Εγκυκλοπαίδεια των Οχλήσεων #5: Abasourdir (Αποχαύνωση)

Ο ίδιος ο λόγος για τον οποίο η πληροφόρηση μπορεί να ανανεώνεται κάθε μέρα και να προσκομίζει μια άπειρη ποικιλία σκουπιδιών είναι κάτι πολύ απλό: υπάρχουν άπειροι τρόποι να μην αποκαλούνται τα πράγματα με το όνομά τους. Πολύ περισσότεροι από όσους υπάρχουν για να τους αποδοθεί ο ακριβής όρος. Αλλά μόλις βρεθεί αυτός ο ακριβής όρος, είναι ανώφελο να επαναλαμβάνεται κάθε μέρα, και γι’ αυτό δεν πρέπει ποτέ να χρησιμοποιούν τον ακριβή όρο εκείνοι των οποίων η αναγνωρισμένη –δηλαδή πληρωμένη– κοινωνική χρησιμότητα είναι να μιλάνε κάθε μέρα. Όταν οι άνθρωποι συμφωνούν σχετικά με έναν συγκεκριμένο ορισμό, δεν έχουν καμία ανάγκη να τον πληροφορούνται καθημερινά: όταν ξέρουν τι είναι ένα Κράτος, για παράδειγμα, δεν υπάρχει τίποτα να τους αποκαλυφθεί σχετικά με τις μυστικές υπηρεσίες του.

Αναδημοσίευση από τον σύνδεσμο:

https://thebaddayswillend.wordpress.com/2021/06/10/edn_05_abasourdir/

Εγκυκλοπαίδεια των Οχλήσεων #5

(Νοέμβριος 1985)

Μετάφραση: Πριονιστήριο το Χρυσό Χέρι

(Αιγάλεω, Ιούνιος 2021)

ABASOURDIR

(ΑΠΟΧΑΥΝΩΣΗ)

Εξετάζοντας απλώς και μόνο ως προς τα σύγχρονα μέσα της τη δράση της αποχαύνωσης, της σύγχυσης στο έπακρο εξαιτίας ενός μεγάλου θορύβου, σαστίζει κανείς αμυδρά από την αφθονία των αναμεταδοτών που συμβάλλουν με τους κάθε είδουςθορύβους τους στη σημερινή παραζάλη, στην απώλεια συνείδησης αυτής της εποχής. Θα επιλέξουμε λοιπόν να υποδείξουμε μονομιάς ένα μεγάλο πλήθος τους, υποστηρίζοντας ατάραχα ότι το σύνολο της υφιστάμενης πληροφόρησης πρέπει να θεωρηθεί, ως προς τη γενικότερη λειτουργία του, σαν κοινωνικά επιβλαβής φασαρία.

Ποτέ, ενώ η χρήση της ίδιας της γλώσσας χάνεται, δεν έγινε τόση κουβέντα για επικοινωνία. Είναι βέβαια πάντοτε η μονομερής επικοινωνία, η πληροφόρηση αυτή για την οποία γίνεται λόγος, όταν για παράδειγμα ένας ειδικός του αυταρχικού μονολόγου αυτοπροσδιορίζεται περήφανα ως “παθιασμένος με την επικοινωνία”. Αλλά οι αντίστοιχες πραγματικότητες έχουν γίνει τόσο σπάνιες ώστε το συναπάντημα των λέξεων “πάθος” και “επικοινωνία” στο στόμα ενός διαφημιστή φαίνεται μάλλον κοινότοπο, ενώ θα ήταν σχεδόν παράδοξο να υπενθυμίσει κανείς τον ανταγωνισμό μεταξύ πληροφόρησης και επικοινωνίας· και ότι η πρώτη δεν αναπτύχθηκε παρά μόνο σε βάρος της δεύτερης, μέχρι το σημείο να μπορεί ατιμώρητα να ενδύεται το όνομά της, ως ύστατο φόρο τιμής που το ψέμα αποδίδει στην αλήθεια. Ανάρμοστο σε κάθε περίπτωση, λες και η ιδέα μιας επικοινωνίας που δεν θα ικανοποιούταν απόλυτα από την επιταχυνόμενη κυκλοφορία πληροφοριών υπονοεί κάποια ζωώδη ανάγκη, που πρέπει να αποσιωπάται μεταξύ καλών φίλων. Ωστόσο, καμία θέση της σύγχρονης επαναστατικής κριτικής δεν έχει ίσως επαληθευτεί τόσο συντριπτικά. Αυτός είναι άλλωστε ο λόγος για τον οποίο η αλήθεια της είναι σήμερα σχεδόν αδύνατο να επικοινωνηθεί: αυτό που την επιβεβαιώνει είναι ταυτόχρονα αυτό που την καθιστά, μέσα στη μιντιακή φασαρία που αποχαυνώνει καθημερινά τους συγχρόνους μας, κυριολεκτικά ανήκουστη. Όπως και άλλες στοιχειώδεις αλήθειες, φαίνεται, μέσα στη γενικευμένη παραίτηση, να μην υπηρετεί παρά μόνο λίγους, να μην είναι παρά μια ιδιαίτερη φαντασίωση, επειδή θα μπορούσε να υπηρετήσει πολύ καλά τους πάντες, και κανένας δεν θέλει να την υπηρετήσει. Υπάρχουν εποχές όπου μπορεί κανείς να ψεύδεται σχεδόν χωρίς κίνδυνο επειδή η αλήθεια δεν έχει πλέον φίλους: παραμένει μια απλή υπόθεση, και μάλιστα τόσο λιγότερο σοβαρή όσο δεν είναι δυνατή ούτε επιθυμητή η επαλήθευσή της. Σχεδόν κανένας πλέον δεν συγκατοικεί με την αλήθεια. Σαν να μην υπήρχε εκεί παρά μόνο μια ανώφελη κόπωση, μέσα σε έναν κόσμο όπου μας προσφέρονται τόσες πολλές εύκολες απολαύσεις. Αλλά αυτές οι απολαύσεις, που δεν είναι καθόλου εύκολες, δεν είναι πλέον ούτε καν απολαύσεις. Και η πραγματικότητα της δυστυχίας παραπέμπει εκ νέου στην αναγκαιότητα της προσομοίωσης, σε έναν φαύλο κύκλο από τον οποίο πολύ λίγοι καταφέρνουν να ξεφύγουν.

Όταν δεν επιθυμεί κάποιος να επικοινωνήσει τίποτα αληθινό, έχει την ανάγκη να του παρέχονται τακτικά ψέματα και ανοησίες. Και όταν είναι κάποιος τόσο πληροφορημένος όσο έχουν την ευκαιρία να είναι οι σύγχρονοι πολίτες, δεν έχει σίγουρα καμία ανάγκη να επικοινωνήσει οτιδήποτε: κατέχει σε αρκετή αφθονία τα μέσα να μιλάει για όλα αυτά για τα οποία δεν έχει καμία εμπειρία ώστε να μη μιλάει ποτέ γι’ αυτό για το οποίο έχει μια τόσο καταστροφική εμπειρία, τη ζωή του. Bouvardage και pécuchétisation [1] είναι έτσι οι δύο μαστοί της πληροφορημένης άγνοιας, από τους οποίους ρέει γενναιόδωρα ο χείμαρρος με το μολυσμένο γάλα της σύγχρονης βλακείας (βλ. το άρθρο Abêtissement [Αποβλάκωση]). Προκειμένου να μιλήσουμε για την πραγματική ζωή, θα έπρεπε να ξεκινήσουμε, για λόγους υγιεινής, με το να μην είμαστε πληροφορημένοι πολίτες, με τον καθαρισμό του πνεύματος από όσα χύνουν εκεί οι μιντιακοί υπόνομοι που αποτελούν τις μοναδικές εξουσιοδοτημένες πηγές. Ειδάλλως, τα πιο απλά πράγματα γίνονται αυτά που είναι πιο δύσκολο να ειπωθούν, επειδή σχεδόν δεν υπάρχει πλέον συμφωνία σχετικά με μια γλώσσα που να μπορεί να τα κατονομάσει. Ο ίδιος ο λόγος για τον οποίο η πληροφόρηση μπορεί να ανανεώνεται κάθε μέρα και να προσκομίζει μια άπειρη ποικιλία σκουπιδιών είναι κάτι πολύ απλό: υπάρχουν άπειροι τρόποι να μην αποκαλούνται τα πράγματα με το όνομά τους. Πολύ περισσότεροι από όσους υπάρχουν για να τους αποδοθεί ο ακριβής όρος. Αλλά μόλις βρεθεί αυτός ο ακριβής όρος, είναι ανώφελο να επαναλαμβάνεται κάθε μέρα, και γι’ αυτό δεν πρέπει ποτέ να χρησιμοποιούν τον ακριβή όρο εκείνοι των οποίων η αναγνωρισμένη –δηλαδή πληρωμένη– κοινωνική χρησιμότητα είναι να μιλάνε κάθε μέρα. Όταν οι άνθρωποι συμφωνούν σχετικά με έναν συγκεκριμένο ορισμό, δεν έχουν καμία ανάγκη να τον πληροφορούνται καθημερινά: όταν ξέρουν τι είναι ένα Κράτος, για παράδειγμα, δεν υπάρχει τίποτα να τους αποκαλυφθεί σχετικά με τις μυστικές υπηρεσίες του. Μας επαναλαμβάνουν άραγε συνεχώς ότι η γη είναι στρογγυλή; Αντιθέτως, είναι επιτακτική ανάγκη να μας κοπανάνε όσο το δυνατόν συχνότερα ότι το εμπόρευμα είναι θεμελιωδώς αξιοσέβαστο, ότι οι ηγέτες είναι ικανοί, και ότι στην εργασία, όταν ξέρουμε πώς να την κάνουμε, μπορούμε “να βρίσκουμε ευχαρίστηση”, ακόμα και “να διασκεδάζουμε”. Πληροφορίες τέτοιας ποιότητας δεν θα μπορούσαν να υποστηρίζονται πάνω από μια μέρα, ούτε καν πάνω από μια ώρα, αν υπήρχε ο παραμικρός ανταγωνισμός. Γίνεται αντιληπτό λοιπόν ότι η μοναδική δύναμη του ψεύδους και του κονφουζιονισμού της πληροφόρησης είναι ότι βρίσκονται εδώ κάθε μέρα, και ότι βρίσκονται εδώ μόνα τους.

Αν μας απασχολεί η ακρίβεια, μπορούμε για παράδειγμα να συζητήσουμε, όταν το θέμα είναι ένας γάλλος σοσιαλιστής, τα σχετικά πλεονεκτήματα των λέξεων κάθαρμα και κανάγιας· κακούργος είναι ενίοτε πολύ έντονη, ζωντόβολο συχνά πολύ αδύναμη. Αλλά τελικά, όλα αυτά, όταν εμμένουμε στην επιθυμία να περιγράψουμε πιστά το αντικείμενο, παραμένουν πολύ περιορισμένα σε σύγκριση με τους αναρίθμητους χαρακτηρισμούς που γίνεται δυνατό να του αποδώσουμε όσο περισσότερο απομακρυνόμαστε από την πραγματικότητά του. Όλα τα είδη σχέσεων μπορούν έτσι να καθιερωθούν ανάμεσα στις πιο ετερογενείς πραγματικότητες, ενώ δεν θα αναδειχθεί η απολύτως αναγκαία συνάφεια μεταξύ, ας πούμε, της τροφής Findus και της σκέψης Fabius [2], και κανένας δεν θα πει πόσο ανάρμοστο, παράλογο και πνευματικά αποτρόπαιο είναι να υφίσταται κάποιος δύο πράγματα τόσο παραπλήσια μεταξύ τους και να μην τα συνενώνει σε ένα αρμονικό σύνολο, ξερνώντας τα μαζί.

Στην πληροφόρηση όπως και αλλού, η ποσότητα επιχειρεί να αναπληρώσει την ποιότητα, με αναπόφευκτο αποτέλεσμα να πολλαπλασιάζονται το αυθαίρετο και το ανούσιο, ενώ το αναγκαίο και το χρήσιμο γίνονται αδιόρατα και ανεπαίσθητα. Είναι αλήθεια ότι σε ένα σύστημα που τείνει να αποτελεί πλέον, κυριολεκτικά μιλώντας, κάτι που δεν είναι κανενός (αν και ορισμένοι έχουν βεβαίως συμφέρον να υποδαυλίζουν αυτή την απώλεια ελέγχου), καθένας έχει διαρκώς πάρα πολλά πράγματα να μάθει, για τη σύνθεση μιας χημικής τροφής ή για εκείνη της στοάς P2, για τις δημόσιες δράσεις των απόκρυφων εξουσιών ή για τις απόκρυφες δράσεις των δημόσιων εξουσιών. Αφού οι βιωμένες πραγματικότητες και τα προβλήματα δεν υπόκεινται ποτέ στη διαχείριση των ενδιαφερόμενων ατόμων αλλά κάποιων άλλων επί των οποίων δεν ασκούν κανέναν έλεγχο, πρέπει λοιπόν να μας πληροφορούν αδιάκοπα, ώστε να ξέρουμε τι γίνεται αυτός ο κόσμος, στην αυτόνομη πορεία του προς τον χαμό του. Καθώς ένα τέτοιο καθήκον έχει κάτι άμεσα εξουθενωτικό, ορισμένοι λαμπροί ειδικοί της πληροφορικής μάς προτείνουν τις κονσόλες [consoles] τους ως παρηγοριά [consolations]: “Υπολογίστηκε ότι κατά μέσο όρο, στη διάρκεια της ζωής του, ένα ανθρώπινο ον επεξεργαζόταν ένα δισεκατομμύριο χρήσιμες πληροφορίες. Ογδόντα δισεκατομμύρια άνθρωποι υπήρξαν πριν από εμάς. Άρα, ογδόντα δισεκατομμύρια δισεκατομμυρίων πληροφορίες έχουν υποβληθεί σε επεξεργασία κατά τη διάρκεια της ιστορίας της ανθρωπότητας. Ωστόσο, χάρη στους υπολογιστές, τριάντα δισεκατομμύρια πληροφορίες θα υποβληθούν σε επεξεργασία το 1985 και οι διπλάσιες το 1986. Επομένως, μέσα σε δύο χρόνια θα υποβληθούν σε επεξεργασία περισσότερες πληροφορίες από όσες έχουν υποβληθεί σε επεξεργασία από την αρχή της ύπαρξης του ανθρώπου έως τις μέρες μας. Σήμερα, η ζωή ενός ανθρώπου αντιστοιχεί σε 100.000 ζωές ανθρώπων του παρελθόντος, ως προς τη δυνατότητα επεξεργασίας πληροφοριών” (Τιερί Μπρετόν[3], les Echos, ένθετο της 28ης Ιουνίου 1985). Αυτό το αμυδρά ανθρωποειδές τερματικό φαίνεται να συγχέεται με τους μικροεπεξεργαστές του στους υπολογισμούς του, αλλά όπως και να’ χει, δεν χρειάζεται να επεξεργαστεί κανείς δισεκατομμύρια πληροφορίες, ή έστω και μία μόνο, για να αντιληφθεί τι είναι η “ζωή ενός ανθρώπου” που αφιερώνεται στην επεξεργασία πληροφοριών, μια ζωή τόσο “συνδεδεμένη”, “καλωδιωμένη”, “με ίνες” ώστε να συμμετέχει μέσα σε δύο χρόνια σε μια ιστορία πλουσιότερη από όλη την προηγούμενη ιστορία. Παλιότερα, άνθρωποι που ζούσαν 100.000 φορές λιγότερο απ’ όσο μας επιτρέπεται σήμερα χάρη στους υπολογιστές θα είχαν βρει εύκολα μια λέξη για να χαρακτηρίσουν μια τέτοια ζωή. Αισχρότητα [Abjection] για παράδειγμα. Αλλά σήμερα η διατύπωση μιας τέτοιας κρίσης δεν μπορεί παρά να φαίνεται στους πληροφορημένους ανθρώπους σαν το σημάδι μιας απεγνωσμένης πικρίας, αντάξιας των πιο παταγωδών αποτυχιών του παρελθόντος: η εποχή που παράγει σε αφθονία πνευματικές επιτυχίες του διαμετρήματος εκείνης ενός Τιερί Μπρετόν ανακαλύπτει πολύ λογικά ή λογισμικά ότι ο Μακιαβέλι δεν ήταν στην πραγματικότητα παρά ένας μέτριος, ένας ελεεινός, ένας αποτυχημένος.[4]

Το έντυπο στο οποίο εκφράζεται αυτή η μη-σκέψη πολλαπλασιαζόμενη επί 100.000 έχει έναν λεπτεπίλεπτα διφορούμενο τίτλο, les Dynasteurs, για τον οποίο ένα άρθρο της σύνταξης μας ενημερώνει ότι αποτελεί “το προϊόν μιας κατασκευής επεξεργασμένης με βάση διάφορες λέξεις που υποδηλώνουν τον δυναμισμό, τη δημιουργικότητα, την πίστη που δίνει ζωή, αποδίδοντας την πραγματικότητα και τη χρησιμότητα του επιχειρηματία στο πλαίσιο της σύγχρονης βιομηχανικής κοινωνίας μας” (ό.π.). Χωρίς να εξετάσουμε εδώ περαιτέρω όλες τις ιδιότητες που ισχυρίζεται ότι υποδηλώνει αυτός ο τόσο επεξεργασμένος νεολογισμός, ας σημειώσουμε ότι αυτή που αναμφισβήτητα υποδηλώνει είναι η μόνη για την οποία δεν θεωρείται απαραίτητο να μας πληροφορήσουν: αν αυτός ο αποκρουστικός όρος μπορεί να έχει ένα νόημα, αυτό είναι στην πραγματικότητα να εκφράζει τις φιλοδοξίες των επιχειρηματιών-δυναστών [dynastes] και των νέων φεουδαρχιών τους. Φιλοδοξίες που εμφανίζονται πιο ξεκάθαρα, δηλαδή με μια απόλυτη γελοιότητα, όταν αυτές οι δημιουργικές δυνάμεις μάς μιλάνε λίγο περισσότερο για τα σύμβολα χάρη στα οποία ελπίζουν να διαδώσουν την πίστη τους στη χρησιμότητα του επιχειρηματία και να προσηλυτίσουν τις μάζες των απίστων-καταναλωτών: “Έχουμε εισέλθει στην κοινωνία της πληροφορίας. Οι επιχειρήσεις, τόσο οι πιο μεγάλες όσο και οι πιο μικρές, γνωρίζουν τον ρόλο και τη σημασία του λογότυπού τους στην επικοινωνία με το κάθε διαφορετικό κοινό τους… Το οικόσημο των ιπποτών του Μεσαίωνα ήταν και παραμένει συνώνυμο ηθικών αξιών και φυσικών ιδιοτήτων. Μεταξύ του οικόσημου και του λογότυπου, υπάρχουν πολύ περισσότερα από μερικές αναλογίες. Μοιράζονται την ίδια θέληση για υπέρβαση.” Αυτό ακριβώς. Μπορούμε όντως να φανταστούμε τι θα ήταν μια νέα εραλδική που θα επιδίωκε να μεταγράψει πιστά τις “ηθικές αξίες” και τις “φυσικές ιδιότητες” των επιχειρηματιών και των εμπορευμάτων τους. Και θα βλέπαμε στο βασίλειο των κατεψυγμένων τροφίμων να μονομαχούν βαρόνοι που κρατούν θυρεούς με διάσπαρτες κροκέτες σε ένα πεδίο από ξερατά…

Μερικές φορές, πρέπει ωστόσο να παραδεχτούμε ότι λείπουν οι λέξεις, όχι επειδή οι πραγματικότητες που πρέπει να κατονομαστούν είναι πολύ διαφορετικές, αλλά επειδή είναι πολύ παρόμοιες, μέσα στην πλεονάζουσα χυδαιότητα ενός κόσμου που δεν έχει άλλο σχέδιο εκτός από την καθαγίαση όλων όσα υπάρχουν. Όσον αφορά το blason και το blaze [5], τη δημιουργία λέξεων και εύστοχων χαρακτηρισμών, θα έπρεπε ίσως να μιλήσουμε για την αργκό, για την οποία έχει ειπωθεί ότι, αφού γεννήθηκε από το μίσος, δεν υπάρχει πια. Καθώς δεν είναι οι αξιομίσητες πραγματικότητες αυτές που εξαφανίστηκαν, πρέπει να είναι η ικανότητα για μίσος. Οι παθιασμένοι άνθρωποι, που είναι ικανοί να αγαπούν αρκετά ώστε να μισούν πολύ, μοιάζουν με δεινόσαυρους σε μια εποχή άψυχης αδιαφορίας όπου η δειλία και η έλλειψη ευαισθησίας παρουσιάζονται ως κυνισμός και απογοήτευση. Όπως όλα τα πάθη, το μίσος απαιτεί μια ενέργεια την οποία δεν θα μπορούσε να κινητοποιήσει κάποιος που πρέπει να επεξεργαστεί δισεκατομμύρια πληροφορίες, και την οποία δεν μπορεί να του παράσχει καμία μηχανή. Αλλά ακόμα και η απλώς προσβλητική γλώσσα φαίνεται να υπερβαίνει τις δυνάμεις του σκλάβου που είναι αλυσοδεμένος στην πληροφοριακή μπάλα του. Ως άνθρωπος του παρελθόντος, γνήσιος και ελάχιστα πληροφορημένος, ο Τσέστερτον εφιστούσε ήδη την προσοχή “σε εκείνες τις λέξεις που μοιάζουν με όπλα τα οποία σκουριάζουν σε έναν τοίχο, στους πιο εκλεκτούς προσβλητικούς όρους που απαρχαιώνονται παρά τις άφθονες και μάλιστα εντυπωσιακές ευκαιρίες εφαρμογής τους όσον αφορά τα δημόσια πρόσωπα”. Και οι παρατηρήσεις του αξίζουν να παρατεθούν σε ακόμα μεγαλύτερη έκταση, γιατί είναι δυστυχώς πιο επίκαιρες από ποτέ: “Είναι πραγματικά εντυπωσιακό ότι ενώ η δημόσια ζωή προσφέρει ένα τόσο ευρύ και λαμπρό πεδίο για τη χρήση αυτών των όρων, επιτρέψαμε να πέσουν σε αχρηστία. Μοιάζει παράδοξο ότι ενώ οι καριέρες των δημόσιων ανδρών μας, ο χαρακτήρας των εμπορικών επιτυχιών μας, και η γενική κουλτούρα και ηθική του σύγχρονου κόσμου φαίνεται να απαιτούν ιδιαιτέρως και, κατά κάποιο τρόπο, να προσκαλούν στη χρήση μιας τέτοιας γλώσσας, το μυστικό αυτής της γλώσσας κινδυνεύει να χαθεί.” (William Cobbett.)[6]

Ιδού μια απλή και χειροπιαστή αλήθεια που, με λίγα λόγια, κρίνει για μια ολόκληρη εποχή εκείνους που υποτίθεται ότι αποτελούν τους άγρυπνους θεματοφύλακες των μυστικών της γλώσσας, τους διανοούμενους, αυτούς τους παλιούς ειδικούς της δημόσιας έκφρασης των οποίων η χειροτεχνία δεν επιζεί πλέον παρά μόνο συμβιώνοντας με τη μεγάλη βιομηχανία της μιντιακής αποχαύνωσης. Επιφορτισμένοι με συγκεχυμένα ψέματα και με αυθαίρετα πορίσματα, χωρίς ενδοιασμούς, χωρίς συνείδηση και χωρίς εντιμότητα, ρυπαροί, αναπόφευκτα ρυπαροί, είναι τόσο διεφθαρμένοι από τα ήθη του θεαματικού μονολόγου ώστε δεν μπορούν να συντηρήσουν ούτε καν τη φαινομενικότητα αυτού που άλλοτε ονομαζόταν “συζήτηση ιδεών”. Στερούνται τα πάντα γι’ αυτό, τόσο τις ιδέες όσο και την ικανότητα να τις συζητήσουν. Καθώς είναι ικανοποιημένοι από το γεγονός ότι τους παραχωρούνται ακόμα λίγο κύρος και μισθοί που αρμόζουν συνηθέστερα στις ανταλλάξιμες μαριονέτες της μαζικής αποβλάκωσης, η κατηγορηματική προσκόλλησή τους σε όσα υπάρχουν τους απομακρύνει ολοένα περισσότερο από αυτά που αποτελούσαν τη μέθοδο και την ατμόσφαιρα μιας πνευματικής δραστηριότητας άξιας του ονόματός της. Είναι προφανές ότι εννοούμε απόλυτα τα λόγια μας όταν επισημαίνουμε αυτόν τον πολιτιστικό κομφορμισμό όπου ακόμα και οι πιο τολμηροί εξακολουθούν να σέβονται πάρα πολλά πράγματα για να μην είναι και οι ίδιοι άξιοι περιφρόνησης. Όταν αυτοί οι άνθρωποι αναφέρονται στις γενικευμένες συνθήκες της μη-επικοινωνίας, εντός των οποίων έχουν τη δύναμη να μιλάνε, δύναμη που τους αποφέρει η αποδεδειγμένη ανικανότητά τους να κάνουν ακόμα και την παραμικρή κριτική χρήση της, αυτό συμβαίνει για να εκφράσουν την ευγνωμοσύνη τους στην πληροφόρηση επειδή μερικές φορές καταδέχεται να σηκώσει για μια στιγμή το πέπλο που προστατεύει ορισμένα μυστικά του Κράτους, για να επιδοκιμάσουν το γεγονός ότι παρέχονται στην ικανότητά τους για αγανάκτηση τροφές διαβαθμισμένες ακριβώς για την ισχνή ανάπτυξή της. Για όποιον δεν έχει εγκαταλείψει κάθε επιδίωξη για αυθεντική επικοινωνία, για όποιον δεν είναι ένας ανίκανος διανοούμενος, το πραγματικό σκάνδαλο δεν είναι ότι οι τεχνικοί της πληροφόρησης μας λένε ψέματα περισσότερο ή λιγότερο συχνά, αλλά ότι ενισχύεται συνεχώς έτσι, τόσο μέσω των διαστρεβλώσεών τους όσο και μέσω των αποκαλύψεών τους, ο διαχωρισμός μας από τα πρακτικά μέσα της αλήθειας· διαχωρισμός που αποτελεί προφανώς τη βάση της απάτης των μίντια, και όλων των ιδιαίτερων ψεμάτων τους, πολύ περισσότερο από τις συγκυρίες της πολιτικής τους και των συμφερόντων τους.

Και προπαντός ας μη μας μιλήσει κανείς για εξτρεμισμό, αφού οι υπό εξέταση βιωμένες πραγματικότητες είναι τόσο επαχθείς ώστε τις έχουν επισημάνει, από τις αρχές της σύγχρονης αποχαύνωσης, άνθρωποι όλων των ειδών που δεν ενδιαφέρονταν για την κοινωνική κριτική, τουλάχιστον όχι με την έννοια μιας επαναστατικής δραστηριότητας. Έτσι ο Σαρλ Νοντιέ έγραφε στη Χώρα των Ονείρων: “Οι κάτοικοι των χωριών μας που διάβαζαν, πριν από εκατό χρόνια, τους θρύλους και τα παραμύθια, και που τα πίστευαν, διαβάζουν σήμερα τις εφημερίδες και τα δημοσιεύματα, και τα πιστεύουν. Ήταν ανόητοι. Έγιναν βλάκες: ιδού η πρόοδος.”[7] Και ο Τσέστερτον, στο μικρό βιβλίο που ήδη αναφέρθηκε: “Το κύριο χαρακτηριστικό του σύγχρονου ανθρώπου είναι ότι θα μπορούσε να διασχίσει ένα τοπίο με τα μάτια κολλημένα στον οδηγό του και ότι θα μπορούσε πραγματικά να παραβλέψει στο πρώτο καθετί που δεν θα έβρισκε στον δεύτερο.” Αυτή η ικανότητα επρόκειτο βέβαια να αποδειχθεί ολοένα πιο χρήσιμη, και επομένως να αναπτυχθεί, στον βαθμό που το τοπίο επιδεινωνόταν, με τις προόδους του πολιτισμού. Στο ίδιο πνεύμα, ο Μούζιλ σημείωνε πριν περισσότερα από πενήντα χρόνια ότι σε αυτή την κοινωνία “υπάρχουν πάντα πολύ περισσότερες πιθανότητες να μάθει κανείς ένα εξαιρετικό γεγονός από την εφημερίδα παρά να το ζήσει· με άλλα λόγια, το ουσιώδες στις μέρες μας συμβαίνει μέσα στην αφαίρεση, και το μόνο που απομένει πλέον στην πραγματικότητα είναι το δευτερεύον”. [8] Η άφθονη πληροφόρηση είναι ακριβώς αυτή η εισβολή της αφαίρεσης που περιορίζει στο δευτερεύον το μέρος της απτής πραγματικότητας που καθένας μπορεί να βιώσει μόνος του. Για το απομονωμένο άτομο, αυτό το μέρος της πραγματικότητας πρέπει επίσης να φθίνει υποκειμενικά, ελλείψει μιας επικοινωνίας που καθιστά δυνατή την επαλήθευσή του. Έτσι γίναμε αυτοί οι αδαείς που παραδίδονται στην εκπαίδευση των ανίδεων· γιατί οι μιντιακοί εκπαιδευτές μας έχουν εκπαιδευτεί και οι ίδιοι σύμφωνα με τις ανάγκες της κυρίαρχης μη-επικοινωνίας, όπου κάθε πρόβλημα πρέπει να τίθεται με τέτοιους όρους ώστε η λύση του να ανήκει αποκλειστικά σε αυτούς που κατέχουν τα μέσα να μην το λύσουν. Η υπερανάπτυξη της πληροφόρησης, η σχεδόν ολοκληρωτική επικράτησή της στην κοινωνική έκφραση, απέδειξε διαλεκτικά ότι, προκειμένου να αναιρεθεί το εφικτό, έπρεπε να παραποιηθεί το πραγματικό.

Από τον Μούζιλ μέχρι σήμερα είδαμε πώς ακόμα και η ίδια η πραγματικότητα αυτού του “δευτερεύοντος”, αυτού για το οποίο καθένας μπορεί να έχει στη ζωή του μια άμεση εμπειρία και γνώση, κατά κάποιον τρόπο εξαφανίστηκε: το πιο συνηθισμένο τρόφιμο έγινε κάτι εξαιρετικά μυστηριώδες, για το οποίο είναι σχεδόν αδύνατο να αποκτηθεί η παραμικρή βεβαιότητα. Χωρίς αμφιβολία ακόμα και εδώ επισήμως πληροφορούμαστε, ως καταναλωτές, ορισμένες τερατώδεις παραμορφώσεις που προκαλούνται σε πράγματα για τα οποία, παλιότερα, όταν δεν επεξεργαζόμασταν τόσες πολλές πληροφορίες, δεν χρειαζόταν ακριβώς η απόκτησή τους και τα οποία εκπλήρωναν απλώς την προφανή λειτουργία τους. Μπορούμε για παράδειγμα να συμβουλευτούμε το Λεξικό των διατροφικών ρύπων για να προσπαθήσουμε να αποκρυπτογραφήσουμε τα ιερογλυφικά τα οποία επιδεικνύουν αυτά τα εμπορεύματα που μεταμφιέζονται σε τρόφιμα, σαν στίγματα της εξαφάνισης της αξίας χρήσης τους. Όπως ακριβώς δεν δικαιολογείται άγνοια του νόμου, έτσι θα πρέπει στο εξής όλοι να έχουν γνώσεις χημείας· και όποιος δηλητηριάζεται πρέπει να αποδίδει την ευθύνη στην άγνοιά του: δεν ήταν πληροφορημένος, ήταν ένας άνθρωπος του παρελθόντος.

Δεν έχουμε βέβαια την αφέλεια να πιστεύουμε ότι θα μας δινόταν γενικά μια ακριβής περιγραφή των ποικίλων ανωμαλιών που συνθέτουν το περιβάλλον μας. Λέμε απλώς ότι αυτή η περιστασιακή “ειλικρίνεια”, που είναι τόσο θορυβώδης όταν θέλει να επιδειχθεί, αξιώνει πάντα την ίδια παραίτηση στο τετελεσμένο γεγονός, την αποδοχή που στην πραγματικότητα έχει ήδη κατακτήσει με τον τρόπο της να εμφανίζεται χωρίς ανταπάντηση και να εξαφανίζεται χωρίς συνέπειες. Ο βομβαρδισμός πληροφοριών στον οποίο επιδίδεται το τεράστιο κόμμα της τεχνητής μη-νοημοσύνης, της συνθετικής βλακείας, δεν αποβλέπει παρά μόνο στον εαυτό του, σε αυτόν τον καταιγισμό πυρών ενάντια στη διαμόρφωση μιας κριτικής άποψης ικανής να εξάγει συμπεράσματα από τα γεγονότα. “Δεν είναι τόσο απλό!”, αυτή πρέπει πάντα να είναι η τελευταία λέξη της γνώσης για τον πληροφορημένο θεατή. Και όταν τα γεγονότα ωθούν προφανέστατα σε κάποια συμπεράσματα, σε κάποια απλή αλήθεια, έχουν αλεστεί τόσο πολύ στον μύλο του κονφουζιονισμού ώστε ακόμα και το παραμικρό ίχνος απόδειξης αντικρούεται, αμβλύνεται, συμπληρώνεται, παραμορφώνεται από δέκα, εκατό, χίλιες άλλες πληροφορίες, με το άθροισμα όλων αυτών να μην καταλήγει ποτέ να διαμορφώνει –ακόμα και αν κάποιος θα εξακολουθούσε να έχει το θάρρος να το κάνει– κάτι σαν μια συνεκτική εξήγηση· απεναντίας εδραιώνει σε μεγάλο βαθμό την αδυναμία να φτάσει κανείς στην αλήθεια, αναφορικά με γεγονότα των οποίων η ανάμνηση τείνει εξάλλου να σβήσει μέσα στην περιρρέουσα κακοφωνία.

Είδαμε αυτόν τον τρόπο συσκότισης να χρησιμοποιείται στην εντέλεια για τη δολοφονία του Μόρο, σχετικά με την οποία έχουν ειπωθεί σχεδόν τα πάντα και τα αντίθετά τους, μέχρι το σημείο όπου η θεμελιώδης αλήθεια, αυτή της χρησιμοποίησης των Ερυθρών Ταξιαρχιών από ένα τμήμα του ιταλικού Κράτους, μπορεί και η ίδια να γίνει ανεκτή, ως πιθανή ερμηνεία μεταξύ άλλων, και χωρίς να έχει πλέον σε καμία περίπτωση οποιαδήποτε συνέπεια. Και θα διατυπώνονται επ’ αόριστον εικασίες για τη Μοσάντ, τη C.I.A., την K.G.B. και οτιδήποτε άλλο. Παρομοίως, όταν είναι τα δάση του Βόρειου ημισφαιρίου αυτά που πεθαίνουν, και οι αδαείς πληθυσμοί επιχειρούν να εξακριβώσουν μια σχέση αιτίου-αποτελέσματος μεταξύ των “όξινων βροχών” και αυτής της εξαφάνισης, δεν λείπει η εμφάνιση εμπειρογνωμόνων σύμφωνα με τους οποίους θα μπορούσε επίσης κάλλιστα να ευθύνεται κάποιος νέος ιός εντελώς ανεξάρτητος, απαλλαγμένος από οποιαδήποτε σχέση με αυτή τη μόλυνση “που κατηγορείται για όλα τα δεινά”. Όσο για εμάς, σε αντίθεση με τον αποτρεπτικό εκβιασμό των κάθε λογής ειδικών, σύμφωνα με τους οποίους δεν κατέχει ποτέ κανείς αρκετές πληροφορίες για να αποφανθεί σχετικά με οτιδήποτε, πιστεύουμε ότι πρέπει πρώτα να ξέρει κανείς πώς να κρίνει αυτόν τον κόσμο ως προς την καταπιεστική ενότητά του, έτσι όπως αυτός παρουσιάζεται στον καθένα για να την υφίσταται, προκειμένου να είναι σε θέση, ξεκινώντας από εκεί, να κάνει τη διαλογή εντός της πληροφόρησης μεταξύ αυτών που υπάγονται στην κονφουζιονιστική παρεμβολή, στην προπαγάνδα, στην παραποίηση και στο ψέμα, και εκείνων μέσω των οποίων διαφαίνονται ορισμένες ουσιώδεις πραγματικότητες της Οικονομίας και του Κράτους.

Αναγνωρίζουμε πράγματι πρόθυμα ότι είναι δυνατό να γίνει μια ορισμένη χρήση της πληροφόρησης που παρέχεται από τα μίντια· χρήση που δεν απαγορεύουμε καθόλου στους εαυτούς μας, όπως θα έχει παρατηρήσει οποιοσδήποτε αναγνώστης. Απλώς, αυτές οι αξιοποιήσιμες πληροφορίες δεν μπορούν να γίνουν κατανοητές, δεν μπορούν να συνδεθούν μεταξύ τους, προκειμένου να βοηθήσουν σε μια λίγο-πολύ ακριβή ανάγνωση του κοινωνικού εδάφους, παρά μόνο ξεκινώντας από μια θεώρηση ριζικά εχθρική απέναντι σε όλα όσα συγκροτούν την εξάρτησή μας από την πληροφόρηση των μίντια. Εκεί όπου δεν βασιλεύει, όπως στις γραφειοκρατικές χώρες, η μονολιθικότητα του ψεύδους, η αλήθεια ξεθωριάζει ακόμα πιο αποτελεσματικά καθώς δεν μπορεί να αναγνωριστεί ούτε καν εξ αντιδιαστολής. Το δυτικό σύστημα του ψεύδους αποδεικνύεται έτσι, με την πάροδο του χρόνου, ακόμα πιο αποσυντονιστικό από τον άξεστο ανατολικό πρόδρομό του, εξαιτίας του τρόπου του να πληροφορεί για τα πάντα έτσι ώστε τίποτα να μη γίνεται πραγματικά γνωστό.

Είμαστε ωστόσο πεπεισμένοι ότι προσφέρουμε στους συγχρόνους μας, με αυτή την Εγκυκλοπαίδεια, ένα μέσο για να αρχίσουμε να συντονιζόμαστε προκειμένου να αναχαιτίσουμε τα τεράστια μέσα της σύγχρονης αποχαύνωσης. Λαμβάνοντας υπόψη την προφανή συνοχή του συλλογισμού μας, υπάρχουν πράγματι μόνο δύο πιθανά επακόλουθα: είτε είναι εντελώς παρανοϊκός, είτε είναι άκρως πραγματικός. Καθένας μπορεί να διαλέξει ανάμεσα σε αυτές τις δύο ερμηνείες, ανάλογα με την εμπειρία του, τα γούστα του, τα συμφέροντά του. Αλλά αν κάποιος υιοθετήσει τη δεύτερη, πρέπει επίσης να παραδεχτεί ότι θέτουμε έτσι σε μεγάλο κίνδυνο όλους τους διαχειριστές και τους κερδοσκόπους της αποχαύνωσης. Γιατί κανένας, πουθενά, δεν λέει αυτά που λέμε εμείς. Πρέπει λοιπόν να υπάρχει κάποιο ζωτικό συμφέρον στην απόκρυψη τόσο σημαντικών διαπιστώσεων. Εμείς όμως καταφέρνουμε να τις εκθέσουμε, για κακή τους τύχη. Και αυτή είναι μόνο η αρχή.

Σημειώσεις της μετάφρασης

[1] Λογοπαίγνιο με τον τίτλο του μυθιστορήματος Bouvard et Pécuchét (Μπουβάρ και Πεκυσέ) του Γκυστάβ Φλωμπέρ. Ο όρος bouvardage υποδηλώνει τη μωρολογία (bavardage) και ο όρος pécuchétisation παραπέμπει στην αποβλάκωση (το γαλλικό όνομα Pécuchet ήταν αρχικά παρατσούκλι αποδιδόμενο σε ένα ανόητο πρόσωπο).

[2] Findus: Σουηδική εταιρεία παραγωγής κατεψυγμένων τροφίμων.

Fabius, Laurent: Ηγετικό μέλος του Σοσιαλιστικού Κόμματος, πρωθυπουργός της Γαλλίας κατά την περίοδο 1984-1986.

[3] Τιερί Μπρετόν (Thierry Breton): Επιχειρηματίας και πολιτικός, υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας κατά την περίοδο 2005-2007. Από το 2019 μέχρι σήμερα κατέχει τη θέση του Ευρωπαίου Επιτρόπου Εσωτερικής Αγοράς.

[4] Αναφέρεται στο βιογραφικό βιβλίο Machiavel του Jacques Heers, το οποίο εκδόθηκε το 1985 και σχολιάζεται δηκτικά στις ένθετες σελίδες του τεύχους 5 της Εγκυκλοπαίδειας.

[5] Blason: ο θυρεός ή οικόσημο, συνήθως σε σχήμα ασπίδας, που αποτελούσε διακριτικό σήμα αριστοκρατικών οικογενειών, ιπποτικών ή εκκλησιαστικών ταγμάτων ιδίως κατά τον Μεσαίωνα. Το υπόβαθρο του οικοσήμου ονομάζεται πεδίο, ενώ ο κλάδος που μελετάει την ιστορία των οικοσήμων ονομάζεται εραλδική.

Blaze ή blase: υποκοριστικό του blason που χρησιμοποιείται στη γαλλική αργκό για να δηλώσει το όνομα ή τον αριθμό με τον οποίο διακρίνονται μεταξύ τους οι κρατούμενοι στη φυλακή.

[6] Gilbert Keith Chesterton (1925). William Cobbett.

[7] Charles Nodier (1831). De Quelques Phénomènes du Sommeil, δημοσιευμένο επίσης υπό τον τίτλο Le Pays des Rêves.

[8] Robert Musil (1919-1942). Der Mann ohne Eigenschaften (Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες).

Αρχεία:

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License