Εγκυκλοπαίδεια των Οχλήσεων #6: Abâtardissement (Μπαστάρδεμα)

Μια εποχή που δεν κατάφερε να ξεπεράσει τα καταπιεστικά πλαίσια του παρελθόντος με την κατασκευή μιας χειραφετημένης ζωής επιζητάει ματαίως να ανακουφιστεί με την ικανοποίηση μικρών απολαύσεων ή παρηγοριών που θα είχε τουλάχιστον διατηρήσει. Αυτά που δεν ξεπέρασε, πρέπει οπωσδήποτε να τα χάσει ανεπιστρεπτί, να τα δει να διαλύονται από την ακαταμάχητη ανάπτυξη της δικής της αλλοτριωμένης ισχύος, στην οποία η ιστορική δικαιοσύνη μεταθέτει την αποστολή να εκτελέσει την ποινή που δεν είχε το θάρρος να εφαρμόσει η ίδια με πλήρη συνείδηση των δυνατοτήτων της. Όσα γίνονται έτσι μέσα στην ανελευθερία επιτυγχάνονται διαμέσου μιας προσαύξησης της ψευδούς συνείδησης: η έσχατη παρακμή της εργασίας συντελείται στο όνομα της “υπεράσπισης της εργασίας”, η αποσύνθεση της οικογένειας μέσω της εξατομίκευσης των κοινωνικών ρόλων μεταμφιέζεται σε επανανακάλυψη της ιδιωτικής ζωής, η απώλεια κάθε σύνδεσης με οποιαδήποτε κοινότητα αντισταθμίζεται από την εθνικιστική υστερία, την ξενοφοβία, τον ρατσισμό. Εργασία, οικογένεια, πατρίδα: φτωχές μπασταρδεμένες πραγματικότητες, προϊόντα του ζευγαρώματος του σύγχρονου εμπορεύματος με παλιότερες αλλοτριώσεις που χάνουν εφεξής κάθε όψη φυσικότητας· αλλά η αμετάκλητη διαφθορά τους διεγείρει έναν κομφορμισμό τόσο πιο ξέφρενο και μοχθηρό όσο η ανάγκη του για ασφάλεια ικανοποιείται λιγότερο. Αν και είναι αλήθεια ότι αυτό που δεν ξεπερνιέται σαπίζει, φαίνεται αντιθέτως σήμερα ότι αυτό που προχωράει λίγο περισσότερο στη σήψη δεν εξωθεί τόσο στο ξεπέρασμα και προκαλεί περισσότερο την έξαρση των οπισθοδρομικών ψευδαισθήσεων.

Αναδημοσίευση από τον σύνδεσμο:

https://thebaddayswillend.wordpress.com/2021/10/25/edn_06_abatardissement/

Εγκυκλοπαίδεια των Οχλήσεων #6

(Φεβρουάριος 1986)

Μετάφραση: Πριονιστήριο το Χρυσό Χέρι

(Αιγάλεω, Οκτώβριος 2021)ABÂTARDISSEMENT

(ΜΠΑΣΤΑΡΔΕΜΑ)

Από το βάθος του καναπέ του όπου αφήνει τον εαυτό του να κολακεύεται από τα τηλεοπτικά χάδια του αφεντικού του, μέχρι τον ένθερμα μηχανοργανωμένο σταθμό εργασίας του, εντοιχισμένος σε μια προαστιακή αρχιτεκτονική που τον συνοδεύει σε όλες τις μετακινήσεις του, ο σύγχρονος μισθωτός δεν είναι παρά ένα μπάσταρδο του εμπορεύματος που ονειρεύεται γελοιωδώς να νομιμοποιηθεί από το θέαμά του και να αναγνωριστεί ως εργαζόμενος, ως πατέρας –ή μητέρα– μιας οικογένειας, ως γάλλος.

Μια εποχή που δεν κατάφερε να ξεπεράσει τα καταπιεστικά πλαίσια του παρελθόντος με την κατασκευή μιας χειραφετημένης ζωής επιζητάει ματαίως να ανακουφιστεί με την ικανοποίηση μικρών απολαύσεων ή παρηγοριών που θα είχε τουλάχιστον διατηρήσει. Αυτά που δεν ξεπέρασε, πρέπει οπωσδήποτε να τα χάσει ανεπιστρεπτί, να τα δει να διαλύονται από την ακαταμάχητη ανάπτυξη της δικής της αλλοτριωμένης ισχύος, στην οποία η ιστορική δικαιοσύνη μεταθέτει την αποστολή να εκτελέσει την ποινή που δεν είχε το θάρρος να εφαρμόσει η ίδια με πλήρη συνείδηση των δυνατοτήτων της. Όσα γίνονται έτσι μέσα στην ανελευθερία επιτυγχάνονται διαμέσου μιας προσαύξησης της ψευδούς συνείδησης: η έσχατη παρακμή της εργασίας συντελείται στο όνομα της “υπεράσπισης της εργασίας”, η αποσύνθεση της οικογένειας μέσω της εξατομίκευσης των κοινωνικών ρόλων μεταμφιέζεται σε επανανακάλυψη της ιδιωτικής ζωής, η απώλεια κάθε σύνδεσης με οποιαδήποτε κοινότητα αντισταθμίζεται από την εθνικιστική υστερία, την ξενοφοβία, τον ρατσισμό. Εργασία, οικογένεια, πατρίδα: φτωχές μπασταρδεμένες πραγματικότητες, προϊόντα του ζευγαρώματος του σύγχρονου εμπορεύματος με παλιότερες αλλοτριώσεις που χάνουν εφεξής κάθε όψη φυσικότητας· αλλά η αμετάκλητη διαφθορά τους διεγείρει έναν κομφορμισμό τόσο πιο ξέφρενο και μοχθηρό όσο η ανάγκη του για ασφάλεια ικανοποιείται λιγότερο. Αν και είναι αλήθεια ότι αυτό που δεν ξεπερνιέται σαπίζει, φαίνεται αντιθέτως σήμερα ότι αυτό που προχωράει λίγο περισσότερο στη σήψη δεν εξωθεί τόσο στο ξεπέρασμα και προκαλεί περισσότερο την έξαρση των οπισθοδρομικών ψευδαισθήσεων.

Καθώς η οικονομική αναγκαιότητα στην οποία βασίζονταν αυτές οι φαινομενικά άμεσες πραγματικότητες –δεσμοί οικογενειακών, εργασιακών, εθνικών κοινοτήτων– εξέρχεται ανεπιστρεπτί από το κοινωνικό ασυνείδητο και εμφανίζεται στους ανθρώπους με όλη την εφεξής αυθαίρετη ισχύ της, ως ακριβώς το αντίθετο της δυνητικής ελευθερίας τους, ανασυνθέτει κατά βούληση, σύμφωνα με τις επιταγές της ανάπτυξής της, τα συντρίμμια των παλιών τρόπων ζωής, εντός της μεταμοντέρνας συνδυαστικής όπου κάθε κοινωνική σύμβαση εκκενωμένη από το περιεχόμενό της μπορεί να συσσωματώνεται με τη γενική υποτίμηση. Στο επέκεινα της παλιάς ιδιωτικής [privée] ζωής που οργανώνει η καθολική εξάρτηση από τα θεαματικά δίκτυα, η στέρηση [privation] βρίσκεται παντού και η ζωή πουθενά. Απομένουν μερικά παραποιημένα ίχνη της με διακοσμητικές αξιώσεις, θραύσματα που εκτίθενται τόσο άσχημα όσο και η βιβλιοθήκη μπροστά στην οποία πρέπει να ποζάρει ο νεο-στοχαστής, ή οι χάλκινες κατσαρόλες που δεν χρησιμοποιούνται ποτέ στις εξοχικές κατοικίες. Έτσι τα τελευταία άβαταρ του διαφημιστικού μύθου της ευτυχισμένης οικογένειας δεν αποτελούν παρά ένα δυσώδες ιστορικό ρέψιμο του μοναδικού από τα πολυάριθμα σχέδια πρακτικής κοινότητας που έχουν συλλάβει και υλοποιήσει οι άνθρωποι και έχει διαιωνιστεί ως οικουμενικό μοντέλο: της αγίας αστικής οικογένειας με τη συζυγική, υιική, γονική αγάπη, το μοντέλο της υπομονής και της παραίτησης, της παρηγοριάς, τις οικονομίες της, τη μικρή της κληρονομιά παρθενίας και ανδρικής ευπιστίας.

Η παλιά οικιακή οικονομία και η “οικογενειακή ζωή” που είχαν διατηρηθεί κάπως όψιμα στην Ευρώπη άρχισαν να διαλύονται γύρω στα μέσα αυτού του αιώνα από τη διείσδυση του εμπορεύματος μέχρι τα μικρότερα διαστήματα του χωροχρόνου τους. Η κατάκτηση του “ζευγαριού”, τελευταίου φύλακα του “οικογενειακού κυττάρου”, από την εισβολή των λεγόμενων οικοκυρικών τεχνικών, υποστήριξε αρχικά ότι απαλλάσσει την καθημερινότητα από τα επαναλαμβανόμενα καθήκοντά της, αλλά πρωτίστως επέτρεψε να “αποστραγγιστεί” και να “επαναδιοχετευτεί” τάχιστα στον κύκλο της οικονομίας εκείνος ο μισθός με τον οποίο αμείβεται αυτό που αποκαλείται σήμερα “νοικοκυριό”, “διακριτή μονάδα κατανάλωσης”. Τα γούστα, οι δεξιότητες της παλιάς οικιακής ζωής εξαφανίστηκαν, αντικαταστάθηκαν από την υποχρέωση κατανάλωσης προϊόντων και κοινωνικών σχέσεων που αποσκοπούν στη διαιώνιση των εκσυγχρονισμένων μορφών υποτέλειας. Και ο καθημερινός χρόνος που αποδεσμεύτηκε έτσι προφανώς δεν απελευθερώθηκε μολαταύτα.

Το Κράτος δεν παρέλειψε να επωφεληθεί από την αποσύνθεση αυτού του διπλά καθυποταγμένου περιβάλλοντος: η μεταβίβαση στον δημόσιο τομέα ρόλων που προηγουμένως είχαν ανατεθεί στην οικογένεια υποχρέωσε τον στατικό, κλειστό κόσμο της γονικής εξουσίας και του κληρονομικού κεφαλαίου να ανοιχτεί στη νέα δυναμική της φαινομενικής ικανοποίησής του από τις αναρίθμητες συλλογικές εγκαταστάσεις που σχεδιάστηκαν και δημιουργήθηκαν από αυτόν τον πανίσχυρο απολιθωτή της κοινωνικής ύλης που ξαφνικά έγινε πρωτόγνωρα γενναιόδωρος. Η ανάπτυξη εκπαιδευτικών λειτουργιών, χειραφετημένων από την οικογένεια και από τα θρησκευτικά ιδρύματα, υποτίθεται ότι ήταν μια από τις πολυτιμότερες κατακτήσεις του πνεύματος του 1789. Με την πραγματική εφαρμογή του έναν αιώνα αργότερα, το κοσμικό και υποχρεωτικό σχολείο μετέτρεψε αυτό το σχέδιο σε μια γενικευμένη επιχείρηση πλύσης εγκεφάλου της νεολαίας (βλ. το άρθρο Abêtissement [Αποβλάκωση]).

Την ανάληψή του από το Κράτος, με όλους τους δικούς του επαγγελματίες της παιδικής ηλικίας και της εφηβείας μέσα στο δίκτυο των παιδικών σταθμών, των σχολείων και των άλλων ακαδημαϊκών στρατοπέδων του, ακολούθησε σύντομα ο παραγκωνισμός της οικογένειας από όλους τους αναξιοπαθούντες του τρόπου παραγωγής· ενώ απομυζούνταν ταχύτερα οι πενιχρές οικονομίες τους, οι “ενεργοί” ανακουφίζονταν έτσι προκειμένου να αφοσιωθούν περισσότερο στη μοναδική επίγεια αποστολή τους, την εργασία. Το δίκτυο των ασύλων, των γηροκομείων, των ψυχιατρείων και άλλων τόπων θανάτου που μετονομάστηκαν εν προκειμένω σε “κέντρα φροντίδας” ή “κατοικίες της νιοστής ηλικίας” συμπλήρωσε το προηγούμενο, με τη διαχωρισμένη αντιπροσώπευση των εργαζομένων να μιλάει στην περίπτωση αυτή για κεκτημένα οφέλη.

Όσο για τη χειραφέτηση των γυναικών, θεωρημένη ξεχωριστά από εκείνη των ανδρών, αυτή επιτεύχθηκε αρνητικά με την είσοδό τους στην αγορά εργασίας, ιδίως στους πιο εκμεταλλευόμενους τομείς της. Η δυνατότητα που διαβλέφθηκε για μια στιγμή να ξεπεραστεί η σεξουαλική αθλιότητα της οικογένειας, μεταξύ άλλων με τη δυνατότητα ελέγχου των γεννήσεων, μεταλλάχθηκε γρήγορα σε προγραμματισμένες ανάγκες: υποχρέωση απόλαυσης, δικαίωμα απόκτησης ενός παιδιού, με την ακμάζουσα αγορά και τη νομοθεσία τους. Στις χώρες με αναπτυγμένη οικονομία αυτός ο φυσικός περιορισμός μετατράπηκε προσφάτως σε επιλεγόμενη αλλοτρίωση: με το “επιθυμητό” παιδί, τελευταία ψευδαίσθηση ιδιοκτησίας των γονέων, αυτοί επιλέγουν να γεννήσουν το αντικείμενο και το είναι της αποστέρησής τους.

Σύμφωνα με αυτό το σχέδιο διεξάγεται η απατηλή αναδίπλωση του συντηρητισμού στην καθημερινότητα, η οποία περιγράφεται ως “πρόσφατη σταθεροποίηση της οικογένειας” από έναν εκ των έσχατων υπερασπιστών του μπασταρδεμένου σταλινισμού που ανακυκλώνεται σε μια “μεταφιλοσοφία της καθημερινότητας”: “Η οικογένεια δεν επικυρώνεται μόνο ως μικρο-κέντρο κατανάλωσης (…) αλλά ως συναισθηματική ομάδα ενισχυμένη από ένα αίσθημα αλληλεγγύης, ηθικό συμπλήρωμα της κοινωνικής ασφάλειας.” “Η αυξανόμενη σημασία της αντίθεσης «ανασφάλεια-ανάγκη για εξασφάλιση» υποδηλώνει ότι η διάλυση αυτής της ομαδοποίησης που ενισχύεται στην καθημερινότητα δεν θα διεξαχθεί παρά μόνο αργά ή καθόλου” (Ανρί Λεφέβρ, Κριτική της Καθημερινής Ζωής ΙΙΙ, 1981)[1]. Ας παραβλέψουμε την ύπαρξη ενός υποθετικού “μικρο-κέντρου” που θα είχε κάποια δύναμη για να αποφασίσει λόγου χάρη να αλλάξει την ποιότητα όσων καταναλώνονται ή παράγονται. Γνωρίζουμε εδώ και μερικά χρόνια σε τι μπορεί να χρησιμεύσει η επινόηση αυτού του νευρωτικού ζεύγους “ανασφάλεια-ανάγκη για εξασφάλιση”· για παράδειγμα στην ανάπτυξη μιας τεχνητής τρομοκρατίας και ενός αστυνομικού υπερεξοπλισμού που είναι πλέον απαραίτητα για τη διακυβέρνηση των Κρατών. Αλλά μπορούμε να διερωτηθούμε σχετικά με την ύπαρξη αυτής της ευεργετικής “συναισθηματικής ομάδας” που αναλαμβάνει την προστασία της οικογένειας από τις πρόσφατες υπερχειλίσεις της οικονομίας που παράγει σε αφθονία τους αντάρτες της, τους τοξικομανείς της, τους παραβάτες της, τους αυτόχειρές της: η “συναισθηματική” παρουσία των τελευταίων πρωταγωνιστών του οικογενειακού θεάματος δεν είναι καν απαραίτητη πλέον. Το μόνο που έχει σημασία είναι η αποδοτική συνάντησή τους μέσα στους δοκιμαστικούς σωλήνες των εργαστηρίων αυτής της ευοίωνης “in vitroκαι “post mortem” κοινωνίας που θέλει να εξαλείψει οριστικά τα τελευταία φυσικά και κοινωνικά όρια μεταξύ της ζωής και του θανάτου.

Η αποσύνθεση του “οικογενειακού πυρήνα” ολοκληρώνεται –χωρίς την εκπομπή κανενός είδους ευεργετικών ενεργειών–, με τους νοσηρούς χειρισμούς της ιατρικής και της βιολογίας που θα ήθελαν να αναλάβουν τις βασικές λειτουργίες της αναπαραγωγής του είδους, η οποία αντιμετωπίζεται σαν παραγωγή οποιουδήποτε εμπορεύματος. Έτσι ώστε τα “κατασκευαστικά ατυχήματα” υπάγονται προφανώς σε αυτά τα εμπορικά δικαστήρια των κοινωνικών σχέσεων, όπως στην περίπτωση εκείνου του μικρού κοριτσιού “ηλικίας τριών ετών σήμερα (που) «παραγγέλθηκε σαν ένα εμπόρευμα, στη μέση τιμή ενός καινούριου αυτοκινήτου»” (le Monde, 3 Ιανουαρίου 1986) και απορρίφθηκε από τους αγοραστές του, επειδή η παρένθετη μητέρα αμέλησε ανήθικα μαζί με τον σύζυγό της τις ενέσεις της τεχνητής γονιμοποίησης. Οι “τράπεζες σπέρματος” (από το βραβείο Νόμπελ μέχρι τον πρωταθλητή των σπορ) και οι δανεικές μήτρες (από τη σταρ του θεάματος μέχρι τις μαϊμούδες του εργαστηρίου) θα επιτρέψουν σύντομα στους κτηνιατρικούς τεχνικούς, στους λαμπρούς χημικούς ή στους εγκεφαλικά νεκρούς πειραματιστές να κατασκευάσουν το μελλοντικό πρότυπο πολίτη, ανανεώνοντας έτσι τις προσπάθειες των απαίσιων προκατόχων τους στα στρατόπεδα εξόντωσης. Βλέπουμε έτσι να σκιαγραφείται το σχέδιο με βάση το οποίο οι ιδιοκτήτες αυτού του κόσμου θέλουν να “σταθεροποιήσουν” –μέχρι την κατάψυξη– τους τελευταίους δεσμούς αίματος.

Μια διαδικασία διάλυσης και αποκρυστάλλωσης προς την κατεύθυνση νέων μορφών υλοποιείται παρομοίως γύρω από αυτόν τον άλλο πόλο της καθημερινότητας και όλων των κοινωνικών σχέσεων των οποίων αποτελεί το κλειδί: την εργασία. Από το τέλος του αρχαίου κόσμου, η συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων δημιούργησε την ιστορία της συμμετέχοντας στην κοινωνική εργασία. Παρά την εκμετάλλευση που εντάθηκε από τη βιομηχανική επανάσταση, οι κοινότητες που συναρθρώθηκαν γύρω από την εργασία διέκριναν τη συνείδηση αυτού που ήταν και την ισχύ των ενωμένων δυνάμεών τους όταν αποφασίζουν να οικειοποιηθούν την ιστορία. Σε πρώτη φάση το εργοστάσιο προσφέρει τις ίδιες προοπτικές που ανοίγει η πόλη στον εργαζόμενο που έρχεται από μια ύπαιθρο διατηρούμενη μέσα στον “πατριαρχικό λήθαργο”.

Μέσα στο εργαστήριο, στη μεγάλη βιοτεχνία, στο εργοστάσιο διαμορφώθηκαν οι χαρακτήρες, αναπτύχθηκαν οι φιλίες, δημιουργήθηκαν οι σύνδεσμοι και άλλα μέσα αλληλοβοήθειας, όπως ακριβώς ενισχύθηκαν δικαιολογημένα οι ανταγωνισμοί και η αποφασιστικότητα. Στα καμπαρέ, στις λέσχες, στα καφέ, στους δρόμους των λαϊκών συνοικιών, κατά τη διάρκεια των απεργιών ή στα οδοφράγματα, γεννήθηκαν οι συναντήσεις, τα σχέδια, τα στοιχήματα με βάση τα οποία οικοδομούνταν “η κοινότητα του διαλόγου και το παιχνίδι με τον χρόνο”. Το δικαίωμα του συνέρχεσθαι, του συνασπισμού ενάντια σε ένα αφεντικό ή της σύμπραξης για να κατανοήσει κάποιος τα συμφέροντά του και να τα υπερασπιστεί με όλα τα μέσα –με τη νομιμότητα να μην είναι εδώ όπως και αλλού παρά μια “παγωμένη” μεταγραφή ενός συσχετισμού δυνάμεων που δεν είναι ποτέ οριστικά δεδομένος–, αυτό το δικαίωμα κατακτήθηκε διαμέσου αγώνων που έθεσαν όλοι το “επίκεντρο της ανατροπής” στην εργασία.

Η επίλυση των αντιφάσεων μεταξύ των μεγάλων τοπικών συγκεντρώσεων εργατικού δυναμικού και των απεριόριστων απαιτήσεων της αγοραίας παραγωγικότητας, αυτός είναι ο στόχος των διευθυνόντων της κοινωνίας καθώς επιχειρούν μια αναδιάταξη και μια νέα παγκόσμια οργάνωση της εργασίας. Οι μηχανισμοί της αγοράς μετασχηματίζουν τις παραγωγικές εγκαταστάσεις σύμφωνα με την ίδια τη λογική της υπερβολής τους που επιδιώκει να επανεντάξει, κατόπιν διαλογής και επιλογής, τους από κοινού απομονωμένους εργαζόμενους στην επαχθή ευελιξία ολοκληρωμένων συνόλων μηχανών που λειτουργούν σύμφωνα με τους σκοπούς μιας απεντοπισμένης οργάνωσης που τους διαφεύγει εξολοκλήρου. Πάνω σε αυτές τις βάσεις, όλοι οι τρόποι σύνδεσης και αγώνα τείνουν να εξαφανιστούν και, μαζί τους, οι μορφές συνείδησης, βιωμένης επικοινωνίας και ταξικής αλληλεγγύης που έχουν δημιουργήσει.

Αλλά οι παλιές σχέσεις εκμετάλλευσης δεν εξαφανίστηκαν μολαταύτα· ενισχύονται από τη συσσώρευση προηγούμενων και σύγχρονων ανεπαρκειών. Εν μέσω της προσωρινής απουσίας μιας κοινότητας αγώνα και συνείδησης, η ανταγωνιστική οργάνωση της αγοράς εργασίας επιζητάει να συνδυάσει την αυξημένη αποδοτικότητα με την είσοδο στη μισθωτή εργασία τεράστιων μαζών προερχόμενων από προηγούμενες μορφές υποτέλειας. Με την πτώση τόσο των μισθών όσο και της εργατικής μαχητικότητας, τα κέρδη των ιδιοκτητών της οικονομίας αυξάνονται και ο εκσυγχρονισμός της εντείνεται, πετώντας έξω μια αυξανόμενη ποσότητα ανθρώπων φθαρμένων, υποβιβασμένων, παραδομένων στη φτώχεια και στα συνήθη καταπραϋντικά της που κυμαίνονται από τη δημιουργία επίπλαστων θέσεων απασχόλησης, πληρωμένων κάτω από την αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης, μέχρι τη μακροχρόνια ανεργία, την κοινωνική πρόνοια, τα κέντρα περίθαλψης, τις φυλακές. Και βλέπουμε να αναπτύσσονται οι συμπεριφορές εποχών κοινωνικής οπισθοδρόμησης που θεωρούνταν εξαφανισμένες, όπου ο ξέφρενος ατομικισμός, συμπλήρωμα της συλλογικής στειρότητας, εκφράζει παραίτηση, απάθεια, κυνισμό, ανόητο ανταγωνισμό και διάφορες μορφές κοινωνικού δαρβινισμού, χρησιμεύοντας άλλοτε ως υπνωτικό, άλλοτε ως βαλβίδα για τις συσσωρευμένες δυσαρέσκειες.

Κανένα ψέμα που δέχεται επίθεση δεν μπορεί να καταστραφεί αμετάκλητα και καμία αλήθεια δεν μπορεί να αποδειχθεί διά παντός. Εκεί όπου εξαφανίζεται οποιαδήποτε άλλη κοινότητα εκτός από αυτή που έχει ως βάση τη συμμετοχή στην αγορά επανεμφανίζεται ως υποκατάστατο η ιδέα του “έθνους” και της “εθνικότητας” που αναπτύχθηκε μαζί με το σύγχρονο Κράτος και την πολεμική οικονομία του. Μετά τις ραγδαίες προόδους που πραγματοποιήθηκαν στις τεχνικές καταστροφής των ανθρώπων και των έργων τους κατά τη διάρκεια των διαδοχικών παγκόσμιων συγκρούσεων και των συνοδευτικών γενοκτονιών, θα μπορούσε να πιστεύει κανείς ότι η ιδεολογία του “έθνους” θα έπαυε για κάποιο διάστημα να σφετερίζεται την ιστορία της ανθρωπότητας.

Μέχρι πριν από μερικές δεκαετίες, οι περισσότεροι από αυτούς που αναφέρονται σήμερα ως “μετανάστες” διεκδικούνταν ως “Γάλλοι εξολοκλήρου” από τους τελευταίους υπερασπιστές των απαρχαιωμένων μορφών αποικιοκρατίας [2]. Σήμερα η ιστορική συνείδηση έχει μπασταρδευτεί μέχρι εκείνο το σημείο σύγχυσης όπου η υπεράσπιση αυτών των μεταναστών εξομοιώνεται με εκείνη μιας αριστεράς της οποίας το πρόγραμμα χειραφέτησης περιορίζεται στην εξίσωση της “αξιοπρεπούς εκμετάλλευσης” των εργαζομένων από αυτή την οικονομία που κατέληξε να διαχειρίζεται περήφανη. Κανένα ιδιωτικό ή κρατικό αφεντικό, αριστερό ή δεξιό, δεν είναι ωστόσο διατεθειμένο να υπεισέλθει στους παράξενους λόγους που ωθούν αυτούς τους ανθρώπους να εγκαταλείψουν τη χώρα καταγωγής τους, όπως και σε εκείνους του Κράτους που οργανώνει αυτή την προσοδοφόρα διακίνηση, η οποία έγινε μέσα σε έναν αιώνα μια από τις βάσεις της γαλλικής οικονομίας. Και η ύπαρξη μεταναστευτικών ροών, που καταγγέλλεται τώρα από αυτούς τους ίδιους που ονειρεύονται να προσθέσουν στο αρχικό τους κεφάλαιο ως δουλεμπόρων ένα δεύτερο εκλογικό όφελος, με την εκμετάλλευση εκείνων που διαιρεί ο άγριος ανταγωνισμός στην αγορά εργασίας, εξυπηρετεί επίσης εκείνους που αναθέτουν στους εαυτούς τους τη διαχείριση αυτών των “κοιτασμάτων εργατικού δυναμικού” για να καταφέρουν να λειτουργήσει καλύτερα το παλιό οικονομικό κουφάρι. Το ζήτημα είναι να μετατραπεί ο “ντόπιος εργαζόμενος” σε ζηλόφθονα υπερασπιστή της ίδιας του της αθλιότητας, όπως και να μετατραπεί ο μετανάστης σε ψηφοφόρο.

Ωστόσο, και οι δύο διατηρούν σταθερούς δεσμούς συνέργειας με τις προμηθεύτριες χώρες. Για τους διευθύνοντες της υποτελούς οικονομίας, η ροή των αποχωρούντων παίζει τον ίδιο ρόλο πολιτικής και δημογραφικής ρύθμισης με τον πόλεμο ή τις παλιές τεχνικές των αποικιακών εποικισμών· ενώ ταυτόχρονα προσφέρει στον τοπικό πληθυσμό την ελπίδα μιας διαφυγής πέρα από την καθημερινότητα καθεστώτων που διαφορετικά δεν θα πρόσφεραν καμία. Όσον αφορά τη χώρα εισαγωγής, όχι μόνο επωφελείται από μια σημαντική μείωση του συνολικού κόστους της εργασιακής δύναμης, αλλά ένα μέρος των μισθών που καταθέτονται και μεταφέρονται επιτρέπει να πωλούνται στην περιφέρεια τα προϊόντα της κεντρικής οικονομίας –από το ετοιμοπαράδοτο εργοστάσιο φτηνοπραγμάτων μέχρι τα συνήθη πλεονάσματα τροφίμων και φαρμάκων που δεν μπορούν να πωληθούν στους τόπους παραγωγής τους. Όσον αφορά τον ίδιο τον μετανάστη, που είναι απομονωμένος από τους υπόλοιπους εργαζόμενους με νόμους εξαίρεσης και σχέσεις αποκλεισμού, πρέπει να εργαστεί πιο σκληρά και πιο εντατικά για να αποκτήσει τελικά τα ίδια αυτοκίνητα, τις ίδιες τηλεοράσεις, τις ίδιες κατοικίες, αν και συχνά σε επακριβώς οριοθετημένες τοποθεσίες. Θα κάνει μάλιστα μερικές περιοδικές εμφανίσεις στο παλιό χωριό του, σπανίως τολμώντας να αναφέρει τι βρήκε άσχημο εδώ, όπως ακριβώς δραπέτευσε από αυτό που ήταν αφόρητο εκεί. Αλλά ξέρει πάρα πολλά για να επανενταχθεί στη χώρα καταγωγής του που δεν τον δέχεται πλέον παρά μόνο ως τουρίστα.

Μέσα στη μεγάλη μάζα των στρατολογημένων, μόνο λίγοι εκλεκτοί καταφέρνουν να εξοικονομήσουν αρκετά για να αναπαράγουν ως αυτοαπασχολούμενοι τις συμπεριφορές εκείνων που τους προσέλαβαν. Θα θερίσουν στο παντοπωλείο, στο εστιατόριο, στο εργαστήριο ενδυμάτων ή στο βενζινάδικο τους καρπούς της σκληρής εργασίας μιας ύπαρξης συσσωρευμένων στερήσεων. Μερικοί ονειρεύονται να μετατραπούν με τη σειρά τους σε διακινητές ενός εργατικού δυναμικού που γνωρίζουν σε τελική ανάλυση καλύτερα από τον καθένα.

Αλλά για τους περισσότερους δεν υπάρχει ασφαλές απάγκιο ούτε δυνατότητα επιστροφής. Το πολύ μια απλή προσωρινή συντήρηση σε εχέμυθους τόπους και εργασίες. Αναγκασμένοι να σιωπούν για να διατηρήσουν τις επισφαλείς δουλειές τους, ενίοτε απειλούμενοι από άλλους που μεταφέρθηκαν πιο πρόσφατα, ξεχασμένοι στη χώρα καταγωγής τους, πιο ξεριζωμένοι στη δεύτερη γενιά απ’ ό,τι στην πρώτη, τους είναι δύσκολο να αναγνωρίσουν την ταξική τους θέση καθώς οι αστυνομικές κακοποιήσεις και απειλές τους ωθούν, ελλείψει μιας επαναστατικής προοπτικής, προς τον άθλιο θρησκευτικό εξτρεμισμό ή τον απεχθή οικουμενισμό μιας ενσωμάτωσης της οποίας κανένας δεν σκέφτεται πλέον να ρωτήσει τον λόγο. Βρίσκονται αντιμέτωποι με άλλους, όχι πολύ πιο ευκατάστατους, αλλά των οποίων η αθλιότητα μπόρεσε να ρυθμιστεί· και γνωρίζουμε ότι αυτό το διαφορικό υποτέλειας καθιστά δυνατή τη διατήρηση της πικρόχολης ζήλειας και των συμπλεγμάτων ανωτερότητας προκειμένου να διαιρείται καλύτερα η μάζα των εκμεταλλευομένων. Έτσι ώστε το θέαμα της δυστυχίας των πρώτων να επιτρέπει την ενίσχυση εκείνου της υποτιθέμενης ευτυχίας των δεύτερων.

Αν έχουν καταφέρει να ξεφύγουν από τα συνοπτικά επιχειρήματα των ανοιχτά ρατσιστικών ορδών, ο “δυσαρεστημένος” μετανάστης ή τα παιδιά του που δεν έχουν αφομοιωθεί από τις ηθικές αξίες μιας κοινωνίας αποκλεισμού θα πρέπει να αντιμετωπίσουν τις εξίσου πειστικές επιθέσεις των φλογερών υπέρμαχων της “εξανθρωπισμένης” οργάνωσης της εξουσίας. Με το παράξενο πρόβλημα της “αναζήτησης ταυτότητας” –που ξεκινάει άλλωστε με την αναζήτηση της ομώνυμης άθλιας κάρτας– ο μετανάστης εργαζόμενος πείθεται σταδιακά, από τη βοή της άμορφης γνώμης που κατασκευάζεται από τους ειδικούς της υποταγής, για τον ακατάλυτο χαρακτήρα της φύσης του, όχι της προλεταριακής, αλλά εκείνης που φοράει για την περίσταση την ενδυμασία εθνικισμών και θρησκευτικών πεποιθήσεων που ανασταίνουν οι εθνολογούντες υπηρέτες της κουλτούρας ή αποστέλλουν από τις χώρες καταγωγής οι αρχηγοί τους προς διευκόλυνση της διατήρησης του καθεστώτος τους.

Αυτή η νοσηρή ανάγκη για ταυτότητα, για ενσωμάτωση σε οποιοδήποτε από τα μοντέλα υποταγής σε ένα κοινωνικό σύστημα που δεν έχει τίποτα άλλο να υποσχεθεί, αποτελεί μια κοινή πηγή δυστυχιών για όλους αυτούς τους ξεριζωμένους της ιστορίας, από τον μετανάστη χωρίς επιστροφή που του λείπουν οι ρίζες μέχρι όλους τους συμβούλους του στην εθελοντική υποτέλεια, που υποφέρουν και οι ίδιοι ως το πετσί τους –σωστού χρώματος σε αυτές τις περιπτώσεις. Επιφορτισμένοι να επιβλέπουν εκείνους για τους οποίους πιστεύουν ότι είναι πιο αποστερημένοι από τους ίδιους, αυτοί οι απασχολούμενοι στη διάχυτη διατήρηση της υπάρχουσας τάξης ανακουφίζονται από την καθημερινή δόση καταπίεσής τους επιδιώκοντας να ενσταλάξουν μέχρι και στα γκέτο τη δική τους άρρωστη ύπαρξη. Αυτή η αρρώστια της ταύτισης, η οποία ενσκήπτει σε όλες τις χώρες που αναριγούν από τις κρίσεις πυρετού της οικονομίας, δεν είναι παρά μια πτυχή ενός γενικότερου συνδρόμου σχιζοφρενικής άρνησης της αντίφασης, εκείνου του μίσους για τη διαλεκτική των δυνάμεων της ζωής που παράγεται από τις ποταπές στιγμές της ιστορικής άμπωτης.

Γι’ αυτούς που θα δυσκολεύονταν να ταυτιστούν με τον ρόλο του καλού νέγρου, του αυθεντικού μαγκρεμπίνου, του χαμογελαστού κινέζου –και σύντομα του πιστού parichien [3] (βλ. το άρθρο Aboiement [Γαύγισμα])– τα νέα θεματικά πάρκα της παγκόσμιας κουλτούρας προσφέρουν ένα οικόπεδο για να εξασκούνται οι ικανότητές τους να προσομοιώνουν εύθυμα πρωτόγονες συμπεριφορές: τραντάγματα παιδιών, ηλεκτρονικοποιημένες εκστάσεις, τροπάρια του διαδρόμου του μετρό που οδηγούν προς τα νέα σύνορα μιας συνύπαρξης ασύλου, φαινομένου πολύ δημοφιλούς σε όσα αντικαθιστούν, στις μέρες μας, λαϊκές γιορτές, πολιτικές συγκρούσεις, απεργίες, ταραχές. Διακρίναμε εξάλλου κάποιους βιρτουόζους αυτής της υπερσύγχρονης ενσωμάτωσης σε εκείνα τα πρόσφατα πανηγύρια που οργανώνουν οι νέοι παρουσιαστές της εξουσίας, από την παλιά αίθουσα της Mutualité μέχρι τις κατοικίες χαμηλού ενοικίου της Λα Κουρνέβ [La Courneuve] μέσω της πλατείας Κονκόρντ [Concorde]. Η γκιλοτίνα της πλατείας της Επανάστασης έδωσε τη θέση της σε πολιτικά πάρτι-έκπληξη και άλλες “μιντιακές παραστάσεις” για “διαδηλωτές-θεατές”.

Μια πολιτική περισσότερων από εκατό χρόνων ελέγχου της εθνικής σύνθεσης του προλεταριάτου επέτρεψε τελικά να εξαλειφθούν οι παλιές παραχωρήσεις στον νομιμοποιημένο ανταγωνισμό της συνδικαλιστικής εξουσίας, που παρακάμπτεται πλέον και εστιάζει κυρίως στο πεδίο των “εθνικών ημερών εργασίας”. Το melting pot [χωνευτήρι] της μισθωτής εργασίας αποκαλύπτει έτσι σε αυτό το τέλος του αιώνα τις νέες κατηγορίες χρήσης του χρόνου της μη-ζωής: δημόσιος υπάλληλος ισοβίως, προσλαμβανόμενος ορισμένου χρόνου, απολυμένος αορίστου χρόνου, “εργαζόμενος γενικού συμφέροντος”, μελλοντικός πρώην κατάδικος, “εργαζόμενος κοινής ωφέλειας”, πρώην νεαρός άεργος, αναπληρωτής, παράνομος, μικρός γηγενής ή αφομοιωμένος γάλλος, απελαθείς. Ιδού οι αναδυόμενοι πρωταγωνιστές αυτής της υποτιθέμενης παγκόσμιας κοινότητας που αποσκοπεί να αναζωογονήσει τους παλιούς διαλυμένους δεσμούς θέτοντάς τους στον ελάχιστο κοινό παρονομαστή της ψευδούς συνείδησης. Καταπιεσμένη από τους φύλακες της ταξικής κοινωνίας, η επιθυμία για ποιοτική διαφοροποίηση αντιστρέφεται σε ρατσισμό, απατηλό προστατευτικό παραλήρημα οριστικά αποσυντεθειμένων κοινωνικών σωμάτων.

Από όσα προηγήθηκαν, ο αναγνώστης θα έχει καταλάβει ότι το μπαστάρδεμα για το οποίο μιλάμε δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό με την έννοια ενός εμπλουτισμού του είδους, αλλά παραπέμπει περισσότερο στους απεχθείς χειρισμούς που εφαρμόζουν οι υπηρέτες της επιχείρησης παραγωγής του νεοανθρώπου, αυτού του μεταλλάγματος που πρέπει να ικανοποιούν όλες οι απολαύσεις του εμπορευματικού θεάματος. Η ευτυχώς μπάσταρδη πλευρά του πληθυσμού της Ευρώπης, όλο αυτό το δυναμικό ιστορικής επιμονής στις ποικίλες συγκρούσεις και διασταυρώσεις γύρω από τη Μεσόγειο –εσωτερική θάλασσα που δεν είναι πλέον παρά ο υπόνομος όσων αποσυντίθενται στην περιφέρειά της–, όλα αυτά πασχίζουν να αντισταθούν στις πρόσφατες επιθέσεις της εμπορευματικής άνοιας.

Η επανεύρεση του ιστορικού πλούτου θα πραγματοποιηθεί μέσω της επανασύνδεσης με ένα τέτοιο μπαστάρδεμα ενάντια σε όλα τα σύνορα και όλα τα Κράτη. Δεν επανασυνδέθηκαν με τις “μαγκρεμπίνικες” ρίζες τους οι νέοι του μεταβατικού συνοικισμού “Gutenberg” της Ναντέρ όταν ανακάλυψαν τον ρόλο “άθλιων εκπαιδευτών και μικρών παλιάτσων” (φυλλάδιο παρατιθέμενο στην le Monde, 3 Μαρτίου 1983) που ήθελαν να τους κάνουν να παίξουν[4]. Αντί για “την κοινωνικο-εκπαιδευτική και πολιτισμική ένταξη των οικογενειών” του απομονωμένου συνοικισμού όπου τους είχαν έγκλειστους, επέλεξαν, καταστρέφοντας τα ίδια τους τα κτίρια, “να μην είναι πλέον οι ενσαρκωτές της αθλιότητας” (ό.π.) αυτής της κοινωνίας του διαχωρισμού και του αποκλεισμού κάθε είδους. Δεν θα καταφέρουν ούτε με τις οριστικά παγωμένες στάχτες της εστίας της αστικής οικογένειας, ούτε με τα αξιοθρήνητα μηχανοργανωμένα όργανα του μεταλλαγμένου εργαζόμενου, να ενσωματωθούν οι νέοι βάρβαροι, που δεν βρίσκονται στην περιφέρεια αυτής της αποσύνθεσης, αλλά στο κέντρο της. Εκεί όπου κάποιοι δεν βλέπουν παρά αποβράσματα, εμείς διακρίνουμε αυτό το απόθεμα ανομίας που προφυλάσσει τους λαούς από την παρακμή.

Σημειώσεις της μετάφρασης

[1] Henri Lefebvre (1981). Critique de la Vie Quotidienne IIIDe la modernité au modernisme: pour une métaphilosophie du quotidien.

[2] Πριν από τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος της 28ης Σεπτεμβρίου 1958 για την αποδοχή του νέου Συντάγματος με το οποίο εγκαθιδρύθηκε η Πέμπτη Γαλλική Δημοκρατία, ο στρατηγός ντε Γκωλ κάλεσε τους Αλγερινούς να ψηφίσουν “ναι” προκειμένου να εκφράσουν με αυτόν τον τρόπο τη θέλησή τους “να συμπεριφέρονται ως Γάλλοι εξολοκλήρου” και την πεποίθησή τους ότι “η απαραίτητη ανάπτυξη της Αλγερίας πρέπει να πραγματοποιηθεί μέσα σε ένα γαλλικό πλαίσιο”.

[3] Λογοπαίγνιο με τις λέξεις Paris (Παρίσι) και chien (σκύλος).

[4] Οι “μεταβατικοί συνοικισμοί” [“cités de transit”] κατασκευάστηκαν από το γαλλικό κράτος κυρίως στα περίχωρα του Παρισιού ήδη από την περίοδο του πολέμου της Αλγερίας (1954-1962) και ορίζονταν επισήμως ως “συγκροτήματα κατοικιών διατιθέμενα για την παροχή προσωρινής στέγης σε οικογένειες των οποίων η πρόσβαση σε μόνιμη κατοικία δεν μπορεί να εξεταστεί χωρίς μια κοινωνικο-εκπαιδευτική δράση που αποσκοπεί στην ενθάρρυνση της κοινωνικής ένταξης και προαγωγής τους”. Δημιουργήθηκαν για να στεγαστούν εκεί προσωρινά οικογένειες Αλγερινής καταγωγής οι οποίες κατοικούσαν προηγουμένως σε παραγκουπόλεις που εκκενώθηκαν από το γαλλικό κράτος επειδή αποτελούσαν θύλακες δράσης ανταρτών του FLN. Η διαμονή κυρίως Αλγερινών και Μαροκινών μεταναστών στους συνοικισμούς συνεχίστηκε κάτω από άθλιες συνθήκες διαβίωσης μέχρι την κατεδάφισή τους το 1985, στον απόηχο μεγάλων διαδηλώσεων και ταραχών που ακολούθησαν τη ρατσιστική δολοφονία του 19χρονου Μαροκινού Abdenbi Guemiah στον συνοικισμό Gutenberg της Ναντέρ στις 23 Οκτωβρίου 1982.

Αρχεία:

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License