εκείνων των παραγκουπόλεων, που εκδιώχθηκαν από τις κίβδηλες πόλεις και υπαίθρους. Αυτός μπορεί να είναι ένας “νέος τρόπος” [“nova maniera”] για να κτιστούν οι επερχόμενες “πολιτείες”. Σ’ εμάς εναπόκειται ήδη να επιλέξουμε και να αποφασίσουμε τι πρέπει να εξαφανιστεί και τι πρέπει να διατηρηθεί –ξεκινώντας από την ύπαρξη των ολοκληρωτικών διαμεσολαβήσεων και από εκείνη των τόπων που μαρτυρούν την κοινωνική χειραφέτηση.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Λίγο πιο μακριά από αυτόν τον μελλοντικό εξόχως πολιτιστικό περίπατο, ανάμεσα σε όλα αυτά τα κεντρικά έργα τα οποία προορίζονται να ξεπεράσουν το μνημειακό αστυκό τοπίο που προέρχεται από το Παλιό Καθεστώς και έχει μισολιώσει μέσα στη θερμάστρα της αστικής τάξης, επισημαίνουμε κάποια άλλα “περιφερειακά” έργα που αναλαμβάνουν να εξασφαλίσουν μια εντελώς μοντέρνα μετάβαση μαζί με τις παλιές ζώνες και τους διαδοχικούς δακτυλίους των προαστίων που προορίζονται επίσης να “ανακαινιστούν”. Στην Κορυφή της Ντεφάνς, η θριαμβευτική αψίδα ενός “Διεθνούς Σταυροδρομιού της Επικοινωνίας” θα γιορτάζει από τα εκατό μέτρα του ύψους της τα διάφορα είδη των επίσημων λόγων “σε τετράγωνη διάταξη”. Η αυτοκρατορία της μονόδρομης επικοινωνίας βρίσκει εδώ το φρούριο της επιλογής της με το “χωριό” της που ειδικεύεται στη ρομποτική, την πληροφορική, τις τηλεπικοινωνίες, τη ραδιοτηλεόραση, τον κλασικό τύπο, τη μεταμοντέρνα διαφήμιση, κ.λπ., μια νέα ατμόσφαιρα διαστρικής χαλάρωσης εμπνευσμένη από τον ανεκδιήγητο Τριγκανό [Trigano] για να αναλογιστούμε τι θα είναι η παλιά εργασία του αύριο. Είναι το αγαπημένο έργο του Προέδρου που γοητεύεται από το “λίκνισμα” ενός κύβου κούφιου εξαιτίας της λοβοτομής του άψογου σχεδιαστή του, μια στάση που ερμηνεύεται ως “περιφρόνηση απέναντι στην εξουσία” με κεφαλαίο Ε και απέναντι στην ευθύτητα του κύριου μνημειακού της άξονα. Και η ουράνια οροφή αυτής της κρατικής φάρσας θα στηρίζεται στους δύο αδιαχώριστους πυλώνες της: το υπουργείο Πολεοδομίας στον νότο, και εκείνο της Στέγασης στον βορρά.[19]

“Η Βιλέτ, εγκαταλείποντας το χασάπικο, θα χρησιμεύσει στη διαπαιδαγώγηση των Γάλλων που, με το άγγιγμα της επιστημονικής χάρης, θα πάψουν επιτέλους να είναι μοσχάρια.” Έτσι συνοψίζει ο ανεπιτήδευτος Νέος Παρατηρητής [Nouvel Observateur] των έργων της δεκαετίας αυτό το άλλο εν εξελίξει σχέδιο για ένα Μαυσωλείο παλιοσίδερων των παραγωγικών δυνάμεων “μεγάλο όσο 3 ή 4 Μπωμπούρ”. Μας λένε ότι αυτό θα γίνει μια “Πολιτεία των Επιστημών και των Τεχνικών”, ονομασία ελεγχόμενη και πιο εμπνευσμένη από τη “Βιλέτ”, έστω και αν αυτή “με την πάροδο του χρόνου έχασε την υποτιμητική χροιά της”, όπως ισχυρίζεται ο διευθυντής του για τον οποίο μια εξέγερση σε αυτά τα πρώην σφαγεία δεν έχει μεγάλη σημασία, καθώς σύμφωνα με τον ίδιο οι μελλοντικοί επισκέπτες “μέσα σε μια ατμόσφαιρα ελευθερίας… θα συμμετέχουν ενεργά στην αναζήτηση εξηγήσεων”… σε αυτά τα 14 εκτάρια δαπέδων για βοοειδή όπου βρίσκονται δυνητικά τεράστια λιβάδια από μοκέτα για να βοσκήσουν[20]. Θα βρει κανείς εκεί, ανάμεσα σε άλλα θαύματα μιας εποχής που βρίσκεται εξολοκλήρου στην υπηρεσία της καθημερινής ζωής, “ένα επιστημονικό πεδίο εξερευνήσεων για τα μικρά παιδιά, που παρακινεί στο παιχνίδι, στον πειραματισμό, στην εξάσκηση και στο όνειρο” καθώς και μια αίθουσα επικαιρότητας, η οποία εμψυχώνεται από την “Ένωση Επιστημονικών Δημοσιογράφων” που “έχει ως στόχο να αντιδρά πολύ γρήγορα στα γεγονότα”: έτσι «η ινδική καταστροφή του εργοστασίου της Union Carbide παρέχει ένα φρικτό παράδειγμα γι’ αυτό που θα μπορεί να γίνει: να “ανέβει” μέσα σε λίγες μέρες μια έκθεση σχετικά με την παρασκευή εντομοκτόνων» (le Nouvel Observateur, ό.π.).[21]

Σημειώσεις της μετάφρασης

[1] [ΣτΜ] Σε ολόκληρο το κείμενο το επίθετο “urbain” μεταφράζεται ως “αστυκός” με την έννοια αυτού που σχετίζεται με το άστυ/πόλη, ενώ το επίθετο “bourgeois” μεταφράζεται ως “αστικός” με την έννοια αυτού που σχετίζεται με την κοινωνική τάξη των αστών, δηλαδή την αστική τάξη (bourgeoisie).

[2] [ΣτΜ] C.I.A.M.: Congrès Internationaux d’ Architecture Moderne.

[3] [ΣτΜ] Η “Χάρτα των Αθηνών” συντάχθηκε από τον Λε Κορμπυζιέ και δημοσιεύτηκε το 1943 ως επεξεργασμένη εκδοχή των πορισμάτων του 4ου C.I.A.M. που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα το 1933.

[4] [ΣτΜ] Louis Chevalier (1977). L’Assassinat de Paris.

[5] [ΣτΜ] Charles-Édouard Jeanneret-Gris, alias Le Corbusier (1925). Urbanisme.

[6] Le Corbusier (1923). Vers une architecture.

[7] [ΣτΜ] Siedlungen: Συγκροτήματα κατοικιών που κατασκευάστηκαν στο Βερολίνο κυρίως κατά την περίοδο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης (1919-1933).

Höfe (Αυλές): Συγκροτήματα εργατικών κατοικιών που κατασκευάστηκαν στη Βιέννη κατά την περίοδο διακυβέρνησης του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (1919-1934).

“Ακτινοβόλα πολιτεία” (“cité radieuse”) ονομάστηκε η “Πολυκατοικία της Μασσαλίας” που κατασκευάστηκε την περίοδο 1947-1952 από τον Λε Κορμπυζιέ με βάση τις προτάσεις πολεοδομικού σχεδιασμού που είχε διατυπώσει ήδη από το 1930 υπό την ονομασία “Ville radieuse” (“Ακτινοβόλα πόλη”).

[8] [ΣτΜ] Το κείμενο πιθανώς αναφέρεται εδώ στον βομβαρδισμό με εκρηκτικά του κτιρίου όπου διέμεναν τα μέλη της ομάδας MOVE στη Φιλαδέλφεια των ΗΠΑ από ελικόπτερο της αστυνομίας στις 13 Μαΐου 1985. Ο βομβαρδισμός οδήγησε σε εκτεταμένη πυρκαγιά που κατέστρεψε πολλά γειτονικά συγκροτήματα κατοικιών και προκάλεσε τον θάνατο έντεκα ατόμων (μεταξύ των οποίων πέντε παιδιών).

[9] [ΣτΜ] Παιχνίδι με τις λέξεις “Parisien” (“Παριζιάνος”) και “chien” (“σκύλος”).

[10] [ΣτΜ] Η μεσαιωνική αγορά των Αλ [Halles] στο Παρίσι κατεδαφίστηκε το 1971, αφήνοντας στη θέση της για πολλά χρόνια μια τεράστια τρύπα (την “τρύπα των Αλ”). Στην τοποθεσία όπου βρισκόταν η αγορά κατασκευάστηκε αργότερα ο κεντρικός σιδηροδρομικός σταθμός του Παρισιού και ένα υπόγειο εμπορικό κέντρο, πάνω από το οποίο διαμορφώθηκε μια πλατεία με τεράστιες ομπρέλες από γυαλί και ατσάλι υπό την υψηλή εποπτεία του δημάρχου Ζακ Σιράκ.

[11] [ΣτΜ] Δίπλα στην πλατεία Βαστίλης κατασκευάστηκε η “Όπερα της Βαστίλης”, που εγκαινιάστηκε το 1989. Στο κέντρο της πλατείας Βαστίλης υπάρχει η αναμνηστική στήλη της Ιουλιανής Επανάστασης του 1830, στην κορυφή της οποίας βρίσκεται ένα άγαλμα με την ονομασία “Πνεύμα της Ελευθερίας”. Η πλατεία αποτελεί τόπο διεξαγωγής πολλών συνδικαλιστικών εκδηλώσεων και συναυλιών.

[12] [ΣτΜ] Εννοεί το αθλητικό κέντρο “Παλαί ντε Μπερσί”, απέναντι από το οποίο χτίστηκε το νέο κτίριο του Υπουργείου Οικονομικών που μέχρι τότε στεγαζόταν στην πτέρυγα Ρισελιέ του παλατιού του Λούβρου.

[13] [ΣτΜ] Η “Πυραμίδα του Λούβρου” εγκαινιάστηκε το 1989 και αποτελεί έκτοτε την κύρια είσοδο του μουσείου. Μέσω της πυραμίδας οι επισκέπτες οδηγούνται σε έναν υπόγειο προθάλαμο, απ’ όπου κατευθύνονται με κυλιόμενες σκάλες προς τις διάφορες αίθουσες του μουσείου. Η “Πυραμίδα του Λούβρου” ήταν ένα από τα “μεγάλα έργα” που περιλαμβάνονταν στο πρόγραμμα του Μιτεράν για την κατασκευή οκτώ σύγχρονων μνημείων στο Παρίσι. Τα υπόλοιπα ήταν το Μουσείο Ορσέ, το πάρκο Λα Βιλέτ, το Ινστιτούτο του Αραβικού Κόσμου, η Όπερα της Βαστίλης, η Μεγάλη Αψίδα της Ντεφάνς, το Υπουργείο Οικονομικών και η Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας.

[14] [ΣτΜ] Η οδός Σαιν-Ντενί [Saint-Denis], που αποτελεί εδώ και αιώνες πιάτσα πορνείας στο Παρίσι, έχει επίσης κατακλυστεί τις τελευταίες δεκαετίες από “sex shops” και φαστφουντάδικα. Η ανάπλαση της παλιάς εργατικής συνοικίας Μαραί [Marais] είχε ξεκινήσει ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 και οδήγησε στη μετατροπή της σε τουριστικό αξιοθέατο όπου δεσπόζουν σήμερα οι μπουτίκ μόδας, οι γκαλερί και τα ακριβά εστιατόρια.

[15] [ΣτΜ] Το κτιριακό σύμπλεγμα της Πανεπιστημιούπολης του Ζυσιέ [Jussieu] βασίστηκε στην ιδέα μιας αρθρωτής μεταλλικής κατασκευής που έχει τη μορφή σχάρας.

[16] [ΣτΜ] E.D.F.: Électricité de France (Γαλλική Εταιρεία Ηλεκτρισμού).

[17] [ΣτΜ] Jean-Pierre Vernant (1962). Les origines de la pensée grecque.

[18] [ΣτΜ] Η λέξη “αγών” χρησιμοποιείται εδώ με την αρχαιοελληνική έννοια της συνέλευσης των πολιτών στον τόπο που αποτελεί το επίκεντρο της δημόσιας ζωής.

[19] [ΣτΜ] Η “Μεγάλη Αψίδα της Ντεφάνς” [Défense] κατασκευάστηκε στην ομώνυμη επιχειρηματική συνοικία με τη μορφή ενός τεράστιου κούφιου κύβου που δεν ευθυγραμμίζεται απόλυτα με τον άξονα των υπόλοιπων μνημείων του Παρισιού. Το αρχικό σχέδιο της δημιουργίας ενός “Διεθνούς Κέντρου Επικοινωνιών” στο εσωτερικό της αψίδας δεν υλοποιήθηκε τελικά, ενώ στις δύο πλευρές της στεγάζονται κυβερνητικές υπηρεσίες.

[20] [ΣτΜ] Το πάρκο Λα Βιλέτ [La Villette] δημιουργήθηκε στην τοποθεσία των παλιών σφαγείων του Παρισιού και συμπεριλαμβάνει ένα επιστημονικό μουσείο με την ονομασία “Πολιτεία των Επιστημών και των Τεχνικών”.

[21] [ΣτΜ] Αναφέρεται στη διαρροή τοξικών χημικών αερίων από το εργοστάσιο παρασκευής εντομοκτόνων της εταιρείας Union Carbide κοντά στην πόλη Μποπάλ της Ινδίας τη νύχτα της 2ας προς 3η Δεκεμβρίου 1984, εξαιτίας της οποίας πέθαναν 15.000-25.000 άνθρωποι και έμειναν ανάπηροι πάνω από 500.000.

Αρχεία:

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License