Ένα κείμενο για το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου του 2015


Εισαγωγή

Σήμερα συμπληρώνονται 6 χρόνια από την διεξαγωγή του δημοψηφίσματος που προκήρυξε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, σε μια προσπάθεια μετακύλισης των πολιτικών ευθυνών που θα συνόδευαν την προδιαγεγραμμένη συμφωνία για το 3ο μνημόνιο. Το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015 ήταν η κορύφωση της επικοινωνιακής στρατηγικής του ΣΥΡΙΖΑ για τον εγκλωβισμό των λαϊκών μαζών στην κυβερνητική ατζέντα και την στράτευση των “κινημάτων” στην ουρά της δήθεν “μάχης των διαπραγματεύσεων”. Αυτή η στρατηγική ξεδιπλώθηκε με επιτυχία αμέσως μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης από τον ΣΥΡΙΖΑ και ακολουθήθηκε μεθοδικά έως την ψήφιση του τρίτου μνημονίου, έχοντας σαν αποτέλεσμα την διαμόρφωση συσχετισμών και την πρωτοφανή διεξαγωγή φιλοκυβερνητικών διαδηλώσεων τον Φλεβάρη του 2015, στο πλευρό των κυβερνώντων διαπραγματευτών!

Κατά την πρώτη φάση των διαπραγματεύσεων και ενώ ήδη είχε επιτευχθεί συμφωνία στο eurogroup της 20ης Φλεβάρη για την παράταση του προγράμματος υπό της θριαμβολογίες του “μνημονιοφάγου” Βαρουφάκη, που αργότερα ψήφισε και το 3ο μνημόνιο συμβάλλοντας στο βάθεμα της “χρεοδουλοπαροικίας”, οι αυταπάτες για τον ρόλο της κυβέρνησης της αριστεράς ήταν έκδηλες και τροφοδοτήθηκαν εξίσου από την λεγόμενη “εξωκοινουβουλευτική” αριστερά και τμήματα του α/α χώρου. Σε αυτή την περίοδο, περίοδο διεξαγωγής φιλοκυβερνητικών διαδηλώσεων, αξιοποιήθηκε απ’ την πλευρά της κυβέρνησης κάθε διαθέσιμη εφεδρεία για την συγκράτηση δυνάμεων και την διαμόρφωση ενός υποστηρικτικού συσχετισμού. Χαρακτηριστική είναι η αξιοποίηση της κυβερνητικής νεολαίας που μετείχε πλάι στα α/α μπλοκ στην αντιφασιστική διαδήλωση των Ιμίων καθώς και οι τάσεις απ’ τα “αριστερά” (π.χ. αριστερή πλατφόρμα) που στρατολογήθηκε από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ για να συντηρήσει το “ριζοσπαστικό προφίλ” του, στην βάση της διαδεδομένης τότε άποψης “άλλο το κόμμα, άλλο η κυβέρνηση”.

Το δημοψήφισμα ήταν ο τερματικός σταθμός της κυβερνητικής προσπάθειας αφομοίωσης και εγκλωβισμού των λαϊκών δυνάμεων. Με ένα ερώτημα που δεν αφορούσε την ευρωπαϊκή πορεία του ελληνικού κράτους., ούτε έθετε νομισματικό ζήτημα, ούτε καν μια γενικόλογη “ρήξη με τους δανειστές και βλέπουμε”, ο ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε να περάσει το 3ο μνημόνιο αφήνοντας παραπονεμένες και προδομένες τις πολιτικές δυνάμεις που έως τότε παραπλάνησε και μετέτρεψε σε ουρά του και οι οποίες δεν είναι παρά συνυπεύθυνες. Σε κοινωνικό επίπεδο οι απώλειες ήταν μικρές, κάτι που επιβεβαιώθηκε στις εκλογές με τις οποίες απέσπασε την λαϊκή εντολή εφαρμογής του μνημονίου. Με τις εκλογές κατέρρευσαν οι αυταπάτες για το “ΟΧΙ μέχρι τέλους” και γελοιοποιήθηκε η “τακτική επιλογή” συμμετοχής στο αστικό δημοψήφισμα αφού καμία απ’ τις προσδοκίες που καλλιεργούσαν οι υποστηρικτές του δεν γονιμοποιήθηκε.

Το παρακάτω κείμενο, δημοσιευμένο έξι χρόνια πριν, περιγράφει με ακρίβεια τι συνεπαγόταν η προκήρυξη του δημοψηφίσματος. Οι εκτιμήσεις του επιβεβαιώθηκαν και εξέθεσαν εκείνες τις δυνάμεις που καλούσαν τους αναρχικούς να “λερώσουν τα χέρια τους” και να προσέλθουν στις κάλπες. Παραμένει δε επίκαιρο καθώς ο κίνδυνος της σοσιαλδημοκρατικής διαμεσολάβησης και κεφαλαιοποίησης των κοινωνικών-ταξικών αγώνων καραδοκεί και προετοιμάζει τους όρους αξιοποίησης τους για την “δεύτερη φορά αριστερά”.

Ακολουθεί το κείμενο της Σύμπραξης για την διάχυση της Επαναστατικής Προοπτικής:

 

Θέσεις, σχετικά με την πολιτική συγκυρία

Αναλύοντας την θέση μας σχετικά με το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου, οφείλουμε να διασαφηνίσουμε ότι τα διακυβεύματα της έκβασης του για εμάς, δεν αφορούν την ευρωπαϊκή προοπτική του ελληνικού κράτους, καθώς, τόσο στην περίπτωση επικράτησης του «ναι», όσο και σε αυτής του «όχι», η παραμονή στο νομισματικό πυρήνα της ένωσης είναι δεδομένη.

Επιπροσθέτως η διεξαγωγή του δημοψηφίσματος, πέραν του ότι δεν θέτει ζήτημα εξόδου απ’ την Ε.Ε., δεν αποτελεί καν πεδίο κοινωνικής αμφισβήτησης της ύπαρξής της. Αφενός με το «ναι» αναδεικνύεται η νεοφιλελεύθερη λογική «αυτή είναι η ΕΕ και σε όποιον αρέσει», αφετέρου με το «όχι» αναδύεται η ρητορική, «υπάρχει καλύτερη Ευρώπη και την θέλουμε», ότι στα πλαίσια της ένωσης υφίσταται η «δημοκρατική διαδικασία της διαφορετικής ατζέντας», αρκεί οι λαοί να την στηρίζουν, αρκεί οι λαοί να την διαπραγματεύονται!

Όσον αφορά την πρόταση των 8 δις της συγκυβέρνησης, διαφαίνεται ξεκάθαρα η αρχική πρόθεση ιδίως του ΣΥΡΙΖΑ, να προωθήσει μια κευνσιανή αντιμετώπιση της κρίσης. Τα μέτρα κατά κύριο κυμαίνονταν στην φορολογική αναδιάρθρωση, διαμορφώνοντας μια αδύνατη συνθήκη σύνθεσης με τις απαιτήσεις των δανειστών, οι οποίες ήταν εισπρακτικού χαρακτήρα. Εν τέλει και παρά τις πιθανότητες επίτευξης της συμφωνίας με “αμελητέες παραχωρήσεις”, η κυβέρνηση μετακύλησε τις ευθύνες της στη κοινωνική βάση, αντιλαμβανόμενη το αδιέξοδο των προτάσεων της. Προφανώς ο ΣΥΡΙΖΑ από θέση εξουσίας και έχοντας πλέον «ωριμάσει» αρκετά, αντιλαμβάνεται ότι είναι απίθανο να εφαρμοστούν πολιτικές «κρατικού παρεμβατισμού» στην εποχή του παγκοσμιοποιημένου κεφαλαίου και της συστημικής κρίσης, οπότε επιχειρεί να αποκομίσει την κοινωνική συναίνεση προς την κατεύθυνση του «λιγότερου κακού νεοφιλελευθερισμού». Συνεπώς, αφού η ιδία η νεοφιλελεύθερη πολιτική μένει ανέπαφη, λίγη σημασία έχει η συνταγή και το περιεχόμενο, άρα είναι ανούσια μια αντιπαράθεση ελληνικού και ευρωπαϊκού μνημονίου με βάση τα νούμερα, την ώρα που ο ευρωμονόδρομος επικυρώνεται από το ίδιο το δημοψήφισμα και όχι από το αποτέλεσμα της κάλπης. Πώς είναι λοιπόν δυνατόν η επικύρωση αυτού του ευρωμονόδρομου να αποτελέσει εφαλτήριο ωρίμανσης των αντιστάσεων; Πως είναι δυνατών να αποτελέσει κινητήρια δύναμη για την όξυνση των όποιων αντιστάσεων η συμμετοχή στην διαδικασία αναγνώρισης όχι μονό του ευρωμονόδρομου αλλά και της «άλλης» Ευρώπης;

Οφείλουμε σε αυτό το σημείο να ξεκαθαρίσουμε ότι η θέση μας θα ήταν η ίδια, ακόμα και αν το πραγματικό ερώτημα του δημοψηφίσματος ήταν «ευρώ» ή «δραχμή». Η επιστροφή στην παλιά καλή «δραχμούλα» θα διαμόρφωνε συνθήκες οικονομικής ασφυξίας, αφού εξαιτίας της υποτίμησης η ματακύλιση του πλούτου προς τα πάνω θα ήταν ραγδαία και άμεση. Από την άλλη μεριά, η υποτίμηση ως εργαλείο ώθησης των εξαγωγών, πέρα του ότι δεν αφορά την κοινωνική βάση αλλά ένα τμήμα του εξαγωγικού (κύριος) κεφαλαίου, δεν είναι αρκετή, ειδικά σε μια περίοδο όπως η σημερινή όπου πολλές χώρες ταυτόχρονα την επιλεγούν σαν νομισματική πολιτική. Ακόμα, η συστημική κρίση επαναφέρει (εν μέρει) και τα εργαλεία του προστατευτισμού, των δασμών και των εμπάργκο (Ρωσία, Ιράν, κτλ) και είναι απίθανο μια χώρα όπως η Ελλάδα να μην αποπληρώνει το έτσι και αλλιώς μη βιώσιμο χρέος της, η διαγραφή του οποίου δεν μπορεί να επέλθει με μεταρρυθμίσεις. Όσοι παρόλα αυτά κόπτονται ότι πέρα από επαναστατικά τσιτάτα υπάρχουν και οι ανάγκες του λαού στο εδώ και τώρα, θα έχουν από Δευτέρα την ευκαιρία να σκεφτούν με καθαρό κεφάλι, να απολογήσουν και να επανεκτιμήσουν της θέση τους.

Η ξεκάθαρη επίθεση που δέχεται ο συριζα από μεγάλα κομμάτια του (νέο)φιλελεύθερου συρφετού της χώρας, δεν οφείλεται τόσο στο ότι οι τελευταίοι φοβούνται την έξοδο της χώρας από το ευρώ (παρόλο που ισχύει για μερικούς) αλλά κυρίως στο ότι θεωρούν ποιο «ώριμο» διαπραγματευτή ένα νεοφιλελεύθερο κόμμα παρά τους «ακραίους» και «ανόητους» σοσιαλδημοκράτες του σύριζα των οποίον η επίμονη και το κλαψούρισμα για την «Ευρώπη των λαών» καθυστερεί την συμφωνία και διευρύνει την ανασφάλεια στην αγορά. Ακόμα, η παραπάνω επίθεση στον σύριζα ενισχύει την ενδοκινηματική του δημοτικότητα και μετατρέπεται από άτυπη σε τυπική, μια διαδικασία που εξελίσσεται εδώ και αρκετά χρόνια, η διαδικασία της αφομοίωσης. Η συμμετοχή στο δημοψήφισμα και το «μεγάλο όχι» δεν αποτελεί ούτε προάγγελο, ούτε ένδειξη ριζοσπαστικοποίησης, αλλά ξεκάθαρη παραδοχή της εξάντλησης κάθε διαθέσιμου μέσου για την αποφυγή της. Κατά συνεπεία η αναβάθμιση της κυβέρνησης σε τυπικό και νομιμοποιημένο μπροστάρη του λεγόμενου κινήματος, όχι μόνο δεν έχει κάτι να προσφέρει στην τροφοδότηση της επαναστατικής προοπτικής, αλλά αποτελεί επικίνδυνο μονοπάτι προς την επιστροφή στον καναπέ για πολλά χρόνια. Ένα μεγάλο όχι θα σημάνει ταυτόχρονα και ευνουχισμό του (όποιου) ριζοσπαστισμού. Παρά την πολέμια στάση μας απέναντι στο ΣΥΡΙΖΑ, οφείλουμε να του αναγνωρίσουμε την ικανότητα του να αφομοιώσει ένα μεγάλο μέρος των ριζοσπαστικών κινημάτων. Είναι χαρακτηριστική η μεγάλη χαρά που αποτυπώνεται σε διάφορα κείμενα, με χαρακτηριστικότερο όλων την λογική «επιβεβαιωθήκαμε για την θετική επιρροή του συριζα στην επαναστατική προοπτική!!!».

Εν συνεχεία, δεν μπορούμε να έχουμε μια μονόφθαλμη οπτική για το δημοψήφισμα, εστιάζοντας μόνο στο εσωτερικό ζήτημα, ειδικά όταν αυτό διεξάγεται σε μια περίοδο ευρύτερων οικονομικών αναταραχών και αναβαθμισμένων -εξαιτίας της συστημικής κρίσης-, ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Η λογική που παρουσιάζει το όχι ως ένα μεγάλο βήμα για την ρήξη με τον ιμπεριαλιστικό πυρήνα της ΕΕ., έτσι όπως αποτυπώνεται με την σύγκρουση του «κινήματος» του «Όχι» με τον (νέο)φιλελεύθερο συρφετό, με την σύγκρουση πραγματικών πατριωτών» και «προδοτών γερμανοτσολιάδων» δεν μπορεί να αποτελέσει τίποτε παραπάνω από μικρογραφία των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιπαραθέσεων της εποχής μας.

Ένα καλό παράδειγμα είναι το εμφυλιακό κλίμα στην Ουκρανία, όπου η διαμάχη μεταξύ «ρωσοτσολιάδων» και «αμερικανοτσολιάδων», έχει μετατρέψει τη χώρα σε αρένα συγκρούσεων ανάμεσα σε ιμπεριαλιστικά κέντρα εξουσίας, τα οποία αφορούν κυρίως σε ζητήματα ενεργειακής επιρροής στην Ευρώπη. Αλήθεια, ποια ήταν η επαναστατική προοπτική που έφερε στην Ουκρανία η απόπειρα αποδέσμευσης από το ρωσικό ιμπεριαλιστικό μανδύα; Ποια είναι η προοπτική που έδωσε στην Συρία η εμφύλια σύρραξη, που αποτυπώνει εξίσου ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς; Ποια θα είναι η επαναστατική προοπτική στην Ελλάδα, αν το κίνημα αφομοιωθεί σε έναν «αντιμέρκελ» πόλο, απέναντι σε «γερμανοτσολιάδες»; Και τελικά, μπορεί η επιστράτευση αυτών των διαταξικών όρων να διευρύνει τους κόλπους του κινήματος, όπως ευελπιστούν ορισμένοι;

Άλλο ένα σημείο που πρέπει να ξεκαθαρίσουμε, είναι πώς παρόλο που δεν συνδέουμε το «όχι» με την έξοδο από την ΕΕ και την αποσταθεροποίηση της ευρωπαϊκής οικονομίας, δεν σημαίνει ότι η ελληνική έξοδος είναι διαχειρίσιμη από τους διαθέσιμους μηχανισμούς.

Οι θεσμικοί παράγοντες της ευρωζώνης και η ελίτ της, γνωρίζουν πολύ καλά ότι το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ δεν αποτελεί σοβαρή θωράκιση της νομισματικής ζώνης απέναντι σε ενδεχόμενη ελληνική έξοδο. Μάλιστα, γίνεται φανερή ακόμα και η αδυναμία επίτευξης των αρχικών στόχων του προγράμματος (QE), όπως η αύξηση του πληθωρισμού στο 2% μέχρι το 2016, η συρρίκνωση της ανεργίας και η διατήρηση της απόδοσης των ευρωπαϊκών ομολόγων σε χαμηλά επίπεδα. Ο πληθωρισμός της ευρωζώνης για παράδειγμα, υποχώρησε στο 0,2% τον Ιούνιο από το 0,3% τον Μάιο, ενώ οι αποδόσεις των ομολόγων συμπεριλαμβανομένου και των γερμανικών παρουσιάζουν αστάθεια και σκαμπανεβάσματα παρόλο που η ΕΚΤ έχει προχωρήσει σε αγορές ομολόγων 193 δισ. Ευρώ. Ακόμα, γίνεται φανερό ότι η ενδεχόμενη απόπειρα ισορρόπησης των αποδόσεων αυτών των ομολόγων δεν μπορεί να επιτευχτεί με ταυτόχρονη διατήρηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ευρώ. Είτε εξαιτίας της εκροής κεφαλαίων που θα προκαλέσει η πληθωριστική πίεση σε ενδεχόμενη ελληνική έξοδο, αφού η ΕΚΤ θα αναγκαστεί να «τυπώσει» τεράστιες ποσότητες συναλλάγματος, είτε εξαιτίας της δομικής αρχιτεκτονικής του ευρώ ως νόμισμα, του οποίου οι ευθύνες εξαργύρωσης δεν επιβαρύνουν καμιά συγκεκριμένη χωρά. Αν σε όλα αυτά προσθέσουμε και το ενδεχόμενο της αύξησης των επιτοκίων από την FED, γεγονός που από μόνο του, και άσχετα με την έκβαση της συμφωνίας με την Ελλάδα, είναι αρκετό για να επιφέρει απόλυτη ισοτιμία ευρώ και δολαρίου, τότε είναι πολύ δύσκολο να πειστούν οι αγορές για την ακέραιη έκβαση της νομισματικής ένωσης σε ενδεχόμενη ελληνική έξοδο. Εκτιμούμε ακόμη, ότι μακροπρόθεσμα, δεν μπορεί να διασφαλιστεί ούτε το μπάλωμα τον φουσκών στον πυρήνα της ευρωπαϊκής οικονομίας, όπως για παράδειγμα η έκθεση της deutsche bank στα μοχλευμένα κατά εκατό φορές το ύψος των καταθέσεών της τοξικά παράγωγα, τα οποία βάση ορισμένων υπολογισμών ξεπερνούν τα 54,7 τρις. ευρώ. Αφού λοιπόν όλοι οι εμπλεκόμενοι έχουν μια στοιχειώδη εικόνα για της επιπτώσεις της παρόλα αυτά θεμιτής και ατυχώς προετοιμαζόμενης ελληνικής εξόδου και παρά τις όποιες αντιπαραθέσεις τους, αναγκάζονται να συμφωνούν ότι δεν είναι ακόμα η ώρα για την μεγάλη κίνηση. Τουλάχιστον όχι προτού αναβαθμιστεί η ένωση από νομισματική σε δημοσιονομική, είτε ενιαίας είτε διπλής ταχύτητας, αφού αργά η γρήγορα αυτή η επιλογή θα αποτελεί μονόδρομο. Σε αυτά τα πλαίσια κινούνται και οι δηλώσεις του πρωθυπουργού, ότι στο ενδεχόμενο «όχι» θα φέρει νέα συμφωνία μέσα στις επόμενες μέρες, όντας μάλιστα διατιθέμενος να υποχωρήσει.

Αξίζει να σημειωθεί σε αυτό το σημείο η στάση του Διεθνές νομισματικού ταμείου αλλά και του υπουργού οικονομικών των ΗΠΑ σχετικά με το δημοψήφισμα, αφού οι δηλώσεις τους δεν διακατέχονται από την επιθετικότητα των ευρωπαϊκών θεσμών απέναντι στην απόφαση της κυβέρνησης. Σε όλη την διάρκεια της εβδομάδας, από την άλλη μεριά του ατλαντικού έρχονται δηλώσεις για τη μη βιωσιμότητα του Ελληνικού χρέους και την ανάγκη αναδιάρθρωσης που πρέπει να πέσει στο τραπέζι τον διαπραγματεύσεων. Φαίνεται ότι για ένα μεγάλο τμήμα του αμερικανικού κεφαλαίου, το όχι μπορεί να μετατραπεί σε «γερό» διαπραγματευτικό χαρτί στα χέρια της ελληνικής κυβέρνησης και να πιέσει στην κατεύθυνση ενός κουρέματος. Φαίνεται ότι για εκείνους, μία συγκύρια που αφενός δεν θα διέλυε την ευρωζώνη (προκαλώντας ανυπολόγιστες συνέπιες στην παγκόσμια οικονομία) αλλά θα δημιουργούσε τριγμούς στον πυρήνα της, αποτελεί πάγια θέση. Τα παραπάνω μάλιστα, αποδεικνύονται από τις προχθεσινές δηλώσεις του κυβερνητικού εκπροσώπου, Γαβριήλ Σακελλαρίδη, ο οποίος ανέφερε ότι «το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο δικαιώνει πλήρως την ελληνική κυβέρνηση, τόσο ως προς την άποψή της για τη μη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους, όσο και προς την επιμονή της η όποια νέα συμφωνία με τους δανειστές να περιλαμβάνει οπωσδήποτε αναδιάρθρωση/κούρεμα του χρέους». Συνεπώς, πέραν όλων τον άλλων, ο λαός καλείται να συμμετάσχει και σε μια διαμάχη ιμπεριαλιστικών κέντρων σε ότι αφορά ένα από τα κομβικά κεφάλαια της συστημικής κρίσης, τον νομισματικό πόλεμο.

Συνοψίζοντας. Σαν ομάδα είχαμε εκτιμήσει και στο παρελθόν, σε κείμενο κάλεσμα στην αντικρατική/αντικαπιταλιστική πορεία της 26ης Φλεβάρη, ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα επιχειρήσει να μετακυλήσει τις πολιτικές ευθηνές που συνοδεύουν την νέα συμφωνία, από το πολιτικό προσωπικό στην κοινωνική βάση. Είχαμε ακόμη αναφερθεί στους ενδοϊμπεριαλιστικoύς ανταγωνισμούς που αποτυπώνονται στην εποχή μας, με μία ενισχυμένη ένταση που οφείλεται στην όξυνση της συστημικής κρίσης, λέγοντας ότι η Ελλάδα αποτελεί (και αυτή) αναπόσπαστο κομμάτι αυτών των συγκρούσεων.

Σε κάθε περίπτωση το επόμενο διάστημα θα είναι δύσκολο, πρωτόγνωρο και ενδεχομένως να συνοδεύεται από αμηχανία, ενοχές, οπισθοχώρηση και ανάθεση. Το στοίχημα θα βρίσκεται στο αν αυτή η περίοδος θα αξιοποιηθεί για να απολογηθούν τα όποια λάθη και να προχωρήσουμε μπροστά. Οι παγκόσμιες αντιθέσεις του καπιταλισμού, η βαριά κρίση του και οι διακρατικοί ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί, ενδέχεται να επιφέρουν αστάθεια, ταραχές και να μετατρέψουν τον πλανήτη σε ένα καζάνι που βράζει. Αυτή θα είναι μια μεγάλη ευκαιρία για μας να προετοιμαστούμε, να οργανωθούμε, να σχεδιάσουμε την επαναστατική αντεπίθεση.

ΑΠΟΧΗ από το δημοψήφισμα

ΚΛΩΤΣΙΕΣ στους ΕΜΠΟΡΟΥΣ της ΕΛΠΙΔΑΣ

ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΤΗΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ, ΜΕ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΚΑΙ ΣΤΟΧΕΥΣΗ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ

ΖΗΤΩ Η ΑΝΑΡΧΙΑ – ΖΗΤΩ Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ.

Σύμπραξη για την διάχυση της επαναστατικής προοπτικής

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License