Αλληλεγγύη στους αγωνιστές Ν. Ματαράγκα και Γ. Καλαϊτζίδη

Όλες οι αστικές κυβερνήσεις διεθνώς χρησιμοποιούν το όπλο των ναρκωτικών. Είναι ένα όπλο που στρέφεται ενάντια στην εργατική τάξη και κυρίαρχα στη νεολαία, στα ίδια τα παιδιά της φτωχολογιάς, σάρκα από τη σάρκα του λαού, που ως νέα βάρδια στην υπεράσπιση των ταξικών λαϊκών συμφερόντων θα αποτελέσουν τον κύριο αιμοδότη στην πάλη απέναντι στο καπιταλιστικό – ιμπεριαλιστικό σύστημα. Σε ένα τέτοιο σύστημα που ευδοκιμούν η φτώχεια, η εξαθλίωση, η εκμετάλλευση των φτωχότερων στρωμάτων προς όφελος της καπιταλιστικής κερδοφορίας, το όπλο των ναρκωτικών ως άμεση κατασταλτική μέθοδος σε βάρος της τάξης εκείνης που βάλλεται περισσότερο από την πολιτική του κεφαλαίου και του κράτους του δεν θα μπορούσε να μην κατέχει κυρίαρχο στρατηγικό ρόλο. 

Η διακίνηση λοιπόν των ναρκωτικών από τις στην ουσία εγκληματικές οργανώσεις του επίσημου κεφαλαίου και η χρήση αυτών από τα παιδιά της εργατικής τάξης και όλου του λαού είναι οι διαφορετικές μεριές του ίδιου νομίσματος, που ως αποτέλεσμα έχουν να διχάζουν και να περιθωριοποιούν τη φτωχολογιά, να τη βυθίζουνε στην εξάρτηση με αποτέλεσμα να την ξεμακραίνουν από τα καθήκοντα που γεννά η ισοπεδωτική πραγματικότητα μέσα στο καπιταλιστικό – ιμπεριαλιστικό σύστημα. Την ξεμακραίνουν από τα καθήκοντα εκείνα που υποδεικνύουν με τρόπο καθαρό και διάφανο, ότι τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και του λαού βρίσκονται στην απέναντι όχθη από αυτά του κεφαλαίου, νόμιμου και παράνομου, απέναντι από τα συμφέροντα των αστικών δυνάμεων και των εγκληματικών τους οργανώσεων που διακινούν τα ναρκωτικά.

Ο σχεδιασμός αποσυντονισμού και πρόκλησης σύγχυσης για να επενδύσουν στη διάσπαση και τον ατομισμό, προκειμένου να δημιουργήσουν ένα περιβάλλον συσκότισης σε σχέση με τις πραγματικές ανάγκες της εργατικής τάξης, του λαού και της νεολαίας και εν τέλει να κρύψουν τις ευθύνες για τον πραγματικό υπεύθυνο της ζωής χωρίς προοπτική και μέλλον μέσα στον καπιταλισμό, πρέπει να βρει απάντηση από το καθήκον της επαγρύπνησης από τα παιδιά του ίδιου του λαού.

Σε αυτή τη διαρκή ταξική πάλη που δυστυχώς λόγω της φύσης του φαινομένου των ναρκωτικών την διεξάγει μονοδιάστατα η αστική τάξη , αλλά όχι απόλυτα ,και από ότι φαίνεται κερδίζει όλο και περισσότερο έδαφος, έχουμε την υποχρέωση σαν αγωνιστές και αγωνίστριες, σάρκα από την σάρκα της εργατιάς, να υπενθυμίζουμε διαρκώς τις πρακτικές των καπιταλιστών για την επικυνδινότητα τους σε βάρος των εργαζομένων. Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη κατάρτιση και μελέτη για να διαπιστώσει κανείς πως το όπλο των ναρκωτικών χρησιμοποιήθηκε και χρησιμοποιείται ακόμα πολυπαραγοντικά απέναντι σε λαούς και κινήματα σε όλο τον κόσμο, με τα ιστορικά παραδείγματα να παίρνουνε μορφή χιονοστιβάδας. Από το επίσημο αστικό κράτος, το πολιτικό του προσωπικό, μέχρι τους μηχανισμούς του και τις μυστικές υπηρεσίες, τα ναρκωτικά αποτέλεσαν και θα συνεχίσουν να αποτελούν ένα από τα κυρίαρχα και πιο ύπουλα όπλα, απέναντι στον αγώνα της εργατικής τάξης και των παιδιών της, όπλα που στέκονται εμπόδιο για καλύτερες συνθήκες ζωής δημοκρατικές ελευθερίες και αξιοπρέπεια, όπλα που στέκονται εμπόδιο εν τέλη στον αγώνα ενάντια καπιταλιστικό σύστημα.. Δεν είναι άγνωστο λοιπόν πως τα ναρκωτικά ως όπλο σε αυτή την ανειρήνευτη ταξική πάλη, μεταξύ εκμεταλλευόμενων και εκμεταλλεύτριας τάξης κατάφεραν τεράστια πλήγματα σε οργανωμένες δυνάμεις του ευρύτερου ριζοσπαστικού κινήματος σε διάφορα μέρη του κόσμου, με αποτελέσματα που είχαν άμεση αντανάκλαση στον στίβο της ταξικής πάλης διεθνώς. Οι φονιάδες καπιταλιστές και ιμπεριαλιστές, αυτοί οι γδάρτες της εργατιάς και των παιδιών της, δεν θα μπορούσαν να μην έχουν σταθερό και συνεπή σύμμαχο κάθε λογής μαφίες εμπορίας ναρκωτικών και όχι μόνο, τις συμμορίες εκείνες που τις περισσότερες περιπτώσεις τις στελεχώνουν κομμάτια από την φτωχολογιά που πλουτίζουν εις βάρος της ίδιας τους της τάξης από το εμπόριο θανάτου δυναμώνοντας στην ουσία την ηγεμονία του ιμπεριαλιστικού – καπιταλιστικού συστήματος. 

Οι έμποροι ναρκωτικών και οι εγκληματικές τους οργανώσεις μέσα από τις οποίες συγκροτούνται για να εξαπολύσουν συντονισμένη επίθεση στα φτωχότερα τμήματα του λαού και των παιδιών του δεν αποτελούν τίποτα περισσότερο από το παράνομο κεφάλαιο της νύχτας που είναι σε άμεση σύνδεση με τα ταμεία της επίσημης καπιταλιστικής κερδοφορίας. Είναι οι ίδιες αυτές δυνάμεις που αν και φαινομενικά περπατούν χώρια, στην πραγματικότητα χτυπούν μαζί συντονισμένα και τους γεννάει η ίδια μήτρα, αυτή της απαξίας για την ανθρώπινη ζωή και εξέλιξη, του κέρδους με όποιο κόστος προκειμένου τα έσοδα στα ταμεία τους να πολλαπλασιαστούν μιας και όλα επιτρέπονται μέσα στα πλαίσια αυτού του παρασιτικού συστήματος του καπιταλισμού.

Φεύγοντας λοιπόν από την γενική εικόνα και επιστρέφοντας στο ειδικό πλαίσιο γεωγραφικού προσδιορισμού στον δικό μας τόπο και ειδικότερα στην περιοχή των Εξαρχείων, οφείλουμε να πούμε πως τα Εξάρχεια έχουν υπάρξει ένα χωνευτήρι επαναστατικών, ριζοσπαστικών θέσεων, αντιλήψεων και πρακτικών και ευρύτερα πολιτικών ζυμώσεων. Μία περιοχή ιστορικά φορτισμένων πολιτικών σημάνσεων που δεν θα μπορούσε να ξεφύγει από την νομοτέλεια της καπιταλιστικής επιθετικότητας. Η περιοχή των Εξαρχείων πριν από αρκετά χρόνια άρχισε σταδιακά και με σχέδιο να βιώνει και αυτή τα αποτελέσματα της εμπορίας ναρκωτικών και των διάφορων εγκληματικών συμμοριών, ναρκεμπόρων. Ο αγώνας που την τελευταία 20ετία έδωσε ο κόσμος που δραστηριοποιείται στην περιοχή, για να μπορούν οι αγωνιστές και οι αγωνίστριες, το κίνημα ευρύτερα να διάγει ανεμπόδιστα τις πολιτικές του ζυμώσεις και πρακτικές σε μια περιοχή των Αθηνών, δημιούργησε ένα πλαίσιο όπου για αρκετά χρόνια μέχρι και η παρουσία των κατασταλτικών μηχανισμών του κράτους στα γεωγραφικά πλαίσια που την οριοθετούν ήταν πρακτικά αδύνατη. Πάνω σε αυτό το θολό κενό εξουσίας στα Εξάρχεια (αλλά δεν είναι μόνο αυτός ο λόγος) βρήκαν εύκολο δρόμο ώστε να εισβάλλουν για να εγκατασταθούν κάθε λογής συμμορίες, εμπορίας ναρκωτικών. 

Ο σχεδιασμός του κεφαλαίου και του κράτους του πέρασε σε διαφορετική διαχείριση της καταστολής μιας και η άμεση επιθετικότητα μέσω των μηχανισμών τους δεν θα εξυπηρετούσε, απεναντίας θα ατσάλωνε περισσότερο τον κόσμο που αγωνιζόταν σε αυτή την περιοχή. Η συμμορίες διακίνησης ναρκωτικών με τις ευλογίες του κεφαλαίου και του κράτους του και με την εποπτεία των μηχανισμών του εισήλθαν στα Εξάρχεια. Αυτό είναι το σημείο λοιπόν όπου η κατάσταση άρχιζε να αλλάζει αργά αλλά σταθερά.

Ο πόλεμος ανάμεσα στις συμμορίες για την κατάκτηση μεγαλύτερων σφαιρών επιρροής μέσα στη γειτονιά των Εξαρχείων, που κατέστη μία από τις πιο κερδοφόρες ναρκοπιάτσες των Αθηνών, είναι γεγονός. Οι συμμορίες συγκροτήθηκαν χωρίζοντας τα μπλοκ διακίνησης και καθημερινά τα Εξάρχεια είχαν μετατραπεί σε μία κοινωνική ζούγκλα με κάθε λογής παραβατικά και αντικοινωνικά στοιχεία. 

Μία περιοχή γκέτο που είχε συγκεντρωθεί ένα μεγάλο κομμάτι των διεργασιών του παράνομου κεφαλαίου της νύχτας, εμπόριο ναρκωτικών κάθε λογής, trafficking, εκτελέσεις μελών αντιπάλων συμμοριών εν μέση οδό, εκβιασμοί σε καταστηματάρχες της περιοχής από μπράβους και μαφιόζους της νύχτας και γύρω από αυτή τη νοσηρή κατάσταση, η συσπείρωση διάφορων καρκινωμάτων της περιοχής, hooligans και οπαδικοί στρατοί που δραστηριοποιόντουσαν στην περιοχή αλλά και μία πληθώρα από αντικοινωνικά στοιχεία άρχισαν να αποτελούν τους ομόκεντρους εκείνους κύκλους που στο εσωτερικό τους είχε κυρίαρχο ρόλο η μαφία των ναρκωτικών. Η άλογη βία, η εγκληματικότητα και η αντικοινωνική συμπεριφορά ήταν καθημερινό φαινόμενο, διαγράφοντας σταθερά μία πορεία σήψης και παρακμής. 

Ο πόλεμος των συμμοριών εντάθηκε και οι διάφοροι πρόθυμοι αυλικοί συστρατεύθηκαν με τη μία ή την άλλη μεριά επιλέγοντας το στρατόπεδο της «δύναμης» του κεφαλαίου της νύχτας και όχι του δίκαιου ιστορικού και πολιτικού καθήκοντος εκκαθάρισης – με δυσμενείς συσχετισμούς μεν – όλης αυτής της καπιταλιστικής βρωμιάς. Οι ένοπλες συμπλοκές, οι πυροβολισμοί, τα μαχαιρώματα, οι νεκροί στα στενά των Εξαρχείων, οι κακοποιημένες γυναίκες από την ασύδοτη πλέον μαφία αλλά και η αυξανόμενη αντικοινωνική και αντικινηματική συμπεριφορά διαφορών κομματιών των Εξαρχείων που βρήκαν ζεστή θέση δίπλα στις μαφίες ήταν γεγονός. Ήταν τότε που κομμάτια του κινήματος από διαφορετικές μεριές θέσεις και οπτικές βρέθηκαν μπροστά στο δίλημμα να απαντήσουν απέναντι σε αυτή την δυστοπία που τους περικύκλωνε με πολιτικούς όρους και πολύμορφα απέναντι σε μία κατάσταση που απειλούσε και υπαρξιακά πλέον τις δομές του αγώνα, όσο και τους ίδιους τους αγωνιστές και τις αγωνίστριες που δραστηριοποιόντουσαν στην περιοχή. Έτσι ξεκίνησε ένας αγώνας δρόμου – ιδιαίτερα δύσκολος σε στιγμές – για την ανατροπή των δυσμενών συσχετισμών που είχαν διαμορφωθεί για τις κινηματικές δυνάμεις της περιοχής και όχι μόνο, που αντιμετώπισαν σε στιγμές έως και ζητήματα «βιολογικής» πολιτικής ύπαρξης. 

Ο αγώνας ενάντια στο κράτος, τις μαφίες και τον κοινωνικό κανιβαλισμό για την επανοικειοποίηση των Εξαρχείων έμελλε να ήταν το έδαφος αυτό όπου το κίνημα (δυστυχώς όχι όλο) οργανώθηκε, πάτησε στα πόδια του και άρχισε να χτυπά και να αμύνεται απέναντι σε αυτή την καπιταλιστική δυστοπία. Μπήκε σε έναν αγώνα και έδωσε σκληρές μάχες με δυσμενείς συσχετισμούς απέναντι στους μηχανισμούς του κράτους, που πηγαίναν χέρι-χέρι με το παρακράτος, απέναντι στις πάνοπλες μαφίες των ναρκεμπόρων και στους αυλικούς τους που είχαν δημιουργήσει μέσα στα Εξάρχεια ένα πεδίο ταξικού αλληλοσπαραγμού. 

Οι επιθέσεις σε αγωνίστριες και αγωνιστές, οι απόπειρες δολοφονίας συντρόφων, η διαρκής πίεση και καταστολή της αστυνομίας στις δυνάμεις του κινήματος, ενώ την ίδια στιγμή η μαφία έμενε ανέγγιχτη σε συνδυασμό με ένοπλους ναρκεμπόρους που ως άλλοι δερβέναγες κυκλοφορούσαν στην περιοχή, τραβώντας όπλα σε κινηματικές συγκεντρώσεις και πυροβολώντας τα κέντρα του αγώνα ήταν καθεστώς. Οι ξυλοδαρμοί, οι σεξουαλικές επιθέσεις, οι ληστείες σε βάρος των ανυποψίαστων που είχαν το «θράσος» να περπατούν στα Εξάρχεια, αναπαριστούσε τότε με τρομακτική ωμότητα τη στρατηγική κράτους και παρακράτους.

Μέσα σε αυτόν τον μεγάλο και δύσκολο αγώνα, πραγματικά πρωτόγνωρο για τα δεδομένα του ελληνικού ριζοσπαστικού κινήματος έγιναν υπερβάσεις, ειλικρινείς προσπάθειες και δόθηκε παραπάνω από όσο μπορούσε να δώσει ο καθένας και η καθεμιά σε αυτή την διαδρομή. Τα λάθη, τα πισωπατήματα, οι νίκες και οι σκληρές αποφάσεις ενός ολόκληρου κόσμου αποτελούν επίσης την ιστορική κληρονομιά αυτού του αγώνα, θυμίζοντας στον καθένα και στην καθεμία ότι όταν είμαστε μαζί, μια αγκαλιά και έχουμε ενότητα στην πάλη δεν έχουμε να φοβηθούμε τίποτα και κανέναν. Γιατί πολεμάμε για το δίκιο και το δίκιο δεν χάνει. 

Μέσα σε αυτόν τον πλατύ και μαζικό αγώνα λοιπόν, που αναπτύχθηκε στα Εξάρχεια αυτή την εποχή, ένα διακεκριμένο στέλεχος της μαφίας των ναρκωτικών που είχε κυριολεκτικά αιματοκυλήσει την περιοχή με την καθημερινή και αμετανόητη αντικοινωνική και αντικινηματική συμπεριφορά του, βρέθηκε αντιμέτωπος με την αμετάκλητη ποινή που του επέβαλλε η ιστορική αναγκαιότητα.

Η εκτέλεση του εμπόρου ναρκωτικών με το όνομα «Χαμπίμπι» έμελλε να είναι ακόμα ένα ψηφιδωτό στο πλατύ μωσαϊκό αυτής της πολύμορφης και ανειρήνευτης στην ουσία της, ταξικής πάλης. Από τη μία στεκόταν με αυθάδεια και κυνισμό η αστική εξουσία με τους κατασταλτικούς της μηχανισμούς που είχαν εξαπολύσει λυσσασμένα σκυλιά ταξικών αποστατών μέσα σε μια ολόκληρη γειτονιά, χτυπώντας και υλικά πλέον αγωνιστές και αγωνίστριες και από την άλλη ο κόσμος της δουλειάς και του μόχθου που είχε επίγνωση των ταξικών του συμφερόντων. Πολιτικές οργανώσεις, ομάδες, καταλήψεις, ανένταχτοι αγωνιστές και αγωνίστριες, που πάλευαν να ανασάνουν, να ζήσουν και να υπάρξουν μέσα στα ασφυχτικά πλαίσια μιας από τις πιο ωμές επελάσεις που έχει βιώσει το ριζοσπαστικό κίνημα με υλικούς όρους. 

Σε ένα περιβάλλον καπιταλιστικής δυστοπίας με ξεσκέπαστο πρόσωπο γυμνό πλέον από κάθε πρόσχημα και επίφαση δημοκρατίας και νόμωννόμων, ο μόνος νόμος που γινόταν ανεκτός ήταν αυτός του παράνομου κεφαλαίου, των κατασταλτικών μηχανισμών και των συμμοριών του. Ήταν η συνθήκη αυτή που δημιουργούσε ένα περιβάλλον στυγνής παρακρατικής βίας και άλογης κρατικής επιθετικότητας προκειμένου να τρομοκρατήσουν μία ολόκληρη γειτονιά, ένα κίνημα και εν τέλει την ίδια την συνειδητοποιημένη εργατική τάξη που την ήθελαν με το κεφάλι σκυφτό και τρομοκρατημένη.

Η οριστική απενεργοποίηση του συγκεκριμένου εμπόρου ναρκωτικών ξεκλείδωσε αργά και σταδιακά μία σειρά από εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή που αφορούσαν το κομμάτι της καταστολής. Το αστικό κράτος και οι μηχανισμοί του υπό το βάρος ενός όλο και μαζικότερου και πιο αποφασιστικού αγώνα, για να γίνει το κίνημα αφέντης στον τόπο του, αναγκάστηκε να «ξηλώσει» τις ναρκομαφίες που το ίδιο είχε φυτέψει στην περιοχή προκειμένου να τσακίσει το κίνημα και τις δομές του. 

Το πόσο ενόχλησε αυτός ο αγώνας και το τι σημάνσεις έδινε στο υπόλοιπο κίνημα με το ξεπέρασμα των εμποδίων που συναντούσε ήταν κάτι που δεν θα μπορούσε να μείνει αναπάντητο από τους μηχανισμούς του αστικού κράτους. Έτσι λοιπόν τον Μάρτιο του 2020, έχοντας περάσει κοντά πέντε χρόνια από την εκτέλεση του συνεργάτη ναρκεμπόρου της αστυνομίας, κατόπιν «αξιοποίησης» του προανακριτικού υλικού που είχε συγκεντρώσει το τμήμα ανθρωποκτονιών της ασφάλειας Αττικής, το κράτος και οι μηχανισμοί του επιχειρούν το αδιανόητο. Μία κλήτευση για απολογία στον ανακριτή σε σχέση με την εκτέλεση του «Χαμπίμπι» φτάνει στους συντρόφους Ν. Ματαράγκα και Γ. Καλαϊτζίδη, εμπλέκοντας τους ως φυσικούς και ηθικούς αυτουργούς αντίστοιχα στην εξέλιξη της υπόθεσης. 

Το θράσος, η εκδικητικότητα και η μανία των μηχανισμών απέναντι σε 2 αγωνιστές τους κινήματος τους οδηγεί στο γραφείο του ανακριτή κατηγορούμενους για ανθρωποκτονία από πρόθεση, με σαφή σκοπό να τρομοκρατήσει ένα ολόκληρο κίνημα και να απειλήσει αγωνιστές που αποτελούν οργανικό του τμήμα, με προφυλακίσεις σε πρώτο στάδιο και βαριές καταδικαστικές αποφάσεις όπως αυτή της ισόβιας κάθειρξης μετέπειτα στη δίκη.

 Στη διάρκεια της ανακριτικής διαδικασίας όπου οι 2 συναγωνιστές παρουσιάστηκαν το βάρος του διάτρητου και εξόφθαλμα κατασκευασμένου κατηγορητηρίου ανάγκασε ανακριτή και εισαγγελέα να διατάξουν την χωρίς εγγύηση απελευθέρωση των αγωνιστών, δίνοντας έτσι την εντύπωση και δικαίως πως η δικογραφία αυτή πρέπει να μπει στο αρχείο. Παρόλα αυτά το συμβούλιο κρίνει σε δεύτερο χρόνο με βούλευμα πως οι 2 σύντροφοι πρέπει να παραπεμφθούν σε δίκη για την υπόθεση, ορίζοντας έτσι την πρώτη τακτική δικάσιμο στις 13 Οκτώβρη 2021.

Αυτή η ακραία και εξόφθαλμη κρατική μεθόδευση απέναντι σε αγωνιστές του κινήματος καταδεικνύει για ακόμη μια φορά με τρόπο εμφατικό την φιλέκδικη φύση των μηχανισμών της αστικής εξουσίας. Οι σύντροφοι μας Ν. Ματαράγκας και Γ. Καλαϊτζίδης σέρνονται σε μία δίκη που παρόλο πως βρίθει αποδεικτικών και δικονομικών ακροβατισμών είναι εξόχως σοβαρή, διότι απειλούνται στ’ αλήθεια πλέον με την ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Τους οδηγούν σε μία δίκη που φιλοδοξεί να θέσει σε ομηρία αγωνιστές για μεγάλο χρονικό διάστημα, να απενεργοποιήσει και να διασπείρει τον φόβο στις γραμμές του κινήματος. 

Ο Ν. Ματαράγκας και Γ. Καλαϊτζίδης ως οργανικό κομμάτι του μαζικού αγώνα που αναπτύχθηκε στα Εξάρχεια, συμμετείχαν και έδρασαν μέσα από τις γραμμές του Ρουβίκωνα αγωνιζόμενοι για μία γειτονιά ελεύθερη από ναρκωτικά, ναρκοσυμμορίες, αστυνομία και συμπεριφορές κοινωνικού κανιβαλισμού. Στοχοποιούνται για αυτόν ακριβώς τον λόγο αντιμετωπίζοντας τα χαλκεία των ανακριτικών και κατασταλτικών μηχανισμών. Πρέπει να αντιληφθούμε το υπόστρωμα αυτής της δίωξης ως τέτοιο που ενώ τώρα διώκει τον Νίκο και τον Γιώργο, ενώ παρελθοντικά για έτερες υποθέσεις να στοχοποιούσε διαφορετικούς συντρόφους και συντρόφισσες, στο αύριο η πιθανότητα ο καθένας και η καθεμία από μας να είμαστε οι επόμενοι είναι ορατή.

Η εικόνα πρέπει να είναι καθαρή, το αστικό κράτος και οι μηχανισμοί του προστατεύουν τις παρακρατικές γκρούπες κάθε λογής γιατί αποτελούν την πέμπτη φάλαγγα απέναντι στην εργατική τάξη, τον λαό και τη νεολαία και αυτό το κάνουν με όποιο κόστος ακόμα και τόσο ξετσίπωτα, έχοντας στήσει μία δικογραφία από κοινού δικαστικό σώμα, κατασταλτικοί μηχανισμοί, ναρκέμποροι και κάθε λογής κοινωνικό βυθοκορήματα σέρνουν σε δίκες λαϊκούς αγωνιστές με κατασκευασμένα κατηγορητήρια. Είναι οι ίδιοι που θα πρέπει να απολογηθούν στο λαό και να δικαστούν από αυτόν για την ζούγκλα που έχουν δημιουργήσει. Όλο αυτό το σύμφυρμα φονιάδων, παρακρατικών και κάθε λογής κακοποιών θα πρέπει να λογοδοτήσουν στην εργατική τάξη και την νεολαία της και όχι να ζητάει τα ρέστα.

Δεν θα αφήσουμε τους συντρόφους μόνους τους σε αυτήν την εξόφθαλμη μεθόδευση. Ο Ν. Ματαράγκας και ο Γ. Καλαϊτζίδης είναι οι άνθρωποι αυτοί που βρίσκονται από την δική μας μεριά, με λόγια και έργα. Την μεριά των φτωχών και καταπιεσμένων μα πάντα αγωνιζομένων και αποφασισμένων, με την στάση τούς πήραν ξεκάθαρη θέση απέναντι σε αυτό το φαινόμενο όπως ξεκάθαρη θέση πήραμε τόσοι και τόσες μέσα από τις πολιτικές οργανώσεις και ομάδες από στέκια και καταλήψεις.

Καθαρή και χωρίς περιστροφές τοποθέτηση είχε και έχει ένα σημαντικό κομμάτι του ριζοσπαστικού λαϊκού κινήματος και άφησε μια κληρονομιά δημόσια που μπορεί να κριθεί, η παράδοση αυτή σκιαγραφήθηκε μέσα από την κίνηση την αποφασιστικότητα και την δράση και έγινε αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας του κινήματος, διότι η παρουσία και η επιλογή είναι αυτές που κινούν τον κόσμο και όχι η απουσία και η αναμονή.

Η ευθύνη εν τέλει της απόφασης είναι τα χνάρια εκείνα στην διαδρομή ενός κομματιού της ιστορίας και αυτός ο αγώνας με τις αγωνίστριες και τους αγωνιστές που τον σήκωσαν ψηλά, τα χάραξε ανεξίτηλα χωρίς φόβο πατώντας βαριά.

Για να τελειώνουμε λοιπόν μια και καλή. Οι έμποροι ναρκωτικών και οι συμμορίες τους είναι τα λυσσασμένα σκυλιά του νόμιμου και παράνομου κεφαλαίου που τα έχουν ξαμολύσει απάνω στον λαό και την νεολαία γιατί μας θέλουν με το κεφάλι σκυφτό.

Η ίδια η αστυνομία με τον σταθερό σχεδιασμό του αστικού κράτους είναι αυτή που ρημάζει πόλεις και περιοχές ολόκληρες, συνοδεύοντας από το χέρι τους μαφιόζους εμπόρους ναρκωτικών τους εκβιαστές και μπράβους της νύχτας, οπαδικούς στρατούς φασιστικές και παρακρατικές γκρούπες παρέχοντας τους κάλυψη και ασυλία όταν όλοι αυτοί ρίχνονται απάνω στον εχθρό λαό.

Η δική μας μεριά είναι στο απέναντι χαράκωμα εκεί που παλεύει η εργατιά και η νεολαία τής για αξιοπρεπή ζωή και ανατροπή των κυρίαρχων οικονομικών συσχετισμών που συγκροτούν το πολιτικό και ιδεολογικό περιβάλλον της δοσμένης πραγματικότητας. Εκεί όπου η πάλη απέναντι στο ιμπεριαλιστικό-καπιταλιστικό σύστημα που γεννά τον καρκίνο σε κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής είναι αναγκαία και επιτακτική.

Η σκευωρία σε βάρος των Ν. Ματαράγκα και Γ. Καλαϊτζίδη θα ξηλωθεί, τα χαλκεία των μηχανισμών θα γίνουν σκόνη για να πάρουμε πίσω μια και καλή τους συντρόφους συναγωνιστές μας.

Για τις μάχες που δόθηκαν και για αυτές που θα έρθουν

Αλληλεγγύη στους αγωνιστές Ν . Ματαράγκα και Γ. Καλαϊτζίδη

Όλοι και όλες στο εφετείο (Δέγλερη 4) την Τετάρτη 13 Οκτώβρη στις 09.00

 

Εργατική Ομάδα Τ-34

O σχολιασμός έχει απενεργοποιηθεί.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License