Για την εργατική αντίσταση σήμερα. Προτασιακές παρατηρήσεις από μια επαναστατική αναρχική σκοπιά

Το νομοσχέδιο που καταργεί το οκτάωρο, έφερε εκ’ νέου στο προσκήνιο του ελευθεριακού κινήματος τον εργατικό αγώνα στη συνολική του κλίμακα. Η ιστορική ανατροπή που επιχειρεί η παρούσα κρατική διαχείριση, θέτει το κίνημα προ των ευθυνών του, δυσκολεύοντας τις χρόνιες υπεκφυγές. Η αδυναμία, τόσο του απισχνασμένου εργατικού κινήματος, όσο και του γερασμένου αναρχικού, ν’ αντιτάξουν μια ελάχιστη αποτελεσματική αντίσταση, υποχρεώνει στη ριζική αμφισβήτηση όλων των αναπαραγώμενων ιδεολογικών εφησυχασμών. Μάλλον, αν ο κινηματικός διάλογος στον ελλαδικό χώρο, δεν μπήξει σήμερα το μαχαίρι των ερωτημάτων, των αποφασιστικών προτάσεων και των πρωτοβουλιών, μέχρι το κόκαλο, δεν θα το κάνει ποτέ.

Για την εργατική αντίσταση σήμερα. Προτασιακές παρατηρήσεις από μια επαναστατική αναρχική σκοπιά.

- Πόσο καρποφόροι είναι οι αγώνες των εργατικών σωματείων εναντίον της εκμετάλλευσης και της αδικίας; Που πρέπει να αναζητήσουν τη λύση οι εργάτες;

- Προκειμένου να κατανοήσουμε σωστά τον αγώνα των εργατικών σωματείων, είναι απαραίτητο να τον δούμε μέσα στην ιστορία. Οι λαοί κι οι κοινότητες που υπέστησαν την αποικειοκρατική διαδικασία, πρώτοι αντιστάθηκαν στην καπιταλιστική συγχρονία. Οι εξεγέρσεις που αναδύθηκαν με την αντίσταση των λαών της Αμερικής, της Ασίας και της Αφρικής, συνεχίστηκαν με τους αγώνες εθνικής απελευθέρωσης στον 20ό αιώνα. Παρότι είχαν κάποιες ανεπάρκειες, κατάφεραν σημαντικές κατακτήσεις.

Μαζί με το καπιταλιστικό σύστημα, η προλεταριοποίηση κέρδισε δύναμη σταδιακά. Προτάχθηκε μια λύση για την υπέρβαση της κρίσης, αλλά ο αγώνας αυτών των δυνάμεων, που δεν μπορύσαν να εισάγουν μια ρήξη/διαφυγή από το καπιταλιστικό σύστημα, δεν μπορούσαν να σώσει ούτε τους ίδιους από το να γίνουν θύματα του φιλελευθερισμού. Η αντίσταση ενάντια στον καπιταλισμό γίνεται έτσι ώστε να μην γίνουμε εργάτες και σκλάβοι. Έγιναν εξεγέρσεις ώστε να μείνουμε πλήρως ελέυθεροι κι όχι εξαρτημένοι από άλλους. Απ’ αυτή τη σκοπιά, η άρνηση να γίνεις μισθωτός εργάτης, θα έπρεπε να είναι η βασική προσέγγιση.

Αντί να ζούμε με τον καπιταλισμό, θα έπρεπε να διεξαχθεί ένας αγώνας για να τον ξεφορτωθούμε. Τα συνήθη εργατικά σωματεία έχουν δημιουργηθεί για να κρατήσουν ζωντανό το καπιταλιστικό σύστημα. Τα Κίτρινα Συνδικάτα στην Τουρκία, απέχουν πολύ από το να στοχεύουν ενάντια στο σύστημα. Οι πρώτες επιστημονικές οργανώσεις ταξικής πάλης ενάντια στον καπιταλισμό, ιδρύθηκαν από τους επινοητές του επιστημονικού σοσιαλισμού. Παρότι δεν κατάφεραν μια σημαδιακή επιτυχία, έγιναν ένας εφιάλτης για τον καπιταλισμό, με τις πρώτες μορφές οργάνωσής τους. Παρουσιάστηκαν μεγάλοι ήρωες της αντίστασης κι έγιναν αθάνατοι. Εγκαθιστώντας την μεγαλύτερη οργάνωση, τη Σοβιετική ένωση, έδωσαν ελπίδα στους αγώνες των λαών. Ωστόσο, δεν έπειξαν τον ρόλο τους, εφόσον δεν διέφυγαν εντελώς από την καπιταλιστική συγχρονία. Ιστορικά, οι αναρχικοί έχουν δημιουργήσει κινήματα που πρέπει να μην υποτιμηθούν, στον αγώνα τους ενάντια στον καπιταλισμό˙ μπορούν να δημιουργήσουν μια εναλλακτική σε αντιπαραβολή με το καπιταλιστικό σύστημα, δημιουργώντας ισχυρές οργανώσεις δημοκρατικής συγχρονίας, μεταξύ των κοινωνιών και των εργατών, ενάντια στον παγκόσμιο καπιταλισμό.

Πρέπει να είναι προτεραιότητα η ανάπτυξη αγώνων που δεν αλληλοκαταστρέφονται και δεν συμβιβάζονται. Είναι επίσης αναγκαίο, να προτάσσουμε την αρμόζουσα αντίσταση εναντίον των άκρως καταπιεστικών και φασιστικών συστημάτων και να σκοπεύουμε στην ανατροπή τους από της εξουσία. Η αναγνώριση των ταυτοτήτων των λαών, θα πρέπει να αποτελεί μια από τις βασικές συνθήκες. Πρέπει να δημιουργηθούν συνθήκες κοινού βίου…

Θα ήταν σημαντικό να δημιουργήσουμε οργανώσεις και πρακτικές λύσεις που θα παρουσιάζουν τη Δημοκρατική Συγχρονία ως εναλλακτική απέναντι στο σύστημα της Καπιταλιστικής Συγχρονίας. Είναι αναγκαίο ν’ αναγνωρίσουμε τον συνδικαλισμό σ’ αυτή τη βάση και να τον φέρουμε σ’ ένα επίπεδο όπου θα υπηρετεί τον αγώνα των λαών. Οργανώνοντας το οικονομικό σύστημα της αλληλεγγύης, τον διαμοιρασμό και τις κοινότητες, σε κάθε πεδίο, θα φέρουμε το τέλος του κυρίαρχου συστήματος.

[ Απόσπασμα συνέντευξης του Καφέρ Σερβάν, μέλους της Εκτελεστικής Επιτροπής της Ένωσης Κουρδικών Κοινοτήτων (KCK), αναφορικά στις κινητοποιήσεις της φετινής Πρωτομαγιάς https://anfenglish.com/features/cafer-Servan-time-for-freedom-for-workers-51864 ]

Το νομοσχέδιο που καταργεί το οκτάωρο, έφερε εκ’ νέου στο προσκήνιο του ελευθεριακού κινήματος τον εργατικό αγώνα στη συνολική του κλίμακα. Η ιστορική ανατροπή που επιχειρεί η παρούσα κρατική διαχείριση, θέτει το κίνημα προ των ευθυνών του, δυσκολεύοντας τις χρόνιες υπεκφυγές. Η αδυναμία, τόσο του απισχνασμένου εργατικού κινήματος, όσο και του γερασμένου αναρχικού, ν’ αντιτάξουν μια ελάχιστη αποτελεσματική αντίσταση, υποχρεώνει στη ριζική αμφισβήτηση όλων των αναπαραγώμενων ιδεολογικών εφησυχασμών. Μάλλον, αν ο κινηματικός διάλογος στον ελλαδικό χώρο, δεν μπήξει σήμερα το μαχαίρι των ερωτημάτων, των αποφασιστικών προτάσεων και των πρωτοβουλιών, μέχρι το κόκαλο, δεν θα το κάνει ποτέ.

Στο βιβλίο «Αντιμιλιταρισμός κι επαναστατικός αναρχισμός», που έγραψα πέρυσι με αφορμή ένα στρατοδικείο, έκανα σαφείς νήξεις στον εργατικό αγώνα, μέσα στη συνολική δομή της πρότασής μου για την επαναστατική αυτοσυγκρότηση κι ανάπτυξη του αναρχικού και του κοινωνικού κινήματος. Όμως, απ’ όλα τα πεδία πάλης, το εργατικό ήταν εκείνο στο οποίο αναφέρθηκα πιο επιγραμματικά. Αναφέρθηκα στη βασική κι αναπόσπαστη ανάγκη μαχητικής πάλης για βελτίωση των απολαμβανόμενων πόρων από τους προλετάριους και των συνθηκών της μισθωτής σκλαβιάς, όπως επίσης, για εργατικό και κοινωνικό έλεγχο ενάντια στην αστική διεύθυνση, στάθηκα στη μεταναστευτική και διεθνιστική υπόσταση της προλεταριακής βάσης, επισήμανα τη συγκρότηση συμπεριληπτικών οργανώσεων ως προϋπόθεση για την ανάπτυξη της αποτελεσματικής αντίστασης και της επαναστατικής πάλης, εξήγησα με ιστορικούς/πολιτισμικούς όρους τη θεμελιακή σχέση κοινοτισμού κι επαναστατικού συνδικαλισμού, ανέλυσα την αναγκαιότητα της αντάρτικης στρατιωτικής οργάνωσης της εργατικής εξέγερσης και κατέδειξα επίμονα τα σχετικά καθήκοντα των επαναστατών αναρχικών. Ωστόσο, δεν έθιξα αναλυτικά τον εργατικό αγώνα, λόγω μικρότερης ειδικής συνάφειας με το θέμα που πραγματευόμουν (αντιμιλιταρισμός). Είναι η ώρα να συμπληρωθεί η συνολική πλατφορμιστική πολιτική πρόταση, με μια εστίαση στην εργατική αντίσταση κι οργάνωση ή από την έξω σκοπιά, να κατατεθεί στο υπαρκτό αναρχικό κίνημα ένα σύνολο παρατηρήσεων και προτάσεων για το εργατικό κίνημα, σε επαναστατική γραμμή.

Η παρούσα κατάσταση του εργατικού κινήματος:

Οι παρατηρήσεις μου θα είναι επιγραμματικές, εφόσον πρόκειται για διαπιστώσεις χιλιογραμμένες. Το ζήτημα είναι τα σημεία διαφυγής από την ιστορική πορεία της πτώσης.

Το εργατικό κίνημα ενσωματώθηκε πολιτικά στον κρατισμό και τον ρεφορμισμό, μετά τη διάσπαση της Α’ Διεθνούς και την ανικανότητα των αναρχικών να ανασυγκροτήσουν ένα διεθνές ελευθεριακό επαναστατικό προλεταριακό κίνημα. Η πολιτική ενσωμάτωση έφερε σταδιακά και την κοινωνική αφομοίωση της εργατικής τάξης. Το υπόβαθρο του ιστορικού μετασχηματισμού της συλλογικής υπόστασης και συνείδησης του εκμεταλλευόμενου υποκειμένου, είναι πολιτισμικό. Από τη μια πλευρά, το κεφάλαιο εγγενώς αναπτύχθηκε μετατρέποντας τα πάντα και πρωτίστως τους ανθρώπους, σε αξίες. Από την προλεταρική πλευρά, η κυριαρχία της μαρξικής αποθέωσης του κεφάλαιου, όχι μόνο ως διαλεκτικής ιστορικής συνθήκης για την παγκόσμια ενοποίηση των καταπιεζόμενων κοινοτήτων ενάντια στον κρατισμό και την εκμετάλλευση, αλλά και σαν αναγκαίας πολιτισμικής βάσης για την ανάπτυξη της καθολικής ευημερίας, προσέδεσε την εργατική τάξη στο άρμα της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Η μαρξική μεταφυσική της προοδευτικής θετικότητας της αξίας χρήσης, άνοιξε την κερκόπορτα στην πολιτισμική αφομοίωση της εργατικής τάξης μέσα στην καπιταλιστική ανάπτυξη και τελικά, στην ολοκληρωτική αποδόμησή της, με τους δυο παγκόσμιους ιμπεριαλιστικούς πολέμους και την ταξική ειρήνη που ακολούθησε, στη γενική κλίμακα του παγκόσμιου αναταγωνισμού κεφάλαιου και προλεταριάτου.

Η σταδιακή αφομοίωση του κρατικομονοπωλιακού μπλοκ στην ελεύθερη αγορά, απαξίωσε τις σοσιαλιστικές ιδέες κι επέτρεψε στο κεφάλαιο ν’ αρχίσει την επίθεση για την απελευθέρωσή του από το κράτος πρόνοιας, τις διαταξικές συμβάσεις και τον συνδικαλισμό ως θεσμικά ενσωματωμένη μεσολάβηση, επίθεση που συνεχίζεται μέχρι σήμερα, σαρώνοντας τις κοινωνικές κατακτήσεις των προηγούμενων δυο αιώνων. Η σοσιαλδημοκρατική πολιτική πέθανε οριστικά, εδώ και τρεις δεκαετίες. Τα σοσιαλδημοκρατικά κι ευρωκομμουνιστικά κόμματα, διατηρούνται μόνο και μόνο για να διασφαλίζουν την απαραίτητη συναίνεση προκειμένου τα κράτη να επιβάλλουν ριζικές θεσμικές αναδιαρθρώσεις, αναγκαίες για το κεφάλαιο.

Στην επικράτεια του ελληνικού κράτους, η οριστική αποσάρθρωση του ενσωματωμένου εργατικού κινήματος, επισφραγίστηκε με τις κυβερνήσεις του «εκσυγχρονιστικού» ΠΑΣΟΚ. Ήταν η εποχή που χρηματηστηριοποίηθηκαν τα πάντα (υποδομές κοινής ωφέλειας, ασφαλιστικά ταμεία, ιδιωτικές αποταμιεύσεις κλπ). Από τη συμφωνία του Μάαστριχ, μέχρι την ολοκληρωτική υποθήκευση του ελληνικού κράτους, των υπηκόων του και του ελλαδικού εδάφους, στο παγκόσμιο τραπεζικό μονοπώλιο, με τις δανειακές συμβάσεις, μια δεκαετία μετά, δεν έγινε κανένα βήμα ανασυγκρότησης ενός μαχητικού εργατικού κινήματος. Η ήττα του ταξικού και κοινωνικού κινήματος που επιχείρησε επί σειρά ετών να μπλοκάρει αυτή την κρατική πολιτική, άφησε το εργατικό κίνημα ακόμα πιο αδύναμο: πλέον χωρίς καμία πίστη ούτε στις δικές του δυνάμεις, ούτε στις προτάσεις οποιουδήποτε αγωνιστικού πολιτικού πόλου. Μετά από δυο χρόνια σαρωτικής κρατικής επίθεσης στις καταλήψεις και τους αναρχικούς αγωνιστές, θα ήταν απίθανο να προβληθεί αποτελεσματική αντίσταση σ’ ένα αντεργατικό νομοσχέδιο.

Επισημάνσεις πάνω στην παρούσα κατάσταση του εργατικού κινήματος:

Το απόσπασμα της συνέντευξης του Κούρδου συντρόφου, προφανώς δεν το παρέθεσα για να προτάξω ιδεολογική πειθαρχία στις θέσεις του ΡΚΚ, αλλά επειδή επισημαίνει συνοπτικά και περιεκτικά τα ριζικά προβλήματα του εργατικού κινήματος, υιοθετεί πολλά σημεία της ιστορικής αναρχικής κριτικής και συνδέει την ανασυγκρότηση της εργατικής πάλης, με τη συνολική πάλη για την παγκόσμια κοινωνική απελευθέρωση. Θα είμαι επιγραμματικός στον θεωρητικό σχολιασμό της τρέχουσας κατάστασης. Νομίζω ότι έχω καλύψει εξολοκλήρου αυτό το θέμα, μέσα από το βιβλίο που προανέφερα και τα πολιτικά κείμενά μου που δημοσιεύτηκαν μέσα σ’ αυτό το έτος.

  • Κάθε κινητοποίηση χρειάζεται να αυτοσυγκροτήσει την αυτοσυνείδηση της εξέγερσης. Στην ιστορική φάση όπου η εργατική διεκδίκηση έχει εξοβελιστεί από το θεσμικό πεδίο, οι κινητοποιήσεις που δεν έχουν τον χαρακτήρα της εξέγερσης (όσο κλασματική κι αν είναι), είναι δομικά αποτυχημένες. Η εργατική κινητοποίηση χρειάζεται ν’ αρπάξει και να οργανώσει τη διάρκειά της, προκειμένου να έχει τον απαραίτητο αγωνιστικό βιωματικό και συλλογικό χρόνο για να δημιουργήσει τα ρήγματα που επιδιώκει. Μια μονοήμερη απεργία χωρίς προεργασία στη βάση, είναι μια φούσκα. Ο γραφειοκρατικός συνδικαλισμός δεν ξεπουλάει απλώς τους εργάτες, τους έχει καταργήσει ως μαχόμενο υποκείμενο.

  • Η εξέγερση αποτελεί την ριζοσπαστικότερη αυτοκριτική. Αν το αγωνιζόμενο υποκείμενο δεν αντιλαμβάνεται την πόλωση ανάμεσα σ’ έναν βίο αβίωτο, με τις συμβάσεις στις οποίες θέλει να μην επιστρέψει, από την μια πλευρά και στον ανατρεπτικό κόσμο που δημιουργεί η δική του κινητοποίηση, από την άλλη πλευρά, ο αγώνας δεν αντέχει ούτε στο πρώτο αντίρροπο φύσημα. Ο εργατικός αγώνας, προκειμένου να είναι αποτελεσματικός, χρειάζεται να είναι μια πρακτική ενδοσκόπηση και άρνηση του πολιτισμικού υποβάθρου που έχει διαλύσει το εργατικό κίνημα. Όπως είχε επισημάνει η Οργάνωση Επαναστατικής Αυτοάμυνας, η διαρκώς βαθύμενη κρίση του καπιταλιστικού κόσμου, είναι συνολική κι αμετάστρεπτη, δηλαδή, πολιτισμική κρίση στο όριο της ολοκληρωτικής καταστροφής. Παρεπόμενα, δεν γίνεται να ξαναϋπάρξει εργατικό κίνημα δίχως τη δική του πολιτισμική εναντίωση στον καπιταλισμό.

Οι πολιτικοί γλύφτες του συντηρητισμού, ταϊζουν τον θανατοποινίτη με το κώνειο του αφέντη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, εκείνο το κομμάτι του α/α χώρου, που όπως κι η ελληνική αντεπαναστατική αριστερά, αντί να δει αμέσως τον κεραυνοβόλο πόλεμο της υγειονομικής τρομοκρατίας (Covid) ως ριζική και συνολική αντιπρολεταριακή επίθεση, συναγωνίζονταν στο εμπόριο φόβου για την ατομική επιβίωση. Η επαναστατική κριτική στον καπιταλιστικό πολιτισμό ξεχάστηκε σε μια νύχτα, για να δώσει τη θέση της στην υποτέλεια προς την αστική, δήθεν επιστημονική, διεύθυνση και την ξεδιάντροπα ρεφορμιστική κριτική στην κρατική διαχείριση. Ιστορικά απολιθώματα. Δεν δημιούργησαν αγώνα, έσπειραν σύγχυση και μπλοκάρισμα. Βέβαια, το φάντασμα της κοινωνικής εξέγερσης επανήλθε στο προσκήνιο, κόντρα σ’ αυτήν τη συντηρητική πολιτική και θεωρητική οπισθοδρόμηση, ενάντια στην καταστολή της κυκλοφορίας των ανθρώπων, της κοινωνικότητας και της αγωνιστικής δημόσιας παρουσίας.

Αποτελεί θεμελιακό ερώτημα αυτοκαθορισμού των εργατών, για τη χειραφέτηση από την αστική διεύθυνση και τη μισθωτή σκλαβιά, το τι παράγουμε, για ποιές ανάγκες, ποιός διαμορφώνει τις επιθυμίες μας και τι συνέπειες έχει πάνω στην ανθρωπότητα και στη Γη, η δική μας αυτοποίηση μέσα στο κατεστημένο σύστημα πολιτισμικής παραγωγής. Δεν είναι ζητήματα που αφορούν στον στοχασμό των αναρχικών (είναι τουλάχιστον μισό αιώνα στην ατζέντα μας), αλλά στην επαναστατική προλεταριακή πάλη.

Η κοινωνική αυτοκριτική ως αναγκαιότητα, τίθεται μέσα από τη σκοπιά της ίδιας της κοινωνικής πάλης. Καμία σχέση με τον ελιτίστικο μηδενισμό. Η κατάδειξη κάθε ελιτισμού ως αντεπαναστατικής πρακτικής, δεν συνεπάγεται ότι κάθε κριτική στην αφομοίωση ήταν ψευδής. Η αντιδιασταλτική στάση σε σχέση με την κριτική στην πολιτισμική αφομοίωση, αυτή που ονομάστηκε κοινωνισμός, είναι εξίσου ελιτίστικη: αρνείται στους προλετάριους την ικανότητα της κριτικής σκέψης και του ριζοσπαστικού αυτοπροσδιορισμού. Η αναποτελεσματικότητα του κουτοπονηρίστικου χαϊδέματος του συντηρητισμού, έχει καταφανεί επί δεκαετίες. Αν οι προλετάριοι ως παγκόσμια τάξη-κοινόητα, δεν αλλάξουμε τον κόσμο συθέμελα, κανείς άλλος δεν θα μπορέσει να το κάνει -θα μας καταπιεί ο καπιταλισμός μέσα στη γενικευμένη παραγωγή θανάτου.

  • Το ελλαδικό αναρχικό κίνημα, με λίγες εξαιρέσεις, όταν μιλάει για τον ταξικό αγώνα αναπαράγει τη γλώσσα της εθνικιστικής εργατικής αριστοκρατίας (μαρξική, όχι μηδενιστική έννοια). Σ’ αυτή την αντεπαναστατική γλώσσα, ως προλετάριοι αναγνωρίζονται μόνο οι μισθωτοί (άντε κι οι περιστασιακά άνεργοι). Ταυτίζουν την ταξική πάλη με την εργατική κινητοποίηση. Πρόκειται για μια εντελώς συντηρητική θέση, που βγάζει από το πεδίο της ταξικής σύγκρουσης και της προλεταριακής πάλης, εκείνους που αποτελούν τον πυρήνα της προλεταριακής κατάστασης, της αναγκαίας κι αναπότρεπτης για την ανάπτυξη του κεφάλαιου: εκείνους που βρίσκονται στη μεθόριο μεταξύ εργασίας κι αποκλεισμού από τους πόρους επιβίωσης και στην ακόμα χαμηλότερη μεθόριο μεταξύ επιβίωσης και θανάτου λόγω ταξικών συνθηκών (στις οποίες πρέπει να συμπεριλάβουμε όλες τις παρενέργεις του καπιταλισμού πάνω στα ανθρώπινα σώματα και στη Γη). Έτσι, ακόμα κι από εκείνους που αναγνωρίζουν τους μετανάστες ως προλετάριους, ελάχιστοι ξεφεύγουν από τη φιλελεύθερη προσέγγιση, της χλιαρής διεκδίκησης ίσων δικαιωμάτων, του ανθρωπιστικού αντιρατσισμού κλπ. Ελάχιστοι αναγνωρίζουν ότι το βασικό εργοστάσιο παραγωγής υποτιμημένης και πειθαρχημένης εργατικής δύναμης είναι το στρατόπεδο συγκέντωσης κι η φυλακή. Αυτό το πέπλο ασυνειδησίας, καταδικάζει επίσης τη ντόπια εργατική τάξη στην υποταγή μπροστά σε κάθε νέα αντεργατική επίθεση, εφόσον ο κάθε μεμονωμένος προλετάριος αναζητεί σαν ιδιώτης μια δόση επιβίωσης ακόμα, μέσα στην εθνικό οικονομικό-πολιτικό-στρατιωτικό σχηματισμό.

Το προλεταριάτο της καπιταλιστικής εποχής (όχι της Ρώμης), ήταν πάντα πρεκαριάτο. Ο εξασφαλισμένος εργάτης ήταν παροδικό φαινόμενο της εποχής της ισχύος του κρατιστικού σοσιαλισμού. Το προλεταριάτο δεν αποτελεί μια συμπαγή ομαδοποίηση, αλλά μια κοινή κατάσταση εξαίρεσης και διάλυσης-αυτοδιάλυσης. Το αναρχικό κίνημα, τουλάχιστον στον ελλαδικό χώρο, έχει οικοδομήσει ένα ιδεολογικό σύστημα που αντιλαμβάνεται την ταξική πάλη κι ειδκότερα τον εργατικό αγώνα, με τους όρους του μεταμοντέρνου αριστερισμού: Διάνθιση των άοπλων κι ως επί τω πλείστω γραφειοκρατικών αμυντικών εργατικών κινητοποιήσεων, μ’ επαναστατικά προτάγματα. Δεν έχει βγάλει πουθενά, διότι εκείνο που λείπει κατά βάση, δεν είναι το επαναστατικό όραμα, αλλά το ίδιο το προλεταριάτο. Οι επαναστικές ιδέες δεν γίνεται να ανθίσουν έξω από το μαχόμενο προλεταριακό κίνημα. Το ίδιο το ταξικό κίνημα, ως συλλογικό σώμα/σώματα, αυτοσυγκροτείται σπάζοντας τα ταξικά σύνορα μέσα στην εκμεταλλευόμενη τάξη κι επιτιθέμενο στην αστική διεύθυνση. Από αυτή την άποψη, ο εμπρησμός της Μόριας έχει να πει πολύ περισσότερα για την επαναστατική ταξική δυναμική του προλεταριακού κόσμου στην ταξική μεθόριο του ελλαδικού χώρου και για το τι μορφής οργανωτικές βάσεις θα έπρεπε να σπέρνουν οι αναρχικοί, απ’ όλα τα πυροτεχνήματα της ΓΣΕΕ.

Το προλεταριάτο βρίσκεται κατακερματισμένο σε εθνικά σύνορα, που σημαίνουν ταξικές ανισότητες μέσα στο ίδιο το σώμα του κι ευρύτερα, βρίσκεται κατακερματισμένο σε κλωβούς απομόνωσης κι εξάρτησης, σε διαβαθμισμένες οικονομικές μεθορίους. Σ’ αυτή την κατάσταση στην οποία βασίστηκε ο καπιταλισμός από τις απαρχές του και την οποία την εξέτεινε στο άπειρο, κάθε διεκδίκηση σημαίνει πόλεμο. Σ’ αυτή τη δομική κατάσταση, δεν υφίσταται προλεταριακή χειραφέτηση δίχως κατακόρυφη αλληλεγγύη. Όχι μόνο αλληλεγγύη μεταξύ εκείνων που βρίσκονται στην ίδια στάθμη, αλλά πρωτίστως άνοιγμα χώρου επιβίωσης και πάλης για εκείνους που βρίσκονται πιο κάτω. Έτσι, διαφένεται από ετούτες τις παρατηρήσεις, ότι η κεκαλυμμένα ατομικιστική γραμμή που πρότασε τις ομάδες συγγένειας ως βασική μορφή οργάνωσης της πάλης και προέβαλε το ίδιο σχήμα πάνω στο εργατικό κίνημα, με τη μορφή της εναντίωσης σε συμπεριληπτικές προλεταριακές-κοινωνικές δομές και της πρόταξης των μικρών απομονωνμένων πρωτοβουλιών (δήθεν «διάχυση»), είναι αντιπρολεταριακή κι αντεπαναστατική, καθότι εγγενώς αδιέξοδη και στη ρίζα της, αστική.

Κατά συνέπεια, ο αντι-ιμπεριαλισμός κι ο αντι-αντιμεταναστευτικός αγώνας είναι εκ’ των ουκ άνευ για τη ανασυγκρότηση της εργατικής αντίστασης. Αλλιώς, συνεχίζουμε να τρώμε στη μάπα τον μουσολινισμό που δεν έσβησε ποτέ: ανάπτυξη για τη ντόπια εργατική τάξη κι αργότερα σοσιαλισμός.

«Ο φεντεραλισμός δεν είχε ποτέ εθνικά όρια. Η Α’ Διεθνής ήταν διεθνής! Η αλληλεγγύη με τη Μαύρη Επανάσταση δεν αφορά αποκλειστικά μια μοναδική κρατική γεωγραφία. Η Αφρική ταΐζει όλη την ανθρωπότητα με πρώτες ύλες κι η Γη της αρρωσταίνει. Τα παιδιά της πεθαίνουν κατά χιλιάδες κάθε μέρα, από ασητία και αρρώστιες, γίνονται πειραματόζωα για τα βιολογικά όπλα του κεφάλαιου και τις στρατηγικές υγειονομικής εκμετάλλευσης, ελέγχου κι εξόντωσης. Οι ιμπεριαλιστικές μηχανές του πολέμου, από την εποχή της αποικειοκρατίας, δεν σταμάτησαν ποτέ να σφαγιάζουν τη Μαύρη ήπειρο. Κανένα πολιτικό πρόγραμμα δεν μπορεί να αναγνωριστεί ως επαναστατικό, αν δεν αναλαμβάνει άμεσα την πρωτοβουλία να επιτεθεί στην ιμπεριαλιστική στρατοκρατία˙ αν δεν αναλαμβάνει το ισότιμο μερίδιο συλλογικής ευθύνης για τη συγκρότηση του διεθνούς επαναστατικού αντάρτικου που θα μεταφέρει τις αντιστάσεις της ιθαγενικής λεγόμενης αμερικής, της Μέσης Ανατολής και της Αφρικής, πίσω από τα σύνορα του καπιταλιστικού κέντρου και θα φτάσει μέχρι τα ορυχεία της Lonmin στη Μαρικάνα*, στο νότιο άκρο της ηπείρου». (Ανταπόκριση στην εβδομάδα εκδίκησης για τον σύντροφο Michael Forest Reinoehl, που δολοφονήθηκε με κυβερνητική εντολή - Κείμενο επικοινωνίας με τους μαχόμενους συντρόφους στη λεγόμενη αμερική)

  • Τo ξέραμε καιρό τώρα ότι η εποχή των συνταγματικών συμβάσεων έχει παρέλθει αμετάκλητα, αλλά η τελευταία απεργία πείνας του αιχμάλωτου κομμουνιστή αντάρτη Δημήτρη Κουφοντίνα, της έβαλε την ταφόπλακα. Διόλου χώρος αγώνα πλέον μέσα στα πλαίσια του νόμου. Αν το εξετάσουμε από τη σκοπιά των στοχεύσεων, όποιος προτάσει τη διεκδίκηση των «νόμιμων εργατικών δικαιωμάτων», σπρώχνει την εργατική αντίσταση ταχέως προς την εκμηδένιση, αφού προτάσει ένα ιστορικό πτώμα. Από τη σκοπιά της πρακτικής, η νομότυπη οργάνωση και τακτική ως συγκροτητικά δεδομένα για τον εργατικό αγώνα, τον καταδικάζουν σε αναπόδραστες τακτικές ήττες, που αντανακλούν την προειλημμένη μοιρολατρική εσωτερίκευση της ήττας της μαχητικής αυτοοργάνωσης. Όποιος τοποθετείται σήμερα με όρους νόμιμου συνδικαλισμού ως άξονα οργάνωσης, κοροϊδεύει τον εαυτό του (αφού οι εργάτες ξέρουν πάνω στο πετσί τους ότι τα θεσμικά μέσα είναι πλέον ανίκανα να επιφέρουν την ελάχιστη γρατζουνιά στην τρομοκρατία κράτους κι αφεντικών). Τα δυο χρόνια της τρέχουσσας διακυβέρνησης, θα έπρεπε να είναι διδακτικά. Το κράτος κατέβασε ρυθμούς μόνο μπροστά στη μαχητική αντίσταση μιας κατάληψης (της κοινότητας στο Κουκάκι) κι οπισθοχώρησε μπροστά στη μαζική εξέγερση που υπονόησε ότι η προλεταριακή αγριότητα μπορεί να συντρίψει τους κρατικούς στρατούς (Ν.Σμύρνη).

Οι δυο δρόμοι:

Ο ορθόδοξος:

Δυο λέξεις τόσο εντυπωμένες στην ιστορική μνήμη, μα και τόσο ξεχασμένες: Επαναστατικός συνδικαλισμός. Για να μην αμπελοφιλοσοφούμε, μπαίνω κατευθείαν στο πρακτικό επίδικο. Τα καθήκοντα των αναρχικών, για τον επαναστατικό συνδικαλισμό. Ένα, η συμμετοχή έκαστου στην εξεγερσιακή κίνηση των άλλων προλετάριων δίπλα του και στις υπάρχουσες επαναστατικές προλεταριακές οργανώσεις και δυο, η ανάληψη πρωτοβουλιών οργάνωσης και αναβάθμισης της υπάρχουσας οργάνωσης. Που; Σίγουρα στον χώρο της δουλειάς, αν είναι εργαζόμενος, αλλά όχι μόνο. Η γειτονιά του αγωνιστή και συνολικά οι τόποι του κοινωνικού βίου του, αποτελούν πεδία στα οποία είναι υποχρεωμένος σύμφωνα με το αναρχικό πρόταγμά του, να εφαρμόσει την επαναστατική προλεταριακή πρακτική. Από αντικαπιταλιστική σκοπιά, η γειτονιά δεν είναι ο δημόσιος χώρος που συμπληρώνει έναν ιδιωτικό βίο ή ο τόπος της κοινής σχόλης, όπου μπορούμε να πειραματιστούμε με λίγη αυτοδιαχείριση. Αυτές είναι αστικές παραχαράξεις του κοινωνικού αγώνα. Η γειτονιά αποτελεί τον τόπο συνάντησης – μη συνάντησης, του κατακερματισμένου προλεταριακού σώματος˙ είναι το τελικό αποτέλεσμα της παραγωγικής αλυσίδας, επί του κοινωνικού. Υπό αυτό το ταξικό πρίσμα, στη γειτονιά θα βρεις το προλεταριάτο που έχει αποκλειστεί από το μισθωτό κάτεργο, το προλεταριάτο που έχει σακατευτεί και παροπλιστεί, το προλεταριάτο που έχει αποπεμπφθεί από την παραγωγική νόρμα. Στη γειτονιά θα βρεις τον άλλο προλετάριο, που βρίσκεται αιχμάλωτος στην απομόνωση ενός κάτεργου. Στην οργάνωση γειτονιάς συναντιέται η εργατική βάση έξω από τα συντεχνιακά στεγανά. Η οργάνωση γειτονιάς μπορεί να βρίσκει χώρο που δεν μπορεί ν’ απαλλοτριωθεί από το κάτεργο, για την ανασυγκρότηση της κοινωνικής ζωής με όρους γενικής ισότητας. Άρα, δεν νοείται αναρχικός που δεν προωθεί άμεσα την εργατική εξέγερση και δεν οργανώνεται στον χώρο δουλειάς του και στους τόπους της κοινωνικής παρουσίας του (με προλεταρικαούς, εξισωτικούς κι επανασττικούς όρους).

Στις απαρχές του αναρχικού κινήματος, η επαναστατική προλεταριακή πρακτική ήταν αυτονόητη για τους αναρχικούς. Σήμερα, πόσοι σύντροφοι δουλεύουν και δεν αναλαμβάνουν καμία πρωτοβουλία εργατικής κινητοποίησης κι οργάνωσης, επειδή θέλουν να μην χάσουν τη δουλειά τους; Πώς γίνεται ο εθελόδουλος να συνεγείρει προς τον αγώνα; Δεν γίνεται. Πόσοι σύντροφοι δουλεύουν για μικρά αφεντικά ή σε συνθήκες απομόνωσης και δεν έχουν διανοηθεί ότι μπορούν να οργανωθούν και να παλέψουν από κλίμακες συνθετότερες κι ισχυρότερες του σημείου αδυναμίας στο οποίο βρίσκονται; Πόσοι σύντροφοι κατοικούν κάπου όπου δεν γνωρίζουν ούτε ποιός κατοικεί στη διπλανή πόρτα; Πώς θα γκρεμιστεί η αστική φυλακή, αν δεν δοκιμάσεις να τρυπίσεις έναν τοίχο; Δεν θα γκρεμιστεί η φυλακή, το χάσμα γίνεται ολοένα και μεγαλύτερο. Το ποσοτικό ερώτημα φαίνεται ρητορικό. Όμως, αν αυτό το σύνολο αποτελούσε ένα σώμα ταξικής πάλης κι ανατροπής, με πολύμορφες, αλλά αλληλένδετες δομές, οι συνθήκες θα ήταν αλλιότικες, θα είχαν το σπέρμα που τις καθιστά επαναστατικές.

Για να ρίξουμε ένα τουβλάκι ακόμα, κατά συνέπεια του ταξικού λόγου ύπαρξης των αναρχικών πολιτικών ομάδων, που έχουν εγγενώς εδαφικά όρια, αποτελεί καθήκον τους η εφαρμογή των παραπάνω, με συλλογική ευθύνη κι οργάνωση. Δεν νοείται αναρχική ομάδα που δεν ανοίγει χώρο και δρόμο προλεταριακής συνάντησης κι οργάνωσης. Πάνω στο έδαφος -όχι μόνο στις κυκλοφορούσες ιδέες. Δεν νοείται τοπική ομάδα που δεν παίρνει πρωτοβουλία δημιουργίας δομών αλληλέγγυας κοινωνικής επιβίωσης και πάλης ή δεν σαρώνει τα κάτεργα της περιοχής της προκειμένου να συναντηθεί με κάθε μισθωτό σκλάβο, να του γνωστοποιήσει την παρουσία των διαθέσιμων δομών πάλης και να τον προσκαλέσει.

Αναφορικά στην κρισιμότητα της ταξικής πάλης στη γειτονιά, θα κάνω μια ιστορική παρατήρηση. Στο λεγόμενο αντιμνημονιακό κίνημα του 2009-2012, οι στιγμές της μαζικής σύγκρουσης ήταν μέρες γενικών απεργιών. Η συντονισμένη γενική κινητοποίηση, που απαιτεί πολυβάθμιες οργανώσεις, αποτελεί μήτρα εξεγερσιακών εκδηλώσεων. Όμως, τα συλλογικά σώματα που σήκωσαν τη σύγκρουση, ήταν κυρίως οι συνελεύσεις γειτονιών. Μάλιστα, φορείς της πολιτικής απόφασης περικύκλωσης της βουλής, ήταν πρωτίστως οι κοινότητες γειτονιών κι αυτές είχαν την πολιτική κι οργανωτική ποιότητα για να το επιχειρήσουν. Αυτό το γεγονός σκιαγραφεί μια δυναμική, που παρότι εν’ μέρει είναι ιστορικά συγκυριακή (η απόλυτη κυριαρχία της γραφειοκρατίας στον συνδικαλισμό κι η ευρύτητα της κεκτημένης κοινωνικής αυτοοργάνωσης στον ελλαδικό χώρο), ενέχει κι ορισμένα θεμελιακά χαρακτηριστικά του επαναστατικού προλεταριακού κινήματος, όπως τα σημείωσα ήδη, αναφορικά στη σχέση γειτονιάς κι αστικού κάτεργου. Από επαναστατική προλεταριακή σκοπιά, ο μπούσουλας είναι η ενιαία συγκρότηση της συμπεριληπτικής οργάνωσης βάσης -που εξορισμού δεν γίνεται να περιοριστεί στο κάτεργο- και της συνοργάνωσης της βάσης σε κλίμακες πέρα από κάθε σύνορο.

Μετά την προλεταριακή επανάσταση στη Γερμανία, πριν έναν αιώνα, δεν γίνεται επαναστατικός συνδικαλισμός δίχως κλαδικά κι επιχειρησιακά σωματεία βάσης. Όμως, η αυτοοργάνωση στον χώρο και στον κλάδο δουλειάς, δεν έχει εξορισμού επαναστατική κατεύθυνση. Αν το σωματείο δεν προωθεί καταστατικά την προλεταριακή και κοινωνική συνομοσπονδιοποίηση ενάντια στον καπιταλισμό και τη μισθωτή σκλαβιά, δεν πα’ να είναι βάσης… η ιδεολογία του δεν μπορεί παρά να είναι ρεφορμιστική κι η πρακτική του αναποτελεσματική στην υπεράσπιση των εργατών. Αν δεν αντιλαμβάνεται καταστατικά την πάλη του ως κοινή πάλη για το σύνολο του παγκόσμιου προλεταριάτου, ο ορίζοντάς του φτάνει μέχρι την αναρρίχηση του κλάδου στην εργατική αριστοκρατία, αν δεν βρίσκεται ήδη εκεί. Θα ξανατονίσω ότι η προκατάληψη που αποκλείει τον πολιτικό αυτοπροσδιορισμό των ταξικών οργανώσεων είναι και ψευδής και συντηρητική. Όλες οι ταξικές οργανώσεις έχουν πολιτικό πρόσημο (καθεστωτικό ή επαναστατικό, κρατιστικό ή ελευθεριακό). Λένε ορισμένοι αναγεννημένοι σοσιαλδημοκράτες παπατζήδες, «γράψου στο σωματείο». Σε ποιό σωματείο; Στου κκε, στου πασοκ, στο αναρχοσυνδικαλιστικό ή στο κλαδικό-βάσης; Κι αφού ο συνδικαλισμός βάσης σπανίζει, εκείνος που προτάσει την «εγγραφή» ως γιατροσόφι, δίχως να έχει διαμορφώσει δομές για το προλεταριακό μέτωπο βάσης, γλύφει το σάπιο απομεινάρι της γραφειοκρατίας. Η αναρχική επαναστατική σκοπιά είναι προλεταριακή και δεν ντρέπεται να σπείρει βάσεις ταξικής πάλης με τα πιο απελευθερωτικά χαρακτηριστικά. Και βέβαια, δεν αρκούν οι καταστατικές δηλώσεις. Το ζουμί βρίσκεται στην καθημερινή συμπεριληπτική δραστηριότητα. Το σωματείο βάσης κι η συνέλευση γειτονιάς, δεν είναι γραφεία ανταπόκρισης σε αποσπασματικές εργατικές αντιπαραθέσεις, παρότι κι αυτές οι μικρές κινητοποιήσεις εμπίπτουν στα καθήκοντά τους. Οργάνωση βάσης σημαίνει βγαίνουμε στους δρόμους, στα κάτεργα, στις γειτονιές και συναπαντιόμαστε μ’ εκείνους που λείπουν. Πάμε εμείς να τους βρούμε, όλους, έτοιμοι για νέες μάχες, με προτάσεις οργάνωσης, με διαθεσιμότητα για κάθε ανάγκη. Δεν πάμε για «αντιπληροφόρηση». Σιγά μην χρειάζονται οι εργάτες τις πολιτικές λέσχες, για να καταλάβουν τι βιώνουν κάθε μέρα. Είμαστε έτοιμοι να κλαδέψουμε εκείνους που έχει απέναντί του ο άλλος προλετάριος που θα συναντήσουμε; Αν όχι, η «εξόρμηση» κατατάσεται στους περιπάτους των θρησκευτικών αιρέσεων. Οργάνωση βάσης σημαίνει ετοιμότητα αντεπίθεσης για τα μικρά και τα μεγάλα. Να επιστραφεί η τρομοκρατία στην αστική τάξη.

Όσο απλούστερο γίνεται: Χωρίς δομές βάσης, δεν γίνεται ταξικό μέτωπο. Χωρίς επαναστατικό προσανατολισμό, πλέον δεν γίνεται πλατύς εργατικός αγώνας. Χωρίς δομές αντικαθεστωτικής άμεσης δράσης, τα υπόλοιπα είναι προπολλού στο μουσείο.

Ο αντάρτικος:

Με τη διάκριση των δυο δρόμων, διόλου δεν υπονοώ ότι ο «ορθόδοξος» δεν εμπεριέχει τον αντάρτικο τρόπο. Γι’ αυτό έκλεισα την προηγούμενη παράγραφο με τη σχετική παρατήρηση. Δεν γίνεται επαναστατική ταξική πάλη δίχως αντάρτικο. Το αντάρτικο δεν είναι το μέγιστο -είναι θεμέλιο. Έτσι, είναι διαθέσιμο κι ως έσχατο. Οι σαρωτικές αναδιαρθρώσεις περνάνε σε φάσεις αδυναμίας του εργατικού κινήματος. Θα κοροϊδευόμασταν αν μέναμε στη διαπίστωση ότι ο εχθρός μας βρήκε αδύναμους. Σε ποιόν πόλεμο εκείνος που θέλει να πάρει την πρωτοβουλία περιμένει τον εχθρό του να οργανωθεί καταλλήλως; Οπότε, να περιμένουμε τον επόμενο πόλεμο; Δουλειά της ιντελιγκέντσιας. Ή να τουμπάρουμε άμεσα τον άνισο συσχετισμό ισχύος; Δηλαδή, αντάρτικο.

Θα φέρω ένα μόνο παράδειγμα. Μια περίπτωση δεν συνιστά κανόνα, αλλά μπορεί να είναι πρότυπο, εφόσον το σύνολο των χαρακτηριστικών της, ταιριάζει στις γενικές αντιθέσεις που αντιμετωπίζουμε. Δυο αντάρτικες επιθέσεις που μπλόκαραν την αντεργατική αναδιάρθρωση για χρόνια, σ’ ένα σύγχρονο καπιταλιστικό κράτος του ιμπεριαλιστικού κέντρου. Η εκτέλεση του Μάσιμο Ντ’ Αντονά, συβούλου του υπουργού «εργασίας και κοινωνικής πρόνοιας», το 1999 στη Ρώμη κι η εκτέλεση του Μάρκο Μπιάτζι, επόμενου στην ίδια θέση, το 2002 στη Μπολόνια, από τις Νέες Ερυθρές Ταξιαρχίες. Η εκτέλεση του Ντ’ Αντονά ήταν η εναρκτήρια δημόσια πράξη της αντάρτικης οργάνωσης. Το 2003, μετά από μια μάχη μέσα σ’ ένα τρένο, όπου σκοτώθηκε ο σύντροφος Μάριο Γκαλέσι (κι ένας μπάτσος) κι αιχμαλωτίστηκε η συντρόφισσα Νάντια Ντεσντεμόνα Λιόσε, ξεκίνησε μια κατασταλτική επιχείρηση εναντίον των Νέων Ερυθρών Ταξιαρχιών. Η τρίτη και τελευταία δράση τους ήταν η επίθεση στη φυλακή Φόλγκορ στο Λιβόρνο το 2006. Με πολύ μετρημένες δυνάμεις, αυτή η αντάρτικη πρωτοβουλία κατάφερε ό,τι δεν μπόρεσε το τότε συνδικαλιστικό κίνημα (κομμάτι του οποίου ήταν οι ΝΕΤ, με μέλη της να είναι συνδικαλιστές).

Η εξέλιξη του ιταλικού εργατικού κινήματος δεν είναι χαρακτηριστική, με την έννοια ότι δεν εκφράζει τον κανόνα μιας γενικής εξέλιξης, αλλά αποτελεί την καθαρότερη ιστορική έκφραση της αποκαλυπτικής σύγκρουσης των πολιτικών αντιθέτων εντός και πέριξ του προλεταριακού κινήματος. Η πολεμική αντιπαράθεση του επαναστατικού προλεταριακού κινήματος με το ΚΚΙταλίας (PCI), ήταν το αποκορύφωμα της ιστορικής σύγκρουσης μεταξύ προλεταριακής επανάστασης κι ενσωμάτωσης (κι η απαγωγή κι εκτέλεση του Μόρο σ’ αυτό το πλαίσιο έγινε), μα και μεταξύ της πολυεθνικής προλεταριακής βάσης και της εργατικής αριστοκρατίας. Αποτελεί αντιδραστική ιστορική αλλοίωση ο διαχωρισμός της αντάρτικης εμπειρίας -που εκείνη την εποχή και σ’ εκείνον ακριβώς τον τόπο είχε το διαυγέστερο προλεταριακό υπόβαθρο και την ισχυρότερη εκδήλωση μέσα στην καπιταλιστική μητρόπολη-, από το σύνολο του ριζοσπαστικού κινήματος που συμπεριλαμβάνεται κάτω από τ’ όνομα «εργατική αυτονομία». Οι Νέες Ερυθρές Ταξιαρχίες ήταν η τελευταία εκδήλωση ενός αντικαπιταλιστικού κινήματος στην Ευρώπη, αποφασισμένου να κάνει πραγματικά εργατική πάλη. Είναι αδύνατο να μιλάμε σήμερα για εργατική αντίσταση παριστάνοντας ότι δεν άλλαξε τίποτα με την εμπειρία εκείνης της εποχής. Είναι αδύνατο να αποφύγουμε την ιστορική συνέπεια. Το εργατικό κίνημα της Ευρώπης δεν μπορεί παρά να ξαναπιάσει το νήμα από εκεί που έφτασε και σταμάτησε.

Υπολογίζω, με δεδομένη την επιδείνωση όλων των συνθηκών, ότι σήμερα δεν αρκεί το ξεπάστρεμα δυο τεχνοκρατών για να μπλοκάρει την πραγματοποιούμενη καπιταλιστική επίθεση. Η ιδεατή απλούστευση είναι συνήθως μια καλή αυταπάτη. Κάπως όμως πρέπει να ξεκινήσουμε να βαδίζουμε, προκειμένου να προχωρήσουμε. Με φτωχές πράξεις, ανύπαρκτη οργάνωση κι ανερμάτιστες διακηρύξεις, είναι εξασφαλισμένο ότι δεν θα ξεμυτήσουμε. Οι προλεταριακές ανάγκες απαιτούν την κοπή του νήματος που φυλάει τη μονοκρατορία επί του αίματος.

Αποτελεί καθήκον της επαναστατικής αναρχικής οργάνωσης κι όποιων αγωνίζονται γι’ αυτήν, η ενιαία ανάπτυξη των δυο δρόμων. Κρίνοντας κι επιβεβαιώνοντας ότι η συνάθροιση εκτός των τειχών, η αυτοοργάνωση, η φεντεραλιστική συγκρότηση και το προχώρημα στη μάχη, χρειάζονται συμμετοχική καθοδήγηση στην πράξη.

«Όλες οι εμπειρίες αυτοοργάνωσης των προηγούμενων δεκαετιών έχουν δώσει τη θέση τους στην πάλη για επιβίωση. Ότι ξέραμε αποδεικνύεται μη ικανοποιητικό. Η σεχταριστική και συχνά ελιτίστικη, αυτοοργάνωση των προηγούμενων δεκαετιών, δεν έχει ικανές δυνάμεις για να αντιληφθεί τον κόσμο ενιαία, πόσο μάλλον για να πάρει επαναστατικές πρωτοβουλίες συνένωσης των προλεταριακών θραυσμάτων. Οπότε, συμπιέζεται κι αυτή ραγδαία από την επέλαση της στρατιωτικής και οικονομικής τρομοκρατίας. Η αυτοοργάνωση αναδύεται με νέες μορφές, με συναίσθηση της απεριόριστης κοινότητας ενάντια στον ολοκληρωτισμό της αστικής κυριαρχίας.

… Αναπόδραστα, το κοινωνικό σώμα θα αυτο-επαναπροσδιοριστεί εντελώς πολιτικά κι εντελώς αντικρατικά, παρότι θα χρειαστεί καιρός, πολλές αιματηρές μάχες, μέχρι το εξελισσόμενο επαναστατικό φαντασιακό να γίνει ικανό να παράξει μια νέα καθολικά κοινή γνώση, με δεδομένο ότι η παρούσα γνώση θα εξακολουθεί να μην είναι ικανή να επινοήσει το κατάλληλο φαντασιακό για τη συνολική αλλαγή κοσμοαντίληψης. Το πρόταγμα οργάνωσης σε ομάδες συγγένειας είναι ιστορικά νεκρό: δεν έχει πλέον να προσφέρει τίποτα ριζοσπαστικό στην άμεση πάλη. Τα μεγέθη της κοινής έκρηξης, των κοινών αναγκών και του συλλογικού φαντασιακού, δεν χωράνε σε καμία περιχαράκωση. Συγχρόνως για να επιβιώσουμε και για να απελευθερωθούμε, χρειάζεται να αποβάλουμε τον φατριασμό. Η πολιτική περιχαράκωση στη συγγένεια αποτελεί εχθρό της κοινότητας: ιστορικά, αυτή γέννησε τον πόλεμο, την πατριαρχία, το κράτος. Όλο και περισσότεροι σύντροφοι το καταλαβαίνουν αυτό, αλλά πρέπει το ρήγμα αντίληψης και πρακτικής να γίνει βαθύ: να εγκαταλείψουμε κάθε μεθοδολογία που πηγάζει από τον φόβο του διπλανού μας και μας εμποδίζει να συνοργανωθούμε δεσμευόμενοι στο πάθος των μέγιστων ανατροπών. Να ξεριζώσουμε από την καρδιά μας τη ματαιότητα.

Σε μια φάση όπου πασιφανώς η πορεία της ταξικής πάλης ξαναπιάνει επιταχύνσεις και τρέχει ταυτόχρονα σε όλο τον πλανήτη, αδιαμφισβήτητα είναι απαραίτητο να επιδιώξουμε τη βέλτιστη ευελιξία, την ικανότητα να είμαστε παντού, αλλά και συνεκτικοί˙ την ικανότητα να συγκεντρώνουμε τις δυνάμεις μας αστραπιαία, τόσο που να μπορούμε να εγκαθιστούμε ισχυρά προγεφυρώματα, αλλά και να μεταφέρουμε εγκαίρως τη ζωντανή παρουσία μας και υλικό σε νέες εστίες, σε χρόνους που δεν επιτρέπουν στον εχθρό να διαχειριστεί τη συνολική κίνηση. Αυτές οι συνθήκες ανταπόκρισης του αγώνα στις τρέχουσες ταξικές συνθήκες, απαιτούν αναβαθμισμένες οργανωτικές διεργασίες. Ακόμα δεν είμαστε ικανοί να δράσουμε πάνω στις ταξικές συνθήκες. Μα ούτε το σύστημα μπορεί να τις βελτιώσει. Η πολιτισμική κρίση είναι πιο βαθυά από ποτέ πριν, είναι οριακή. Έφτασε η ώρα να βγούμε από τα βολικά στεγανά. Τίποτα δεν θα μείνει ίδιο, ούτε οι οργανώσεις μας, ούτε η καθημερινότητά μας, ούτε οι τόποι μας και το έδαφος που πατάμε, θέλουμε, δεν θέλουμε...»

Ακολουθεί η γραπτή τοποθέτησή μου στον διάλογο «για τη δημιουργία μετώπου βάσης», που ξεκίνησε στο Κ*ΒΟΞ με πρωτοβουλία ατόμων από Εργατική πτέρυγα, Αρχή Διαλόγου, Ρουβίκωνα, Πολιτική ανυπακοή και Σύντροφους/ισσες, υπό τον τίτλο «Η Ανάγκη για οργάνωση στη βάση». Στην αποτύπωση της τοποθέτησής μου έχω συμπεριλάβει τα ερωτήματα-ζητήματα που έθεσε η Πρωτοβουλία, ώστε να είναι αγκυρωμένες οι παρατηρήσεις μου.

Μια τοποθέτηση στο άνοιγμα του διαλόγου της Πρωτοβουλίας για την δημιουργία μετώπου βάσης

Πάνε δέκα χρόνια ακριβώς, όχι μόνο από την έναρξη της πολιτικής των μνημονίων, αλλά κι από την έναρξη των συζητήσεων για τη δημιουργία αναρχικής ομοσπονδίας στον ελλαδικό χώρο. Ως προς το ειδικό ζήτημα που βάζει μπροστά η Πρωτοβουλία για την δημιουργία μετώπου βάσης, που υποτίθεται ότι είναι βασικό για τον επαναστατικό αναρχισμό, δεν κάναμε ως κίνημα κανένα βήμα σ’ αυτή την κατεύθυνση. Η εσωτερίκευση της ήττας του εργατικού κινήματος, βάθυνε. Ο πόλεμος εναντίον του αποκλεισμένου προλεταριάτου, στα σύνορα, στα κάτεργα, στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τις φυλακές, στους δρόμους, βρήκε αμυδρά εμπόδια. Οι αδυναμίες μας έχουν μερίδιο ευθύνης για εκείνους που χάθηκαν σ’ αυτό το διάστημα. Οι απαντήσεις μπορεί να είναι μόνο δύσκολες, διότι οι ερωτήσεις είναι εκ’ των πραγμάτων δύσκολες. Οι αναπόφευκτα άβολες διαπιστώσεις που φρενάρουν μέχρι σήμερα έναν ουσιαστικό διάλογο, αφορούν σ’ εμάς τους ίδιους. Η περιπλάνηση γύρω από την επισκόπηση των ταξικών συνθηκών, αν δεν γίνονται αντιληπτές ως προϊόν και της δικής μας θέσης (ενεργητικής, παθητικής) μέσα στην ταξική διαπάλη, είναι ένας τρόπος για να μην θέσουμε τα ερωτήματα.

Είμαι ένας μεταξύ των πολλών που συμμερίζονται τη φύση και τα δεδομένα του διαλόγου τον οποίον ανοίγουν οι σύντροφοι της Πρωτοβουλίας, όπως τα περιγράφουν. Κρίνω ότι τα ζητήματα που θέτουν οι σύντροφοι με τα ερωτήματά τους, είναι επαρκώς σαφή, στοχευμένα και πλούσια, προκειμένου να απαντηθεί σύντομα και αποφασιστικά από τον καθέναν που βρίσκει τον εαυτό του εντός και συλλογικά, πώς να βαδίσουμε. Οι απόψεις μου πάνω σε μια πλειάδα θεμάτων που συναρτώνται στα τιθέμενα ερωτήματα είναι γνωστές, είτε από τις επεκφρασμένες θέσεις των συλλογικών σχημάτων στα οποία έχω συμμετάσχει την προηγούμενη δεκαετία, είτε από τα προσωπικά κείμενα που έχω δημοσιεύσει τον τελευταίο ενάμιση χρόνο. Στο βιβλίο «Αντιμιλιταρισμός κι επαναστατικός αναρχισμός», έχω θίξει εξονυχιστικά πολλά από τα ζητήματα που τίθενται από τους συντρόφους, προς συζήτηση. Δεν θα κάνω όμως καμία παραπομπή, εν’αντιθέσει με ό,τι συνηθίζω και θα είμαι σύντομος. Διότι η στιγμή της πρώτης ανοιχτής συνάντησης, απαιτεί τις απλούστερες συμφωνίες κι ιδέες δυνάμενες να εμπνεύσουν, να κινητοποιήσουν προς δημιουργική περίσκεψη, εκεί που οι συμφωνίες δεν βγαίνουν αβίαστα. Οπότε, πάω κατευθείαν στο ερωτηματολόγιο, έχοντας ένα χρονόμετρο στο τραπέζι, που σε κάθε χτύπο αφαιρεί λίγη από την όποια σημασία μπορεί να έχει μια τοποθέτηση.

1. Γιατί έχουμε ακόμα ανάγκη τα ψοφίμια της ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ για να προκηρυχτεί μια γενική απεργία ή έστω μια μεγάλη πανεργατική διαδήλωση;

...Διότι δεν έχουμε εργατική οργάνωση. Το ένα και μοναδικό σωματείο βάσης που έχει χτιστεί κι έχει αναπτύξει μέσα από τους αγώνες του μαζική εμπειρία συνεχούς πάλης, ο ΣΒΕΟΔ, κάνει ότι μπορεί. Αλλά μια κλαδική οργάνωση, όχι μόνο δεν γίνεται να υποκαταστήσει το ανύπαρκτο πανεργατικό μέτωπο, αλλά ούτε και να σπρώξει τον αγώνα στο δικό του πεδίο πέρα από κάποια όρια. Η αλληλεγγύη ως όρος πάλης δεν είναι μια αφηρημένη αξία -είναι υλική συνθήκη κι η ποιότητα της εξαρτάται από τον βαθμό οργάνωσής της. Η απάντηση στον κρατικό-κομματικό συνδικαλισμό, συμπυκνώνεται σε δυο λέξεις: φεντεραλιστική αυτοοργάνωση (δηλαδή, επαναστατικός συνδικαλισμός).

2 και 3. Εφόσον δεχόμαστε τον δυϊσμό ανάμεσα στην πολιτική οργάνωση και στην αυτοοργάνωση των από τα κάτω, και εφόσον θεωρούμε τους κοινωνικούς αγώνες απόφαση και έργο της ίδιας της βάσης, πώς φανταζόμαστε ότι μπορούν να σχεδιαστούν και να πυροδοτηθούν την επόμενη περίοδο εφόσον οι υπάρχουσες κοινωνικές δομές αγώνα, με ριζοσπαστικό πρόσημο, δεν επαρκούν;

Έχουμε την δυνατότητα να περιμένουμε μέχρις ότου πραγματωθούν διαδικασίες όπως ο μαζικός συνδικαλισμός σε σωματεία βάσης ή ο σχηματισμός συνελεύσεων σε κάθε γειτονιά; Δεν αμφιβάλλουμε ότι αυτός οφείλει να είναι διαρκής και ενεργός στόχος κάθε απελευθερωτικής/επαναστατικής πολιτικής, αλλά πόσο γρήγορα, αντικειμενικά, μπορούμε να περιμένουμε να ξεδιπλωθεί αυτή η δύναμη στο επόμενο κοντινό διάστημα ώστε να αναλάβει το βάρος καθολικών κινητοποιήσεων;

Ο δυϊσμός είναι μια πραγματικότητα. Δεν είναι ένα ιδεατό μοντέλο, σαν τις διακριτές εξουσίες του φιλελεύθερου κράτους (από Λοκ και τούδε). Σκοπός της αναρχικής πολιτικής οργάνωσης είναι η κοινωνική αυτοδιεύθυνση. Ένα σύμπαν, όχι δυο παράλληλα σύμπαντα. Τα παράλληλα σύμπαντα αποτελούν φιλελεύθερη μεταφυσική προβολή στο ερμηνευτικό φαντασιακό της φυσικής. Οι επαναστάτες είναι μονιστές, αναζητούν μια οικουμενική συνοχή μέσα στην πολυμορφία. Όλη η εξουσία στα Σοβιέτ. Απατείται να αποσαφηνιστεί ευθύς αμέσως: ταξικό μέτωπο πολιτικών σχημάτων ή αυτεξούσιος οργανισμός ταξικής πάλης; Όταν είναι πραγματικά αυτεξούσιος, οι πολιτικές συλλογικότητες λαμβάνουν τον χώρο και τις ευθύνες που τους αρμόζουν.

Το πρόβλημα στη σχολαστική διάκριση των ταξικών και πολιτικών οργανισμών, είναι η ουσιοκρατία: η πλανερή εντύπωση ότι τα δυο χαρακτηριστικά δεν συμπίπτουν, αλλά αφορούν διαφορετικά υποκείμενα. Μα οι ίδιοι που οργανωνόμαστε ως ταξικά υποκείμενα, οργανωνόμαστε κι ως πολιτικά. Η βάση που θα οργανωθεί «από μόνη της» είναι ένα φάντασμα της ιδεολογίας. Δεν υπήρξε ποτέ, δεν υπάρχει το δρών ταξικό υποκείμενο δίχως πολιτικό αυτοπροσδιορισμό, έστω πρόσκαιρο. Από που εκπηγάζει η διάκριση πολιτικού, ταξικού και κοινωνικού; Απλά, από τη σχέση με την ολότητα και τον χρόνο. Πολιτικό είναι το κάθετί που αντιλαμβάνεται την πρακτική του σε σχέση με τον εξελικτικό χρόνο˙ είναι καθαυτή κάθε εμπρόθετη παρέμβαση για την αλλαγή των ταξικών και κοινωνικών συνθηκών. Υπό αυτή την απλούστατη και καθόλα αληθή σύνδεση με τον χρόνο, οι πολιτικές οργανώσεις είναι εκείνες οι ταξικές κοινότητες που στρατεύονται προς γενικούς σκοπούς, είναι κι ο τρόπος που η ίδια η βάση οργανώνεται για να κινητοποιήσει την υπόλοιπη βάση. Το αυτεξούσιο της ταξικής-κοινωνικής αυτοοργάνωσης δεν θα αναδυθεί κάπου αλλού. Είναι εδώ, σε κάθε πράξη αντίστασης και ζητούμενο είναι η ριζοσπαστική αναβάθμισή του: το πέρασμα από τους κάθε είδους σεχταρισμούς, στα Σοβιέτ, για να το πω απλά. Πώς γίνεται αυτό; Τα δομικά στοιχεία που υπάρχουν ήδη, όπως σημείωσαν οι σύντροφοι της Πρωτοβουλίας, να συναντηθούν σε μια νέα, ανοιχτά συμπεριληπτική και δοτική τοπολογία, σ’ ένα πρόγραμμα μάχης. Παρακάτω θα το δούμε κι αυτό.

Ο μαζικός συνδικαλισμός σε σωματεία βάσης κι ο σχηματισμός συνελεύσεων σε κάθε γειτονιά, αποτελούν άμεσα καθήκοντα των αναρχικών. Με όποιες δυνάμεις κινητοποιούνται την εκάστοτε στιγμή. Αν οι υπάρχουσες κοινωνικές δομές αγώνα δεν επαρκούν ως προς τη συμπεριληπτικότητα, οφείλουμε να φτιάξουμε κι άλλες. Αν δεν επαρκούν ως προς τη συνοχή τους, οφείλουμε να τις ατσαλώσουμε ηθικά κι ιδεολογικά μέσα από την άμεση πάλη στα πεδία τους. Αν δεν επαρκούν ως προς το ριζοσπαστικό πρόσημό τους (κάτι που συμπεριλαμβάνει και τις προηγούμενες δυο υποθέσεις), οφείλουμε να παλέψουμε γι’ αυτό μέσα στους υπάρχοντες οργανισμούς ταξικής-κοινωνικής πάλης ή να φτιάξουμε νέους. Είναι καθήκον των αναρχικών να σχεδιάζουν και να πυροδοτούν καθημερινά και σε βάθος χρόνου τις τοπολογίες σύγκρουσης που μπορούν να ριζοσπαστικοποιήσουν τις υπάρχουσες κοινότητες πάλης και να γεννήσουν νέες. Προσοχή όμως! Το να μην περιμένουμε ένα μεταφυσικό φάντασμα, δεν σημαίνει να παραμείνουμε στη συντηρητική πλευρά της συνοριοποίησης πολιτικού-ταξικού, δηλαδή να συνεχίσουμε να πράττουμε και να σκεφτόμαστε σα να μην γίνεται να υπάρξει ταξική αυτοοργάνωση και κοινωνική αυτοδιεύθυνση.

Θυμάμαι ένα διάλογο σε μια κινητοποίηση για την κυριακάτικη αργία, στην Ερμού. Βρήκαμε ανοιχτό κι ένα καφε-τυροπιτάδικο αλυσίδας. Πρότεινα σ’ έναν σύντροφο από το ΣΣΜ, οργανωμένο αναρχικό, να πάει να μιλήσει μ’ εκείνους τους εργαζόμενους. Δεν είχε τη διάθεση να κάνει τέτοια παρέμβαση, εκτός προγράμματος, εκτός ομαδικής πολιτικής ρουτίνας. Απ’ την άλλη θα μου μείνει αξέχαστη η παρουσία του Παντελή (δεν ζει πια), ενός χίπι καταληψία που αναλάμβανε με πάθος κάθε ευθύνη σ’ αυτό το πεδίο αγώνα και απευθυνόταν με την καρδιά του σε κάθε εργαζόμενο σα να αγκάλιαζε ένα πληγωμένο και φυλακισμένο πλάσμα, που μέσα στην αδυναμία του εκφραζόταν η τραγωδία ολάκαιρης της ύπαρξης κι απ’ τη συμμετοχή του στον αγώνα εξαρτιόταν το μέλλον της ανθρωπότητας. Ο πολιτικά ανοργάνωτος σύντροφος έβγαζε δουλειά των οργανωμένων αναρχικών και συνδικαλιστών.

4. Πώς ακριβώς θα αντιπαρατεθούμε και θα σταματήσουμε την επίθεση ενάντια στην τάξη μας μες την πανδημία όταν δεν έχουμε καθορίσει και ιεραρχήσει μια πλατφόρμα διεκδικήσεων σε όλο το μήκος και το πλάτος του μετώπου σύγκρουσης; Πώς μια τέτοια πλατφόρμα που υπερβαίνει τις μεμονωμένες διεκδικήσεις μπορεί να συνταχθεί μέσα στη βάση, να γίνει κτήμα της, να παλευτεί και να κερδηθεί;

Αντιλαμβάνομαι ότι η λέξη πλατφόρμα παραπέμπει σε πολιτική συμφωνία και πρόγραμμα. Ίσως με ελαφρύτερο τόνο, πιο αφηρημένο, πιο ανοιχτό. Φταίει η δογματική ενδοπροβολή της έννοιας πρόγραμμα, που μας τρομάζει ακόμα η λέξη. Μα πρόγραμμα είναι το κάθε τι που περνάει με οργανωμένο τρόπο από το φαντασιακό στην πράξη. Αλλά αφού η λέξη πλατφόρμα έχει μπει για τα καλά στον κινηματικό διάλογο, με διάφορους προσανατολισμούς, ας το πούμε κι έτσι. Για το πώς συντάσσονται μέσα στη βάση πλατφόρμες αγώνα κι οργανωτικής αναβάθμισης, έδωσα ήδη μια άποψη. Όποιος αντιλαμβάνεται την ανάγκη καταθέτει προτάσεις. Οι πολιτικές συλλογικότητες οφείλουν να εργάζονται γι’αυτό, εφόσον θέλουν να είναι πολιτικές και μέσα στην ταξική πάλη.

Το ερώτημα θέτει το ζήτημα της διαπάλης αποσπασματικών και γενικών διεκδικήσεων και τη σχέση μεομονωμένης και κοινής πάλης που χαρακτηρίζεται από αντιφάσεις εγγενείς στις ταξικές συνθήκες. Το ερώτημα έχει ένα πρόβλημα. Υπονοεί μια δυσκολία της βάσης να μεταβεί από το αποσπασματικό στο συνολικό και να εναρμονίσει το μεμονωμένο και το κοινό. Πρόκειται για μια ελιτίστικη προκατάληψη των πολιτικών υποκειμένων. Η βάση που μέχρι σήμερα δεν το κατάφερε, δεν είναι άλλο υποκείμενο από τους ανρχικούς που απολογίζουν. Εμείς είμαστε μέρος της αποσπασματικής, περιχαρακωμένης κι αδύναμης βάσης. Μάλλον ένα από τα πιο ασυνείδητα μέρη, εφόσον επιστρατεύουμε αριστοκρατικά σχήματα ερμηνείας που μας βγάζουν από το κάδρο της ευθύνης. Οι αναρχικοί είναι οι πρώτοι που οφείλουν να αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες μαχητικής οργάνωσης με γενικούς στόχους, συμπεριληπτικές βάσεις, κοινή συστράτευση στο κάθε επιμέρους επίδικο και μεθόδους συμμετοχικής εξέλιξης.

Ο διάλογος της βάσης δεν ξεκινάει και δεν τελειώνει μέσα σε μια μαζική συνέλευση. Αυτός είναι ο μύθος του κοινοβουλευτισμού. Ο διάλογος της ταξικής βάσης ξεκινάει με την αντίσταση του πιο απομονωμένου και βρίσκει τον τόπο του τη στιγμή που βγαίνουμε από τον κεκτημένο συλλογικό κύκλο κι αρχίζουμε να οργανώνουμε την πάλη εκεί πέρα, μέσα στις ανοργάνωτες μάζες. Επίθεση και αυτοδιακύβευση, για ν’ αλλάξει η βαθμίδα.

5. Πώς μπορούν τα χωριστά μέτωπα του κοινωνικού αγώνα (εργατικό, τοπικό, δικαιωματικό, πολιτισμικό, οικολογικό…) να αποκτήσουν συνεκτικούς κρίκους που θα επιτρέψουν την ελπίδα για μια ενιαία παράταξη δυνάμεων ενάντια σε κεφάλαιο και κράτος;

Δεν υπάρχει κανένα εμπόδιο. Παρά μόνο βολικές αυτοπεριχαρακώσεις. Αν αποφασίσεις να συναντηθείς, τίποτα δεν σε σταματάει. Όπως τους ερωτευμένους. Δεν χρειάζεται να περιμένεις το ταξίδι στα Κύθηρα, προκειμένου να αποκτήσεις συνεκτικούς κρίκους. Αρκεί να σηκώσεις ο ίδιος μια σημαία στην έρημο που βρίσκεσαι τώρα: «Επαναστατικός Κοινοτισμός-Φεντεραλισμός».

6. Ποια η σχέση, των πολιτικών μας σχηματισμών με τις οργανώσεις βάσης; Πόσο αντιλαμβανόμαστε τις οργανώσεις βάσης χρησιμοθηρικά; Ειδικά όταν οι ίδιοι κύκλοι ανθρώπων δραστηριοποιούνται ταυτόχρονα σε όλα τα πεδία; Πώς αποδεικνύουμε ως λανθασμένη την βαθιά ριζωμένη (και πολύ λογική με βάση την έως τώρα εμπειρία) καχυποψία για καπέλωμα απέναντι σε κάθε νέα πρωτοβουλία στο κοινωνικό πεδίο;

Περί χρησιμοθηρίας, δεν χρειάζεται να προσθέσω κάτι. Η καχυποψία κάνει καλό, εφόσον κυριαρχεί η προσφορά εμπιστοσύνης. Αν δεν εμπιστευόμαστε, θα ζήσουμε ως σκλάβοι, αφέντες του μικρόκοσμού μας. Είναι απλό. Αν είμαστε δοσμένοι σε κοινούς σκοπούς, θα βρούμε τον τρόπο. Ο έρωτας σαρώνει τα εμπόδια. Ύστερα, στην πράξη αποδεικνύεται τι κουβαλούσαμε. Ωστόσο, ας έχουμε κατά νου ότι σε όλες τις ταξικές και κοινωνικές συλλογικότητες κατοικοεδρεύουν πολιτικά υποκείμενα. Η καχυποψία προς τις πολιτικές οργανώσεις, αποτελεί μια βαθυά πολιτική στάση. Αντιπαρατίθενται πολιτικές θέσεις μέσα και γύρω από τους κοινωνικούς οργανισμούς, δεν αντιπαρατίθενται οργανώσεις βάσεις προς πολιτικές οργανώσεις. Αν το πολιτικό υποκείμενο δεν έχει ρίζες μέσα στην κοινότητα της βάσης, η βάση το αγνοεί και πραγματικά δεν κιδυνεύει από κυριολεκτικά ανεδαφικές φιλοδοξίες.

7. Πώς μπορούμε να εμπλέξουμε οργανωτικά αυτή την μεγάλη μάζα κόσμου που έως τώρα επιλέγει ατομικούς και ευκαιριακούς δρόμους συμμετοχής στα κοινά;

Κάθε απάντηση σ’ετούτο το ερώτημα, που θα διεκδικήσει μια ολοκληρότητα, θα είναι λαναθασμένη. Σα να ρωτάμε, «τι να κάνουμε για να ερωτευτούμε αμοιβαία;». Η μαγεία της επεκφρασμένης διάθεσης και διαθεσιμότητας. Να το γειώσω; Όπως ανέφερα ήδη, πολιτική σημαίνει πρωτοβουλία˙ σημαίνει δέσμευση˙ σημαίνει φαντασιακό. Τα έβαλα ανάποδα από τη φυσική χρονική σειρά τους, για να τονίσω την κρίσιμη ολοκλήρωση: στην ποιότητα της πρωτοβουλίας φαίνονται όλα. Να ρίξω μόνο ένα 2Χ2 πακέτο υλικών στην κατσαρόλα: για να εμπλακεί κάποιος, έχει ανάγκη να βιώσει προσωπικά και να εξελιχθεί συλλογικά, (σ)την αποτελεσματική ριζοσπαστική δράση και (σ)την οργανωτική καινοτομία. Όπως επισήμαναν οι σύντροφοι της Πρωτοβουλίας, ο χρονικός ορίζοντας της ταξική βάσης είναι «τώρα». Ο πραγματισμός, που αναφέρεται στο επόμενο ερώτημα, αποτελεί συνέπεια της ταξικής διαπάλης.

8. Πώς μπορούμε να διαχειριστούμε ταυτόχρονα, αρμονικά και σχεδιασμένα την άτεγκτη επαναστατική φύση των πολιτικών μας μηχανισμών με την διεκδικητική φύση και την πραγματιστική θέαση των μηχανισμών κοινωνικού αγώνα σε βάθος χρόνου;

Ομολογώ ότι ή δεν κατάλαβα τι εννοεί η διατύπωση ή μεταφέρουμε αντιδιασταλτικές εντυπώσεις της πραγματικότας. Ποιοί πολιτικοί μηχανισμοί έχουν επαναστατική φύση κι ευρύτερα τι είναι η άτεγκτη φύση; Μου φαίνεται εντελώς μεταφυσική έννοια η άτεγκτη φύση. Ας κρατήσουμε όμως την τετραδική αντιστοιχία που παρυσιάζει η φράση. Πολιτικό ίσον επαναστατικό και κοινωνικό ίσον διεκδικητικό και πραγματιστικό. Συγχωρέστε με, αλλά έχω την ανάγκη να αποδομήσω την τετράδα εντελώς. Πρώτα, να σπάσουμε το αλυσόδεμα του πραγματισμού στη διεκδικητικότητα. Ο πραγματισμός αφορά στα πάντα -διόλου δεν είναι δεσμευμένος στην ανοχή ενός καθεστώτος. Αντιθέτως, αν μια επαναστατική πρόταση δεν είναι πραγματιστική, δηλαδή, αν δεν πηγάζει από άμεσες ανάγκες ή δεν αποτελεί τη μοναδική εφικτή απάντηση στο πρόβλημα, δεν είναι επαναστατική. Είτε η απάντηση είναι η διεκδίκηση ενός μέτρου γης, είτε είναι η ανατίναξη όλης της Γης, είναι επαναστατική αν είναι η μόνη απάντηση στο πρόβλημα και προωθεί τον αγώνα για τη μεγάλη απάντηση. Δεν είναι σχολαστικισμός η εκκαθάριση του ιδεαλισμού. Ο πολιτικός ελιτισμός αποτελεί συστατικό του κελύφους που δεν μας έχει επιτρέψει μέχρι σήμερα, να οργανωθούμε ταξικά.

Στη συνέχεια, να ξεκολλήσουμε το κοινωνικό από μια μυωπική διεκδικητικότητα και να διατρύσουμε την αποκλειστικότητα των πολιτικών οργανώσεων στην επαναστατικότητα. Χωρίς Σοβιέτ η επαναστατική φύση είναι σαν τα φυσικά τοπία στους πίνακες ζωγραφικής της νατουραλιστικής περιόδου: καμία επαφή. Για τη μετάβαση από τη στενή διεκδίκηση στην όλο και γενικότερη (μέχρι την απαίτηση να πληρώνονται όλοι οι προλετάριοι του πλανήτη ίσο μισθό σε δολάρια, τον πλανητικό μέσο κατά κεφαλήν, κάτι που έχει τεθεί ως προγραμματική διεκδίκηση από μια οργάνωση), από τη στενή δεκδίκηση, στην απαλλοτρίωση εδάφους, πόρων, εργατικού και κοινωνικού ελέγχου, από τη στενή διεκδίκηση, στην επαναστατική πάλη, είναι η δυναμική των ίδιων των αγώνων εκείνη που μπορεί (ή δεν μπορεί) να προσφέρει νέες επόψεις. Καθήκον των αναρχικών είναι να προετοιμάζουν και να θωρακίζουν αγώνες ικανούς να απελευθερώσουν αυτή τη δυναμική, βάζοντας εξαρχής και αταλάντευτα στο παιχνίδι προγραμματικές προτάσεις τέτοιων μεταβάσεων.

Ίσως να φαίνεται ότι παλινδρομούμε. Να ξεκινήσουμε εμείς έναν αγώνα, αλλά που στηρίζεται η ελπίδα να εμπλακούν πολλοί περισσότεροι; Ο σύντροφος Ρουϊγιάν, στην εκδήλωση που είχε γίνει στον ίδιο κινηματικό χώρο όπου γίνεται κι ετούτος ο διάλογος, είχε επισημάνει ότι ως επί τω πλείστω οι αντάρτικες οργανώσεις σκέφτονται πιο στρατηγικά, όλο το έργο, ενώ οι άοπλες, συνήθως προσκολλούνται στο επιμέρους. Ας προσέξουμε κάτι. Δεν έκανε διάκριση πολιτικών και κοινωνικών (ή ταξικών) οργανισμών. Δεν είναι το ίδιο. Σύμφωνα με την παρατήρησή του, δεν είναι το πολιτικό όραμα εκείνο που εγγυάται μια πραγματικά συνολική οπτική στην πράξη, αλλά η στάση άμεσης σύγκρουσης με επαναστατικούς σκοπούς. Η προσκόλληση στο εφήμερο δεν αποτελεί ιδιότητα των οργανώσεων της ταξικής βάσης. Αποτελεί φυσική τάση των άοπλων οργανώσεων. Άλλωστε, τις επαναστάσεις τις κάνει η βάση. Είναι πολύ σχετικό αν χαρακτηρίζουμε πιο πολιτικό ή πιο ταξικό, έναν επαναστατικό οργανισμό. Όπως καταλαβαίνω αυτό που είχε πει ο σύντροφος μέσα από την εμπειρία του, είναι ότι αν θέλουμε να δούμε και να πράξουμε για όλο το έργο, οφείλουμε να οργανωθούμε στην πράξη αναλόγως. Για τους μάγειρες, μάλλον περιγράφω το αυτονόητο με περισσότερα λόγια απ’ όσα χρειάζονται.

Να αφήσουμε στη μπάντα και την υποτιμητική προσβολή της βάσης, που λέει ότι οι προλετάριοι δύσκολα δεν δεσμεύονται όπως, υποτίθεται, οι συνειδητοί επαναστάτες. Καλά κάνουν και δεν αναλώνουν με ευκολία τον χρόνο τους για χάρη μη πραγματιστικών στόχων. Ξαναθέτοντας το ερώτημα σε ορθή βάση, συζητάμε όλοι ως ταξική βαση, πώς θα γίνουμε άτεγκτοι για όποιους σκοπούς έχουμε ανάγκη να το κάνουμε. Εδώ αναδύεται η έννοια συλλογική ευθύνη. Από τις μεγαλειώδεις δηλώσεις των πολιτικών οργανώσεων, που δεν αντιστοιχούν σε κανένα πραγματικό αποτέλεσμα, να περάσουμε στον κινηματικό τόπο όπου όλοι θα φροντίζουν τις αδυναμίες ολονών. Επαναστατικός πραγματισμός της βάσης.

9. Ποιο είναι το κοινό έδαφος πάνω στο οποίο, στο κοινωνικό πεδίο, μπορούν να συνυπάρξουν με ταχύτητα αποφάσεων και εμπιστοσύνη, δυνάμεις και άτομα από τα δύο βασικά ρεύματα του ανατρεπτικού φάσματος, την αριστερά και την αναρχία; Πώς μπορούν και μέσα σε ποια όρια, να συνλειτουργήσουν αγωνιστικά κομμάτια, διατηρώντας μεν την διακριτότητά τους στην πολιτική στρατηγική, αλλά και την κοινότητά τους στην δέσμευση για υπεράσπιση των συμφερόντων της τάξης μας;

Μια ταξική οργάνωση δεν γίνεται να έχει ταυτόχρονα κρατιστικό και αντικρατικό πρόγραμμα. Ούτε ταυτόχρονα επαναστατικό και ρεφορμιστικό. Αν δεν έχει πολιτικό πρόγραμμα, ανομολόγητα ή άτυπα και ομολογημένα, είναι ρεφορμιστική. Διεκδικητική είναι κάθε εργατική οργάνωση, αλλά όχι αναπόδραστα ρεφορμιστική. Ρεφορμισμός δεν είναι η διεκδίκηση αλλαγής συνθηκών, αλλά η πολιτική πίστη στην δυνατότητα συνεχούς εσωτερικής αλλαγής του καθεστώτος, προς το προσδοκούμενο.

Στις ελευθεριακές οργανώσεις βάσης, προφανώς κάθε προλετάριος είναι ευπρόσδεκτος εφόσον δεσμεύεται στο πρόγραμμα πάλης και στους κοινωνικούς/κοινοτικούς όρους του οργανισμού. Αυτή είναι μια σημαντική διαφορά των κυρίως ταξικών-κοινωνικών οργανισμών, από τους κυρίως πολιτικούς. Δεν δεσμεύεσαι σε ένα κλειστό ιδεολογικό σύμπαν, αλλά σε έναν αλληλέγγυο αγώνα, που βέβαια, δεν γίνεται να μην έχει καμία ιδεολογική συνοχή. Καλώς να ζυγώσει ο αριστερός που θέλει ν’αγωνιστεί για προτάγματα και με μεθόδους ελευθεριακές. Αντίστοιχη είναι η απάντηση και στο 15ο ερώτημα.

Το πώς επιτυγχάνεται η ταχύτητα εμπίπτει στο ζήτημα της ποιότητας των δομών-διαδικασιών που οργανώνουμε. Πάντως, λέω εξαρχής ότι η καταφυγή στις ψηφοφορίες δεν είναι η λύση -είναι μια διαχείριση και διαιώνιση του βαθύτερου προβλήματος: της αποδόμησης της βάσης και πιο συγκεκριμένα, της απουσίας κοινότητας κι οργανικότητας.

Η διακριτότητα των πολιτικών οργανώσεων είναι ένα θέμα παντελώς αδιάφορο για την ταξική βάση έξω από τις ίδιες τις πολιτικές οργανώσεις. Είναι ζήτημα αποκλειστικά των πολιτικών οργανώσεων τι κάνουν με τη διακριτότητά τους. Όταν η επιδίωξη της διακριτότητας, τους εμποδίζει να δεσμευτούν επαρκώς στον κοινό αγώνα της βάσης, κρίνονται γι’αυτό και διακρίνονται για την ανικανότητά τους. Το γεγονός ότι τίθεται αυτό ως ζήτημα σ’ έναν διάλογο για την οργάνωση της ταξικής βάσης, είναι ένα από αυτά που εγείρουν καχυποψίες. Η στρατηγική των πολιτικών οργανώσεων για τη δική τους πορεία, είναι θέμα αποκλειστικά εκάστης. Αλλιώς μιλάμε για χωραφάδες και γαϊδούρια. Δεν είναι κακό να θέλουν και να αυτοπροβάλλονται οι πολιτικές οργανώσεις. Αλλά δεν αφορά σ’ ετούτο τον διάλογο.

Ως προς τη στρατηγική για την εξέλιξη του κινήματος βάσης, καθένας μπορεί να έχει την άποψή του, να την καταθέτει στα συλλογικά όργανα του κινήματος (με ή χωρίς πολιτικές υπογραφές) και να παίρνει πρωτοβουλίες δράσης μέσα στο γενικό πεδίο της πάλης, εφόσον δεν αθετεί συμφωνίες. Ύστερα, στα συλλογικά όργανα των ελευθεριακών οργανισμών, δεν ψηφίζονται κομματικές προτάσεις -γίνεται ζύμωση, διάλογος επί όλων των προτάσεων. Κι αυτό αφορά στο συμφέρον της τάξης μας.

Για τη συνεργασία των πολιτικών δυνάμεων: Νομίζω, αφορά στο θέμα, μόνο με την έννοια ότι όλες οι ταξικές οργανώσεις έχουν πολιτικό πρόσημο. Διότι αν μιλάμε για τις πολιτικές οργανώσεις, οι σχέσεις τους πρέπει να μην επηρεάζουν τις ταξικές οργανώσεις. Έτσι κι αλλιώς, πάλι με έρωτα έχουμε να κάνουμε. Κανένας σοβαρός άνθρωπος δεν ασχολείται με τα μπαλαμούτια του ενός και και του άλλου. Μέσα και αναμεταξύ των συμπεριληπτικών οργανισμών της βάσης, υπάρχουν μεγάλοι και μικροί έρωτες. Και τα μεγάλα και τα μικρά, μπορούν να ενώσουν ή να χωρίσουν. Καλώς να μας ενώνουν τα μεγάλα. Καλώς να μας χωρίζουν τα μεγάλα. Καλώς να μας ενώνουν τα μικρά. Το μόνο ασύμφορο είναι να μας χωρίζουν τα μικρά. Κι εκεί κρύβονται τα ψέματα για τα μεγάλα. Είμαστε όλοι μικροί, θέλουμε να γίνουμε μεγάλοι.

10. Ποια τα όρια και γιατί δεν επιτυγχάνουν μακροπρόθεσμα τα πολιτικά μέτωπα, όχι μόνο ανάμεσα σε διαφορετικές πολιτικές δυνάμεις, αλλά ακόμα και στο εσωτερικό των ίδιων πολιτικών χώρων; Πόσο τέτοιας φύσης μέτωπα μπορούν τελικά να ανταποκριθούν στις σημερινές ανάγκες του αγώνα;

Όσο πιο μικροί οι σκοποί, τόσο πιο ανώδυνοι οι αποχωρισμοί. Η άνεση ή η δυσφορία που νιώθει ένα πολιτικό υποκείμενο, στους αποχωρισμούς, υποδηλώνει το βάθος των σκοπών του.

11. Σε ποια γλώσσα πρέπει να μιλήσουμε στο μεγαλύτερο κομμάτι της κοινωνικής βάσης που απέχει κάθε οργανωμένης πολιτικής και κοινωνικής στράτευσης; Σε ποιο βαθμό είμαστε διατεθειμένοι να προσαρμόσουμε την φόρμα τόσο του λόγου, όσο και της δράσης, ώστε να εξασφαλίσουμε αν μη τι άλλο την μεταδοτικότητα του προτάγματος; Στο (συχνά παραπλανητικό) φάσμα ανάμεσα στον ελιτισμό και τον λαϊκισμό ποιο είναι το σημείο της δικής μας ισορροπίας;

Μεταδοτικότητα της γλώσσας. Μεταδοτικός είναι ο ειλικρινής λόγος. Οι προσποιήσεις μυρίζουν από μακρυά. Κοιτώντας λίγο βαθύτερα, δεν είναι οι λεπτομέρειες της επικοινωνίας εκείνες που καθορίζουν τη δυναμική του διαλόγου. Μια τέτοια πεποίθηση είναι αστική μεταφυσική. Το θέμα είναι αν το πρόταγμα καθαυτό αγγίζει σε βάθος.

Αμφιβάλω αν το δίλλημα ελιτισμός ή λαϊκισμός βοηθάει. Κάθε ελιτισμός είναι εχθρικός. Όμως, κι ο λαϊκισμός με την έννοια της έκπτωσης του λόγου προκειμένου να γίνει εύπεπτος, ενέχει ελιτισμό. Είναι δίλλημα παγίδα, το μόνος κι ωραίος ή τεχνηέντως μαζί. Οι αναρχικοί είναι λαϊκοί άνθρωποι, δεν είναι λαϊκιστές. Η λαϊκότητά τους εκφράζεται στην εξεγερσιακή υφή του λόγου τους, μα και στην ευστοχία της ματιάς τους, όσο δύσκολη κι αν είναι η ματιά τους. Η επαναστατική λαϊκότητα δεν γίνεται να ισορροπήσει με τον ελιτισμό. Γενικότερα, η έννοια ισορροπία μεταξύ ασύμβατων εννοιών, παραπέμπτει σε αστική διαχείριση κι όχι σε επαναστατική διαλεκτική. Λαϊκότητα λοιπόν, δίχως εκπτώσεις.

12 και 13. Πώς θα κόψουμε τον δρόμο σε καθεστωτικές δυνάμεις να οικειοποιηθούν τους διεκδικητικούς αγώνες της βάσης; Πώς θα καταπολεμήσουμε την συστημική προπαγάνδα που στο όνομα του ρεαλισμού καταλαμβάνει κινήματα και τα εξαργυρώνει με ψήφους και εξουσία; Πώς θα εμποδίσουμε την «πολιτική τροφοδοσία» του κάθε Σύριζα όπως έγινε με τους αντιμνημονιακούς αγώνες (ή παλαιότερα του ΠΑΣΟΚ); Πώς θα εμποδίσουμε το ρεφορμισμό και την αστικοδημοκρατική θεσμικότητα να καβαλήσει την αυτοοργανωμένη, μαζική, μαχητική διεκδίκηση;

Πώς θα απευθυνθούμε στα νέα μέλη της εργατικής τάξης και των ανέργων που με βεβαιότητα θα έρθουν μαζικά την επόμενη περίοδο ως αποτέλεσμα της καταστροφής και της προλεταριοποίησης των μικροαστικών στρωμάτων; Πώς θα διαχειριστούμε τις ταξικές τους αυταπάτες;

Όντας πραγματιστικά επαναστάτες. Επιτυγχάνοντας ταξικές νίκες.

Ο Λένιν είχε δίκιο όταν έλεγε ότι κανείς δεν μπορεί να κοροϊδέψει τις τάξεις. Η αντίθετη άποψη είναι ξεκάθαρα ελιτίστικη. Το ερώτημα είναι πώς θα διαχειριστούμε τις πολιτικές μας αυταπάτες, όχι τις «αυταπάτες» της βάσης. Η βάση είναι διαλυμένη και γνωρίζει τις αδυναμίες της. Δεν χρειάζεται φωστήρες, χρειάζεται ζωντανή ενέργεια μάχης και χειροπιαστές αποδείξεις ικανότητας. Επένδυσε στην αριστερά, όταν έχασε έναν πόλεμο, όχι επειδή την κορόϊδεψε η αριστερά. Μόνο οι δικοί μας καιροσκόποι κορόϊδεψαν τον εαυτό τους.

14. Υπάρχει και ποια είναι η ποσοτική κρίσιμη μάζα, οι όροι μαζικότητας, ώστε ένα νέο εγχείρημα κοινωνικού αγώνα να είναι ικανό να κάνει τα πρώτα βήματα που θα κάνουν νοητά τα πιθανά μελλοντικά του άλματα και να μην πνιγεί εξαρχής;

Κρίσιμη μάζα υπάρχει παντού. Κάθε μάζα είναι ικανή για ορισμένους μετασχηματισμούς. Το ζήτημα είναι τι θέλουμε να κάνουμε. Χρειάζεται να αποκολληθούμε από την αριστερής προέλευσης μεταφυσική της μάζας, που βλέπει τη μάζα σαν κάτι που διαρκώς λείπει κι όχι σαν αυτό που είναι εδώ την εκάστοτε στιγμή. Αυτή η αντιστροφή της πραγματικότητας, έχει αντιδραστικό πολιτικό σκοπό: να εκμηδενίσει τη διαθέσιμη ριζοσπαστική μαζικότητα.

Από την ίδια πρόθεση εκπορεύεται κι η προκατάληψη ότι μαζικότερο σημαίνει συντηρητικότερο. Η καθεστωτική αριστερά τρώει λίγο λίγο τις δικές της μάζες επί μισό αιώνα. Δεν της έμεινε πια τίποτα να φάει. Αυτό είναι το αποτέλεσμα της αρνητικής προβολής πάνω στις μάζες. Δεν χρειάζεται λογικά, ιστορικά, επιστημονικά επιχειρήματα, προκειμένου να γίνει κατανοητό ότι όσο πιο πολλοί και συνεκτικοί είμαστε, τόσο πιο ριζοσπαστικοί μπορούμε να είμαστε.

Πάραυτα, κατανοώ την έννοια της κρίσιμης μάζας όπως τίθεται από την Πρωτοβουλία. Να ξεκινήσουμε όντας ικανοί για κάτι. Ικανοί για τί, όμως; Αν περιμένουμε την εξασφάλιση της προοπτικής, χάσαμε την ιστορία. Ας δούμε την εμπερία του ΡΚΚ και του EZLN, που ακριβώς σ’ ετούτο το σημείο μοιάζουν σχηματικά. Παρέμεναν «αδρανείς» για χρόνια, μέχρι να κρίνουν ότι είναι έτοιμοι για το μπραφ (η έναρξη του αντάρτικου στο Κουρδιστάν, 15η Αυγούστου 1984 κι η εξέγερση της 1ης Γενάρη 1994). Μα η εκρηκτική κίνηση δεν έγινε όταν είχε εξασφαλιστεί η νίκη. Οι Κούρδοι επαναστάτες δεν ανέμεναν ότι θα αντέξει το εγχείρημα παραπάνω από μερικές μέρες. Ξεκίνησαν όμως για να πάνε μέχρι την απελευθέρωση. Οι Ζαπατίστας ανέμενεναν ότι θα σφαγιστούν κατά την προγραμματισμένη πορεία τους προς την Πόλη του Μεξικό. Ήταν βουτιές στο άγνωστο, με μόνη βεβαιότητα τη θυσία. Μα έτσι δημιούργησαν το έδαφος για νέα μαζικά άλματα. Κι έτσι συνεχίζουν να το κάνουν. Συνέγερση στην αντίσταση.

Η ιδέα ότι απαιτείται να επιτευχθεί πρώτα ένα γενικό επίπεδο οργάνωσης πρωτού εφορμήσουμε, είναι ειδοποιώς έκφραση της σοσιαλδημοκρατίας. Από ιστορική ματιά, ο συμβουλιακός εργατισμός που ήταν εγκλοβισμένος μέσα στη γερμανική σοσιαλδημοκρατία στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, κατάλαβε το αδιέξοδο αυτής της αντίληψης βιώνοντας τη σφαγή του 1919. Η απάντηση βρίσκεται μέσα στο ερώτημα που έθεσαν οι σύντροφοι της Πρωτοβουλίας: Πρώτον, κρίσιμη μάζα ώστε ένα νέο εγχείρημα να είναι ικανό να κάνει τα πρώτα βήματα. Δεύτερον, να κάνει νοητά τα επιδιωκόμενα (κι όχι μόνο πιθανά) μελλοντικά άλματα. Σε ποιόν απότατο σκοπό δεσμευόμαστε (αυτό έκαναν και οι Ζαπατίστας και οι Κούρδοι) και ποιά θα είναι η πρώτη πράξη; Αν απαντήσουμε αυτά τα δυο, θα είναι εύκολο να ορίσουμε την κρίσιμη μάζα. Θα αποφύγω την προπάθεια να καταθέσω τώρα προτάσεις για την πρώτη πράξη. Η μάζα που θα διαμορφωθεί μέσα από τον διάλογο θα κρίνει συλλογικά ποιό είναι το εφικτό άλμα της, σε ποιό άμεσο φαντασιακό θα ρίξει τις δυνάμεις της. Εγώ θα πω μόνο ότι πρέπει να κάνει πάταγο, όχι επικοινωνιακά, αλλά αντικειμενικά.

Καταρχάς είμαι μαζί σας. Οφείλω να σεβαστώ τον χρόνο ζύμωσης.

Χαιρετώ την έναρξη του ανοιχτού διαλόγου, με την προτροπή να καταλήξει σύντομα σε οργανωτικές πρακτικές που θα οδηγήσουν στον σκοπό.

Δημήτρης Χατζηβασιλειάδης 8 Μάη 2021

*Στις 16 Αυγούστου 2012, η νοτιοαφρικανική αστυνομία, με εντολή της κυβέρνησης του Εθνικού Αφρικανικού Κονγκρέσου, δολοφόνησε τριανταέξι απεργούς μεταλλορύχους.

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License