Συνέντευξη Κάτσικα - Σοφούλη

Μια συνέντευξη με ερωτήματα για τα θέματα παιδείας και απόψεις από 2 πανεπιστημιακούς, Κάτσικα και Σοφούλη.

Μια συνέντευξη που πάρθηκε με πρωτοβουλία φοιτητών του Πανεπιστημίου Αιγαίου από τον Σωκράτη Κάτσικα και τον Κώστα Σοφούλη.
Αναφέρονται θέσεις και απόψεις, ενώ υπάρχουν και μερικά ερωτήματα σχετικά με το Πανεπιστήμιο Αιγαίου και πιο συγκεκριμένα, μιας και οι ίδιοι είναι/ήταν καθηγητές εκεί.

Υπάρχει στο http://my.aegean.gr/web/article2525.html
και σε PDF αρχείο και εδώ:
http://www.edopolytexneio.org/mediawiki/images/b/b2/MyAegean_interview_Katsikas-Sofoulis_2007_.pdf

Αρχεία:

από / 04/03/2007 11:41 πμ.


  Οι ραγδαίες εξελίξεις τον τελευταίο καιρό στα πανεπιστημιακά και όχι μόνο δρώμενα δεν μπορούσαν να αφήσουν αδιάφορη την ομάδα του My.Aegean.gr μέλη της οποίας ανέλαβαν και πραγματοποίησαν μια πρωτοβουλία η οποία συζητείται στους κόλπους της εδώ και αρκετό καιρό: μια συνέντευξη, δημοσιογραφικού χαρακτήρα, από τον κ. Σωκράτη Κάτσικα (κ.Κάτ), τέως Πρύτανη του Πανεπιστημίου Αιγαίου, στις 14 Φεβρουαρίου 2007.
Οι ίδιες ερωτήσεις παραδόθηκαν και στον κ. Κώστα Σοφούλη (κ.Σοφ), πρώτο Πρόεδρο της Διοικούσας Επιτροπής του Πανεπιστημίου και Επίτιμου Καθηγητή του τμ. Περιβάλλοντος.


My.Aegean.gr: Η ιδιόρρυθμη κατάσταση που έχει δημιουργηθεί τον τελευταίο καιρό στον χώρο της Εκπαίδευσης έχει τα χαρακτηριστικά μιας βαθιάς κρίσης. Τα πανεπιστήμια είναι κλειστά, η αβεβαιότητα κυριαρχεί και καθώς ο χρόνος περνά, η εκπαιδευτική και ερευνητική δραστηριότητα πλήττονται ανεπανόρθωτα.
Μέσα από αυτή τη συνέντευξη, μας δίνεται η ευκαιρία να θίξουμε παράλληλα και κάποια θέματα που αφορούν στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, όπου διατελέσατε μέλος του (και Πρύτανης).
Συμμετέχετε επίσης στην κίνηση των «1000 Πανεπιστημιακών», μια πρωτοβουλία που προτείνει κάποιες θέσεις πάνω στο θέμα της Αναθεώρησης του Αρθρου 16 και του Νόμου Πλαισίου.

  1. Θα θέλατε να μας πείτε μερικά πράγματα για αυτή την πρωτοβουλία; Και πώς προέκυψε αυτή η ονομασία; («1000»)

κ.Σοφ: Η Κίνηση προέκυψε αυθόρμητα μέσα από την συνήθη επικοινωνία που αναπτύσσουμε με συναδέλφους, όταν πολλοί αρχίσαμε να αντιλαμβανόμαστε ότι η κατάσταση οδηγείται σε αδιέξοδο που βλάπτει έως καταστρέφει την προοπτική των δημόσιων πανεπιστημίων μας. Οι πλειονότητά μας έκρινε ότι οι εξελίξεις παραβίαζαν πλέον την «κοινή λογική» που οφείλει να διέπει ως κατώτερο στήριγμα την λειτουργία του ακαδημαϊκού χώρου. Με αυθόρμητες διαδικασίες που διευκολύνονται σήμερα από τις δυνατότητες που μας προσφέρει το Διαδίκτυο, καταλήξαμε στην άτυπη συγκρότηση μιας Κίνησης που εκ των πραγμάτων μας οδηγεί σε κοινές πρωτοβουλίες και δράσεις για το καλό του δημόσιου πανεπιστημίου, όπως όλοι μας πιστεύουμε.

κ.Κατ: Η ονομασία «Η κίνηση των 1000» προέκυψε καθαρά δημοσιογραφικά. Δεν προσδώσαμε κάποιο όνομα εμείς στην κίνηση-πρωτοβουλία μας. Η ιστορία της συγκρότησης της πρωτοβουλίας έχει ως εξής: ένα περίπου μήνα μετά τη δημοσιοποίηση του προσχεδίου της πρότασης της κυβέρνησης για τον νόμο-πλαίσιο, δηλαδή τον περασμένο Ιούλιο, διαμορφώθηκε, από μια ομάδα συναδέλφων, ένα πρώτο κείμενο, το οποίο είχε κάποια κεντρικά σημεία τοποθέτησης επί των επιθυμητών κατευθύνσεων του νόμου. Το κείμενο επικεντρωνόταν κυρίως στην αυτοδιοίκηση, την ανάγκη για χρηματοδότηση και στη λιτότητα του νόμου. Θυμίζω ότι εκείνη την περίοδο υπήρχε ένας έντονος προβληματισμός για το αν ο επικείμενος διάλογος επί του προσχεδίου έπρεπε να γίνει από μηδενική βάση ή όχι, και στο κείμενο υπήρχε η θέση πως όποιες απόψεις υπάρχουν ήδη ή θα κατατεθούν στο μέλλον θα έπρεπε να ληφθούν υπόψη. Οι κυριότερες απόψεις που υπήρχαν τότε κατατεθειμένες είχαν προκύψει από τη Σύνοδο των Πρυτάνεων και οι απόψεις-προτάσεις του Υπουργείου δεν ήταν πολλές. Το συγκεκριμένο κείμενο έχει συγκεντρώσει, αν δεν κάνω λάθος, γύρω στις 800 υπογραφές.
Περίπου τον Σεπτέμβριο, ήρθε στη δημοσιότητα ακόμα ένα κείμενο, το οποίο κινούνταν στο ίδιο περίπου πλαίσιο με το προηγούμενο. Ήταν βεβαίως αναμενόμενο ότι , ούτε το ένα, ούτε το άλλο κείμενο θα μπορούσαν να αναφέρονται πιο συγκεκριμένα στην Αναθεώρηση του Αρθρου 16, κάτι το λογικό, εφόσον αυτό δεν ήταν ακόμη τόσο φλέγον ζήτημα. Το συγκεκριμένο κείμενο έχει συγκεντρώσει περίπου 300 υπογραφές. Κάπου την ίδια εκείνη εποχή υπήρξε κι ένα τρίτο κείμενο, από την ΑΡΣΗ -ένα ρεύμα μέσα στον Συνασπισμό- το οποίο ήταν και το πιο εκτενές, με σαφώς πιο συγκεκριμένες προτάσεις για ρυθμίσεις που θα θέλαμε να δούμε μέσα σε ένα νόμο. Παράλληλα, δημοσιοποιήθηκαν συγκεκριμένες προτάσεις της Συγκλήτου του Πανεπιστημίου Κρήτης και λίγο αργότερα και προτάσεις του ΕΛΙΑΜΕΠ. Όλες αυτές είναι σε γενικές γραμμές οι κινήσεις οι οποίες συντονίστηκαν τον περασμένο Νοέμβρη-Δεκέμβρη, έπειτα από συναντήσεις μας, και συγκρότησαν αυτό το σχήμα που δημοσιογραφικά ονομάστηκε «κίνηση των 1000».
Είναι φανερό πως η πρωτοβουλία αυτή είναι μια κίνηση από τα «κάτω», εννοώντας φυσικά ότι δεν έχει κανένα συνδικαλιστικό ή κομματικό χαρακτήρα ούτε πρόθεση. Υπάρχει λοιπόν μια λογική, εκείνη του Υπουργείου, η κατατεθειμένη, υπάρχει συγχρόνως και μια άλλη λογική, η οποία κατά κάποιο τρόπο εκφράζει μια άρνηση της πρώτης, και τέλος υπάρχει άλλη μια που προσπαθεί να προτείνει κάποιες θέσεις, γιατί πραγματικά χρειαζόμαστε αλλαγές στα Πανεπιστήμια και ο στόχος είναι να βρεθούν τα κοινά σημεία, τα οποία και θα συζητηθούν σε μια διημερίδα που θα γίνει στις 23 και 24 Φεβρουαρίου, ώστε να καταλήξουμε σε ένα πλαίσιο πρότασης για τα Πανεπιστήμια.

  1. Κατά τη γνώμη σας, θα ήταν πιο ουσιαστική και αποτελεσματική η κίνηση των «1000», αν γινόταν μέσα από τα θεσπισμένα αντιπροσωπευτικά όργανα, (π.χ. ΠΟΣΔΕΠ, Σύλλογοι) τα οποία έχουν ως στόχους την αντιμετώπιση όλων των προβλημάτων της εκπαίδευσης;

κ.Σοφ: Προσωπικά εκτιμώ ότι τα λεγόμενα «θεσμικά» όργανα δεν μπορούν σήμερα να προσφέρουν πολλά πράγματα στην υπέρβαση της κρίσης, επειδή τα ίδια αποτελούν πλέον μέρος - και μάλιστα σημαντικό - του προβλήματος. Όχι μόνο δεν κατάφεραν να παίξουν το ρόλο που ιδανικά θα περιμέναμε, αλλά ενεπλάκησαν σε τακτικές που κρύβουν πολλές φορές κρυφές «ατζέντες», αδιαφανείς έως και εχθρικές προς τα πραγματικά συμφέροντα του δημόσιου πανεπιστημίου. Με τις δράσεις, αλλά και παραλήψεις τους έριξαν πολύ νερό στον μύλο των αντιπάλων του δημόσιου πανεπιστημίου και κατάφεραν να συμβάλλουν αποφασιστικά στην συντηρητικοποίηση της κοινής γνώμης. Αυτή, τώρα, φαίνεται να στοιχίζεται κατά πλειοψηφία πίσω από εντελώς συντηρητικές έως ακροδεξιές θέσεις, όπως είναι η πόλωση γύρω από την αναθεώρηση του Αρθρου 16 του Συντάγματος και η απαίτηση «για τάξη και ασφάλεια». Αυτές οι διεργασίες βγαίνουν ξεκάθαρα μέσα από τις δημοσκοπήσεις που είναι εξαιρετικά δυσμενείς για την προοπτική της ακαδημαϊκής κοινότητας. Στο μέλλον η ακαδημαϊκή κοινότητα θα έχει, μεταξύ άλλων, να αντιμετωπίσει και την χλεύη καθώς και την δυσπιστία της κοινής γνώμης, που όπως καταλαβαίνετε παίζει μεγάλο ρόλο στα πλαίσια μιας σύγχρονης δημοκρατίας.

κ.Κάτ: Ο στόχος εδώ δεν είναι να φτιάξουμε ένα κίνημα θεσμοθετημένο-νομιμοποιημένο αλλά να εκφραστούν κάποιες προτάσεις που μάλλον στην κοινή λογική απευθύνονται. Δεν έχει τόσο νόημα να κινηθούμε με μια νομιμοποιητική διαδικασία, με εκλογές, αντιπροσώπους κ.λπ. Σχετικά με την ΠΟΣΔΕΠ, προφανώς είναι το συνδικαλιστικό όργανο των καθηγητών, αλλά έχει εμπλακεί σήμερα το θέμα της συνδικαλιστικής δράσης με τη «μοναδική» τοποθέτηση επί ακαδημαϊκών ζητημάτων. Πολλοί συνάδελφοι της πρωτοβουλίας είμαστε ενεργά μέλη των Συλλόγων μας και, συνεπώς, της ΠΟΣΔΕΠ. Δεν μπαίνει σε αντιπαράθεση η πρωτοβουλία μας με το συνδικαλιστικό κίνημα. Απλώς συμβαίνει να έχει μια διαφορετική άποψη σε σχέση με τα ακαδημαϊκά ζητήματα.

  1. Πιστεύετε πως η κινητοποίηση που υπάρχει από μέρους εκπαιδευτικών είναι ικανοποιητική; Διακρίνετε μήπως μια γενικότερη αδιαφορία;

κ.Σοφ: Η συντεχνιακή εκτροπή του κινήματος των εκπαιδευτικών καθώς και του φοιτητικού κινήματος, που δεν είναι τωρινό φαινόμενο, αλλά έχει τις ρίζες του πολλά χρόνια πίσω, έχει διαμορφώσει μια «οπορτουνιστική» στάση των εκπαιδευτικών και πολλών φοιτητών που ευνοεί τις σημερινές επικίνδυνες και ατελέσφορες εκδηλώσεις: Οι πολλοί περιμένουν να αποκομίσουν οφέλη από την κινητοποίηση των λίγων, και οι λίγοι, αντιλαμβανόμενοι ως πολιτική πελατεία τους πολλούς ρίχνονται σε μάχες εντυπώσεων που τους οδηγούν συνεχώς και σε πιο βαθιές αντικοινωνικές συμπεριφορές. Έτσι έχουμε το αντιφατικό φαινόμενο της εξαιρετικά μικρής συμμετοχής στις διάφορες τρέχουσας μορφής δραστηριότητες αλλά ταυτόχρονα της ανοχής ακραίων συμπεριφορών από τις μειονοψηφίες τις οποίες οι ίδιοι τείνουν να κατακρίνουν σφοδρά στις κατ' ιδίαν συζητήσεις. Με λίγα λόγια, οι ακραίες και περιθωριακές συμπεριφορές των δυναμικών μειοψηφιών έχουν ήδη καταστρέψει τις προϋποθέσεις για μια ουσιαστική συμμετοχική δημοκρατία. Αυτό συμβαίνει ακριβώς τη στιγμή που οι κρίσεις μεταβατικότητας απαιτούν την ευρύτερη δυνατή συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων για να ενώσουν την «σοφία» τους και να βρουν αποδεκτές λύσεις σε εξαιρετικά πολύπλοκα προβλήματα. Αντί να συμβαίνει αυτό, δυστυχώς την λογική έχει υποκαταστήσει η βία και η υστερική κραυγή τον νηφάλιο διάλογο.

κ.Κάτ: Εδώ μπορούμε να μιλήσουμε για δύο διαστάσεις: την ποσοτικά και την ποιοτικά ικανοποιητική συμμετοχή. Στα θεσμοθετημένα συλλογικά όργανα, η συμμετοχή ποσοτικά μάλλον δεν είναι τόσο μεγάλη. Συγκεκριμένα βέβαια στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, υπάρχει αρκετά μεγάλο ποσοστό συναδέλφων που συμμετέχουν στα συνδικαλιστικά αυτά όργανα, σε σύγκριση με άλλα Πανεπιστήμια. Και αυτό αποτελεί ίσως και το σημείο της αδυναμίας των οργάνων αυτών να μιλήσουν ουσιαστικά για ακαδημαϊκά ζητήματα, το γεγονός δηλαδή ότι δεν υπάρχει σημαντική συμμετοχή ώστε να υπάρχει πλήθος απόψεων και θέσεων. Ως προς την ποιοτική διάσταση, εδώ απλώς θα πω πως ο καθένας έχει τις δικές του απόψεις. Φαίνεται όμως, πως υπάρχουν αρκετά σημεία στα οποία συμφωνεί πολύς κόσμος.

  1. Την περίοδο αυτή γίνεται πολλή συζήτηση για έως και αντικατάσταση των εννοιών κοινωνική μόρφωση με επαγγελματική εξειδίκευση. Γίνεται σε πολλές χώρες. Πρέπει η Ελλάδα να ακολουθήσει;

κ.Σοφ: Πράγματι η ηγεμονεύουσα κοινωνική (και, κατά λογική συνέπεια, πολιτική και οικονομική) τάξη προσπαθεί να προσεταιριστεί την δημόσια εκπαιδευτική πολιτική υπέρ των δικών της αναγκών και συμφερόντων. Πιέζει δηλαδή για την εκπαίδευση απασχολήσιμων εργαζομένων και άκριτων καταναλωτών' που τους χρειάζονται οι επιχειρήσεις για να εκμεταλλευθούν κατά το δυνατόν καλύτερα τις ευκαιρίες που τους δίνει η τεράστια επέκταση των αγορών ως συνέπεια της παγκοσμιοποίησης και όχι μόνο. Η πίεση αυτή οδηγεί όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης μακριά από την αγωγή πολιτών και προς την εκπαίδευση επαγγελματιών και καταναλωτών. Σε όλο τον Δυτικό Κόσμο, και ιδίως στην Ευρώπη αναπτύσσεται τα τελευταία χρόνια έντονος και εκτεταμένος προβληματισμός γύρω από αυτά τα κοινωνιολογικά και πολιτικά προβλήματα της εκπαιδευτικής πολιτικής. Αναπτύσσονται αντιστάσεις αλλά και εποικοδομητικές εναλλακτικής προτάσεις. Η ελληνική ακαδημαϊκή κοινότητα και το ελληνικό φοιτητικό κίνημα παραμένει πεισματικά έξω από αυτές τις γόνιμες αναζητήσεις. Έχει κλειστεί σε μια παρωχημένη συνθηματολογία υπέρ της συντήρησης του status quo και παλεύει με φαντάσματα του παρελθόντος ή και νέας κοπής. Τέτοια ζητήματα έπρεπε να απασχολούν την ακαδημαϊκή κοινότητα στις μέρες μας και όχι το πόσες βόμβες μολότοφ αξίζει να πέσουν, ή πόσοι καθηγητές πρέπει να χτιστούν έξω από τα γραφεία τους!

κ.Κάτ: Όχι, πιστεύω πως το να στραφεί η Ελλάδα στην επαγγελματική εξειδίκευση είναι λάθος. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να αντικαταστήσουμε το μοντέλο του Πανεπιστημίου που παράγει επιστήμονες, με μια άλλη κατασκευή, η οποία να δημιουργεί πλήρως εξειδικευμένους επαγγελματίες. Αυτή θα ήταν καταστροφική επιλογή, τα αποτελέσματα της οποίας δυστυχώς θα φανούν μέσα στα επόμενα χρόνια, όταν οι απόφοιτοι αυτοί θα βγουν στην αγορά εργασίας και θα ενεργούν σαν ρομπότ, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να κάνουν αποτελεσματικά τη δουλειά τους. Είναι τρομακτικά εύκολο να εκπαιδεύσεις κάποιον ο οποίος θα μπορεί να κάνει κάτι συγκεκριμένο και μόνο αυτό. Για να αναφέρουμε ένα ακραίο παράδειγμα, οι Κινέζοι, πριν από κάποια χρόνια, μπορούσαν να εκπαιδεύσουν ανθρώπους, μέσα σε ένα εξάμηνο, οι οποίοι μπορούσαν να κάνουν επέμβαση σκωληκοειδίτιδας, μόνο αυτό. Όταν όμως η τεχνολογία θα αλλάξει, και μοιραία θα αλλάξει, ο άνθρωπος αυτός δεν θα μπορεί να παρακολουθήσει την αλλαγή, θα είναι απαξιωμένος, «άχρηστος», όχι μόνο για τον ίδιο, αλλά και για τον εργοδότη του, και για το ίδιο το κοινωνικό σύνολο.
Ειδικά σε τομείς που εξελίσσονται πολύ γρήγορα, όπως η πληροφορική, δεν μπορείς να περιμένεις τίποτα από ένα πτυχίο, ακόμα και ένα πτυχίο όπως είναι σήμερα, χωρίς να παρακολουθήσεις τις εξελίξεις στον τομέα σου, με δική σου ενασχόληση, μελέτη ή με κάποια παρακολούθηση κι εκπαίδευση μέσα στη διάρκεια της ζωής σου.
Η εξειδίκευση πρέπει να αναφέρεται σε εντελώς διαφορετική βαθμίδα εκπαίδευσης. Σε μια άλλη χώρα, πιο κοντινή μας, στην Αγγλία, στην οποία πολλοί Έλληνες πηγαίνουν για μεταπτυχιακά, διαπιστώνουν πόσο απαραίτητο είναι η επιστημονική γνώση να είναι σφαιρική. Αν δούμε ένα τυπικό πτυχίο Πληροφορικής από εγγλέζικο Πανεπιστήμιο, θα διαπιστώσουμε ότι ο κάτοχός τους έχει παρακολουθήσει περίπου 25-30 μαθήματα, μπορεί και λιγότερα. Από αυτά, μαθήματα του κορμού της Πληροφορικής μπορεί να είναι τα 10. Εδώ όμως πρέπει να πούμε και κάτι άλλο. Οι περισσότερες επιχειρήσεις, σε όλη την Ευρώπη, ζητούν περισσότερη εξειδίκευση, γιατί οι περισσότερες είναι μικρού μεγέθους, δεν έχουν την ευελιξία και την πολυτέλεια να προσλάβουν έναν επιστήμονα και να τον εκπαιδεύσουν στη συγκεκριμένη λειτουργία της εταιρίας. Θα δώσουν λοιπόν το βάρος περισσότερο στην πλευρά της εξειδίκευσης ή στην πλήρη επιστημονική κατάρτιση, δεν μπορούν να γίνουν και τα δύο.
Οι μεγάλες όμως επιχειρήσεις, ζητούν επιστήμονες, δεν ζητούν επαγγελματική εξειδίκευση. Αναζητούν ανθρώπους που έχουν ένα πτυχίο, που εξασφαλίζει πως έχουν βαθιά επιστημονική γνώση. Λένε πολύ απλά δηλαδή: «Θα τον μάθω αυτά που κάνω, αλλά ξέρω πως έχει το υπόβαθρο να τα παρακολουθήσει όλα αυτά σε βάθος χρόνου».

  1. Το εκπαιδευτικό σύστημα που προτείνεται στην Ευρώπη κάποιοι πιστεύουν πως μιμείται το Αμερικάνικο. Πιστεύετε πως έχει νόημα η Ελλάδα να κάνει την αντιπρότασή της για νέες μορφές εκπαίδευσης; Ή μήπως η εφαρμογή ενός συστήματος που απευθύνεται σε διαφορετική ιδιοσυγκρασία λαού δεν θα ήταν επιτυχής για την Ελληνική-Ευρωπαϊκή πραγματικότητα;

κ.Σοφ: Είναι αλήθεια ότι η Ευρώπη προσπαθεί να μιμηθεί όσους αμερικανικούς θεσμούς νομίζει ή θεωρεί ως πετυχημένους, με την λογική ότι έτσι θα μπορέσει να καλύψει κυρίως το οικονομικό άνοιγμα που την χωρίζει με την μεγαλύτερη οικονομία του πλανήτη. Μολαταύτα, αυτή η 'μιμητική' προσέγγιση εκφράζει κυρίως τις συντηρητικές πολιτικές παρατάξεις της Ευρώπης και δεν είναι τόσο τεκμηριωμένη ως προς τις παραδοχές της, όσο θέλουν ορισμένοι να υποστηρίξουν. Δυστυχώς την ίδια μηχανιστική μιμητική προσέγγιση ακολουθούν περιέργως και ορισμένες πολιτικές τάσεις της Ευρωπαϊκής Αριστεράς. Το θέμα, όμως, δεν είναι κατά πόσο το αμερικανικό υπόδειγμα μπορεί ή πρέπει να «προσαρμοστεί» στις ελληνικές συνθήκες. Μια ολοκληρωμένη κριτική τοποθέτηση απέναντι στο ζήτημα θα μπορούσε να δείξει ότι η έννοια του 'πετυχημένου εκπαιδευτικού συστήματος' είναι σχετική και εξαρτάται από το ιδεολογικό πρίσμα μέσα από το οποίο ορίζεται η έννοια της «επιτυχίας» ή αποτελεσματικότητας. Επομένως το ζήτημα δεν είναι να πούμε ναι ή όχι στο αμερικανικό ή στο οποιοδήποτε άλλο από τα επικρατούντα εκπαιδευτικά συστήματα. Το πραγματικό πρόβλημα είναι να συζητήσουμε από σχεδόν μηδενική βάση το τι θα δεχτούμε ως επιτυχημένο και αποτελεσματικό εκπαιδευτικό σύστημα. Δυστυχώς, μια τέτοια συστηματική συζήτηση δεν έγινε ποτέ στην πατρίδα μας, και γι'αυτό στο πεδίο ψαρεύουν μέσα στη θολούρα τα κάθε είδους κομματικά και συντεχνιακά συμφέροντα. Τα πράγματα οδηγούνται έτσι σε ακόμη βαθύτερη κρίση. Για να είμαστε, εν τούτοις, και ρεαλιστές, πρέπει να δεχτούμε ότι στο μεταξύ δεν είναι δυνατόν να παραμένουμε 'έξω από τις ανταγωνιστικές συνθήκες' μέχρι ότου απαντήσουμε οριστικά σε ένα τόσο σοβαρό ιδεολογικό, πολιτικό και επιστημονικό ζήτημα. Ο προοδευτικός άνθρωπος παλεύει πάντα για το καλύτερο χωρίς να αποστασιοποιείται από το εκάστοτε «καλό». Αλλιώς γίνεται θύμα του δογματισμού του και εν τέλει ενεργεί σε βάρος του κοινωνικού συνόλου.

κ.Κάτ: Δεν ακολουθεί, θα έλεγα, η Ευρώπη το αμερικάνικο σύστημα και παρόλο που όλοι αναγνωρίζουν τα αμερικάνικα πανεπιστήμια ως τα καλύτερα, δεν επιχειρείται η αντιγραφή του αμερικανικού συστήματος από την Ευρώπη. Το αμερικάνικο σύστημα είναι αρκετά διαφορετικό. Δεν έχει πολλή εξειδίκευση. Αν το συγκρίνουμε με αυτό της Αγγλίας, έχει λιγότερη εξειδίκευση. Αν το συγκρίνουμε με το ελληνικό ή το γερμανικό έχει προφανώς περισσότερη. Από την άλλη πλευρά, στην Αμερική υπάρχουν πολλά προγράμματα, τα λεγόμενα liberal studies, όπου διαλέγεις μαθήματα από διάφορες επιστήμες, χωρίς περιορισμό, δημιουργώντας ένα δικό σου μίγμα, που ταιριάζει στις δικές σου προσωπικές προτιμήσεις. Φυσικά, αυτό σου δίνει λιγότερες δυνατότητες επαγγελματικής απασχόλησης απ' ότι αν έκανες ένα κύκλο σπουδών σε μια συγκεκριμένη ειδικότητα.
Έχει γίνει κατανοητό στην Ευρώπη πως είναι τελείως λάθος επιλογή να προσπαθήσουμε να αντιγράψουμε το αμερικάνικο σύστημα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Αυτό βέβαια ισχύει γενικότερα. Όταν επιχειρείς να κάνεις κάποιες μηχανιστικές μεταφορές ενός συστήματος από μια χώρα σε μια άλλη, μοιραία θα αποτύχεις. Τώρα, το τι πρέπει να γίνει στο επίπεδο της Ελλάδας. Χρειάζονται ενδεχομένως κάποιες διορθωτικές κινήσεις, σε επίπεδο τμημάτων, συγκεκριμένα. Ενδεχομένως μερικά τμήματα να χρειάζονται μια αλλαγή στο περιεχόμενο των σπουδών τους, ώστε να πετυχαίνουν αυτό που λέμε «μόρφωση», αλλά να δίνουν και μια επαγγελματική εξειδίκευση στους αποφοίτους τους, ώστε να μην είναι εντελώς ασύμβατοι με τις απαιτήσεις της κοινωνίας και της παραγωγής. Αυτό όμως δεν σημαίνει συνολική αναδιάρθρωση του μοντέλου του συστήματος. Θα ήθελα να δω να παραμένει το σημερινό μοντέλο του πανεπιστημίου, χωρίς να σημαίνει πως αυτό δεν χρειάζεται αλλαγές σε πολλά σημεία, για να γίνει καλύτερο. Δηλαδή απαιτείται μια προσαρμογή του στα σημερινά δεδομένα. Θεωρώ αξιοπερίεργο όταν ακούω, σε συνθηματολογικό επίπεδο, μία άρνηση, σαν να μην θέλουμε την αλλαγή, σαν να είναι όλα καλά με το υπάρχον σύστημα και νόμο. Γιατί περιμένω, ειδικά από νέους ανθρώπους, να έχουν την απαίτηση να θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο. Σαφώς και δεν αναμένω να συμφωνήσει η γενιά μου με τη δική σας στο πώς θέλουμε τον κόσμο. Αλλά απαιτώ από σας να θέλετε πραγματικά να αλλάξετε τον κόσμο, στην όποια κατεύθυνση εσείς κρίνετε και δεν μπορώ να καταλάβω, πολύ περισσότερο να δεχθώ τη στάση του «να μην αλλάξει τίποτα».

  1. Πιστεύετε ότι το Δημόσιο Πανεπιστήμιο είναι ανταγωνιστικό και παράγει καρπούς γνώσης από την έρευνα στην υπάρχουσα μορφή του; Σε βάθος χρόνου θα αντέξει τις προκλήσεις που τίθενται μέσα στην ευρωπαϊκή κοινότητα αν επαφίεται αποκλειστικά σε πόρους του δημοσίου;

κ.Σοφ: Το δημόσιο πανεπιστήμιο έχει προσφέρει και εξακολουθεί να προσφέρει σημαντικές υπηρεσίες στην ελληνική κοινωνία. Δυστυχώς, όμως, η προσφορά του όχι μόνο δεν προβάλλεται στην κοινωνία, αλλά αντίθετα καλύπτεται από εικόνες που εκμηδενίζουν το κύρος του. Οι διάφορες συντεχνιακές κινήσεις έχουν προβάλει το ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο ως απλή μηχανή παροχής «χαρτιών» για την ποιότητα των οποίων κανείς δεν έχει μιλήσει συστηματικά. Αυτό είναι μία από τις χειρότερες συνέπειες της απουσίας συστήματος αξιολόγησης και κριτικής του ελληνικού πανεπιστημίου. Πώς θα πληροφορηθεί ο κοινός πολίτης το τι ακριβώς γίνεται μέσα σε ένα καλό πανεπιστήμιο όταν η προς έξω εικόνα την οποία παράγουν οι προβεβλημένοι συντελεστές του (φοιτητικοί συνδικαλιστές, ΠΟΣΔΕΠ και άλλοι) είναι αποκλειστικά χρωματισμένη με βία, αυθαιρεσία, αποχή από τις ακαδημαϊκές υποχρεώσεις και κατασπατάλησης του δημόσιου χρήματος;
Αυτό το φαινόμενο είναι δραματικό, όταν συνειδητοποιεί μάλιστα κάποιος ότι για μια χώρα σαν την Ελλάδα δεν μπορεί ποτέ να υπάρξει σοβαρό ιδιωτικό πανεπιστήμιο. Δεν το σηκώνει ούτε ο πληθυσμός της άλλά ούτε και η δυνατότητα επένδυσης κανενός σοβαρού και υπεύθυνου επιχειρηματικού φορέα. Έτσι, με την συστηματική υποβάθμιση της εικόνας του δημόσιου πανεπιστήμιου δίνεται απλώς η δυνατότητα προβολής ως πιθανών ιδιωτικών πανεπιστημίων σε διάφορες επαγγελματικές σχολές που ούτε ίχνος ακαδημαϊκής ιδιότητας έχουν. Αυτό είναι το τελικό αποτέλεσμα των δήθεν «αγώνων».

κ.Κάτ: Το Ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο είναι καταρχήν καλό πανεπιστήμιο. Μην θεωρείτε ότι είναι «πανάκεια» όλες αυτές οι λίστες περί κατάταξης των Πανεπιστημίων παγκοσμίως γιατί πολλές βασίζονται πάνω σε κριτήρια που τα ελληνικά πανεπιστήμια δεν πρόκειται ποτέ να τα πετύχουν. Κι αυτό γιατί οι περισσότερες απ' αυτές τις λίστες, όπως π.χ. η γνωστή λίστα της Σαγκάης, ευνοούν τα μεγάλα πανεπιστήμια. Τα ελληνικά πανεπιστήμια σε διεθνές επίπεδο, είναι μικρομεσαία, ως μικρά. Αν όμως προσέξει κανείς τα αποτελέσματα των ερευνών που γίνονται στα ελληνικά πανεπιστήμια είναι εντυπωσιακά. Οι δημοσιεύσεις που βγαίνουν από καθηγητές ελληνικών πανεπιστημίων είναι κάπου 10% επί της συνολικής παραγωγής στον κόσμο, γεγονός πραγματικά εντυπωσιακό. Η συμμετοχή επίσης των ελληνικών πανεπιστημίων στα ευρωπαϊκά προγράμματα, ως ποσοστό, είναι πολύ μεγαλύτερο από το ποσοστό που αναλογεί στο μέγεθος και την έκταση της χώρας.
Μην ξεχνάμε πως και στην Αμερική ακόμη, το μεγαλύτερο πλήθος πανεπιστημιακών καθηγητών, σε απόλυτο αριθμό, είναι Έλληνες, περισσότεροι από κάθε άλλη εθνικότητα. Ανθρωποι που έχουν στην πλειοψηφία τους σπουδάσει σε ελληνικά πανεπιστήμια.
Ανταγωνιστικό λοιπόν είναι, το ελληνικό πανεπιστήμιο, ως προς το ανθρώπινο δυναμικό, την ποιότητα των ανθρώπων που παράγει, των ανθρώπων που έχει και της ποιότητας στην εκπαίδευση και την έρευνα που γίνεται.
Χρειάζεται όμως να δοθεί στο ελληνικό πανεπιστήμιο η δυνατότητα να ανταποκριθεί στις αλλαγές που συμβαίνουν σε όλο τον κόσμο. Η παγκοσμιοποίηση, για παράδειγμα, που συμβαίνει ούτως η άλλως, μας αρέσει δεν μας αρέσει. Αν λοιπόν δοθεί η δυνατότητα στο ελληνικό πανεπιστήμιο να προσαρμοστεί σε αυτές τις αλλαγές, θα διατηρήσει την ανταγωνιστικότητά του και ίσως θα την αυξήσει. Αυτό δεν έχει άμεση σχέση με την πηγή της χρηματοδότησης. Όμως, αν το δούμε σε επίπεδο εκπαιδευτικού συστήματος, έχει σχέση. Στα αμερικάνικα πανεπιστήμια, αν δούμε την 'πίτα' της χρηματοδότησής τους, αν θυμάμαι καλά, ένα 40% - 50% έρχεται από το δημόσιο. Το υπόλοιπο είναι είτε ιδιωτική χρηματοδότηση είτε χορηγίες από συλλόγους αποφοίτων. Υπάρχει μια μακρά παράδοση εκεί πως όταν ολοκληρώσεις το πανεπιστήμιο και γίνεις ένας πολύ επιτυχημένος επιχειρηματίας, κάνεις κάποια δωρεά για να υποστηρίξεις το πανεπιστήμιό σου. Φυσικά τέτοια κουλτούρα δεν υπάρχει στην Ελλάδα και δεν είναι δυνατόν και να αναπτυχθεί σύντομα. Για εδώ στην Ελλάδα κάτι τέτοιο θα ήθελε πολύ προσεγμένες πολιτικές και σε βάθος χρόνου, δύσκολο αρκετά. Αν δούμε αντίστοιχα τη χρηματοδότηση σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, περίπου το 90% της χρηματοδότησης των πανεπιστημίων έρχεται από το δημόσιο. Το υπόλοιπο κομμάτι της πίτας είναι πολύ μικρό. Δε πιστεύω ότι προτείνει κανείς εδώ σοβαρά να μείνει ίδια η πίτα και το κομμάτι της κρατικής χρηματοδότησης να μειωθεί, αλλά μάλλον να μεγαλώσει η πίτα, διατηρώντας σταθερή τη δημόσια χρηματοδότηση και το υπόλοιπο κομμάτι να συμπληρωθεί από άλλους πόρους. Αυτή η πρόταση τίθεται με την εξής λογική όμως: μακάρι να μπορούσε να αυξηθεί η δημόσια χρηματοδότηση. Γιατί, έχεις μια εξίσωση που δεν λύνεται εύκολα: περισσότερους φοιτητές, με τα ίδια χρήματα και καλύτερη ποιότητα. Δεν είναι δυνατό κάτι τέτοιο. Συνεπώς ή θα μειώσεις τους φοιτητές, ή την ποιότητα -που δεν θέλουμε κανένα από τα δύο- άρα θα πρέπει να βρεις περισσότερα χρήματα. Από την άλλη πλευρά, κανένα κράτος δεν είναι διατεθειμένο ή δεν μπορεί να δώσει παραπάνω χρήματα.

  1. Πώς ορίζετε εσείς ο ίδιος ή η κίνηση των «1000» γενικότερα το «μη-κερδοσκοπικό» Πανεπιστήμιο;

κ.Σοφ: Το θεωρούμε ψευδοκατασκευή. Είναι μια κατασκευασμένη έννοια για να χρησιμεύσει ως προκάλυμμα για την «πανεπιστημιοποίηση» διαφόρων επαγγελματικών σχολών που για λόγους κερδοσκοπίας επιζητούν τον επίζηλο τίτλο του Πανεπιστημίου. Μια νηφάλια συζήτηση επ'αυτού θα έπειθε γρήγορα και τον πιο δύσπιστο, ότι έστω και αν για λόγους δημοκρατικής αρχής δεν είναι νοητό το κρατικό μονοπώλιο στην επιστήμη, μη κερδοσκοπικό πανεπιστήμιο μπορεί να είναι μόνο ένα δημόσιο πανεπιστήμιο: Δηλαδή ένα πανεπιστήμιο που παρέχει τις υπηρεσίες του με την μορφή δημόσιου αγαθού. Αλλωστε, αυτό δεν είναι το ζητούμενο;

κ.Κάτ: Καταρχήν η πρωτοβουλία των «1000» δεν έχει τοποθετηθεί καθαρά πάνω σε αυτό, συνεπώς αν θέλετε θα σας πω τη δική μου προσωπική άποψη: Δεν έχω ακούσει ούτε ένα επιχείρημα που να με πείθει πώς θα λύσουν κάποιο πρόβλημα τα 'μη κερδοσκοπικά- μη κρατικά- ιδιωτικά' ή όπως αλλιώς θέλετε, πανεπιστήμια.

Το οικονομικό για παράδειγμα ζήτημα, που λέγεται;

κ.Κάτ: Ας τα πάρουμε από την αρχή τότε. Το 1997 άρχισε μια πολιτική διεύρυνσης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, με μαζική ίδρυση τμημάτων. Το αποτέλεσμα ήταν τέτοιο ώστε σήμερα ο αριθμός των εισακτέων στα πανεπιστήμια να είναι ίσος περίπου με τον αριθμό των αποφοίτων του Λυκείου. Το ερώτημα που προκύπτει είναι αν μειώθηκε η φοιτητική μετανάστευση μετά το 1997. Η απάντηση είναι ότι μάλλον αυξήθηκε. Συμπερασματικά, το θέμα είναι όχι απλώς να δίνεις θέσεις εισακτέων στα πανεπιστήμια, αλλά τι είδους θέσεις δίνεις. Για ποιο λόγο λοιπόν η διεύρυνση των τμημάτων των πανεπιστημίων δεν έλυσε το πρόβλημα της φοιτητικής μετανάστευσης και για ποιο λόγο θα μπορούσε να το λύσει το ιδιωτικό πανεπιστήμιο;
Αν θα θέλαμε να δούμε πιο εμπεριστατωμένα το πρόβλημα της μετανάστευσης, θα μπορούσαμε ίσως να δούμε, ο κόσμος αυτός που φεύγει, τι πάει και σπουδάζει, και με αυτό τον τρόπο να αυξήσουμε ενδεχομένως την υποστήριξη σε αυτές τις σπουδές, και να μειώσουμε ίσως, σε άλλες, που δεν έχουν τόσο μεγάλη ζήτηση. Ήδη σήμερα, με αυτό το ποσοτικό επίπεδο που έχει από φοιτητές, το Ελληνικό Πανεπιστήμιο δεν έχει τις υποδομές, το ανθρώπινο δυναμικό και τη χρηματοδότηση που χρειάζεται, για να μπορέσει ο καθένας να κάνει πραγματικά ποιοτικές σπουδές.
Ένα δεύτερο επιχείρημα που ακούγεται είναι πως θα αυξηθεί ο ανταγωνισμός, αν δημιουργηθούν τα ιδιωτικά πανεπιστήμια. Δεν νομίζω πως θα επιτευχθεί κάτι τέτοιο. Σε τι δηλαδή θα μπορούσε το Πανεπιστήμιο λ.χ. της Ομόνοιας να ανταγωνιστεί κάποιο δημόσιο πανεπιστήμιο; Σε καθηγητές; Σε υποδομές; Σε φοιτητές; Αυτό που χρειάζεται είναι τα Ελληνικά Δημόσια Πανεπιστήμια να μάθουν να λειτουργούν συναγωνιστικά μεταξύ τους και να προσπαθούν να γίνουν καλύτερα.

  1. Από το Πλαίσιο που έχει βγει στη δημοσιότητα και από τις μέχρι τώρα συζητήσεις και με το ΥΠΕΠΘ αλλά και την πρόσφατη Σύνοδο των Πρυτάνεων, έχουν προκύψει κάποια κοινά σημεία; Ποια είναι αυτά; Πόσο παραγωγική ήταν όλη αυτή η σειρά των συζητήσεων;

κ.Σοφ: Η αποκαλούμενη Κίνηση των 1000, έχει κωδικοποιήσει τα κοινά σημεία των γνήσιων και νηφάλιων πρωτοβουλιών πού έχουν καθαρά ακαδημαϊκή προέλευση. Αυτά τα 21 σημεία τα θεωρούμε ως καλή βάση και αφετηρία για να χτιστεί μια μεταρρυθμιστική διαδικασία προς όφελος της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Περιμένουμε να δούμε και το σχέδιο νόμου που έχει προαναγγείλει η κυβέρνηση και επιφυλασσόμαστε να εκφράσουμε τις απόψεις μας. Σημασία έχει ότι ο ακαδημαϊκός χώρος έχει ήδη δείξει ότι και διάθεση έχει και εποικοδομητικές προτάσεις για την αντιμετώπιση των πραγματικών προβλημάτων του δημόσιου πανεπιστημίου.

κ.Κάτ: Στη διημερίδα που γίνεται στις 23 και 24 Φεβρουαρίου θα φανούν καλύτερα τα σημεία σύγκλισης. Έχει γίνει βέβαια μια πρώτη προεργασία και φαίνεται και από την ιστοσελίδα της Πρωτοβουλίας, στο greek-academics-initiative.blogspot.com όπου θα μπουν στη συζήτηση τα κοινά σημεία. Η αύξηση της χρηματοδότησης είναι ένα πρώτο σημείο, καθώς και η αυτοτέλεια. Ο νόμος θα πρέπει να μην μπλέκει σε λεπτομέρειες, κάτι το οποίο θα πρέπει να γίνεται τοπικά στο κάθε ίδρυμα. Ή το ζήτημα της καθολικής ψηφοφορίας. Στο θέμα π.χ. των εκλογών των Πρυτανικών αρχών, θα πρέπει να υπάρχει μια αναφορά στο Νόμο, για το ποιοι θα ψηφίζουν, για παράδειγμα. Αλλά ακόμη και το ποσοστό συμμετοχής της κάθε κατηγορίας, θα μπορούσε, μέσα σε κάποια πλαίσια, να το αποφασίζει το κάθε ίδρυμα μόνο του.

Ίσως με αυτόν τον τρόπο να υπάρχει και μια αποστασιοποίηση από το συνδικαλισμό σε αυτόν τον τομέα.

κ.Κάτ: Η καθολική ψηφοφορία μπορεί να λύσει προβλήματα που στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου δεν υπάρχουν τόσο έντονα, ενώ στα μεγάλα και κεντρικά πανεπιστήμια είναι υπαρκτά και αρκετά σοβαρά. Η συμμετοχή του κόσμου σε τέτοιες διαδικασίες δεν είναι συνήθως τόσο χωρίς οφέλη, κάτι που είναι λογικό, μιας και εφόσον υπάρχει ένα σύστημα που μπορεί να λειτουργήσει με αυτόν τον τρόπο, οι Έλληνες θα κοιτάξουμε να το εκμεταλλευτούμε.

  1. Ποια είναι η γνώμη σας για την αξιολόγηση των Πανεπιστημίων και πού πιστεύετε ότι πρέπει να επικεντρωθεί;

κ.Σοφ: Η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών συστημάτων είναι κατά κύριο λόγο «διαμορφωτική». Δηλαδή αποβλέπει στο να επισημάνει τα θετικά και αρνητικά αποτελέσματα της λειτουργίας τους και να τα συσχετίσει με τους αντικειμενικούς και υποκειμενικούς παράγοντες που τα εξηγούν. Με βάση αυτή την συσχέτιση αιτίων και αιτιατών, δίνεται η ευκαιρία στους υπεύθυνους τόσο των πανεπιστημίων όσο και της Πολιτείας, να πάρουν τα μέτρα που απαιτούνται για την διόρθωση των αρνητικών παραγόντων και την ενίσχυση των θετικών. Είναι φανερό ότι πάνω στο ζήτημα αυτό γίνεται ανίερη σπέκουλα από διάφορες ομάδες μικροσυμφερόντων, που επειδή αισθάνονται τις μειονεξίες τους, θέλουν να αποφύγουν τον έλεγχο και την κατανομή των αντίστοιχων ευθυνών που τους αναλογούν. Είναι το κλασικό σύνδρομο της δημοσιοϋπαλληλικής ασυδοσίας που καλλιεργούν όσοι θέλουν να σιτίζονται μεν από τον δημόσιο κορβανά, αλλά δεν θέλουν και να λογοδοτούν για την ανταπόδοση που οφείλουν στη κοινωνία.

κ.Κάτ: Καταρχήν, να τονίσω πως η αξιολόγηση δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά μέσο. Πρέπει να συνδυαστεί με μια αυξημένη υποχρέωση των Πανεπιστημίων να δίνουν λογαριασμό για το τι κάνουν, στην Κοινωνία. Το ζητούμενο είναι να κάνεις απολογισμό της δράσης σου σε σχέση με το στόχο που έχεις βάλει, ως πανεπιστήμιο. Έναν απολογισμό προς την Κοινωνία που, στο κάτω-κάτω τα δικά της χρήματα αξιοποιούμε, και τα δικά της παιδιά μας στέλνει για να γίνουν επιστήμονες.
Το εργαλείο για να το κάνεις αυτό συγκροτημένα και με κάποια ενδεχομένως τεκμηριωμένη μορφή, είναι κάποια εσωτερική αξιολόγηση. Εσωτερική και εξωτερική, αλλά κατά βάση εσωτερική. Αν μιλάμε για ένα σύστημα ελεγκτικού όμως μηχανισμού, είναι σχεδόν βέβαιο πως το σύστημα θα βρει κάποιο τρόπο να ξεγελάσει τον ελεγκτικό αυτό μηχανισμό. Το ζητούμενο είναι λοιπόν να χρησιμοποιήσεις την αξιολόγηση σαν ένα εργαλείο για να αναπτύξεις μια κουλτούρα ποιότητας μέσα στο ίδιο το Πανεπιστήμιο. Επομένως, κατά βάση το θέμα είναι εσωτερικό. Γιατί όμως χρειάζεται και η εξωτερική; Μια εξωτερική αξιολόγηση θα είναι πιο αντικειμενική. Θα σε βοηθήσει επίσης δίνοντάς σου ιδέες για το πώς να το κάνεις καλύτερο, ιδέες που ενδεχομένως εσύ ο ίδιος να μην έχεις σκεφτεί. Όταν το Πανεπιστήμιο Αιγαίου έκανε τη δική του εξωτερική αξιολόγηση, μας έδειξαν πολλά πράγματα χρήσιμα.
Οι άνθρωποι αυτοί που θα κάνουν την όποια αξιολόγηση, θα πρέπει καταρχήν να είναι άνθρωποι του χώρου και να έχουν μια αυξημένη εμπειρία σε ζητήματα πανεπιστημιακά, τόσο επιστημονικά όσο και διοικητικά. Δεν έχει νόημα να βάλεις ανθρώπους γραφειοκράτες για μια τέτοια δουλειά. Σε μερικές περιπτώσεις είναι χρήσιμο να έχεις τη γνώμη επαγγελματικών φορέων, παραδείγματος χάριν του ΤΕΕ. Αν αξιολογείς ένα τμήμα Μηχανικών, δεν είναι κακό να έχεις και τη γνώμη κάποιου από τον επαγγελματικό χώρο. Αυτό βέβαια σε συγκεκριμένες περιπτώσεις μπορεί να γίνει, και προφανώς όχι με την έννοια του «αν είστε καλοί για τη δουλειά» αλλά με το «αν έχεις επάρκεια, σε σχέση με αυτό που θα αντιμετωπίσεις στην αγορά εργασίας, ύστερα».

  1. Έχει ειπωθεί μια πρόταση για τα θέματα της Παιδείας, να μην επαφίενται στην πρωτοβουλία της εκάστοτε κυβέρνησης, αλλά να ενεργούν όπως ο Εκλογικός Νόμος, με τη συμμετοχή της Βουλής κατά πλειοψηφία. Σε κάθε περίπτωση υπάρχει μια δέσμευση ώστε οι αλλαγές να εφαρμόζονται άμεσα ή στην επόμενη τετραετία. Πιστεύετε πως θα ήταν μια καλή σκέψη αυτή ώστε να υπάρχει κοινή συναίνεση από όλους πάνω στα θέματα και τις προτάσεις που ετίθεντο;

κ.Κάτ: Οτιδήποτε έχει να κάνει με Παιδεία είναι εθνική υπόθεση. Θέλει ένα ενιαίο και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Όλα θέλουν φυσικά σωστό σχεδιασμό. Αλλά εδώ περισσότερο γιατί κάνεις κάτι τώρα και τα αποτελέσματα θα τα δεις μετά από π.χ. 10 χρόνια. Αν κάνεις κάτι τώρα, μεθαύριο αλλάξει ο υπουργός και κάνει κάτι άλλο, μεθαύριο αλλάξει η κυβέρνηση και κάνει κάτι άλλο, τελικά ούτε μπορείς να αξιολογήσεις το έργο ούτε τίποτε, για να μη συζητήσουμε την αναστάτωση και τις επιπτώσεις που προκαλούν όλα αυτά, σε όσους εμπλέκονται άμεσα ή έμμεσα, όπως μαθητές, φοιτητές, όλους. Επομένως θα πρέπει κάποτε και στην Ελλάδα, όπως και σε άλλες χώρες, να φτάσουμε σε ένα τέτοιο επίπεδο ωριμότητας ώστε να θεωρούμε τα ζητήματα Παιδείας εθνικά και διαχρονικά. Φυσικά, άλλη ενδεχομένως βαρύτητα θα δώσει στον άξονα της πολιτικής του ένα κόμμα, άλλη ένα άλλο, προφανώς θα υπάρχουν κάποιες διαφορές, αλλά, σε κυρίαρχα ζητήματα, νομίζω πως πρέπει να υπάρχει μια αρχική συναίνεση. Στην Αγγλία λ.χ., νομίζω πως υπάρχει μόνιμος υφυπουργός Παιδείας. Ο υπουργός μπορεί να αλλάζει, αλλά ο υφυπουργός δεν είναι πολιτικό πρόσωπο, δεν αλλάζει.
Το άλλο ακόμη που ισχύει, όσον αφορά στη λέξη «συναίνεση» που αναφέρθηκε, είναι πως στα πανεπιστήμια, η επιβολή δεν λειτουργεί. Ακόμη και αν κάποιος πει πως: «Θέλω να κάνω αυτό», το πιο απλό πράγμα που μπορεί να κάνει το πανεπιστήμιο είναι να το αγνοήσει, να το παρακάμψει, με τον ένα ή άλλο τρόπο. Χωρίς συναίνεση τίποτε δεν μπορεί να εφαρμοστεί. Γι ατό πρέπει να προσπαθείς να πετύχεις την ευρύτερη/ μεγαλύτερη δυνατή συναίνεση πάντοτε. Και η συναίνεση δεν είναι αυτόματη, είναι μια πολύ επίπονη διαδικασία, χρονοβόρα και πρέπει πάντοτε όλες οι πλευρές να είναι έτοιμες να δεχθούν κάποια πράγματα, να αντιπροτείνουν άλλα και να καταλήξουν σε κάποια μίνιμουμ συμφωνία. Αν λέει κάποιος: «Δεν συζητάω», τότε δεν μπορεί να γίνει ποτέ τίποτε, δεν υπάρχει περίπτωση να καταλήξουμε σε κάποια συναίνεση.

My.Aegean.gr: Θα συνεχίσουμε με μερικές ακόμη ερωτήσεις που αφορούν στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου πιο συγκεκριμένα, μιας και διατελέσατε Πρύτανής του και έχοντας μια βαθιά εμπειρία για το ίδρυμα.

  1. Υπάρχει πεποίθηση ότι το Πανεπιστήμιο Αιγαίου ως πανεπιστήμιο το οποίο βρίσκεται διάσπαρτο σε παραμεθόριες περιοχές θα είναι ένα από τα πιο εύκολα θύματα της επερχόμενης εκπαιδευτικής μεταρρυθμιστικής πολιτικής. Ποια είναι η θέση σας πάνω σε αυτό;

κ.Κάτ: Αν μιλάμε για τη δυνατότητα δημιουργίας-ίδρυσης ιδιωτικών πανεπιστημίων, είναι απολύτως σωστό κάτι τέτοιο. Γιατί πρακτικά αν το δει κανένας, ένας φοιτητής που σπουδάζει μακριά από το σπίτι του σε κάποιο τμήμα του Πανεπιστημίου Αιγαίου, χρειάζεται περίπου 800 - 1.000 ? έξοδα το μήνα, που σημαίνει πως το κόστος για ένα παιδί είναι της τάξης των 10.000 - 12.000 ? το χρόνο. Αν για παράδειγμα ανοίξει αύριο-μεθαύριο ένα "University of Omonoia" και σου ζητάει 5.000 - 6.000 ? για δίδακτρα και είσαι μες στο σπίτι σου, λογικό δεν είναι ο κάθε γονέας να πει πως, αφού το ίδιο πτυχίο θα πάρεις, δεν έχει νόημα να ξενιτευτείς και να πας σε άλλο μέρος, από το να είσαι δίπλα στο σπίτι σου.
Βέβαια δεν έχει την ωριμότητα η ελληνική κοινωνία, ούτε κάποιο μέτρο σύγκρισης ακόμη, να δει και να συγκρίνει για το αν η αξία και το επίπεδο σπουδών είναι ίδιο ή διαφορετικό, κι έτσι είναι λογικό να σκεφτεί πως δεν θα αξίζει κάποιος να φύγει σε ένα περιφερειακό πανεπιστήμιο από το να μείνει στο σπίτι του. Είναι δε χαρακτηριστικό πως, στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, το 95-98% των φοιτητών δεν είναι από το μέρος-νησί στο οποίο φοιτούν, αλλά από άλλα μέρη της Ελλάδας.
Μάλιστα, το γεγονός ότι πολλά από τα τμήματα του Πανεπιστημίου Αιγαίου έχουν σε κατάταξη με βάση εισαγωγής εισαχθέντων την τελευταία επί των ομοειδών τμημάτων, οφείλεται σε αυτόν το λόγο. Και δεν είναι επειδή τίθεται θέμα επιπέδου σπουδών, αλλά, καθαρά, είναι μια τέτοια αλυσίδα πραγμάτων που επηρεάζουν όλο το σκηνικό. Μάλιστα, ισχύει γενικά για τα τμήματα με όμοιο γνωστικό αντικείμενο, πως, είτε παίρνεις ένα πτυχίο από το Πανεπιστήμιο Αιγαίου, ή από ένα άλλο πανεπιστήμιο, έχεις ακριβώς τα ίδια επαγγελματικά δικαιώματα. Αλλά στην επιλογή που κάνει ένας εργοδότης όταν έρχεται ένας απόφοιτος κάποιου τμήματος, δεν θα πρέπει να λαμβάνει κατά κάποιο τρόπο υπόψη του τι γνώσεις έχει λάβει ένας απόφοιτος του τάδε ή του δείνα τμήματος; Και το γεγονός ότι οι γνώσεις δεν είναι ίδιες, που δεν είναι ίδιες στην ουσία, δεν θα έπρεπε κάπως να μετράει;
Οδηγείται λοιπόν ο υποψήφιος στο συμπέρασμα, πως, αφού είναι ίδια τα επαγγελματικά δικαιώματα και υποτίθεται και οι σπουδές, είτε στο ένα είτε στο άλλο τμήμα, γιατί να επιλέξω να φύγω μακριά από το να μείνω εδώ; Όμοιες σκέψεις γίνονται και με το ενδεχόμενο του ιδιωτικού πανεπιστημίου. Κάτι που φαίνεται και από ένα άλλο φαινόμενο, το φαινόμενο των μετεγγραφών, που αντικατοπτρίζει την ίδια κουλτούρα. Το πρόβλημα όμως που προκύπτει είναι έντονο και από την άλλη πλευρά. Γιατί το πανεπιστήμιο το κεντρικό έχει κάποιο συγκεκριμένο αριθμό φοιτητών που δέχεται και με τις μετεγγραφές ξαφνικά έρχονται πολλοί φοιτητές από το Πανεπιστήμιο Αιγαίου, για παράδειγμα, στο κεντρικό αυτό πανεπιστήμιο και το ίδιο ως ίδρυμα δεν μπορεί να καλύψει τις ανάγκες, για να μπορεί να προσφέρει ποιοτικές σπουδές και να λειτουργήσει ομαλά. Και δεν προτείνω να μην δίνεται η μετεγγραφή ως δυνατότητα, αντίθετα χρειάζεται σε συγκεκριμένες καταστάσεις, αλλά αν γίνεται σε μαζικό επίπεδο, τότε αποτελεί πρόβλημα. Γιατί δεν μπορείς να είσαι και αποδοτικός αλλά και να έχεις την ίδια επαφή με τους φοιτητές, όταν έχεις 70 από τη μια, άρα υπάρχει μεγαλύτερη αμεσότητα, κι όταν στο κεντρικό έχεις 200 ή 500.

  1. Τι θα μπορούσε να κάνει ελκυστικό και συγχρόνως ανταγωνιστικό το Πανεπιστήμιο Αιγαίου μπροστά στο φάσμα του επερχόμενου ανταγωνισμού; Πώς δεν θα οδηγηθούμε στην σταδιακή απαξίωσή του;

κ.Κάτ: Μία είναι η προϋπόθεση, ποιότητα. Να είσαι καλός και να γίνεται γνωστό το έργο σου. Ευτυχώς τα πράγματα βαίνουν καλώς. Νομίζω ότι έχουμε κατακτήσει ως Πανεπιστήμιο μια θέση στο ελληνικό ακαδημαϊκό στερέωμα και ο κόσμος ξέρει ότι το Πανεπιστήμιο Αιγαίου είναι ένα καλό πανεπιστήμιο. Το έχει σαν αίσθηση. Και η αίσθηση αυτή δεν είναι κάτι που έχει κάποιο πέρας. Πάντα θες να είσαι μια θέση πιο πάνω. Ποτέ δε λες ότι «εντάξει είμαι τέλειος και φτάνει», ποτέ δεν σταματάς εκεί.
Για να αναβαθμίσεις την ποιότητα χρειάζεσαι πολλά πράγματα. Σαφώς χρειάζεσαι χρήματα, αλλά δεν είναι το μόνο.
Αυτή τη στιγμή η χρηματοδότηση του ελληνικού πανεπιστημίου γίνεται από το κράτος. Ο προϋπολογισμός του Πανεπιστημίου, μιλώντας για διοικητικές δαπάνες, έχει ως πηγή του το κράτος. Όσο για τις ερευνητικές ανάγκες, αυτές χρηματοδοτούνται και από την ευρωπαϊκή ένωση και από το κράτος.
Πριν γίνει η πρόσφατη αύξηση στο ΑΕΠ, η χρηματοδότηση της εκπαίδευσης ήταν στο 3.5% του ΑΕΠ. Βέβαια έχει ακουστεί ένα επιχείρημα, ότι αν δούμε το μέρος του ΑΕΠ που ξοδεύουμε για τα πανεπιστήμια στην Ελλάδα, αυτό είναι 1.2%, δηλαδή μεγαλύτερο από το μέσο ποσοστό των χωρών της ευρωπαϊκής ένωσης, και αυτό είναι αλήθεια. Το επιχείρημα αυτό όμως ανατρέπεται από ένα άλλο δεδομένο, τη μέση δαπάνη ανά φοιτητή, η οποία στην Ελλάδα είναι γύρω στα 6.400 δολάρια ανά φοιτητή ενώ ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι γύρω στις 10.000 δολάρια. Έχουμε λοιπόν ένα κλάσμα, όπου ο αριθμητής είναι το 1.2% του ΑΕΠ και ο παρονομαστής είναι το πλήθος των φοιτητών και ενώ ο αριθμητής είναι μεγαλύτερος από τον μέσο όρο, το κλάσμα είναι μικρότερο. Αυτό σημαίνει ότι ή δεν τους μετράμε καλά τους φοιτητές και βγάζουμε περισσότερους από όσους πραγματικά έχουμε, ή έχουμε περισσότερους από όσους θα έπρεπε να μας αναλογούν.

  1. Πιστεύετε ότι όλος ο κόπος και η ψυχική φθορά των φοιτητών, προκειμένου να εξέλθουν από την Β'θμια εκπαίδευση καθώς και η ενσυνείδητη απόφασή τους να επιλέξουν το Πανεπιστήμιο Αιγαίου για τη συνέχιση των σπουδών τους, είναι σωστό να ανταμείβεται με ένα Πανεπιστήμιο το οποίο στεγάζεται σε σχολεία και διάσπαρτα κτίρια; Ποια είναι η γνώμη σας για την κτιριακή υποδομή του Πανεπιστημίου Αιγαίου;

κ.Κάτ: Η κτιριακή υποδομή του Πανεπιστημίου Αιγαίου πρέπει να βελτιωθεί πολύ, και δεν υπάρχει κανένας που να λέει ότι είναι οι υποδομές μας είναι οι καλύτερες. Και σε αυτό βέβαια το θέμα πάλι υπάρχει η οικονομική διάσταση, αφού η ανάπτυξη υποδομών είναι καθαρά θέμα πόρων. Αν υπάρξει χρηματοδότηση θα υπάρξουν και υποδομές, από κει και πέρα οι λύσεις οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν όταν μελετήθηκαν ήταν λύσεις ανάγκης, όπως συνήθως όταν σχεδιάζουμε την ανώτατη εκπαίδευση στην Ελλάδα. Στο εξωτερικό αν πας να φτιάξεις ένα καινούριο τμήμα έχεις όλες τις προϋποθέσεις έτοιμες, έχεις τα κτίρια, έχεις τον εξοπλισμό και τον χώρο, έχεις το προσωπικό και μετά μπορείς να ανοίξεις και να έχεις τους ανάλογους φοιτητές. Εμείς εδώ στην Ελλάδα δεν ενεργούμε έτσι αλλά λέμε «ξεκινάμε και όποιον πάρει ο χάρος».

Υπάρχει κάποια προοπτική να γίνει κάτι ως προς αυτό το κομμάτι;

κ.Κάτ: Θα γίνει, δηλαδή αυτές οι υποδομές δεν υπάρχει περίπτωση να μη φτιαχτούν. Το ζητούμενο δεν είναι το αν θα γίνουν, το ζητούμενο είναι το πότε, δηλαδή ο χρόνος είναι η κύρια μεταβλητή. Και το πανεπιστήμιο της Αθήνας ξεκίνησε το 1860 περίπου, αλλά έχει ακόμη πρόβλημα υποδομών.
Αλλά να μην πάμε το 1860, από τη δική μου την εμπειρία, το πανεπιστήμιο Πατρών, όταν πήγα εγώ το 1977, (είχε ιδρυθεί το 1964), στεγαζόταν τότε σε δύο κτίρια στην πανεπιστημιούπολη, και είχε και ένα κτίριο ενός γυμνασίου μέσα στο κέντρο της Πάτρας, όπου στεγαζόταν όλη η φυσικομαθηματική σχολή. Του πήρε τριάντα χρόνια για να γίνει αυτό που είναι σήμερα. Δεν νομίζω ότι μιλάει κανένας για πρόβλημα υποδομών στο πανεπιστήμιο της Πάτρας σήμερα. Το ίδιο συμβαίνει και σε άλλα τμήματα και πανεπιστήμια.

Στην Καλαμάτα, στο πανεπιστήμιο Πελοποννήσου έχουν πολύ καλά κτίρια και πολύ καλές κτιριακές υποδομές ακόμα και σε τμήματα πιο καινούρια και από κάποια του Πανεπιστημίου Αιγαίου.

κ.Κάτ: Δεν έχω πάει, το έχω ακούσει και εγώ αυτό, και νομίζω ότι αυτό είναι αποτέλεσμα μια καλής και επιθετικής πολιτικής χορηγιών και δωρεών που έκανε το πανεπιστήμιο Πελοποννήσου γιατί από ό,τι ξέρω τα περισσότερα κτίρια ήταν χορηγίες και μάλιστα ήταν με το κλειδί στο χέρι, δηλαδή δεν είπαν οι δωρητές πάρτε το γιαπί και περιμένετε άλλα δέκα χρόνια για να το φτιάξετε. Είναι πραγματικά παράδειγμα προς μίμηση.
Είναι επίσης ένα πολύ καλό παράδειγμα του πώς μπορεί μια ιδιωτική χρηματοδότηση, χωρίς όλους αυτούς τους κινδύνους που έχει η ιδιωτική χρηματοδότηση αν δεν δοθεί σωστά, να αξιοποιηθεί για το καλό του πανεπιστημίου. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, δεν νομίζω ότι κανείς έχει να πει ότι είναι κακό που πήρε χορηγίες το πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και έφτιαξε τα κτίριά του.

Απλά το λέμε από την άποψη ότι θα θέλαμε να δούμε κάποια στιγμή το Πανεπιστήμιο Αιγαίου να έχει πραγματική οντότητα δυναμική ως πανεπιστήμιο και να είναι ισχυρό. Ίσως ακόμα και το κτίριο εμπνέει και κάποιον για να δρα όμορφα και να δραστηριοποιείται.

κ.Κάτ: Σαφώς. Προφανώς το περιτύλιγμα από μόνο του δε φτάνει, δηλαδή αν πάρεις την άλλη άκρη και πεις ότι έχει καταπληκτικά κτίρια και δεν έχει καλό ανθρώπινο δυναμικό και από την άλλη μεριά πεις ότι αν έχω καλούς ανθρώπους και δεν έχω πού να τους βάλω, προφανώς καμιά από τις δύο καταστάσεις δεν είναι ιδανική. Νομίζω ότι αυτό είναι ένας τομέας στον οποίο πρέπει να δοθεί βάρος και στο δικό μας πανεπιστήμιο. Είναι αλήθεια ότι η δουλειά έχει ξεκινήσει, όχι όμως ακόμη με τόσο καλά αποτελέσματα όπως στην περίπτωση του πανεπιστημίου Πελοποννήσου.

  1. Πόσο ελκυστικό είναι ή θα μπορούσε να είναι το Πανεπιστήμιο Αιγαίου για έναν καθηγητή; Ποιες οι αλλαγές που θα μπορούσαν να γίνουν προς αυτήν την κατεύθυνση;

κ.Κάτ: Kατά τη γνώμη μου, το Πανεπιστήμιο Αιγαίου έχει ένα πολύ καλό εργασιακό περιβάλλον. Αν υπάρχει δυσκολία στην προσέλκυση κόσμου δεν είναι επειδή το πανεπιστήμιο είναι ή όχι ελκυστικό. Το θέμα εδώ προκύπτει ενδεχομένως από τον τόπο στον οποίο καλείται να διαμένει το προσωπικό. Όταν δηλαδή γίνεται κάποιος καθηγητής, που μπορεί να γίνει το νωρίτερο γύρω στην ηλικία των 30 χρόνων, στην ουσία περιμένει από τον ίδιο τον τόπο στον οποίο θα εργάζεται και να διαμένει. Αν λοιπόν υπάρχει κάποιος καθηγητής, ο οποίος έχει και οικογένεια, και του λες να έρθει π.χ. στη Σάμο, ακόμη και όταν το Πανεπιστήμιο εδώ είναι πάρα πολύ καλό, αλλά πολλές από τις κοινωνικές παροχές, όπως η εκπαίδευση για τα παιδιά του, η πολιτιστική ζωή, οι υπηρεσίες υγείας και άλλα πράγματα δεν είναι τέτοιες όπως θα ήταν για παράδειγμα αν βρισκόταν στην Αθήνα. Κι εδώ φυσικά, το πανεπιστήμιο από μόνο του δεν μπορεί να καλύψει τέτοια πράγματα. Συνεπώς τίθεται θέμα γενικότερης πολιτικής. Γιατί αν πραγματικά επιθυμούμε να έχουμε ένα χώρο, το Αιγαίο στην προκειμένη περίπτωση, να μην το έχουμε μόνο για τους τουρίστες το καλοκαίρι, χρειάζονται πολύ πιο γενικές πολιτικές αναβάθμισης όλων αυτών των πραγμάτων. Κι όχι μόνο για το Πανεπιστήμιο Αιγαίου, αλλά και γιατί αν γίνουν αυτά, και περισσότερος κόσμος θα έρθει να μείνει μόνιμα και πιο αναβαθμισμένα θα γίνει η ζωή όλων. Και αυτό βέβαια αν πραγματικά το θέλουμε. Γιατί αν οι αποφάσεις είναι πως τα νησιά του Αιγαίου χρειάζονται μόνο για τον τουρισμό, για να παράγουμε τουριστικές υπηρεσίες, τότε δεν έχει νόημα να γίνει τίποτε διαφορετικό. Αν όμως θέλουμε να αναστρέψουμε και την πληθυσμιακή φυγή και να ανεβάσουμε συνολικά το επίπεδο της περιοχής πρέπει να κάνουμε κινήσεις και για την υγεία και για την εκπαίδευση, τον πολιτισμό και πολλά άλλα πράγματα.

Μπαίνει εδώ για παράδειγμα το ζήτημα του λεγόμενου συνεδριακού τουρισμού;

κ.Κάτ: Ναι, σαφώς, κι αυτό είναι ένα μόνο παράδειγμα. Μπορώ να σας αναφέρω ένα άλλο παράδειγμα που σε άλλες χώρες το έχουν κάνει πετυχημένα: δεν ξέρω αν έχετε ακούσει για τη Sophia Antipolis (http://en.wikipedia.org/wiki/Sophia_Antipolis, http://fr.wikipedia.org/wiki/Sophia_Antipolis), είναι μια τεχνόπολη στη Νότια Γαλλία, κοντά στη Νίκαια. Λοιπόν αυτή πώς ξεκίνησε, γύρω στο '60 με '70, η Γαλλία αποφάσισε ότι θα πρέπει να φτιάξει το δικό της Silicon Valley, διάλεξε μια περιοχή στη Νίκαια, ήταν αμπέλια, δεν υπήρχε εκεί τίποτα, μόνο τουριστική περιοχή. Είπε η Γαλλία: «Εδώ θα φτιάξουμε το γαλλικό Silicon Valley» και το φτιάξανε. Τους πήρε 30 χρόνια, αυτή τη στιγμή όλες οι μεγάλες εταιρίες ηλεκτρονικού εξοπλισμού, πληροφορικής και τηλεπικοινωνιών κτλ είναι μαζεμένες στη Sophia Antipolis, υπάρχει πανεπιστήμιο εκεί, πολύ καλό πανεπιστήμιο, πολυτεχνείο, μια περιοχή που έχει ανθίσει, αλλά με συγκεκριμένες πολιτικές, δεν πήγανε δηλαδή απλώς επειδή το μέρος έχει ωραία θάλασσα. Και στη Σάμο η θάλασσα είναι ωραία, όμως χρειάζονται και άλλα πράγματα. Το ίδιο έκανε, για να πάρετε και το παράδειγμα ενός αντίξοου, ας πούμε, μέρους, το Oulu (http://en.wikipedia.org/wiki/Oulu) στη Φιλανδία. Το Oulu είναι μια πόλη στη Φιλανδία, κοντά στον Αρκτικό Κύκλο, με έξι μήνες το χρόνο χιόνι. Λοιπόν, εκεί μέχρι το '50 με '60 ήταν μια μικρή πόλη με 50.000 κατοίκους. Το 1960 οι Φιλανδοί είπαν ότι θα κάνουν το Oulu τεχνολογικό, ας πούμε, παράδεισο. Εκεί έχει σήμερα και πανεπιστήμιο, ενώ εκεί βρίσκεται και το ερευνητικό κέντρο της NOKIA, της Φινλανδίας, και η πόλη έχει 250.000 κατοίκους πλέον. Πάρθηκε μια απόφαση, σχεδιάστηκαν συγκεκριμένες πολιτικές και το όνειρο πραγματοποιήθηκε.

Σχετίζεται αυτό που λέμε με τα λεγόμενα τεχνολογικά πάρκα που υπάρχουν και αναπτύσσονται, ή το λεγόμενο πάρκο καινοτομίας, στη Βόρεια Ελλάδα;

κ.Κάτ: Ναι, υπάρχουν διάφορα τέτοια στην Ελλάδα. Ένα παράδειγμα, για να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι, ας υποθέσουμε ότι έπαιρνε η ελληνική πολιτεία την απόφαση να κάνει τη Σάμο το κέντρο της τεχνολογίας στην Ελλάδα. Μπορεί να γίνει, το ζητούμενο είναι ότι παίρνεις, ως Πολιτεία, την απόφαση και σχεδιάζεις και εφαρμόζεις τις απαραίτητες πολιτικές που θα την υλοποιήσουν.

Η γεωπολιτική θέση της Ελλάδος ωφελεί πάρα πολύ στο να γίνει κάτι τέτοιο ενδεχομένως. Γιατί βρίσκεται στο σταυροδρόμι Ανατολής και Δύσης και θα έχει ένα σημαντικότατο ίσως όφελος.

κ.Κάτ: Βέβαια. Θα ήταν πολύ σημαντικός πόλος έλξης και θα έρχονταν άνθρωποι από τα καλύτερα πανεπιστήμια του εξωτερικού για να καθίσουν 2 με 3 μήνες στη Σάμο για παράδειγμα, να διδάξουν και να κάνουν και τις διακοπές τους παράλληλα.
Όλα αυτά είναι δυνατά, Δεν είναι τίποτα ανέκδοτο ή στη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας.

My.Aegean.gr: Η συζήτηση με τον κ.Κάτσικα γενικώς εξελίχθηκε με αρκετό ενδιαφέρον γύρω από τα σχετικά ζητήματα, ενώ ο λιγοστός διαθέσιμος χρόνος και χώρος δυσκολεύει αρκετά ίσως την εμπειρία της ζωντανής συζήτησης έναντι του γραπτού λόγου. Ευχαριστούμε θερμά όλοι μας από τη δραστηριότητα My.Aegean.gr και τον κ.Κάτσικα καθώς και τον κ.Σοφούλη για την ευκαιρία που μας έδωσαν να κουβεντιάσουμε επίκαιρα θέματα όσο και να εκφράσουμε προβληματισμούς και ανησυχίες, που θέλουμε να πιστεύουμε εκφράζουν και πολλούς ακόμη συμφοιτητές και συμφοιτήτριές μας!

Η συνέντευξη αυτή ως υλοποιημένη μορφή αποτελεί την πρώτη από μέλη της δημοσιογραφικής ομάδας της δραστηριότητας My.Aegean.gr και αναρτάται στη δικτυακή πύλη της κοινότητας.
Είναι διαθέσιμη ελεύθερα στον οποιονδήποτε για αναδημοσίευση, καθώς θέλουμε να πιστεύουμε πως, ως στοιχείο ενημέρωσης και διάδοσης γνώσης και απόψεων, θα είναι καλό να ενημερωθεί όσο γίνεται περισσότερος κόσμος. Παρακαλούμε, σε κάθε περίπτωση, ας γίνει μια μικρή αναφορά στην πρωτοβουλία μας αλλά και ενημερώστε μας σχετικά, ώστε να το καταγράψουμε κι εμείς στο αρχείο μας.

Δραστηριότητα-Πρωτοβουλία myAegean Πανεπιστημίου Αιγαίου
Για περισσότερες πληροφορίες και συμμετοχές επικοινωνήστε με την ομάδα
_______________________
ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥ - UNIVERSITY OF THE AEGEAN
ομάδα ανάπτυξης MYaegean Δικτυακής Κοινότητας - MYaegean Web Community team
http://my.aegean.gr | myaegean@aegean.gr


ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ:
Για την υλοποίηση της συνέντευξης και γενικώς του παρόντος πονήματος, συνεργάστηκαν τα εξής μέλη της δικτυακής κοινότητας του myAegean:

Αποστολόπουλος Ιωάννης (inertia)
(ερωτήματα, εκπόνηση συνέντευξης ,απομαγνητοφωνήσεις, σύνταξη-προσαρμογές, συντονισμός)

Βορριάς Ιωάννης (JonnyCycler)
(ερωτήματα, εκπόνηση συνέντευξης , σύνταξη-προσαρμογές)

Γρηγοριάδου Ελπίδα (pocahontas)
(σύνταξη)

Δουλιάκας Διονύσιος (ForzaInter)
(ερωτήματα, σύνταξη-προσαρμογές)

Παπαματθαιάκης Απόστολος (Unicorn)
(απομαγνητοφωνήσεις, σύνταξη-προσαρμογές)

Τσαγκάρη Αρτεμις (Artemis)
(ερωτήματα, εκπόνηση συνέντευξης, απομαγνητοφωνήσεις, σύνταξη)

Χαραλάμπους Αντώνης(Dali_Doc)
(σύνταξη-προσαρμογές)

Ευχαριστούμε θερμά όσους ακόμη συνέβαλλαν με ερωτήματα και βοήθησαν υποστηρικτικά!

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License