Κείμενο του συντρόφου Π. Γεωργιάδη: Η εκλογή Μπάιντεν, η “επιστροφή” των ΗΠΑ και η νέα ιμπεριαλιστική ισορροπία του τρόμου

"Πέρα από τις επικοινωνιακές φούσκες, λοιπόν, ο λεγόμενος “φιλελεύθερος παρεμβατισμός” που πλασάρει ο Μπάιντεν δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια ακόμα πολεμική ιαχή του αμερικάνικου κεφαλαίου. Άλλωστε, ο Μπάιντεν επέλεξε προσωπικά να τοποθετήσει δύο ανδρείκελα του στρατιωτικού-βιομηχανικού συμπλέγματος ως επικεφαλής του υπουργείου “άμυνας” και του υπουργείου εξωτερικών (Λόιντ Όστιν και Άντονι Μπλίν). Ο πυρήνας της αμερικανικής πολιτικής, όχι μόνο δεν μεταβάλλεται, αλλά, αντιθέτως, περνάει σε ακόμα πιο επιθετική φάση με περαιτέρω όξυνση των ανταγωνισμών τόσο με τα δηλωμένα “εχθρικά κράτη” (Κίνα, Ρωσία, Ιράν, Β. Κορέα, Βενεζουέλα κ.λπ.) όσο και με τις συμμαχικές χώρες (όπως η Γερμανία και η Τουρκία)." ... "Για τους προλετάριους ο πόλεμος σημαίνει αίμα, απώλεια, δυστυχία, πόνος. Για τους λεφτάδες, πόλεμος σημαίνει επένδυση. Ο πόλεμος είναι η υγεία του καπιταλισμού. Στους αδυσώπητους ανταγωνισμούς δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε “επιθετικούς” και “αμυντικούς” καπιταλισμούς, “δυνατά” και “αδύναμα” κεφάλαια. Ας θυμηθούμε το παράδειγμα του Λένιν: «Ένας δουλοκτήτης που έχει 100 δούλους πολεμάει με έναν δουλοκτήτη που έχει 200 δούλους, για ένα πιο “δίκαιο” ξαναμοίρασμα των δούλων […] Η χρησιμοποίηση σε μια τέτοια περίπτωση της έννοιας “αμυντικός πόλεμος” ή “υπεράσπιση της πατρίδας” θα ήταν πλαστογραφία της Ιστορίας και στην πραγματικότητα θα σήμαινε εξαπάτηση του λαού»."

Η εκλογή Μπάιντεν, η “επιστροφή” των ΗΠΑ και η νέα ιμπεριαλιστική ισορροπία του τρόμου

 

Ι

Τον Φεβρουάριο του 2021, κατά τη διάρκεια της Διάσκεψης του Μονάχου για την Ασφάλεια, ο νεοεκλεγείς πρόεδρος των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν διακήρυξε την “επιστροφή των ΗΠΑ” στο διεθνές προσκήνιο. Είχε προηγηθεί η ταραχώδης θητεία του ακροδεξιού Τραμπ, ο οποίος με την “απομονωτική” του πολιτική δημιούργησε ισχυρές ρωγμές στη διατλαντική ενότητα, ενώ ταυτόχρονα ακολούθησε μια επιθετική στρατηγική τιμωρητικής διπλωματίας και κυρώσεων έναντι συμμάχων και αντιπάλων. Ο Τραμπ ηγήθηκε ενός μπαράζ αποχωρήσεων των ΗΠΑ από πολυμερείς συμφωνίες-κλειδιά, όπως η πυρηνική συμφωνία με το Ιράν, η συνθήκη για τα πυρηνικά όπλα μέσης εμβέλειας, η συνθήκη για τους Ανοιχτούς Ουρανούς, η Εταιρική Σχέση του Ειρηνικού, το Σύμφωνο του Παρισιού για το κλίμα, το Συμβούλιο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, η UNESCO κλπ. Ουκ ολίγες φορές έφτασε στο σημείο να κατηγορήσει για παρασιτισμό τις Νατοϊκές χώρες που δεν προχωρούσαν στις προβλεπόμενες από τις ΗΠΑ στρατιωτικές δαπάνες, ιδιαίτερα τη Γερμανία. Ταυτόχρονα, πίεζε κι άλλα συμμαχικά κράτη, όπως τη Νότια Κορέα και την Ιαπωνία, να αυξήσουν τη συμμετοχή τους στο υπέρογκο κόστος στάθμευσης των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων.

Δεν είναι να απορεί κανείς που ο Τραμπ δημιούργησε τόσες αντιπάθειες σε “φιλικά” προς τις ΗΠΑ κράτη. Χαρακτηριστική ήταν η υποστήριξη του Μπάιντεν από τα κράτη της Ε.Ε. Πράγματι, η εκλογική νίκη του Δημοκρατικού υποψηφίου δημιούργησε ελπίδες στην Ευρώπη για στενότερη και πιο ομαλή συνεργασία με τη νέα διοίκηση των ΗΠΑ, ενώ παράλληλα ανακούφισε ένα μεγάλο τμήμα του προοδευτικού κόσμου που θεώρησε πως επιτέλους θα μπει φρένο στη ρατσιστική και ξενοφοβική ατζέντα του Τραμπ. Το πραξικόπημα-οπερέτα μερικών ψεκασμένων τραμπικών, με την επίθεση στο Καπιτώλιο, ενίσχυσε αυτές τις αυταπάτες για “προοδευτική στροφή” των ΗΠΑ με την αντικατάσταση του Προέδρου. Οι αυταπάτες αυτές εδράζονται σε μια εντελώς μεταφυσική αντίληψη που μεγιστοποιεί δυσανάλογα το ρόλο που μπορεί να παίξει μια προσωπικότητα στη διαμόρφωση της πολιτικής ενός κράτους, ενώ ταυτόχρονα υποτιμά ή αγνοεί τις βαθύτερες διεργασίες που δημιουργούν το στέρεο οικονομικό και κοινωνικό έδαφος πάνω στο οποίο κινούνται τα άτομα. Στην ακραία της εκδοχή, η αντίληψη αυτή φτάνει στην ψυχολογικοποίηση της πολιτικής, εξηγώντας ακόμα και παγκόσμιους πολέμους με υπεραπλουστεύσεις για την “τρέλα” κάποιων ηγετών που απλά “ξελόγιασαν” τα πλήθη με τον “λαϊκισμό” τους και τα οδήγησαν στην καταστροφή.

Το ερώτημα όμως παραμένει. Από πού έφυγαν οι ΗΠΑ και πού “επιστρέφουν”; Γιατί αυτή η “επιστροφή” σαγηνεύει ακόμα και προοδευτικούς ανθρώπους; Στην πραγματικότητα, δεν μπορούμε να μιλάμε με απλουστευτικά σχήματα περί δήθεν αποχώρησης των ΗΠΑ από τη διεθνή σκηνή επί ημερών Τραμπ και δήθεν επιστροφής στις ράγες της ομαλότητας υπό την προεδρία Μπάιντεν. Ούτε φυσικά μπορούμε να εξηγούμε τη διεθνή παρουσία της μεγαλύτερης οικονομικής και στρατιωτικής δύναμης του πλανήτη σαν να άγεται και να φέρεται από τα καπρίτσια ενός τρελάκια. Άλλωστε, το πολιτικό σύστημα των ΗΠΑ παρέχει εκείνες τις δικλείδες ασφαλείας, ώστε να αποφεύγεται στην πράξη η συγκέντρωση εξουσιών στα χέρια ενός μόνο ατόμου. Στην πραγματικότητα, λοιπόν, μπορούμε να μιλάμε μονάχα για διαφορετικές εκφάνσεις της ίδιας πολιτικής, για επαναπροσδιορισμό των προτεραιοτήτων και αναδιάταξη των δυνάμεων των ΗΠΑ. Και παρά τις αυταπάτες και τις ελπίδες που γεννήθηκαν από την αποχώρηση ενός ακροδεξιού από τον Προεδρικό Θώκο των ΗΠΑ, είναι βέβαιο πως η πολιτική του νέου Προέδρου θα είναι ακόμα πιο επιθετική, παρεμβατική και πολεμοκάπηλη. Δεν είναι άλλωστε καθόλου τυχαίο πως ο βομβαρδισμός εχθρικών στόχων στη Συρία τον Φεβρουάριο του 2021 θεωρήθηκε πρώτη πράξη της “επιστροφής”. Όμως, τι σόι “επιστροφή” είναι αυτή, όταν οι ΗΠΑ υπό την Προεδρία Τραμπ πραγματοποιούσαν όλα αυτά τα χρόνια ανάλογες πυραυλικές επιθέσεις εναντίον της Συρίας;

Πέρα από τις επικοινωνιακές φούσκες, λοιπόν, ο λεγόμενος “φιλελεύθερος παρεμβατισμός” που πλασάρει ο Μπάιντεν δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια ακόμα πολεμική ιαχή του αμερικάνικου κεφαλαίου. Άλλωστε, ο Μπάιντεν επέλεξε προσωπικά να τοποθετήσει δύο ανδρείκελα του στρατιωτικού-βιομηχανικού συμπλέγματος ως επικεφαλής του υπουργείου “άμυνας” και του υπουργείου εξωτερικών (Λόιντ Όστιν και Άντονι Μπλίν). Ο πυρήνας της αμερικανικής πολιτικής, όχι μόνο δεν μεταβάλλεται, αλλά, αντιθέτως, περνάει σε ακόμα πιο επιθετική φάση με περαιτέρω όξυνση των ανταγωνισμών τόσο με τα δηλωμένα “εχθρικά κράτη” (Κίνα, Ρωσία, Ιράν, Β. Κορέα, Βενεζουέλα κ.λπ.) όσο και με τις συμμαχικές χώρες (όπως η Γερμανία και η Τουρκία).

Στο πλαίσιο αυτό, ο Μπάιντεν συνεχίζει την πολιτική της τιμωρητικής διπλωματίας του προκατόχου του, ακόμα κι εναντίον συμμαχικών κρατών, προσπαθώντας να εξασφαλίσει την ευθυγράμμιση της ευρωπαϊκής πολιτικής με την επιχείρηση ανάσχεσης της ρωσικής και κινεζικής “κακόβουλης επιρροής”, ώστε να οριοθετηθεί η ευρωπαϊκή εξάρτηση τόσο από το φυσικό αέριο της Μόσχας όσο και από τις επενδύσεις και τις εμπορικές συναλλαγές με το Πεκίνο. Ας μην ξεχνάμε πως, λίγες μόνο ημέρες πριν την ορκωμοσία του Μπάιντεν, η Ε.Ε. και η Κίνα δρομολόγησαν μια γιγαντιαία εμπορική και επενδυτική συμφωνία. Παράλληλα, η Eurostar προειδοποιεί πως η Κίνα σταδιακά παραγκωνίζει τις ΗΠΑ και αναδεικνύεται ως ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Ευρώπης. Οι στενές οικονομικές σχέσεις Ε.Ε. - Κίνας δυσχεραίνουν τις αμερικανικές προσπάθειες για κοινό βηματισμό και μπετονάρισμα του ευρωατλαντικού άξονα απέναντι στη ρωσοκινέζικη διείσδυση στην Ευρώπη. Ανησυχώντας για τη μεταβολή του συσχετισμού ισχύος, οι ΗΠΑ απαντούν με την τακτική της εναλλαγής του μαστίγιου και του καρότου. Απο τη μία καλούν την Ευρωπαϊκή Ένωση σε συστράτευση σε έναν “μακροπρόθεσμο στρατηγικό ανταγωνισμό” ανάμεσα στον ευρωατλαντικό και ρωσοκινέζικο άξονα, ενώ από την άλλη επιβάλλουν οικονομικές και διπλωματικές κυρώσεις σε απείθαρχους συμμάχους.

Ο βασικός ανταγωνισμός που πλήττει τη λεγόμενη διατλαντική ενότητα είναι η διαμάχη ΗΠΑ - Γερμανίας σχετικά με μια σειρά ζητημάτων, όπως η ανεπαρκής συμμετοχή της Γερμανίας στις ΝΑΤΟϊκές δαπάνες, το γερμανικό εμπορικό πλεόνασμα, η στάση απέναντι στο ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα και η ενεργειακή συνεργασία της Γερμανίας με τη Ρωσία με την κατασκευή του αγωγού Nord Stream–2. Οι ΗΠΑ έχουν δηλώσει σε όλους τους τόνους πως αντιτάσσονται στην κατασκευή του αγωγού για γεοπολιτικούς λόγους και χρησιμοποιούν τη δαμόκλειο σπάθη των κυρώσεων ώστε να εξαναγκάσουν τους ευρωπαϊκούς επιχειρηματικούς ομίλους να αποχωρήσουν από την κατασκευή του έργου.(1) Η στάση αυτή δίνει πάσα στη Ρωσία να κατηγορήσει τις ΗΠΑ για υπονόμευση του ελεύθερου εμπορίου:

“Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ παραδέχτηκε, ότι οι ΗΠΑ υπονομεύουν τις θεμελιώδεις αρχές του ελεύθερου εμπορίου και του ανταγωνισμού, υποτάσσοντας τους νόμους της αγοράς στα δικά τους γεωπολιτικά συμφέροντα, ενεργώντας ενάντια στη βούληση των κυρίαρχων χωρών και εναντίον των συμφερόντων των πολιτών των ανεξάρτητων κρατών”.

Η δυσαρμονία στις συμμαχικές σχέσεις ΗΠΑ – Γερμανίας αποτυπώθηκε και σε δημοσκόπηση στη Γερμανία τον Μάιο του 2020, σύμφωνα με την οποία οι Γερμανοί πολίτες βλέπουν τις σχέσεις της χώρας τους με την Κίνα ως ισοδύναμες και εξίσου σημαντικές με τις αμερικανογερμανικές σχέσεις. Ας μη θεωρηθεί, όμως, πως οι αμερικανικές πιέσεις μένουν άκαρπες. Αντιθέτως δημιουργούν αντίρροπες δυνάμεις επανασυσπείρωσης και τάσεις ενίσχυσης της ευρωατλαντικής ενότητας. Είναι ενδεικτικό πως τον Φεβρουάριο του 2021 ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ χαρακτήρισε την ΕΕ ως “αναξιόπιστο εταίρο”. Η δήλωση μάλιστα έγινε κατά τη διάρκεια επίσκεψης στη Μόσχα του εκπροσώπου Εξωτερικής Πολιτικής της ΕΕ Ζοζέπ Μπορέλ. Αφορμή στάθηκαν οι κυρώσεις της ΕΕ εναντίον της Ρωσίας με αφορμή την υπόθεση Ναβάλνι και οι εκατέρωθεν απελάσεις διπλωματών. Λίγε μέρες αργότερα, ο Λαβρόφ άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο ρήξης των ρωσο-ευρωπαϊκών σχέσεων: ”Αν δούμε ξανά κυρώσεις σε τομείς που θέτουν σε κίνδυνο την οικονομία μας, περιλαμβανομένων των πιο ευαίσθητων τομέων, δεν θέλουμε να απομονωθούμε από το παγκόσμιο γίγνεσθαι, αλλά πρέπει να είμαστε έτοιμοι. Αν επιθυμείς την ειρήνη, προετοιμάσου για πόλεμο”.(2) Ένα μήνα αργότερα, στις 23 Μαρτίου του 2021, ο Λαβρόφ, σε κοινή συνέντευξη τύπου με τον Κινέζο ομόλογό του, δήλωσε πως η πολιτική των Βρυξελλών καταστρέφει τις σχέσεις ΕΕ – Ρωσίας, ενώ αναπτύσσονται μονάχα διμερείς σχέσεις με συγκεκριμένα κράτη-μέλη της Ένωσης. Δεν παρέλειψε να προειδοποιήσει τους ευρωπαίους και τους αμερικανούς πως Μόσχα και Πεκίνο θα κάνουν τα πάντα για να περιφρουρήσουν τις οικονομικές και εμπορικές τους σχέσεις.

Η αναζωπύρωση των συγκρούσεων στην Ουκρανία τον Απρίλιο του 2021 δυναμίτισε εκ νέου τις σχέσεις ΗΠΑ/ΕΕ και Ρωσίας, αφού από την εκδήλωση του αμερικανοκίνητου ακροδεξιού πραξικοπήματος το 2014 και μέχρι σήμερα, το ΝΑΤΟ συνεργάζεται στενά με το καθεστώς του Κιέβου, ενώ η Ρωσία δημιουργεί τετελεσμένα, όπως η προσάρτηση της Κριμαίας. Από την εκδήλωση του “Μαϊντάν” μέχρι σήμερα, η ΕΕ έχει επιβάλλει κυρώσεις που προβλέπουν την απαγόρευση πώληση ή αγοράς ρωσικού στρατιωτικού υλικού, τον περιορισμό στις πωλήσεις ευαίσθητων τεχνολογιών και εξοπλισμού στον ενεργειακό τομέα, την παρεμπόδιση διείσδυσης του ρωσικού κεφαλαίου στις ευρωπαϊκές αγορές και την απαγόρευση αγοράς ρωσικών χρηματοπιστωτικών προϊόντων.

ΙΙ

Ας επιστρέψουμε όμως στην αμερικάνικη εξωτερική πολιτική. Βασική επιδίωξη των ΗΠΑ είναι να αποτρέψουν τη δημιουργία αυτόνομων ζωνών κυριαρχίας των εχθρικών κρατών” -πρωτίστως Κίνας/Ρωσίας και δευτερευόντως Ιράν-, όπου οι αμερικάνικοι μηχανισμοί θα αδυνατούν να έχουν εμπορική, διπλωματική, τεχνολογική και στρατιωτική πρόσβαση. Με τη Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας (2017) και τη Στρατηγική Εθνικής Άμυνας (2018), οι ΗΠΑ απομάκρυναν την προσοχή τους από τους “αέναους πολέμους” και την επανεστίασαν στη νέα εποχή του “ψυχροπολεμικού” ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων, καθορίζοντας το πλαίσιο της στρατηγικής σύγκρουσης με τη Ρωσία και την Κίνα. Μέσα σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο και ασταθές γεωπολιτικό περιβάλλον δεν αποκλείουν και το ενδεχόμενο πολεμικής εμπλοκής, οπότε θέτουν ως στόχο την προσαρμογή των στρατιωτικών δογμάτων και τον επαναπροσδιορισμό του ρόλου των ενόπλων δυνάμεων, ώστε οι ΗΠΑ να διατηρήσουν την πλεονεκτική θέση έναντι των αντιπάλων τους. Η Ανασκόπηση της Πυρηνικής Στάσης το 2018 είναι ενδεικτική των επιθετικών προθέσεων των ΗΠΑ, αφού βάζει στο προσκήνιο ακόμα και το ενδεχόμενο χρήσης πυρηνικών όπλων σε περίπτωση πολεμικής εμπλοκής με τη Ρωσία (λόγου χάρη στη Βαλτική).

Ο Μπάιντεν πήρε τη σκυτάλη από τον Τραμπ επιδιώκοντας να οξύνει ακόμα περισσότερο τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς. Έτσι, ήδη από την προεκλογική περίοδο δεσμεύτηκε για ακόμα σκληρότερο ανταγωνισμό με τον κινέζικο “αναθεωρητισμό”. Σύμφωνα με την αμερικανική οπτική, η Κίνα αποτελεί ζωτική απειλή για τα συμφέροντα των ΗΠΑ και προσδιορίζεται ως κορυφαίος στρατηγικός ανταγωνιστής. Ταυτόχρονα, θεωρείται απειλή για την παγκόσμια ισορροπία, καθώς διαβρώνει τα θεμέλια της διεθνούς τάξης που έχτισε ο δυτικός κόσμος μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Όπως δήλωσε ο Μπάιντεν: “Η Κίνα είναι το μεγαλύτερο γεωπολιτικό τεστ του 21ου αιώνα”. Η απόπειρα ανάσχεσης της κινέζικης επέκτασης δημιουργεί κλίμα πανεθνικής και διακομματικής συναίνεσης ρεπουμπλικάνων, δημοκρατικών, κυρίαρχων ΜΜΕ και του πανίσχυρου στρατιωτικού - βιομηχανικού συμπλέγματος. Παρά το “μετριοπαθές” προφίλ που φιλοτεχνούν για τον Μπάιντεν τα δυτικά ΜΜΕ, ο νέος πρόεδρος προωθεί τη σκλήρυνση την πολιτικής ανάσχεσης την “κινέζικης απειλής” (όπως και της ρωσικής). Αυτή ακριβώς η όξυνση είναι που διαφημίζεται ως “επιστροφή των ΗΠΑ”.

Ωστόσο, δεν λείπουν οι πιο “μετριοπαθείς” φωνές μέσα στο αμερικάνικο σύμπλεγμα εξουσίας που υπενθυμίζουν τον τεράστιο βαθμό αλληλεξάρτησης των οικονομιών των δυο χωρών, όπως και την αλληλεξάρτηση του τριγώνου ΗΠΑ-ΕΕ-Κίνα. Οι “μετριοπαθείς” ζητούν την εφαρμογή μιας πιο ψύχραιμης και μακρόχρονης πολιτικής που θα επιδιώκει την ομαλή συμπερίληψη της Κίνας στο διεθνές σύστημα και την ένταξή της στις δομές του, αντί του αντιπαραγωγικού παραγκωνισμού της. Οι φωνές αυτές τονίζουν πως ο Ψυχρός Πόλεμος του 21ου αιώνα θα έχει αναπόφευκτα μεγαλύτερη διάρκεια και θα είναι πιο κοστοβόρος για τις ΗΠΑ σε σχέση με την αντιπαράθεση με την ΕΣΣΔ τον 20ό αιώνα, ενώ μια ενδεχόμενη σύγκρουση θα είναι άγνωστης κλίμακας και θα προκαλέσει δεκαετίες αστάθειας που θα κλονίσουν την αμερικάνικη κυριαρχία στο διεθνές σύστημα. Σε αντίθεση με τα “γεράκια” που ελπίζουν σε μια μηχανιστική επανάληψη της ιστορίας (κατάρρευση της Κίνας όπως συνέβη με την ΕΣΣΔ), οι “μετριοπαθείς” καλούν την κυβέρνηση των ΗΠΑ να παραχωρήσει περισσότερο έδαφος σε θεσμούς όπως η Παγκόσμια Τράπεζα και το ΔΝΤ, ώστε να ενσωματωθεί η Κίνα στις δομές λήψης αποφάσεων και να αποφευχθεί η δημιουργία ενός παράλληλου συστήματος υπό τον έλεγχο του Πεκίνου, κατ' αντιστοιχία με το πάλαι ποτέ “Ανατολικό μπλοκ”.(3)

Η συζήτηση είναι τεράστια με απέραντες προεκτάσεις, περιπλοκές και αντιφάσεις που αντανακλούν το κουβάρι των συγκρουόμενων συμφερόντων, των συγκλίσεων, των συμβιβασμών και των σημείων ισορροπίας. Δικαίως οι ΗΠΑ ανησυχούν για την ραγδαία αναβάθμιση του οικονομικού, τεχνολογικού και στρατιωτικού ρόλου της Κίνας και τη συνακόλουθη τάση μεταβολής του συσχετισμού δύναμης ανάμεσα στις δυο χώρες. Ενδεικτική είναι η σχετική πρόβλεψη του Centre for Economics ad Business Research για αποκαθήλωση των ΗΠΑ και την ανάδειξη της Κίνας ως ηγέτιδας δύναμης της παγκόσμιας οικονομίας το 2028. Σύμφωνα με το CEBR η αναμενόμενη αυτή ανακατάταξη επιτυγχάνεται από την γρήγορη και αποτελεσματική αντιμετώπιση της πανδημίας από την Κίνα, σε αντίθεση με τα μειωμένα αντανακλαστικά της Ευρώπης και των ΗΠΑ. Όπως αναφέρει και το CEBR στην έκθεσή του: ”Εδώ και αρκετό καιρό, το κυρίαρχο ζήτημα όσον αφορά την παγκόσμια οικονομία είναι ο αγώνας ανάμεσα στις ΗΠΑ και της Κίνα. Η πανδημία του κορωνοϊού και ο οικονομικός της αντίκτυπος φαίνεται πως γέρνουν την πλάστιγγα σε αυτήν την αντιπαλότητα υπέρ της Κίνας”.

Η Κίνα μέσα από μια στρατηγική προσεκτικής συσσώρευσης δυνάμεων έχει καταφέρει να επεκτείνει την παγκόσμια επιρροή της και να μετατραπεί – σύμφωνα με τα αμερικάνικα think tanks – σε ένα έθνος “δυνητικά ικανό να αντικαταστήσει τις ΗΠΑ στην παγκόσμια πρωτοκαθεδρία”. Η ίδια αυτοπροβάλλεται ως μη παρεμβατική μεγάλη δύναμη και ως υπεύθυνο έθνος χωρίς πολεμικές εμπλοκές, σε αντίθεση με την αρειμάνια Αμερική και τους πρόθυμους συμμάχους της. Αυτοδιαφημίζεται, επίσης ως ο μεγαλύτερος χρηματοδότης των Ηνωμένων Εθνών και βασικός παράγοντας της παγκόσμιας συναίνεσης και σταθερότητας. Αποκρούει τις κατηγορίες για πολιτικό ρεβιζιονισμό, απαντώντας πως από το 2000 έχει στηρίξει τη συντριπτική πλειοψηφία των ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ που επέβαλαν κυρώσεις σε κράτη που παραβίαζαν το διεθνές δίκαιο. Αποκρούει επίσης τις κατηγορίες για τη διασπορά της πανδημίας και τις αντιστρέφει, κατηγορώντας τις ΗΠΑ πως «παρακάμπτουν τις δικές τους ευθύνες και υπονομεύουν την παγκόσμια αλληλεγγύη στην καταπολέμησή του ιού» (Zhao Lisian, εκπρόσωπος του κινεζικού υπουργείου εξωτερικών). Η εξάπλωση του «υγειονομικού δρόμου του μεταξιού» με δωρεές δισεκατομμυρίων στα Ηνωμένα Έθνη είναι μια ακόμα ένδειξη της δυναμικής της κινεζικής επέκτασης, η οποία εκφράζεται (και) μέσα από τη «διπλωματία της αλληλεγγύης» (π.χ. με δωρεές εμβολίων στην Αφρική, στην οποία το κινέζικο κεφάλαιο έχει διεισδύσει με δυναμικό τρόπο). Παράλληλα, η Κίνα διεκδικεί ηγετικό ρόλο και στον τομέα της βιοασφάλειας. Τον Οκτώβρη του 2020 δεσμεύθηκε στον ΟΗΕ «να ενισχύσει την παγκόσμια διακυβέρνηση βιοασφάλειας και να ασχοληθεί με τις απώλειες που θέτουν ο βιολογικός πόλεμος και η βιοτρομοκατία». Εν κατακλείδι, το Πεκίνο αποκρούει τις αμερικάνικες αιτιάσεις για προσπάθεια αποσταθεροποίησης της παγκόσμιας τάξης και πλασάρεται ως θεματοφύλακας του διεθνούς status quo.

Με την οικονομία της να αντιπροσωπεύει πάνω από 15% του παγκόσμιου ΑΕΠ και με αιχμή της επέκτασής της την πρωτοβουλία Belt and Road (BRI) και τη διάνοιξη εμπορικών δρόμων/ ζωνών επιρροής, η Κίνα μετατρέπεται σταδιακά σε γίγαντα οικονομικά ομότιμο με τις ΗΠΑ.(4) Διαθέτει σημαντικά πλεονεκτήματα, όπως την τεχνολογική της υπεροχή στις τηλεπικοινωνίες, την τεχνητή νοημοσύνη και τη ρομποτική (5), τον ειδικό της ρόλο στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες, την τεράστια αγορά της, το εμπορικό της πλεόνασμα, την επενδυτική της ισχύ, τα αποθέματα συναλλάγματος που διαθέτει κ.λπ. Ήδη από το 2006 η Κίνα παρουσίασε στον κόσμο το μακρόπνοο πλάνο Seven Strategic Emerging Industries και διαρκώς προχωράει σε πρωτοβουλίες για τη δημιουργία θεσμών ανταγωνιστικών προς τους θεσμούς που βρίσκονται υπό τον έλεγχο των ΗΠΑ, καθώς και σε πολυμερείς συμφωνίες με άλλα κράτη, φτάνοντας στο ταμείο να μπαίνει σφήνα και να υπονομεύει παραδοσιακές ή νέες συμμαχίες των ΗΠΑ. Άξια αναφοράς είναι η υπογραφή τον Νοέμβριο του 2020 (μετά από 8 χρόνια διαπραγματεύσεων) της Περιφερειακής Ολοκληρωμένης Εταιρικής Σχέσης (RCEP). Πρόκειται για τη μεγαλύτερη συμφωνία ελεύθερου εμπορίου στον κόσμο, με τη συμμετοχή 15 κρατών. Καλύπτει 2,2 δισεκατομμύρια ανθρώπους και οικονομίες συνολικού ύψους άνω των 26 τρισεκατομμυρίων δολαρίων ετησίως. Η RCEP καλύπτοντας το 30% περίπου του παγκόσμιου ΑΕΠ φιλοδοξεί να μεταβάλει τον παγκόσμιο καπιταλιστικό χάρτη και να μεταφέρει το κέντρο των διεθνών εμπορικών συναλλαγών στην Ασία. Ο κινέζος πρωθυπουργός Λι Κέιτζανγκ την περιέγραψε ως «σημείο καμπής στην περιφερειακή συνεργασία της Ανατολικής Ασίας, και ταυτόχρονα, τη νίκη της πολυμέρειας και το ελεύθερου εμπορίου». Μαζί με την Κίνα, στη RCEP συμμετέχουν και σύμμαχοι των ΗΠΑ, όπως η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα, η Αυστραλία, το Βιετνάμ κ.λπ. Αρχικά στις διαπραγματεύσεις συμμετείχε και η Ινδία, αλλά αποχώρησε εξ αιτίας ενός συνδυασμού πιέσεων και φόβων για την κινέζικη επέκταση. Ο Ιάπωνας πρωθυπουργός ωστόσο δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο επιστροφής της Ινδίας στη RCEP.

Σκοπός της Κίνας είναι η δημιουργία αναταράξεων και ανακατατάξεων στο ευρωατλαντικό στρατόπεδο μέσα από την προσφορά ελκυστικών win-win συμφωνιών σε συμμάχους των ΗΠΑ. Επιχειρεί έτσι να εκμεταλλευτεί τις προσπάθειες πολλών κρατών να διατηρήσουν μια σχετική γεωπολιτική και οικονομική αυτονομία και αξιοποιώντας τοπικές και πολιτικές ρωγμές. Με το έντεχνο ανακάτεμα της τράπουλας η Κίνα δημιουργεί επιπλέον ρήγματα στα διαμορφωμένα καπιταλιστικά μπλοκ μέσω νέου τύπου υβριδικών υποσυμμαχιών. Αυτό που πρωτίστως ανησυχεί τις ΗΠΑ είναι η απήχηση που έχει στην Ευρώπη η στρατηγική των «νέων δρόμων του μεταξιού», καθώς τα υπέρογκα οικονομικά αλισβερίσια Ε.Ε.-Κίνας ναρκοθετούν τις επιδιώξεις της αμερικάνικης εξωτερικής πολιτικής. Ταυτόχρονα όμως με τις σχέσεις οικονομικής συνεργασίας αναπτύσσονται και σχέσεις ανταγωνισμού. Για την Ε.Ε. η Κίνα αποτελεί «συστημικό ανταγωνιστή», ενώ πρόσφατη «Λευκή Βίβλος» τη χαρακτηρίζει ως «συστημικό αντίπαλο που προωθεί εναλλακτικά πρότυπα διακυβέρνησης» και καλεί την Ένωση να ενισχύσει τη δική της βιομηχανική βάση, ώστε να απεξαρτηθεί από τις επενδύσεις του κινεζικού κεφαλαίου. Παρά την τεράστια εμπορική τους σχέση, τον Οκτώβριο του 2020 Ε.Ε. και Κίνα επέβαλαν εκατέρωθεν δασμούς στους τομείς αλουμινίου και καουτσούκ, ενώ η Μέρκελ (η οποία το 2014 αναβίβασε τις διμερείς σχέσεις της χώρας της με την Κίνα σε «ολοκληρωμένη στρατηγική εταιρική σχέση») κάλεσε την Ε.Ε. να προχωρήσει σε ετήσια απαγόρευση εξαγορών ευρωπαϊκών επιχειρήσεων από κινέζους επενδυτές. Η Ε.Ε. βρίσκεται στη μέση της σινο-αμερικάνικης διαμάχης και από τη μια δέχεται πιέσεις από τις ΗΠΑ, αλλά από την άλλη δεν μπορεί έτσι εύκολα να εγκαταλείψει του οικονομικούς της δεσμούς με το Πεκίνο, οι οποίοι υπολογίζονται σε 1 δισεκατομμύριο δολάρια την ημέρα! Ενδεικτικό της πολύπλοκης σχέσης οικονομικής αλληλεξάρτησης του τριγώνου Ε.Ε.-ΗΠΑ-Κίνα είναι πως το 2018 αντιπροσώπευε το 42% των παγκόσμιων εμπορευματικών συναλλαγών.

ΙΙΙ

Επιπλέον, οι ΗΠΑ ανησυχούν και για τη διαρκή αύξηση του εμπορικού ελλείμματος στις διμερείς τους σχέσεις με την Κίνα. Από το 2018, με πρωτοβουλία της διοίκησης Τραμπ, κλιμακώθηκε ο εμπορικός πόλεμος μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων με εκατέρωθεν επιβολή δασμών σε εμπορεύματα αξίας 260 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Στο πλαίσιο του οξύτατου εμπορικού τους ανταγωνισμού και των συνακόλουθων επιθετικών διαπραγματεύσεων, οι δύο δυνάμεις βρήκαν ένα σημείο ισορροπίας με την υπογραφή της συμφωνίας ΕΤΑ που περιλαμβάνει τη δέσμευση της Κίνας για αυξημένες εισαγωγές από τις ΗΠΑ. Οι αμερικανοί κατηγορούν την Κίνα για αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, αναγκαστικές μεταφορές τεχνολογίας, κλοπές πνευματικής ιδιοκτησίας και ευνοϊκή μεταχείριση των ντόπιων επιχειρήσεων. Καλούν τις αμερικανικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στο κινέζικο έδαφος να επαναπατριστούν, αξιοποιώντας το νέο φιλοεπενδυτικό περιβάλλον στις ΗΠΑ. Μία από τις κατηγορίες που εκτοξεύουν οι ΗΠΑ προς την Κίνα (και τη Ρωσία) είναι και η απόπειρα παρέμβασης στις εσωτερικές τους υποθέσεις. Σύμφωνα με την “Έκθεση Στρατιωτικής Ισχύος της Κίνας” που εκπόνησε το αμερικανικό υπουργείο “Άμυνας” το 2019, υπάρχει έντονη προσπάθεια διείσδυσης της κινέζικης επιρροής στις ΗΠΑ μέσω πολιτιστικών και εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, μέσων κοινωνικής δικτύωσης, μέσων ενημέρωσης, ομάδων προβληματισμού κλπ. Δεν γνωρίζουμε σε ποιόν βαθμό ευσταθούν αυτές οι κατηγορίες (όπως αντίστοιχα και οι κατηγορίες για ανάμειξη της Ρωσίας στις αμερικανικές προεδρικές εκλογές), αλλά είναι τουλάχιστον γελοίο να κάνει τέτοιου είδους παράπονα η πιο παρεμβατική δύναμη στον πλανήτη από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι σήμερα! Και όπως πάντα, δεν λείπουν οι φωνές από το βαθύ κράτος για πιο δραστική αντιμετώπιση της Κίνας, όπως κάποιο πρόγραμμα μυστικής δράσης για υπόθαλψη βίας με σκοπό την αποσταθεροποίηση του κινέζικου καθεστώτος! Παλιά τους τέχνη κόσκινο….

Στη διαρκή επέκταση της κινέζικης ισχύος, οι ΗΠΑ απαντούν με έντονες διεργασίες για την κατασκευή ενός “αντι-σινικού τείχους”, ενισχύοντας με διάφορους τρόπους τους εχθρούς του Πεκίνο. Με βάση τη “Στρατηγική Ασίας-Ειρηνικού” που εκπόνησε το Πεντάγωνο το 1995, οι ΗΠΑ αποφάσισαν να διατηρήσουν την έντονη στρατιωτική τους παρουσία στην περιοχή με σκοπό τη συγκράτηση της Κίνας, το αντιστάθμισμα των φιλοδοξιών της και την εξισορρόπηση του συσχετισμού δύναμης. Έτσι, οι ΗΠΑ συσφίγγουν διαρκώς την οικονομική και στρατιωτική τους συνεργασία με χώρες όπως η Ταϊβάν, η Ινδία, το Βιετνάμ, η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα κλπ. Οι συνοριακές διαφορές της Κίνας με γειτονικά της κράτη δημιουργούν αντισυσπειρώσεις εναντίον της, γεγονός που θέλουν να το εκμεταλλευτούν οι ΗΠΑ. Χαρακτηριστική είναι η διαμάχη στη Νότια Σινική Θάλασσα με την αντιπαράθεση έξι παράκτιων κρατών (Κίνα, Ταϊβάν, Βιετνάμ, Μπρουνέι, Μαλαισία και Φιλιππίνες), σχετικά με την κυριότητα των νησιωτικών συμπλεγμάτων Πάρασελ και Σπράτλι. Η σύγκρουση αυτή έχει βαθιές ιστορικές ρίζες στην αποικιοκρατική πολιτική της Γαλλίας και αργότερα στη μιλιταριστική επιβολή του γιαπωνέζικου ιμπεριαλισμού. Ωστόσο, παρά τα “πατριωτικά” ενδύματα με την οποία ντύνουν τη διαμάχη όλες οι πλευρές, η πραγματική ουσία της σύγκρουσης οφείλεται στον υποθαλάσσιο πλούτο και την ιδιαίτερη γεωστρατηγική σημασία της περιοχής (διέλευση εμπορικών πλοίων, κοιτάσματα φυσικού αερίου και πετρελαίου, αλιευτικές δυνατότητες κλπ). Η Κίνα έχει εδραιώσει την οικονομική και στρατιωτική της παρουσία στην περιοχή, φτάνοντας στο σημείο να κατασκευάζει τεχνητά νησιά ή να επεκτείνει την έκταση των νησιών με τεχνητό τρόπο. Τη διαμάχη αυτή προσπαθούν να εκμεταλλευτούν οι ΗΠΑ προσεγγίζοντας τους αντιπάλους της Κίνας.

Ταυτόχρονα, οι ΗΠΑ δημιουργούν νέα χρηματοδοτικά εργαλεία, όπως ο νόμος BUILD που ψηφίστηκε από το Κογκρέσο το 2018 και προβλέπει ένα μπάτζετ ύψους 60 δισ. δολαρίων για επενδύσεις σε αναπτυσσόμενες χώρες. Σκοπός των αμερικανικών χρηματοδοτικών εργαλείων είναι το αντιστάθμισμα της επενδυτικής ορμής του κινέζικου κεφαλαίου, ωστόσο δεν είναι και τόσο εύκολο να προσεγγίσουν τα γιγαντιαία ποσά που διοχετεύουν οι κινέζοι μέσω της πρωτοβουλίας BRI.

Στο πλαίσιο αυτού του συνεχούς μπρα ντε φερ, ολοένα και πληθαίνουν οι φωνές που προειδοποιούν πως η όξυνση του πολύπλευρου Ψυχρού Πολέμου ΗΠΑ-Κίνας αυξάνει και το ενδεχόμενο της πολεμικής εμπλοκής:

«Η ισορροπία ισχύος μετατοπίζεται υπέρ του Πεκίνο σε σημαντικούς τομείς του ανταγωνισμού ΗΠΑ-Κίνας, όπως στο Στενό της Ταϊβάν και τον αγώνα για τα παγκόσμια δίκτυα τηλεπικοινωνιών. Ωστόσο, η Κίνα αντιμετωπίζει επίσης έντονη οικονομική επιβράδυνση και αυξανόμενη διεθνή αντίδραση. Τα καλά νέα για τις Ηνωμένες Πολιτείες είναι ότι μακροπρόθεσμα, ο ανταγωνισμός με την Κίνα μπορεί να αποδειχθεί πιο διαχειρίσιμος απ’ όσο πιστεύουν πολλοί απαισιόδοξοι […] Τα άσχημα νέα είναι ότι τα επόμενα 5-10 χρόνια, ο βηματισμός της σινο-αμερικανικής αντιπαλότητας θα είναι καυτός και η προοπτική του πολέμου τρομακτικά αληθινή, καθώς το Πεκίνο μπαίνει στον πειρασμό να ορμήσει για γεωπολιτικό κέρδος».(6)

Και αλλού:

«Το διεθνές σύστημα βρίσκεται σε ένα ιστορικό σημείο καμπής. Καθώς η Ασία συνεχίζει την οικονομική της άνοδο, τελειώνουν δύο αιώνες Δυτικής κυριαρχίας στον κόσμο, πρώτα υπό την Pax Britannica και στη συνέχεια υπό την Pax Americana. Η Δύση χάνει όχι μόνο την υλική κυριαρχία της αλλά και την ιδεολογική της επιρροή […] Η ιστορία καθιστά σαφές ότι τέτοιες περίοδοι ταραχώδους αλλαγής έρχονται με μεγάλο κίνδυνο. Πράγματι, οι ανταγωνισμοί μεγάλων δυνάμεων για την ιεραρχία και την ιδεολογία οδηγούν κανονικά σε μεγάλους πολέμους. Η αποτροπή αυτού του αποτελέσματος προϋποθέτει τη νηφάλια αναγνώριση ότι η φιλελεύθερη τάξη υπό την ηγεσία της Δύσης που εμφανίστηκε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο δεν μπορεί να διασφαλίσει την παγκόσμια σταθερότητα στον 21ο αιώνα».(7)

ΙV

Παρότι, όπως περιγράψαμε πιο πάνω, οι ΗΠΑ χάνουν σταδιακά έδαφος στην αρένα του παγκόσμιου οικονομικού ανταγωνισμού, παραμένουν ακόμα η ισχυρότερη δύναμη του πλανήτη. Το ΑΕΠ τους αγγίζει τα 20 τρισ. δολάρια και αντιστοιχεί στο ¼ περίπου της παγκόσμιας οικονομίας.(8) Ταυτόχρονα, βρίσκονται στο τιμόνι των ισχυρότερων διεθνών οργανισμών (ΝΑΤΟ, ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα, ΟΑΣΕ, ΠΟΕ G7, G20 κλπ). Αντίστοιχες ανταγωνιστικές απόπειρες του ρωσοκινέζικου άξονα (όπως η Οργάνωση Συνεργασίας της Σαγκάης και η Ευρασιατική Οικονομική Ένωση) αδυνατούν μέχρι σήμερα να δημιουργήσουν ένα ισοδύναμο αντίβαρο στην ευρωατλαντική ισχύ. Παρά τα προβλήματα συνοχής που εμφανίζονται στη διατλαντική σχέση, η συνεχιζόμενη ενδυνάμωση της Κίνας δημιουργεί αντίρροπες εξισορροπητικές τάσεις στις σχέσεις ΕΕ-ΗΠΑ, ενώ ταυτόχρονα μελετώνται μετασχηματισμοί του διεθνούς οικοδομήματος, όπως η σκέψη για τη μετατροπή των G7 σε D10, με την προσχώρηση της Ινδίας, της Αυστραλίας και της Νότιας Κορέας. Το νέο αυτό σχήμα (αν υλοποιηθεί κάποτε) θα πλασαριστεί ως συμμαχία των 10 ισχυρότερων “Δημοκρατιών” του πλανήτη στον “ρωσοκινέζικο αυταρχισμό”.

Επίσης, οι ΗΠΑ παραμένουν η ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη του πλανήτη και αναβαθμίζουν διαρκώς τις ένοπλες δυνάμεις τους, προσαρμόζοντάς τες στις προκλήσεις της νέας εποχής. Το 2019 οι ΗΠΑ ξόδεψαν 732 δισ. δολάρια σε δαπάνες για τον στρατιωτικό τους μηχανισμό, έναντι 261 δισ. της Κίνας, ενώ παρέμειναν πρώτες στις εξαγωγές όπλων. Παράλληλα, εκσυγχρονίζουν το πυρηνικό τους οπλοστάσιο και προσαρμόζουν το πυρηνικό τους δόγμα υιοθετώντας τη στρατηγική της “εκτεταμένης αποτροπής” που αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο χρήσης πυρηνικών όπλων για την υπεράσπιση των συμφερόντων τους. Ας σημειωθεί πως οι ΗΠΑ και η Ρωσία διαθέτουν το 90% των πυρηνικών κεφαλών σε ολόκληρο τον πλανήτη.

Οι ΗΠΑ διαθέτουν περισσότερες από 700 βάσεις και στρατιωτικές εγκαταστάσεις «που περικυκλώνουν τα ανταγωνιστικά κράτη και περιζώνουν όλες τις περιοχές που διαθέτουν σημαντικούς φυσικούς πόρους: υδρογονάνθρακες, στρατηγικά μεταλλεύματα, αποθέματα πόσιμου νερού κλπ».(9) Όπως έγραφε ο αμερικανός πανεπιστημιακός Chalmers Johnson: «Αν δεν κατανοήσουμε έναν κόσμο που τον περισφίγγει μια αλυσίδα στρατιωτικών βάσεων σε πλανητικό επίπεδο, δεν μπορούμε να αντιληφθούμε τις διαστάσεις των αυτοκρατορικών μας επιδιώξεων ή το βαθμό στον οποίο ένα νέο είδος μιλιταρισμού αντικρίζει τη θεσμική μας τάξη. […] Παλιότερα, προσδιορίζαμε την εξάπλωση του ιμπεριαλισμού μετρώντας τις αποικίες του. Η αμερικανική εκδοχή της αποικίας σήμερα είναι η στρατιωτική βάση».(10)

Τέλος, οι ΗΠΑ βρίσκονται επικεφαλής του πιο επιθετικού ιμπεριαλιστικού σχηματισμού, του ΝΑΤΟ. Το “οπλισμένο χέρι” του ευρωατλαντικού μπλοκ γίνεται ολοένα και πιο επιθετικό και ετοιμοπόλεμο, θεωρώντας ολόκληρο τον πλανήτη ως στρατηγικό του περιβάλλον και διεκδικώντας δικαίωμα επέμβασης σε οποιοδήποτε σημείο κρίνουν πως απειλείται: «Η πολιτική σταθερότητα και η ελεύθερη πρόσβαση στους παγκόσμιους οικονομικούς πόρους». Το ΝΑΤΟΑ αποτελεί μια κολοσσιαία ιμπεριαλιστική συμμαχία που καλύπτει περίπου 1 δισ. ανθρώπους και το μισό ΑΕΠ του πλανήτη, ενώ οι μισές περίπου στρατιωτικές δαπάνες σε ολόκληρο τον κόσμο γίνονται από τα κράτη-μέλη του. Οι Νατοϊκές ένοπλες δυνάμεις αναπτύσσονται σε σημεία κλειδιά σε ολόκληρο τον πλανήτη, όπως στα Βαλκάνια, τη Μεσόγειο, τον Καύκασο, τη Βαλτική , τη Μαύρη Θάλασσα, το Αφγανιστάν, την Αφρική κλπ.(11) Σε έκθεση της “επιτροπής σοφών” για τη στρατηγική του ΝΑΤΟ για το 2030 επισημαίνεται πως η Ρωσία αποτελεί τη μεγαλύτερη και πιο άμεση στρατιωτική πρόκληση για την ευρωατλαντική περιοχή, ενώ η Κίνα περιγράφεται ως γεωστρατηγική πρόκληση, χωρίς ωστόσο να απειλεί ακόμα άμεσα με στρατιωτικό τρόπο τη Νατοϊκή συμμαχία. Υπάρχει, όμως, η εκτίμηση πως η σύμφυση της κινέζικης στρατιωτικής δύναμης και του πολιτικού/οικονομικού τομέα δημιουργούν ένα νέο πλαίσιο απειλών για το ΝΑΤΟ.

Αξίζει να σημειωθεί πως ταυτόχρονα με τη γιγάντωση της Νατοϊκής στρατιωτικής μηχανής προχωρά με έντονους ρυθμούς (για τα ευρωπαϊκά δεδομένα) η διαδικασία στρατιωτικοποίησης της ΕΕ, με τη συγκρότηση της PESCO (Μόνιμη Διαρθρωμένη Στρατιωτική Συνεργασία) και τον σχεδιασμό της Ευρωπαϊκής Πρωτοβουλίας Επεμβάσεων. Μέσα από την ανάπτυξη τέτοιου είδους πρωτοβουλιών (πχ Ευρωπαϊκό Αμυντικό Ταμείο, Πρόγραμμα Βιομηχανικής Ανάπτυξης, Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Ειρήνης) η Ε.Ε. επιδιώκει να κερδίσει περισσότερο χώρο από τις ΗΠΑ στους σχεδιασμούς του ευρωατλαντικού μπλοκ και μέσα από το δόγμα της Στρατηγικής Αυτονομίας να αναπτύξει ενιαίο “αμυντικό” δόγμα και κοινές πολεμικές ικανότητες των κρατών-μελών της Ένωσης, ώστε να χαλαρώσει ο σφιχτός αμερικανικός εναγκαλισμός.

V

Στο μικρό αυτό κείμενο είδαμε μερικές μονάχα από τις όψεις των πολύπλοκων διακρατικών ανταγωνισμών. Αυτό το κουβάρι από ανταγωνισμούς, συμμαχίες και συνακόλουθες διαπραγματεύσεις για εξεύρεση σημείων ισορροπίας μπορεί να δημιουργήσει συγχύσεις, αποπροσανατολισμό και λανθασμένα συμπεράσματα σε όσους προσκολλώνται σε ιδεαλιστικές/μεταφυσικές αναγνώσεις της πραγματικότητας. Για να μη χαθούμε στην ομίχλη οφείλουμε να προσεγγίζουμε την πραγματικότητα με υλιστικό/διαλεκτικό τρόπο: «[…] δεν πρέπει να αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο σαν ένα σύμπλεγμα από έτοιμα πράγματα, αλλά σαν ένα σύμπλεγμα από διαδικασίες, όπου τα φαινομενικά σταθερά πράγματα, το ίδιο όπως και οι ιδεατές απεικονίσεις τους στο κεφάλι μας, οι έννοιες, περνάνε μια αδιάκοπη αλλαγή γέννησης και αφανισμού».(12)

Τις διακρατικές σχέσεις δεν πρέπει να τις αντιλαμβανόμαστε ως μεταφυσικές, δηλαδή παγωμένες στο χρόνο, απόλυτα ανταγωνιστικές ή απόλυτα συμμαχικές. Κυρίως στη σημερινή εποχή της πολυπλοκότητας των διεθνών σχέσεων, των ταχύτατων ανακατατάξεων και της αλληλοδιείσδυσης των οικονομιών οφείλουμε να έχουμε διαλεκτική προσέγγιση, να βλέπουμε τη συνύπαρξη αντιφατικών σχέσεων και την αστραπιαία εναλλαγή ανταγωνισμών/συνεργασιών. Να μελετάμε, δηλαδή, την ιστορική κίνηση μέσα στη ρευστότητά της, να προσπαθούμε να διακρίνουμε τα διαρκώς μεταβαλλόμενα σημεία ισορροπίας των μεγάλων δυνάμεων, όπως προκύπτουν ανάλογα με τους συσχετισμούς ισχύος. Μιας ισορροπίας εύθραυστης. Μιας νέας ιμπεριαλιστικής ισορροπίας του τρόμου, που αφήνει πάντοτε ανοιχτό το ενδεχόμενο της μετατροπής του έρποντος παγκόσμιου πολέμου σε ένα καινούριο γενικευμένο αιματοκύλισμα για το ξαναμοίρασμα του κόσμου.

Για τους προλετάριους ο πόλεμος σημαίνει αίμα, απώλεια, δυστυχία, πόνος. Για τους λεφτάδες, πόλεμος σημαίνει επένδυση. Ο πόλεμος είναι η υγεία του καπιταλισμού. Στους αδυσώπητους ανταγωνισμούς δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε “επιθετικούς” και “αμυντικούς” καπιταλισμούς, “δυνατά” και “αδύναμα” κεφάλαια. Ας θυμηθούμε το παράδειγμα του Λένιν: «Ένας δουλοκτήτης που έχει 100 δούλους πολεμάει με έναν δουλοκτήτη που έχει 200 δούλους, για ένα πιο “δίκαιο” ξαναμοίρασμα των δούλων […] Η χρησιμοποίηση σε μια τέτοια περίπτωση της έννοιας “αμυντικός πόλεμος” ή “υπεράσπιση της πατρίδας” θα ήταν πλαστογραφία της Ιστορίας και στην πραγματικότητα θα σήμαινε εξαπάτηση του λαού».

Στη σημερινή εποχή της παρατεταμένης κρίσης και της ανυπαρξίας διεξόδου: «η επερχόμενη έκρηξη στην παγκόσμια οικονομία, αποτυπώνεται στην ανηλεή προσπάθεια των κρατών να διατηρήσουν ή να ενισχύσουν τη θέση τους στο ξαναμοίρασμα των αγορών που θα προκύψει. Αποτυπώνεται στη στρατιωτικοποίηση της οικονομίας, είτε με όρους μιας επιθετικής εμπορικής-ενεργειακής πολιτικής (εμπάργκο, σαμποτάζ, κυρώσεις και δασμοί) είτε με όρους άμεσης ή έμμεσης στρατιωτικής εμπλοκής σε περιοχές ενεργειακού και γεωστρατηγικού ενδιαφέροντος […] Κάτι αλλάζει και το νιώθουμε όλοι. Ζούμε στην κόψη της ιστορίας, στο μεταβατικό στάδιο μιας σαρωτικής αλλαγής του κόσμου με τη μορφή που τον γνωρίζαμε μέχρι σήμερα. Και τα συμπτώματα αυτής της ενδιάμεσης περιόδου, με τη μορφή των ανταγωνισμών, των πανδημιών, των κρίσεων, των χρεωκοπιών και της στρατοκρατίας, προεξοφλούν ένα ακόμα πιο δυσοίωνο μέλλον για την ανθρωπότητα. Κάτι αλλάζει και το βλέπουμε όλοι».(13)

Σε ένα ασταθές περιβάλλον παγκόσμιας ανακατάταξης ισχύος και σαπίσματος του καπιταλιστικού ιμπεριαλιστικού συστήματος, στην αρένα των διακρατικών ανταγωνισμών και στην κινούμενη άμμο της καπιταλιστικής κρίσης υπάρχουν και αναπνέουν ακόμα οι κοινωνικές/ λαϊκές αντιστάσεις. Το παλιό ερώτημα προκύπτει αναπόφευκτα ξανά και ξανά: Τι να κάνουμε; Μετά την παγκόσμια ήττα και υποχώρηση του επαναστατικού κινήματος το παλιό ερώτημα περιμένει απαντήσεις…

Σημειώσεις:

1. Από την πλευρά της η Γερμανία περιμένει την ολοκλήρωση της κατασκευής του αγωγού ώστε να διαπραγματευθεί τους όρους της λειτουργίας του. Η γερμανική πλευρά είναι απρόθυμη να ακολουθήσει χωρίς ανταλλάγματα τις αμερικανικές πιέσεις, παρακάμπτοντας τα συμφέροντα των επιχειρηματικών ομίλων που εκπροσωπεί.

2. βλ.: “Έτοιμη για ρήξη με την ΕΕ η Μόσχα, λέει οπ Λαβρόφ”, Καθημερινή, 13\2\2021

3. Εδώ και τρεις δεκαετίες υπάρχει στενή σινο-αμερικανική οικονομική, εμπορική, τεχνολογική και επιστημονική συνεργασία με τη συμμετοχή δεκάδων χωρών της αφρικανικής ηπείρου, ενώ από την 1η Ιανουαρίου του 2021 τέθηκε σε εφαρμογή η Αφρικανική Διηπειρωτική Ζώνη Ελεύθερου Εμπορίου. Η διείσδυση του κινέζικου κεφαλαίου στην Αφρική βασίζεται στα χαμηλότοκα δάνεια και την κατασκευή σημαντικών έργων υποδομής. Σε έκθεσή του το China Briefing τονίζει τη μεταφορά τμημάτων της κινέζικης παραγωγικής δραστηριότητας σε χώρες της Αφρικής εξαιτίας της αύξησης του εργατικού κόστους στην Κίνα (ως αποτέλεσμα της όξυνσης της ταξικής πάλης). Εκατοντάδες βιομηχανικές μονάδες έχουν ανεγερθεί από κινέζους καπιταλιστές στη Νιγηρία, την Αιθιοπία, τη Νότια Αφρική, την Τανζανία, την Γκάνα και άλλες χώρες της “Μαύρης Ηπείρου”.

4. Μέρος της πρωτοβουλίας Belt and Road είναι η ιρανοκινέζικη 25ετής Ολοκληρωμένη Εταιρική Σχέση που τέθηκε σε ισχύ το 2016. Για το Ιράν η κινέζικη αρωγή σε οικονομικό, τεχνολογικό, επιστημονικό και στρατιωτικό επίπεδο αντισταθμίζει το αμερικανικό εμπάργκο και την πολιτική της “μέγιστης πίεσης”. Το κινέζικο χρήμα ρέει άφθονο σε στρατηγικές επενδύσεις, όπως οι βιομηχανίες πετρελαίου, πετροχημικών και φυσικού αερίου, σε στρατιωτικές επενδύσεις και σε έργα εκσυγχρονισμού των ιρανικών υποδομών (οδοί μεταφοράς, λιμάνια, αεροδρόμια κλπ).

5. Οι αμερικανοί προσπαθούν εναγωνίως να βάλουν φρένο στον “Ψηφιακό Δρόμο του Μεταξιού” και την κινέζικη τεχνολογική εξάπλωση. Χαρακτηριστική είναι η προσπάθεια αποκλεισμού της Huawei από τα ευρωπαϊκά δίκτυα 5G.

6. Michael Beckley-Hal Brands: “Ο ανταγωνισμός με την Κίνα θα μπορούσε να είναι σύντομος και οξύς. Ο κίνδυνος ενός πολέμου είναι μεγαλύτερος την επόμενη δεκαετία”. (Foreign Affairs, 18/12/2020)

7. Richard N. Haas -Charles A. Kupchan: “Η Νέα Συμφωνία των Δυνάμεων. Πως να αποτραπεί η καταστροφή και να προωθηθεί η σταθερότητα σε έναν πολυπολικό κόσμο”. (Foreign Affairs, Φεβρουάριος, 2021).

8. Από τα αδύναμα σημεία της αμερικανικής οικονομίας είναι το υπέρογκο χρέος, που φτάνει στα 23τρισ. δολάρια, μεγάλο κομμάτι του οποίου βρίσκεται σε κινέζικα χέρια.

9. Δημήτρης Κουφοντίνας: “Η γεωπολιτική της 17Ν στον ενιαίο χώρο Ελλάδα-Τουρκία”, εκδόσεις Μονοπάτι.

10. Chalmers Johnson: “America’s Empire of Bases”, Ιανουάριος 2004.

11. Η Νατοϊκή στρατιωτική μηχανή από το 1999 έχει επιταχύνει τη στρατιωτική περικύκλωση της Ρωσίας, προσαρτώντας νέα κράτη-μέλη στα Βαλκάνια και την Ανατολική Ευρώπη και δημιουργώντας παράλληλα χρηματοδοτικά εργαλεία για την ανάσχεση της ρωσικής επιρροής σε κράτη που χαρακτηρίζονται ως “ευάλωτα”.

12. Φρ. Ένγκελς: “Ο Λουδοβίκος Φόιερμπαχ και το τέλος της γερμανικής κλασικής φιλοσοφίας”, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή.

13. Ταξική Αντεπίθεση: “Η πανδημία ως σύμπτωμα της κατάστασης έκτακτης ανάγκης του συστήματος”.

 

Πολύκαρπος Γεωργιάδης

Φυλακές Λάρισας

Απρίλιος 2021

O σχολιασμός έχει απενεργοποιηθεί.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License