Ελεύθερη Αγορά μετά την επανάσταση

Αναδημοσίευση κειμένου που εξηγεί την λειτουργία της ελεύθερης αγοράς (δηλαδή το εμπόριο) μετά από μια κομμουνιστική/εργατική επανάσταση.

Πηγή κειμένου: https://parapoda.wordpress.com/2020/05/10/%ce%b5%ce%bb%ce%b5%cf%8d%ce%b8%ce%b5%cf%81%ce%b7-%ce%b1%ce%b3%ce%bf%cf%81%ce%ac-%ce%bc%ce%b5%cf%84%ce%ac-%cf%84%ce%b7%ce%bd-%ce%b5%cf%80%ce%b1%ce%bd%ce%ac%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%83%ce%b7/

Η συζήτηση για το ρόλο της ελεύθερης αγοράς την περίοδο αμέσως μετά την επανάσταση δεν είναι δημοφιλής στις τάξεις όσων καλούν σε επανάσταση. Από τη μια, αυτό είναι αντικειμενικό. Πώς να συζητάς για το πώς θα αξιοποιήσεις ένα κατάλοιπο της προηγούμενης κοινωνίας; Από την άλλη, όμως, πέραν του ότι δεν είναι το μόνο κατάλοιπο (εκτός κι αν νομίζει κανείς ότι μετά την επανάσταση δεν θα υπάρχουν κατάλοιπα της παλιάς κοινωνίας), από το γεγονός και μόνο ότι είναι κατάλοιπο, δεν συνάγεται ότι δεν είναι εφικτό (και υποχρεωτικό) να αξιοποιηθεί. Για την ακρίβεια, αν δεν το αξιοποιηθεί, δεν χαρίζονται απλά σύμμαχοι στον αντίπαλο, αλλά γιγαντώνεται η κοινωνική βάση της αντεπανάστασης. Όποιος δεν το καταλαβαίνει και νομίζει ότι «του αρκεί» η εργατική τάξη, μάλλον ξεχνά ότι και αυτή, ειδικά σήμερα, ειδικά στην Ελλάδα, μετά από δεκαετίες σχετικά εύκολης «κοινωνικής ανέλιξης», σε μεγάλο βαθμό διέπεται και θα διέπεται για πολλές γενιές (ακόμα κι αν, υποθετικά, σήμερα, δια μιάς όλοι γίνονταν προλετάριοι) από την ψυχολογία (ή και νοσταλγία) του «κάποια στιγμή, να μην έχω άλλον πάνω από το κεφάλι μου».

Κι όμως, με μια κατάλληλη πολιτική, είναι εφικτό να κερδίσει κανείς τους μικρούς και μεσαίους παραγωγούς, να τους δείξει, με τους ίδιους τους νόμους της αγοράς, πόσο αυτή τους σκοτώνει εν τέλει, και ότι είναι και προς το συμφέρον τους να προχωρήσουν σε κοινωνικότερες μορφές παραγωγής χωρίς αυτές να είναι ένας συλλογικός καπιταλιστής.

Πιο συγκεκριμένα, το κράτος μετά την επανάσταση, πρέπει να έχει και μια φορολογική («κατασταλτική») πολιτική έναντι όσων συνεχίζουν την ατομική παραγωγή, φορολογώντας τους δυσανάλογα σε σχέση με όσους επιλέγουν συνεταιριστική παραγωγή. Πρέπει, επίσης, να έχει και μια πολιτική πιστώσεων, παροχής τεχνολογίας, κάλυψης τμήματος μεταβλητού και πάγιου κόστους (μηχανήματα, υλικά παραγωγής-σπόροι κλπ) που να ευνοεί τη συνεταιριστική παραγωγή (χωρίς να νοιάζεται για καμιά Κομισιόν που θα μιλά για «έμμεσες ενισχύσεις»). Πρέπει, επιπροσθέτως, να καταστείλει, στη σφαίρα της διανομής, και το (εγχώριο και διεθνές) ιδιωτικό χονδρεμπόριο, γιατί αποκτά πολιτικές διαστάσεις η διατήρησή του, αφού μπορεί να πλήξει με την τεχνητή έλλειψη εμπορευμάτων το μετεπαναστατικό κράτος. Πρέπει, ακόμα, να ενθαρρύνει και την ανάπτυξη καταναλωτικών συνεταιρισμών για την απόσπαση καλύτερων τιμών από τους παραγωγούς (πάντα με όρους αγοράς).

Μετά από όλα αυτά, αποκτά μία σχεδόν μονοψωνιακή δύναμη έναντι των παραγωγών (μιλώντας καθαρά, πάλι, με όρους αγοράς). Το ερώτημα, όμως, είναι μέχρι πού μπορεί να ασκήσει την μονοψωνιακή του δύναμη που εκδηλώνεται τόσο με συμβόλαια αγοράς, όσο και με υποχρεωτικές παραδόσεις προϊόντων σε μια συγκεκριμένη τιμή. Και τα δύο αυτά μέσα έχουν μία φορολογική πτυχή και μία καθαρή πτυχή «αγοράς». Η υποχρεωτική παράδοση τμήματος της παραγωγής είναι ένα πολύ σημαντικό εργαλείο, αν ασκηθεί σωστά. Το εργαλείο αυτό έχει δύο πτυχές: πόσο μεγάλο τμήμα της παραγωγής και σε ποια τιμή πρέπει να παραδοθεί, εν γνώσει του ότι ο μικροπαραγωγός λειτουργεί με το μυαλό στο κέρδος. Μπορεί να αποτελέσει εργαλείο διαμόρφωσης συνείδησης το κρατικό «μονοψώνιο»;

Παιχνίδια με αυτό δεν επιτρέπονται, πολλώ δε μάλλον όταν έχουμε την εμπειρία του 20ού αιώνα: κι αν δεν την γνωρίζουν όσοι επαγγέλλονται την επανάσταση, τη γνωρίζουν (έστω κι από τα αστικά ΜΜΕ) οι μικρομεσαίοι (και οι περισσότεροι εργαζόμενοι, που διέπονται από την προαναφερθείσα ψυχολογία) και για αυτό, συν τοις άλλοις, φοβούνται την επανάσταση. Αν πει στο μικροπαραγωγό, «θα μου δώσεις ένα 10% της παραγωγής σου με μόλις 10% σκόντο», και τα υπόλοιπα μπορεί να τα βγάλει στην ελεύθερη αγορά, τότε το κράτος ίσως δεν λειτουργεί ούτε καν ως καλός αγοραστής με όσους αγοράς, ενώ απαξιώνει ταυτόχρονα και όλα τα προαναφερθέντα φορολογικά και άλλα όπλα, χωρίς μάλιστα να αλλάζει τη συνείδηση του μικροπαραγωγού υπέρ της κοινωνικότερης παραγωγής (γιατί δεν αρκεί να προσχωρήσει στο συνεταιριστικό κίνημα επειδή δεν έχει άλλη λύση, αλλά επειδή το πιστεύει ότι είναι καλύτερα). Αν όμως του πει π.χ. «θα μου δώσεις το 99% της παραγωγής σου με 99% σκόντο», είναι εύκολο να καταλάβει κανείς πως όχι μόνο δεν θα τον κερδίσει αυτόν υπέρ του σοσιαλισμού, αλλά θα τον οδηγήσει στην απόκρυψη της παραγωγής του, σε τεχνητές ελλείψεις, που θα δημιουργήσουν δυσαρέσκεια και στον υπόλοιπο πληθυσμό, ενώ θα παρασύρει και το κράτος σε μια κατασταλτική πολιτική, και μια κατάσταση κοινωνικής έκρηξης, που δεν είναι βέβαιο ότι ως δυσαρεστημένο στρώμα θα έχει να αντιμετωπίσει μόνο τους διωκόμενους μικροπαραγωγούς, τις οικογένειές τους ή όσους ψωνίζουν από τη μαύρη αγορά, αλλά και τους αλληλέγγυους με αυτούς εργάτες. Η δε απαραίτητη εργατοαγροτική συμμαχία (ή, όποια άλλη συμμαχία με μικροπαραγωγούς), που αποτελεί θεμέλιο μιας επανάστασης, θα έχει καταρρεύσει. Μάλιστα, δεν είναι καν δεδομένο, ακόμα κι αν το ’θελε το κράτος, ότι μπορεί να αξιοποιήσει τους εργάτες εναντίον των αγροτών (μικροπαραγωγών), κι αυτό γιατί μπορεί να έχει πάρει ταυτόχρονα μέτρα που πλήττουν συγκεκριμένα τους συγκεκριμένους εργάτες που έχει η χώρα του: μπορεί οι εργάτες του να έχουν αγροτική (ή μικροαστική) καταγωγή, με την αντίστοιχη αδυναμία προσαρμογής στο βιομηχανικό χώρο εργασίας που απαιτεί πειθαρχία (άλλο ένα πρόβλημα ελάχιστα δημοφιλές για συζήτηση), και μπορεί να ’χει πάρει αντίστοιχα «κατασταλτικά» μέτρα για την επιβολή πειθαρχίας. Έτσι, μπορεί να φτάσει το κράτος να έχει «εργατοαγροτική συμμαχία», αλλά εναντίον του. Με βάση λοιπόν και το ότι η μεταχείριση των παραγωγών από το κράτος δεν επιδρά στη συνείδηση και τη δράση των εργατών μόνο με βάση το αν οι πρώτοι εξασφαλίζουν στους δεύτερους τροφοδοσία, η έγνοια του κράτους για την ελεύθερη αγορά πρέπει να υπάρχει ακόμα και την περίοδο που δεν θα είναι πια τόσο σημαντικοί για την τροφοδοσία του πληθυσμού οι μεμονωμένοι παραγωγοί ή οι παραγωγικοί συνεταιρισμοί επειδή θα έχουν δυναμώσει οι κρατικές επιχειρήσεις.

Περιττό δε να ειπωθεί ότι, μετά από μια τέτοια αναταραχή στην τροφοδοσία, υπάρχει ο κίνδυνος μια τέτοια «τιμολογιακή» πολιτική να μην εφαρμοστεί μόνο στους ατομικά καλλιεργούντες, αλλά να επεκταθεί και στους παραγωγικούς συνεταιρισμούς, με αποτέλεσμα να αυξάνονται τα καπιταλιστικά «κατάλοιπα» στη συνείδηση των συνεταιριστών και να μετατρέπονται οι συνεταιρισμοί σε συλλογικές καπιταλιστικές επιχειρήσεις, δηλαδή, να καθίσταται ανταγωνιστική η αντίθεσή της με το κράτος, από μη ανταγωνιστική (όπως θα έπρεπε να είναι).

Σίγουρα, με βάση και την εμπειρία του 20ού αιώνα, είναι λάθος να λέμε από τώρα ότι θα πρέπει να βαίνει αυξημένο το παραδοτέο στο κράτος τμήμα της παραγωγής και μειούμενη η τιμή. Αυτό πρέπει να ισχύει, αλλά μόνο με όρους τάσης. Πρώτον, γιατί, υπάρχουν αντικειμενικοί παράγοντες που δεν μπορούν να ελεγχθούν: μια κακοκαιρία, ή, μια έλλειψη πρώτων υλών σε παγκόσμιο επίπεδο. Δεύτερον, γιατί οι ίδιες οι καταναλωτικές προτιμήσεις αλλάζουν (και με κρατική παρέμβαση, ως ένα βαθμό, όπως και σε «κανονικό» καπιταλιστικό καθεστώς). Τρίτον, γιατί, όπως ειπώθηκε, η «τιμολογιακή» πολιτική του κράτους-μονοψωνίου είναι ένα πεδίο πολιτικής, και μπορεί να χρειάζεται ενίοτε να είναι ακόμα πιο σημαντική μια καλή τιμή στους μικροπαραγωγούς για να δοθούν μάχες σε πολιτικό επίπεδο εναντίον άλλων στρωμάτων-ταξικών εχθρών.

Παιχνίδια, όμως, όπως ειπώθηκε και παραπάνω, δεν επιτρέπονται. Μια «υπεραριστερή» «τιμολογιακή» πολιτική θα έχει επιπτώσεις ακόμα και εντός του πολιτικού φορέα, του κόμματος, που την υλοποιεί. Αυτό θα δώσει λαβή, όχι απλώς στο να δοθεί και με το παραπάνω, αναγκαστικά, ρόλος στην ελεύθερη αγορά (με ό,τι αυτό συνεπάγεται στη συνείδηση των παραγωγών) για να καλυφθεί η «χασούρα» των περασμένων ετών και να καταλαγιάσει η οργή στους παραγωγούς, αλλά και στη γέννηση δεξιού κινδύνου εντός του κόμματος. Ακόμα κι αν αυτός επικρατήσει, και μετά κατασταλεί, αυτά τα πάνω-κάτω, αυτές οι κωλοτούμπες στην πολιτική, προκαλούν δυσαρέσκεια σε αθροιστικά μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού από όσο οι κάθε φορά δυσαρεστημένοι. Ουσιαστικά, μια «υπεραριστερή» πολιτική μπετονάρει τη δεξιά παρέκκλιση, που βρίσκει υπαρκτά λάθη και αναπτύσσεται (με τη βοήθεια και του ταξικού εχθρού). Αλλά τα λάθη θα είναι υπαρκτά και δεν θα μπορούμε να τα κρύβουμε κάτω από το χαλάκι.

Η περίπτωση της ΛΔ Ουγγαρίας είναι ενδεικτική. Παρότι υπήρχε μια συνετή πολιτική στην ενθάρρυνση της συλλογικής παραγωγής, τέτοια που, το 1953, μόλις το 38% των εδαφών της χώρας καλλιεργούνταν με συνεταιριστική και κρατική παραγωγή (22+16%), η τιμολογιακή πολιτική ξεπέρασε κάποια ανεκτά όρια. Και ο πιο «σκληρός» anticapitalista θα παραδεχτεί ότι δεν μπορείς να ζητάς από κάποιον να σου πουλήσει κατά 600% χαμηλότερα την παραγωγή του, έστω και το 1% αυτής: με τέτοια – όχι απλά προτεινόμενη, αλλά επιβαλλόμενη – τιμή, δείχνεις ότι δεν σε νοιάζει αν πάει στον ταξικό αντίπαλο, αυτός, η οικογένειά του, οι καταναλωτές, όσοι γενικά βλέπουν το καραμπινάτο αυτό λάθος και άλλοι «ριγμένοι» που ψάχνουν ευκαιρία για την αντεπανάσταση. Χωρίς φυσικά να αποδίδονται στον ίδιο το Ράκοσι (γ.γ. του Κόμματος Ούγγρων Εργαζομένων και πρωθυπουργός μόνο μεταξύ Αυγούστου 1952 και Ιούνη 1953) αυτά τα λάθη, και σε κάποιον δήθεν «αριστερισμό» του όπως έλεγαν οι ρεβιζιονιστές (που, αν υπήρχε, θα εκδηλωνόταν και σε μια ταχύτερη κολεκτιβοποίηση), και παρότι πιθανώς αποτελούσε αντανάκλαση των μεγάλων επιτυχιών στην βιομηχανική παραγωγή, και της θεμιτής θέλησης να μη δοθεί χρόνος στον ταξικό εχθρό να ανασυνταχθεί στον τομέα της γεωργίας μετά τις εθνικοποιήσεις και την πολιτική ήττα του το 1949 με την ανακήρυξη Λαϊκής Δημοκρατίας, είναι ιστορικό γεγονός ότι δημιουργήθηκε μια σοβαρή δεξαμενή «ριγμένων», η απαραίτητη βάση «δυσαρεστημένων», που, με τη βοήθεια των σοβιετικών ρεβιζιονιστών (σ.parapoda:βλ.εδώ), «ικανοποιήθηκαν» το καλοκαίρι του 1953, με την εφαρμογή μιας «Νέας Οικονομικής Πολιτικής».

Σύνδεσμος αναφοράς για τους σοβιετικούς ρεβιζιονιστές: https://parapoda.wordpress.com/2012/12/20/%CF%80%CF%81%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B1-%CF%83%CF%85%CE%B6%CE%B7%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B5%CF%89%CE%BD-%CE%BF%CF%85%CE%B3%CE%B3%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%B7%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BC%CE%B5/

Όπως ήταν φυσικό, αυτή η «νέα» πολιτική προκάλεσε μεγαλύτερα δεινά, επί το δεξιότερο, στην οικονομία. Και μόνο το γεγονός ότι, μαζί με τα θέματα τιμολογιακής πολιτικής, συν τοις άλλοις (για να σταθούμε στις αλλαγές μόνο στην Οικονομία), δόθηκε η δυνατότητα να αποχωρούν όσοι θέλουν από τη συνεταιριστική παραγωγή ανά πάσα στιγμή, και όχι με το τέλος της παραγωγικής χρονιάς, προκάλεσε, έστω και σε μικρό βαθμό, μια δυσμενή επίπτωση στο συσχετισμό δύναμης. Αλλά και το γεγονός ότι αυτή η δεξιά πολιτική ανατράπηκε το 1955, με την επάνοδο του Ράκοσι, πάλι δημιούργησε νέους δυσαρεστημένους, και αποσυγκρότηση, λόγω της σύγχυσης: δεν μπορείς κάθε χρονιά να λες ότι αυτό που υποδείκνυες ως πρώτες αρχή» και έκανες την προηγούμεν, η ή επί σειρά ετών, ήταν λάθος. Περιττό να προστεθεί το ότι, ήρθε και το 1956, με τη νέα αλλαγή και την καθαίρεση Ράκοσι, και είχε ήδη πια διαμορφωθεί, μαζί με όλα τα άλλα μέτρα στη σφαίρα της πολιτικής, μια συμπαγής βάση υπέρ της αντεπανάστασης.

Παρακάτω υπάρχει μια ανάλυση για την ελεύθερη αγορά στη ΛΔ Ουγγαρίας και τα λάθη που διαπράχτηκαν στον τομέα αυτόν ως το 1953 και τον αντίκτυπό τους στο βιοτικό επίπεδο. Παρότι ο αρθρογράφος έχει σαφή τοποθέτηση υπέρ της «Νέας Οικονομικής Πολιτικής» του αντεπαναστάτη Νάγκι, και δεν αναφέρει ότι, ακόμα και τα μέτρα που έπρεπε να παρθούν για να διορθωθεί η κατάσταση (αν και όχι στην έκταση που πάρθηκαν) δεν πρέπει να είναι μόνιμα (γιατί έχουν αρνητικές επιδράσεις στη συνείδηση του παραγωγού, αφού ενισχύουν τον καπιταλισμό μέσα του, και το παράδειγμα της ΕΣΣΔ, που αρκετά πλήρωσε τον Μπουχάριν και τους κουλάκους του, είναι ενδεικτικό), ωστόσο, παρέχει κάποια στοιχεία που είναι διαχρονικής αξίας.

***

Ελεύθερη αγορά και βιοτικό επίπεδο στην Ουγγαρία

Του Kálmán Szabó

Εθνικό Γραφείο Σχεδιασμού

Στη σφαίρα της διανομής, το χαρακτηριστικό στοιχείο της περιόδου της μετάβασης από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό είναι κυρίως η ύπαρξη της ελεύθερης ή ανοργάνωτης αγοράς, ύπαρξη που συνδέεται, πρώτα από όλα, με εκείνο το τμήμα της μικρής εμπορευματικής παραγωγής, που έχει μια κεφαλαιώδη σημασία στην αγροτική παραγωγή.

Φύση της ελεύθερης αγοράς

Η σφαίρα της ελεύθερης αγοράς αποτελείται, πρώτα από όλα, από τις σχέσεις συναλλαγής ανάμεσα από τους ατομικά καλλιεργούντες αγρότες, τους τεχνίτες και τους παραγωγικούς συνεταιρισμούς, από τη μια, και από την άλλη, από τις συναλλαγές ανάμεσα σε αυτές τις κατηγορίες παραγωγών και τους μισθωτούς και υπαλλήλους.

Η αγορά είναι ελεύθερη στο βαθμό που οι παραγωγοί (αγρότες, τεχνίτες, συνεταιρισμοί) μπορούν ελεύθερα να φέρνουν τα προϊόντα τους στην αγορά, δηλαδή, να μπορούν να πωλούν και να αγοράζουν όπως νομίζουν και να διαπραγματεύονται ελεύθερα, έξω από κάθε άμεσο κανονισμό από το κράτος, τους όρους συναλλαγής.

Βάσει αυτού, η ελεύθερη αγορά είναι το αντίθετο της παράνομης, ή μαύρης αγοράς, που, συνήθως, αναπτύσσεται σε εποχές όπου έκτακτα μέτρα του κράτους περιορίζουν την κυκλοφορία των εμπορευμάτων.

Η ελεύθερη αγορά είναι αγορά ανοργάνωτη στο βαθμό που το λαϊκό δημοκρατικό μας κράτος δεν ελέγχει άμεσα τη μάζα των εμπορευμάτων που φτάνει σε αυτή και δεν καθορίζει τη σύνθεση και τις τιμές τους. Από αυτή την άποψη, η ελεύθερη αγορά βρίσκεται στον αντίποδα της οργανωμένης αγοράς.

Ωστόσο, η ελεύθερη αγορά, όπως αυτή υπάρχει στη λαϊκή μας δημοκρατία, δεν είναι ούτε οργανωμένη, ούτε ελεύθερη, με την έννοια που δίνεται στην καπιταλιστική οικονομία.

Πρώτα από όλα, σ’ εμάς, η ελεύθερη αγορά εντάσσεται στο πλαίσιο μιας οικονομικής οργάνωσης όπου τα βασικά μέσα παραγωγής δεν μετατρέπονται σε εμπορεύματα, όπου το ουσιαστικό μέρος της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων πραγματοποιείται μέσα από την οργανωμένη αγορά (1) και όπου οι εργάτες μπορούν να βρουν σε συνθήκες ευνοϊκές μια θέση εργασίας στον κρατικό τομέα. Δεύτερον, αξιοποιώντας την οργανωμένη αγορά, η λαϊκή μας δημοκρατία μπορεί να επηρεάζει σε έναν σημαντικό βαθμό την εξέλιξη της προσφοράς και τη διαμόρφωση των τιμών της ελεύθερης αγοράς. Το κράτος μας εισάγει έτσι μια κάποια οργάνωση στην εξέλιξη της ελεύθερης αγοράς και, στηριζόμενο στο νόμο της αρμονικής (αναλογικής) ανάπτυξης της οικονομίας, μπορεί, με τη δράση του, να βάλει αποτελεσματικά όρια στην αυθόρμητη εφαρμογή του νόμου της αξίας.

Κατά συνέπεια, στις οικονομικές συνθήκες της λαϊκής μας δημοκρατίας, η ελεύθερη αγορά δεν είναι πια μια καπιταλιστική αγορά. Όμως, δεν είναι ούτε κολχόζνικη αγορά, στο βαθμό που τα εμπορεύματα που διατίθενται δεν προέρχονται αποκλειστικά, ούτε πρωτίστως από τους συνεταιριζόμενους σοσιαλιστικά παραγωγούς, αλλά, ως επί το πλείστον, από εμπορευόμενους μικρούς παραγωγούς. Λαμβάνοντας υπόψη τη θέση που καταλαμβάνει στο σύστημα της κοινωνικής διανομής και την επιρροή που ασκεί στην παραγωγή και την κατανάλωση, αυτή η αγορά είναι, επομένως, αρκετά πιο εκτεταμένη από όσο η κολχόζνικη αγορά στη Σοβιετική Ένωση.

Η εμπορευματική σύνδεση πόλεων-χωριών

Στην σημερινή οικονομική οργάνωση της λαϊκής μας οικονομίας, ο θετικός ρόλος της ελεύθερη αγοράς είναι διπλός: από τη μια, εκπροσωπεί ένα απαραίτητο κίνητρο για την ανάπτυξη της αγροτικής παραγωγής και, από την άλλη, αποτελεί ένα αναντικατάστατο συμπλήρωμα για την διατροφική κάλυψη του πληθυσμού, των εργατών και των υπαλλήλων. Η ελεύθερη αγορά, επομένως, έχει, πέραν αυτού του άμεσου οικονομικού ρόλου, μια μεγάλη πολιτική σημασία από την άποψη της οικοδόμησης του σοσιαλισμού. Αποτελεί οργανικό τμήμα του συστήματος των οικονομικών συνδέσεων, των σχέσεων ανταλλαγής των εμπορευμάτων ανάμεσα στην πόλη και το χωριό, που αποτελεί την οικονομική βάση της ένωσης της εργατικής τάξης και των εργαζόμενων αγροτών.

Στην περίοδο που προηγήθηκε του 1953, διαπράχτηκαν πολλά λάθη στην ανάπτυξη των οικονομικών σχέσεων ανάμεσα στην πόλη και την επαρχία. Στη διάρκεια αυτής της περιόδου, η ελεύθερη αγορά δεν μπόρεσε να εκπληρώσει το θετικό της ρόλο στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Τέθηκε στο περιθώριο πολύ παραπάνω από όσο απαιτούσαν οι συνθήκες της οικονομικής ανάπτυξης που είχαν δημιουργηθεί από το κράτος. Αυτός ο υπερβολικά δευτερεύων ρόλος που δόθηκε στην ελεύθερη αγορά ήρθε να προστεθεί στα γενικότερα σφάλματα στον τομέα της οικονομικής πολιτικής.

Ως αποτέλεσμα της γοργής ανάπτυξης της βιομηχανίας, σε μερικά μόλις χρόνια, ο αριθμός των εργατών και των υπαλλήλων ξαφνικά εκτινάχτηκε: ωστόσο, η πρόσληψή τους σε αυτή έλαβε χώρα πρωτίστως από τα στρώματα του πληθυσμού που, εργαζόμενα στην αγροτική παραγωγή, δεν κάλυπταν προηγουμένως παρά μόνο ένα ελάχιστο τμήμα των διατροφικών τους αναγκών μέσα από το εμπόριο ή μέσα από την αγορά. Αυτή η νέα κατάσταση πραγμάτων προκάλεσε μια ξαφνική αύξηση της ζήτησης διατροφικών προϊόντων. Προέκυψε έτσι μια αντίθεση ανάμεσα στις αυξανόμενες ανάγκες του πληθυσμού και στα διαθέσιμα εμπορεύματα γενικά, και ιδίως ανάμεσα στη ζήτηση διατροφικών προϊόντων και την αγροτική παραγωγή. Εξάλλου, ο πληθυσμός της επαρχίας καταναλώνει ένα τμήμα πολύ πιο σημαντικό, από όσο πριν από την απελευθέρωση, της δικής του παραγωγής διατροφικών προϊόντων.

Για να μπορέσουμε να εφοδιάζουμε την εργατική τάξη με βασικά διατροφικά προϊόντα, έπρεπε να αυξήσουμε την εμπορευματική παραγωγή της γεωργίας, ενώ η συνολική αγροτική παραγωγή πρακτικά δεν αύξανε. Είναι για να αυξήσουμε την αναλογία της εμπορευματικής αγροτικής παραγωγής που θεσπίσαμε το σύστημα των υποχρεωτικών παραδόσεων. Η υπερβολική επέκταση αυτής είχε ως συνέπεια η ανοργάνωτη αγορά να παίξει αυτά τα χρόνια ένα ρόλο όλο και πιο περιορισμένο στην πώληση των αγροτικών προϊόντων.

Η δυσανάλογη μείωση της σχετικής σημασίας της ελεύθερης αγοράς δεν αντανακλούσε μόνο ανισορροπίες που εμφανίστηκαν στο σύνολο της εθνικής οικονομίας συνεπεία της υπερβολικής εκβιομηχάνισης, αλλά επιδείνωνε περαιτέρω τις βλαπτικές επιπτώσεις. Από τη μια, συνέβαλε η ίδια στη στασιμότητα της αγροτικής παραγωγής, και από την άλλη, καταδίκαζε την ελεύθερη αγορά να παίζει όλο και λιγότερο το ρόλο της στον εφοδιασμό του αστικού πληθυσμού.

Οι σημαντικοί περιορισμοί που επήλθαν στην ελεύθερη πώληση των προϊόντων, οι αναταράξεις στον εφοδιασμό της επαρχίας με βιομηχανικά προϊόντα, άρχιζαν να υποσκάπτουν τις συνθήκες ύπαρξης της μικρής εμπορευματικής παραγωγής. Οι παραδοσιακοί δεσμοί που ένωναν τις αγροτικές εκμεταλλεύσεις και αυτές στους άλλους τομείς της εθνικής οικονομίας, άρχισαν να χαλαρώνουν. Όσον αφορά τους νέους δεσμούς με τους οποίους επιδιώξαμε να τους υποκαταστήσουμε, δεν μπόρεσαν να καλύψουν τις ρωγμές που είχαν προκληθεί και αποδεικνύονταν, συνολικά, ασύμβατοι με τη φύση των εκμεταλλεύσεων της μικρής εμπορευματικής παραγωγής.

Τις μεθόδους που επέτρεπαν να επηρεάσουμε συστηματικά και με ευελιξία την εφαρμογή του νόμου της αξίας, τις αντικαθιστούσαμε όλο και πιο πολύ με ένα σύστημα άκαμπτο και συγκεντροποιημένο με υποχρεωτικές εντολές, που αποδείχτηκε γραφειοκρατικό. Έτσι παρέλυσε η ενστικτώδης τάση του μικροϊδιοκτήτη να μπορεί πάντα να επιλέγει, ανάμεσα σε όλες τις δυνατότητες που του παρέχονται, αυτή που συνίσταται στο να παράγει και να φέρνει στην αγορά αυτό το προϊόν που του αποφέρει τα περισσότερα. Ωστόσο, είναι ακριβώς μέσω αυτών των αντιφατικών προσπαθειών των μικροπαραγωγών εμπορευμάτων που τείνουν να παράγουν και να πωλούν το πιο επικερδές προϊόν, που ασκείται η δράση του νόμου της αξίας. Αυτή την τάση, έμφυτη σε αυτόν τον αντικειμενικό νόμο, το κράτος μας δεν μπορεί να την καταστείλει. Όμως, είναι σε θέση να την λαμβάνει υπόψη κατά την οικοδόμηση του σοσιαλισμού και, μάλιστα, πρέπει απαραιτήτως να την αξιοποιεί για να εκπληρώσει τους στόχους της οικονομικής του πολιτικής. Στις συνθήκες που της επιβάλλονταν, η οικονομική μας πολιτική δεν ήταν σε θέση να εκμεταλλευτεί κατάλληλα αυτή την ευκαιρία: επίσης, το υλικό συμφέρον του εργαζόμενου αγρότη για αύξηση της παραγωγής, για ανάπτυξη της εκμετάλλευσής του, μειώθηκε σοβαρά.

Οι διαστάσεις του νόμου της αξίας

Είναι στο ίδιο πλαίσιο που επέδρασαν οι διαφορές που εκδηλώθηκαν στον τομέα των τιμών: μια διαφορά που αποκαλύφθηκε, για παράδειγμα, από το άνοιγμα της ψαλίδας ανάμεσα στις τιμές των βιομηχανικών προϊόντων που αγοράζονταν από τον αγρότη και αυτές των αγροτικών τιμών, και ειδικότερα από το ασυντόνιστο άνοιγμα της σχετικής ψαλίδας. Μπορούμε να δούμε άλλη μια ενδεικτική διαφορά στη σημαντική απόκλιση που επήλθε βαθμιαία ανάμεσα στις λιανικές τιμές αγροτικών προϊόντων στο σοσιαλιστικό εμπόριο και σε αυτές της ελεύθερης αγοράς και ιδίως στο γεγονός ότι η διαφορά ανάμεσα στις τιμές των αγροτικών προϊόντων που ορίζονταν από το κράτος και αυτές της ελεύθερης αγοράς δεν σταμάτησαν να αυξάνεται.

Διαφορά ανάμεσα στις μέσες τιμές αγροτικών προϊόντων που αποδίδονταν στα πλαίσια των υποχρεωτικών παραδόσεων και τις τιμές στην ελεύθερη αγορά (σε %)

Σιτάρι 1949-50: 34

Σιτάρι 1950-51: 41

Σιτάρι 1951-52: 177

Σιτάρι 1952-53: 590

Πατάτες 1949-50: 27

Πατάτες 1950-51: 30

Πατάτες 1951-52: 20

Πατάτες 1952-53: 34

Χοιρινό 1949-50: 2

Χοιρινό 1950-51: 105

Χοιρινό 1951-52: 380

Χοιρινό 1952-53: 274

Πουλερικά 1949-50: 14

Πουλερικά 1950-51: 17

Πουλερικά 1951-52: 275

Πουλερικά 1952-53: 225

Αυγά 1949-50: 8

Αυγά 1950-51: 27

Αυγά 1951-52: 61

Αυγά 1952-53: 237

Γάλα 1949-50: 72

Γάλα 1950-51: 91

Γάλα 1951-52: 305

Γάλα 1952-53: 393

Η αυξανόμενη διαφορά ανάμεσα στις τιμές υποχρεωτικών παραδόσεων και εκείνες της ελεύθερης αγοράς επηρέασε σε σημαντικό βαθμό την εξέλιξη των εισοδημάτων των αγροτών. Αν η συγκομιδή ήταν καλή, το πλεόνασμα παραγωγής πωλούταν συνολικά στην ελεύθερη αγορά, και καθώς αυτή η αυξανόμενη προσφορά δύσκολα μπορούσε να ρίξει τις τιμές της ελεύθερης αγοράς κάτω από αυτές του (σοσιαλιστικού) λιανικού εμπορίου, το χρηματικό εισόδημα του αγρότη αύξανε δυσανάλογα. Αντίθετα, στην περίπτωση μιας κακής συγκομιδής, – όπως αυτή του 1952, για παράδειγμα – το χρηματικό εισόδημα των αγροτών έπεφτε απότομα, γιατί ένα μεγάλο τμήμα της παραγωγής τους (72% το 1952) πωλούταν σε χαμηλές τιμές στις υποχρεωτικές παραδόσεις, και το πλεόνασμα αυτών των προϊόντων που μπορούσαν να πουληθούν στην ελεύθερη αγορά ήταν εξαιρετικά ασήμαντο ώστε να μπορεί να εμποδίσει, παρά την αύξηση των τιμών, τη μείωση του εισοδήματος. Επίσης, η σημαντική διαφορά που υπήρχε ανάμεσα στις τιμές υποχρεωτικής παράδοσης και αυτές της ελεύθερης αγοράς και η δυσαναλογία ανάμεσα στις ποσότητες που παραδίνονταν και εκείνες που πωλούνταν στην ελεύθερη αγορά προκαλούσαν σημαντικές διαφορές στα χρηματικά εισοδήματα των διαφόρων στρωμάτων της αγροτιάς. Τόσο σημαντική ήταν η διαφορά των τιμών που, ακόμα και σε παρόμοιες συνθήκες παραγωγής, τα εισοδήματα των μεν και των δε αγροτών διέφεραν πολύ πιο σημαντικά από όσο οι αντίστοιχες αποδόσεις των εκτάσεών τους.

Το σύνολο αυτών των παραγόντων συνέβαλε στην σημαντική αποδυνάμωση της διάθεσης συμμετοχής σε αυτό το μηχανισμό παραγωγής και της διάθεσης για παραγωγή γενικά, που είχαν εκδηλωθεί με τέτοια ένταση στις τάξεις των αγροτών τα πρώτα χρόνια μετά την Απελευθέρωση. Η αγροτιά άρχισε να αμελεί τις εκμεταλλεύσεις της, να μειώνει τα ζώα και να μετριάζει τη φροντίδα τους, ακόμα και να παραχωρεί τις εκτάσεις της στο κράτος. Το 1952, οι «εκτάσεις εφεδρείας» έφτασαν το 14% της επιφάνειας των ιδιωτικών εκμεταλλεύσεων. Πολλοί αγρότες ήταν υποχρεωμένοι από την κατάστασή τους να αναζητούν νέα εργασία στη βιομηχανία ή να εισέρχονται στους παραγωγικούς συνεταιρισμούς χωρίς να είναι πεπεισμένοι. Ένα στοιχείο έδειχνε χαρακτηριστικά την μειωμένη ζέση των αγροτών να παράγουν: στο ήδη μειωμένο συνολικό εισόδημα της αγροτιάς, το τμήμα που αφορούσε τις λεγόμενες δαπάνες εκμετάλλευσης μειωνόταν από χρόνο σε χρόνο.

Η ελεύθερη αγορά μπορούσε όλο και λιγότερο να παίζει το συμπληρωματικό της ρόλο για τον διατροφικό εφοδιασμό του πληθυσμού των πόλεων. Έτσι, ανεξάρτητα από τις ίδιες τις διακυμάνσεις στις καιρικές συνθήκες, η συμβολή των καλλιεργητών στις αγορές της πόλης μειωνόταν, την ίδια στιγμή που οι τιμές της ελεύθερης αγοράς αυξάνονταν. Αυτό ήταν ιδιαίτερα αισθητό κατά τη διάρκεια της κακής αγροτικής χρονιάς 1952. Η αύξηση των τιμών της ελεύθερης αγοράς ήταν, σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνη για το γεγονός ότι, μετά το 1951, ο πληθυσμός των πόλεων ήταν υποχρεωμένος να αποδίδει ένα παράλογα μεγάλο τμήμα του εισοδήματός του για την αγορά διατροφικών προϊόντων.

Έτσι, η υποεκτίμηση του ρόλου της ελεύθερης αγοράς συνέβαλε σημαντικά στην αύξηση της διαφοράς ανάμεσα στη βιομηχανική και την αγροτική παραγωγή και τη δυσαναλογία ανάμεσα στις ατομικές ανάγκες του πληθυσμού και των διαθέσιμων ποσοτήτων εμπορευμάτων.

Η μείωση των ανταλλαγών εμπορευμάτων ανάμεσα στην πόλη και το χωριό – και, μεταξύ άλλων, των συναλλαγών στην ελεύθερη αγορά – σήμαινε ότι άρχιζε η εφαρμογή των διοικητικών μεθόδων να αντικαθιστά μια εντατική και συστηματική εκμετάλλευση της αγοράς. Μια τέτοια στάση ήταν σε αντίθεση με τις βασικές αρχές της ΝΕΠ (2). Η παραβίαση αυτών των θεμελιωδών αρχών οδήγησε, από τη μια, στην παραβίαση των λενινιστικών αρχών αναφορικά με τον βαθμιαίο και εθελοντικό χαρακτήρα ανάπτυξης των συνεταιρισμών, και, από την άλλη, στην αποδυνάμωση της συμμαχίας με τη μεσαία αγροτιά. Η μείωση της σχετικής σημασίας της ελεύθερης αγοράς ήταν η αιτία, και ταυτόχρονα η συνέπεια, των λαθών που διαπράχτηκαν όσον αφορά την εφαρμογή των λενινιστικών αρχών στη ΝΕΠ και το σχεδιασμό για την ανάπτυξη της συνεταιριστικής οικονομίας. Συνέβαλε στην περιθωριοποίηση της μόνης εφικτής βάσης για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού, την ενίσχυση της συμμαχίας ανάμεσα στους αγρότες και τους εργάτες και τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου.

Τα μέτρα του Ιούνη του 1953

Τον Ιούνη του 1953, στη βάση της ανάλυσης της πολιτικής και οικονομικής μας κατάστασης, το Κόμμα μας αναγνώρισε τις αντιθέσεις που αναπτύσσονταν τα προηγούμενα χρόνια στην πολιτική και οικονομική μας ζωή.

Για την επίτευξη των κύριων οικονομικών στόχων της πολιτικής του νέου σταδίου – πιο σημαντική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου, ανάπτυξη της αγροτικής παραγωγής – η ελεύθερη αγορά αποτελεί έναν παράγοντα πρώτιστης σημασίας. Στις σημερινές περιστάσεις, όπου τα προϊόντα των μεμονωμένων αγροτών συνιστούν πάνω από τα 2/3 της εμπορευματοποιημένης παραγωγής της γεωργίας, όπου το κίνημα των παραγωγικών συνεταιρισμών βρίσκεται σε φάση όπου δεν έχει ακόμα εδραιωθεί, δεν μπορούμε να επιλύσουμε το πρόβλημα της ανάπτυξης της αγροτικής παραγωγής και αυτό του εφοδιασμού των εργατικών μαζών με διατροφικά αγαθά και προϊόντα άμεσης κατανάλωσης, χωρίς να διασφαλίσουμε στην ελεύθερη αγορά, όχι πια τον δευτερεύοντα ρόλο που έπαιζε μέχρι σήμερα, αλλά έναν ρόλο σε πρώτο πλάνο.

Στη βάση των αποφάσεων της Κεντρικής Επιτροπής (σ.parapoda: βλ.εδώ), θεσπίστηκε ένα νέο σύστημα υποχρεωτικών παραδόσεων με τριετή ισχύ, ενώ ταυτόχρονα μειώθηκε σημαντικά το ποσοστό των υποχρεωτικών παραδόσεων για τους μεμονωμένους παραγωγούς, και ακόμα πιο σημαντικά για τους παραγωγικούς συνεταιρισμούς. Επίσης μειώθηκαν οι χρεώσεις για υπηρεσίες που παρέχονταν από τους μηχανοτρακτερικούς σταθμούς, κάτι που ευνόησε πρωτίστως τους παραγωγικούς συνεταιρισμούς. Οι αλλαγές που επήλθαν στο σύστημα των υποχρεωτικών παραδόσεων – έστω και για ένα δεδομένο επίπεδο παραγωγής – αύξησαν σημαντικά τα πλεονάσματα των παραγωγικών συνεταιρισμών και των μεμονωμένων αγροτών, που ήταν διαθέσιμα για πώληση στην ελεύθερη αγορά.

Το νέο σύστημα που υιοθετήθηκε για τις ελεύθερες αγορές (συμπληρωματικές παραδόσεις στο κράτος) επιτρέπει να δίνεται μεγαλύτερη ευλυγισία στις εκμεταλλεύσεις των παραγωγικών συνεταιρισμών και των μεμονωμένων αγροτών και συμβάλλει στην επέκταση της ελευθερίας πώλησης. Μετά την 1η Δεκέμβρη 1951, το κράτος δεν διέθετε πια ένα δικαίωμα μονοπωλίου για την αγορά εμπορευμάτων, ή, τουλάχιστον, το μονοπώλιο στην αγορά δεν ασκούταν παρά μόνο για συγκεκριμένα προϊόντα (βοοειδών). Ωστόσο, οι τιμές αγορών συνέχιζαν να ορίζονται εκ των προτέρων από το κράτος. Έτσι αυξανόταν ταυτόχρονα η διαφορά ανάμεσα στις τιμές αγοράς από τον παραγωγό, που παρέμεναν απαράλλαχτες, και αυτές της ελεύθερης αγοράς που αυξάνονταν σημαντικά στο μεταξύ.

Συνολικά, οι νέες τιμές αγοράς είναι ουσιαστικά στο επίπεδο των τιμών του λιανικού εμπορίου, μείον των εμπορικών και παρόμοιων εξόδων. Καθώς η μείωση των υποχρεωτικών παραδόσεων αφορούσε τα αγροτικά προϊόντα που είναι τα σημαντικότερα για την τροφοδοσία του πληθυσμού, το κράτος μας πρέπει, για να διασφαλίσει μια καλύτερη τροφοδοσία, να αντικαθιστά τις χαμένες με αυτό τον τρόπο ποσότητες με ελεύθερες αγορές.

Πρώτα αποτελέσματα

Την περασμένη χρονιά, ο εφοδιασμός της επαρχίας με βιομηχανικά προϊόντα, που κάθε άλλο είναι ένα αμελητέο στοιχείο για την ανάπτυξη της ελεύθερης αγοράς, βελτιώθηκε σημαντικά. Σήμερα, ο εργαζόμενος αγρότης αγοράζει έναν αρκετά πιο μεγάλο αριθμό βιομηχανικών προϊόντων από όσο τα προηγούμενα χρόνια. Το βλέπουμε στο γεγονός ότι οι αγροτικοί καταναλωτικοί συνεταιρισμοί καταλαμβάνουν στην Ουγγαρία μια θέση πολύ πιο σημαντική από όσο στο παρελθόν στον συνολικό όγκο πωλήσεων βιομηχανικών προϊόντων (είδη ένδυσης 23,5% των πωλήσεων λιανικής από τον Ιούλη του 1953 ως το Μάρτη του 1954 έναντι 20,5% για την αντίστοιχη περίοδο των περασμένων ετών· άλλα βιομηχανικά προϊόντα 23,2% έναντι 16,1% την αντίστοιχη περίοδο).

Μαζί με την έναρξη εφαρμογής των νέων συστημάτων υποχρεωτικών παραδόσεων, συμβολαίων ελεύθερων αγορών, υπό την επίδραση επίσης ενός καλύτερου εφοδιασμού της επαρχίας με βιομηχανικά προϊόντα, το τμήμα της ελεύθερης αγοράς στο εμπόριο των αγροτικών προϊόντων αυξήθηκε σημαντικά.

Αυτές οι αλλαγές σε μεγάλο βαθμό συνέβαλαν στην ελάττωση των διαφορών του συστήματος τιμών. Η ψαλίδα ανάμεσα στις τιμές των υποχρεωτικών παραδόσεων και αυτές τις ελεύθερης αγοράς ξανάκλεισε. Επιπλέον, η ψαλίδα, που ως τώρα ήταν μεγάλη, ανάμεσα στις τιμές του συμβολαιακού συστήματος και αυτές των ελεύθερων αγορών έχουν ήδη επαναπροσεγγιστεί. Αυτές οι αλλαγές έχουν επιδράσει ευνοϊκά στα χρηματικά εισοδήματα και την αγοραστική δυνατότητα των αγροτών. Οι τροποποιήσεις που επήλθαν κατά τους τελευταίους 18 μήνες στις σχέσεις ανταλλαγής ανάμεσα στην πόλη και το χωριό, έχουν αυξήσει γρήγορα τη ζέση των αγροτών για την παραγωγή.

Αυτές οι πρώτες επιτυχίες δείχνουν ότι η ελεύθερη αγορά αρχίσει να εκπληρώνει το ρόλο της, που είναι απαραίτητος στις σημερινές συνθήκες, για την ανάπτυξη της αγροτικής παραγωγής.

Ο όγκος των εμπορευμάτων που διέθεσαν οι αγρότες-παραγωγοί στις αγορές των μεγάλων πόλεων και στην επαρχία αυξήθηκε σημαντικά μετά τον Ιούνη του 1953 σε σχέση με τα προηγούμενα έτη. Έτσι, από την 1η Ιούλη 1953 ως την 1η Ιούλη 1954, είχαμε τις ακόλουθες μεταφορές προϊόντων στις αγορές της Βουδαπέστης άμεσα από τους παραγωγούς, με βάση το 100 (πριν τον Ιούλη του 1953): πατάτες 391, ξηρά λαχανικά 374, φρέσκα φρούτα 192, αυγά 190, φρέσκα λαχανικά 189, ζωντανά πουλερικά 120, γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα 79.

Τα προς διάθεση προϊόντα έχουν μια αυξανόμενη τάση, όχι μόνο σε σχέση με τα χρόνια που προηγήθηκαν της εφαρμογής του κυβερνητικού προγράμματος, αλλά επίσης και μετά τον Ιούλη του 1953. Στις αγορές της Βουδαπέστης και 39 άλλων πόλεων, ο όγκος κατά τη διάρκεια των μηνών Ιούνης-Αύγουστος 1954, αυξήθηκε κατά 31,5% σε σχέση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο.

Θα γίνει αντιληπτή η όλη σημασία αυτής της αύξησης των διαθέσιμων προϊόντων στην ελεύθερη αγορά, αν ληφθεί υπόψη ότι ο αγροτικός πληθυσμός προμηθεύεται από αυτή την αγορά ένα σημαντικό τμήμα των προϊόντων που έχει ανάγκη: συγκεκριμένα, το 1954, σύμφωνα με τις προβλέψεις του πλάνου, 40% του γάλακτος, 20% χοιρινού, 40-50% πουλερικών και ένα ποσοστό ακόμα πιο σημαντικό φρούτων και λαχανικών.

Η αύξηση των διαθέσιμων προϊόντων στην ελεύθερη αγορά προκάλεσε μια μείωση των τιμών διάφορων προϊόντων στις αγορές. Έτσι, το πρώτο μισό του 1954, οι τιμές που υπήρχαν στις αγορές της Βουδαπέστης και των πόλεων της επαρχίας ήταν, κατά μ.ό, 26,9% χαμηλότερες από αυτές του πρώτου εξαμήνου του 1953. Πρέπει φυσικά να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι στο πρώτο μισό του 1953, οι τιμές αγοράς ήταν ακόμα πιο ψηλές λόγω της κακής συγκομιδής του 1952.

Η αύξηση των πωλήσεων και ο αυξημένος ρόλος της ελεύθερης αγοράς συνέβαλαν στη βελτίωση του εφοδιασμού του πληθυσμού των πόλεων σε σχέση με τα προηγούμενα έτη. Ένα από τα σημάδια αυτής της εξέλιξης είναι ότι οι αγορές του πληθυσμού, αυξάνοντας σημαντικά την αναλογία των βιομηχανικών αγαθών, έχουν υποστεί μια ευνοϊκή εξέλιξη του τελευταίους 18 μήνες:

Μέσες δαπάνες μιας οικογένειας πόλης για διατροφή και ένδυση (ως ποσοστά συνολικών δαπανών), μέση μηνιαία δαπάνη Απρίλη-Μάη-Ιούνη:

Διατροφικά αγαθά 1952: 53,26

Διατροφικά αγαθά 1953: 57,1

Διατροφικά αγαθά 1954: 51,73

Ένδυση 1952: 14,75

Ένδυση 1953: 11,2

Ένδυση 1954: 15,70

Ως συνέπεια της αύξησης της προσφοράς, οι τιμές της ελεύθερης αγοράς βαθμιαία πέφτουν, κάτι που επιτρέπει μια μείωση των τιμών λιανικής. Η πτώση των τιμών στην ελεύθερη αγορά, στο πλαίσιο μιας γενικής αύξησης της αγροτικής παραγωγής, όχι μόνο δεν επιβραδύνει την ανάπτυξη της καλλιέργειας, αλλά την ωθεί. Αν η αύξηση της εμπορευματικής παραγωγής είναι τέτοια που, παρά τη μείωση των τιμών στην ελεύθερη αγορά, το εισόδημα των αγροτών αυξάνεται, και αυτοί έχουν τη δυνατότητα να αφιερώνουν ένα αυξανόμενο τμήμα αυτού του εισοδήματος στην ανάπτυξη των εκμεταλλεύσεών τους, το συμφέρον τους να εντείνουν την παραγωγή, αντί να μειώνεται, με τη σειρά του, αυξάνεται.

Εμπορευματικές ανταλλαγές & σοσιαλιστική οικοδόμηση

Είναι ξεκάθαρο ότι, σε εμάς, δεν είναι οι χρονιές με κακή συγκομιδή που ευνοούν τους αγρότες, παρότι οι τιμές στην ελεύθερη αγορά αυξάνουν, αλλά οι καλές χρονιές, όπου η παραγωγή είναι αυξημένη και όπου, συνεπεία της αύξησης της προσφοράς, οι τιμές μειώνονται. Ο μικρός παραγωγός θεωρεί, λοιπόν, την πτώση των τιμών ως κάτι αυτονόητο. Βρίσκει εντελώς φυσιολογικό ο πελάτης, ακόμα κι αν είναι το κράτος, εμπορεύεται μαζί του και, επωφελούμενο της ευνοϊκής κατάστασης της αγοράς, του αγοράζει τα προϊόντα σε χαμηλότερες τιμές. Καταλαβαίνει από μόνος του ότι η θεωρία έχει ως εξής: αν η παραγωγή αυξάνεται, και η παραγωγικότητα επίσης, η κοινωνική εργασία που περιέχεται στα διάφορα προϊόντα μειώνεται, και οι τιμές στην αγορά, κατά συνέπεια, μειώνονται.

Στην περίπτωση μιας μείωσης των τιμών στην ελεύθερη αγορά, το κράτος μας θα μπορούσε να την αξιοποιήσει, όχι μόνο ως γενικό κίνητρο για την παραγωγή, αλλά επίσης και ως μέσο ανάπτυξης των αναλογιών ανάμεσα σε διαφορετικές καλλιέργειες. Το λαϊκοδημοκρατικό μας κράτος διαθέτει πολλά μέσα για να τροποποιήσει κάποιες αναλογίες, ορίζοντας τις τιμές των υποχρεωτικών παραδόσεων, των συμβολαιακών τιμών και αυτών των ελεύθερων αγορών των διαφόρων αγροτικών προϊόντων: έτσι, είναι σε θέση να ωθήσει την παραγωγή των προϊόντων πρώτιστης σημασίας για τις ανάγκες της εθνικής οικονομίας. Έχει τη δυνατότητα να διαφοροποιεί περισσότερο τις τιμές των προϊόντων ανάλογα με την ποιότητά τους – όπως το έκανε πρόσφατα για το βοδινό – προκαλώντας έτσι όχι μόνο μια αύξηση της παραγωγής, αλλά και μια βελτίωση της ποιότητας.

Η αύξηση της σημασίας της ελεύθερης αγοράς σημαίνει όχι μόνο αύξηση των δυνατοτήτων ανάπτυξης της αγροτικής παραγωγής, της σχεδιασμένης της ανάπτυξης και της αναδιοργάνωσής της σε μια σοσιαλιστική βάση, αλλά και έναν καλύτερο εφοδιασμό του αστικού πληθυσμού σε διατροφικά προϊόντα και της βιομηχανίας σε πρώτες ύλες. Οι δεσμοί που ενώνουν την πόλη με το χωριό, την εργατική τάξη με την αγροτιά, πολλαπλασιάζονται και ισχυροποιούνται. Χάρη στην ενίσχυση αυτών των δεσμών, η συμμαχία της εργατικής τάξης με τις αγροτικές μάζες, ιδίως με τους μεσαίους αγρότες, τους πλέον ενδιαφερόμενους για την ελεύθερη αγορά, ενισχύεται. Η βάση του δημοκρατικού μας κράτους, η εργατοαγροτική συμμαχία, ενισχύεται.

Έτσι, η ενδυνάμωση και επέκταση των συναλλακτικών σχέσεων στην αγορά δεν αντιβαίνει, αλλά, συνάδει με το ιστορικό προτσές σύμφωνα με το οποίο η χώρα μας μετασχηματίζεται σε σοσιαλιστική χώρα όπου επικρατεί η αυξανόμενη ευημερία και ανθίζει ο πολιτισμός.

Μετάφραση από τα γαλλικά parapoda. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό του ΚΚΓ «Νέα Δημοκρατία», έτος 9ο, ν. 3, Μάρτης 1955, σ.σ.176-179.

Σύνδεσμος στο περιοδικό του ΚΚΓ «Νέα Δημοκρατία»: https://gallica.bnf.fr/ark:/12148/bpt6k2943777j/f1.item.zoom

(1)Σημειωτέον ότι περίπου το 90% των προϊόντων φτάνουν στον καταναλωτή μέσω της οργανωμένης αγοράς (κρατικό λιανικό εμπόριο, αγροτικοί καταναλωτικοί συνεταιρισμοί).

(2)Νέα Οικονομική Πολιτική

Βλ.επίσης:

Πρακτικά συζητήσεων Ουγγρικής & μετασταλινικής σοβιετικής ηγεσίας (13-16/6/1953), https://parapoda.wordpress.com/2012/12/20/%CF%80%CF%81%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B1-%CF%83%CF%85%CE%B6%CE%B7%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B5%CF%89%CE%BD-%CE%BF%CF%85%CE%B3%CE%B3%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%B7%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BC%CE%B5/

Το ουγγρικό «20ό συνέδριο» (Απόφαση Ολομέλειας της ΚΕ του Κόμματος Ούγγρων Εργαζομένων) (28/6/1953), https://parapoda.wordpress.com/2012/12/19/%CF%84%CE%BF-%CE%BF%CF%85%CE%B3%CE%B3%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%BF-20%CE%BF-%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B5%CE%B4%CF%81%CE%B9%CE%BF-%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%86%CE%B1%CF%83%CE%B7-%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%BC%CE%B5/

Ομιλία Μάτυας Ράκοσι για την εφαρμογή των αποφάσεων του Ιούνη του 1953 (11/07/1953) (+κάποια περαιτέρω σχόλια για την αυτοκριτική), https://parapoda.wordpress.com/2015/08/28/%CE%BF%CF%85%CE%B3%CE%B3%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B1-%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CE%BB%CE%AF%CE%B1-%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%B1%CF%82-%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%BF%CF%83%CE%B9-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CE%BD/

Πηγή κειμένου: https://parapoda.wordpress.com/2020/05/10/%ce%b5%ce%bb%ce%b5%cf%8d%ce%b8%ce%b5%cf%81%ce%b7-%ce%b1%ce%b3%ce%bf%cf%81%ce%ac-%ce%bc%ce%b5%cf%84%ce%ac-%cf%84%ce%b7%ce%bd-%ce%b5%cf%80%ce%b1%ce%bd%ce%ac%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%83%ce%b7/

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License