Το ΚΚΕ για το ΝΑΡ

από ρ 06/03/2007 10:02 μμ.

Το ζητήσατε, σας το προσφέρουμε... (σε τρία μέρη)

Ο ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ «ΑΡΙΣΤΕΡΟΣ» ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

(Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΟΥ «ΝΕΟΥ ΑΡΙΣΤΕΡΟΥ ΡΕΥΜΑΤΟΣ»)

Του Κύριλλου Παπασταύρου*

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ο «αριστερισμός» ή «αριστερός» οπορτουνισμός αποτελεί επίδραση της μικροαστικής ιδεολογίας μέσα στο επαναστατικό εργατικό κίνημα. Οδηγεί αντικειμενικά στην ενσωμάτωση και στο συμβιβασμό με την αστική πολιτική, όμως εμφανίζεται με υπερεπαναστατικά συνθήματα, ως «συνεπή» στην επαναστατική γραμμή, την ίδια στιγμή που αμφισβητεί και αναθεωρεί θεμελιακές θέσεις του επιστημονικού κομμουνισμού.

Κατά την ιστορική του εμφάνιση στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα ο «αριστερός» οπορτουνισμός προέκυψε ως μηχανιστική αντίδραση τμήματος του επαναστατικού κινήματος στο δεξιό οπορτουνισμό και το συμβιβασμό της Δεύτερης Διεθνούς1 και είχε χαρακτηριστικά όπως: Η υποτίμηση νομοτελειών της κοινωνικής εξέλιξης, η άρνηση του αντικειμενικού χαρακτήρα της επαναστατικής κατάστασης, η υποτίμηση ιδιομορφιών της κάθε χώρας και της εξειδίκευσης της επαναστατικής δράσης, η αναγωγή σε θέση αρχής της άρνησης της κοινο6ουλευτικής μορφής πάλης, των συμβιβασμών, των συμμαχιών κλπ. Ο Λένιν στο έργο του «Αριστερισμός, παιδική αρρώστια του Κομμουνισμού» άσκησε οξυμένη κριτική σε αυτές τις αντιλήψεις, βοηθώντας Κομμουνιστικά Κόμματα να διορθώσουν τα «αριστερίστικά» τους λάθη.

Σήμερα δεν μπορούμε να πούμε ότι το σύνολο αυτών των χαρακτηριστικών αφορούν το σύγχρονο «αριστερό» οπορτουνισμό. Το σύγχρονο «αριστερό» οπορτουνιστικό ρεύμα δεν αποτελεί σίγουρα «παιδική αρρώστια του κομμουνισμού» –όπως το χαρακτήριζε ο Λένιν στην εποχή του ­και έχει διαφοροποιηθεί ακόμα και σε σχέση με αυτό της δεκαετίας του 1970. Πρέπει να σημειώσουμε την επίδραση νεο-τροτσκιστικών και ιδιαίτερα αντιεξουσιαστικών απόψεων στη διαμόρφωση της φυσιογνωμίας του σύγχρονου «αριστερού» οπορτουνισμού, καθώς και την πιo έντονη επίδραση δεξιών οπορτουνιστικών ρευμάτων και κυρίως του ευρωκομμουνισμού.

Άλλωστε, ούτως ή άλλως υπάρχουν κοινά χαρακτηριστικά ανάμεσα στο δεξιό και τον αριστερό οπορτουνισμό, τόσο τον παλιότερο όσο και τον σύγχρονο όπως: η άρνηση της ενότητας μαρξισμού-λενινισμού, η απολυτοποίηση ορισμένων φαινομένων ή νέων διαστάσεων σε εγγενείς τάσεις του Καπιταλισμού και η ερμηνεία τους ως νέων χαρακτηριστικών της καπιταλιστικής εξέλιξης, η άρνηση νομοτελειών της σοσιαλιστικής επανάστασης και οικοδόμησης, η παραίτηση στον ένα ή στον άλλο βαθμό από μαρξιστικές-λενινιστικές αρχές συγκρότησης και δράσης του Κόμματος Νέου Τύπου, η υποταγή στο αυθόρμητο κλπ.

Τα χαρακτηριστικά που παίρνει ο σύγχρονος «αριστερός» οπορτουνισμός στη χώρα μας καθορίζονται σε μεγάλο βαθμό από την πίεση που ασκεί ο αρνητικός συσχετισμός δύναμης, η νίκη της αντεπανάστασης στην ΕΣΣΔ και την Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη, η κρίση του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος. Σε αυτές τις συνθήκες πρέπει να επικεντρώσουμε στα εξής στοιχεία:

  • Υιοθετεί αναρχοαυτόνομες αντιλήψεις σε σχέση με το κράτος και με την πολιτική οργάνωση και τη σχέση της με τις μάζες. Απολυτοποιεί το «αυθόρμητο» των μαζών. Αναζητά «νέα» επαναστατικά υποκείμενα.

  • Αρνείται το σοσιαλιστικό χαρακτήρα των κοινωνιών στην ΕΣΣΔ και στην Ανατολική - Κεντρική Ευρώπη. Μηδενίζει την ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος στον 20ό αιώνα. Υιοθετεί τροτσκιστικές θέσεις και αναπαράγει την αντικομουνιστική προπαγάνδα (π.χ. φιλολογία περί σταλινισμού κλπ.).

  • Δίνει μικροαστική ερμηνεία για τη στρατηγική των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, με αποτέλεσμα τον εγκλωβισμό στα «αντινεοφιλελεύθερων» μέτωπα.

  • Υιοθετεί μια γραμμή αντιπαράθεσης με το ΚΚΕ (και την ΚΝΕ στους χώρους της νεολαίας) ως κύριο άξονα της δράσης του, που παίρνει τυχοδιωκτικά και προβοκατόρικα χαρακτηριστικά.

Το «Νέο Αριστερό Ρεύμα» (ΝΑΡ) αποτελεί βασικό φορέα του σύγχρονου αριστερού οπορτουνισμού στην Ελλάδα.

Το 2ο Συνέδριο του ΝΑΡ (7 έως 9 Ιουλίου 2006) πραγματοποιήθηκε 8 χρόνια μετά το πρώτο και 17 χρόνια μετά την ίδρυση της συγκεκριμένης οργάνωσης. Οι αποχωρήσαντες από το ΚΚΕ που ίδρυσαν τη συγκεκριμένη πολιτική οργάνωση είχαν αποτελέσει τους βασικούς φορείς ενός από τα δύο «αντίπαλα» και αλληλοτροφοδοτούμενα αντικομματικά κέντρα που δρούσαν μέσα στο ΚΚΕ2 Στην ανατροπή του σοσιαλιστικού συστήματος και στην κρίση του κομμουνιστικού κινήματος είδαν την επιβεβαίωση των αντιλήψεων –που προφανώς προϋπήρχαν– για ιστορικό ξεπέρασμα και χρεοκοπία των κομμάτων νέου τύπου. Αντίθετα με τις προσδοκίες των ηγετών του ΝΑΡ, το ΚΚΕ και η ΚΝΕ ανασυγκροτήθηκαν, το 15ο Συνέδριο του Κόμματος επεξεργάστηκε νέο Πρόγραμμα, οι θέσεις και η πολιτική του Κόμματος επιβεβαιώθηκαν σε μια σειρά εξελίξεις. Στην πορεία αυτών των 17 χρόνων το ΝΑΡ ακολούθησε βήμα το βήμα μια σταθερή πορεία απομάκρυνσης από το μαρξισμό, επιδιώκοντας να πραγματοποιήσει μια «τομή» με το Κομμουνιστικό κίνημα. Αυτή η προσπάθεια οδήγησε –όπως παραδέχονται και στελέχη του– σε θέσεις πολιτικής χρεοκοπίας (π.χ. θέσεις για την κατάσταση στο Κόσσοβο και την ιμπεριαλιστική επέμβαση στη Γιουγκοσλαβία κλπ.3 Η ανάγκη διαχωρισμού από την πολιτική του ΚΚΕ οδηγούσε σε μια εκλεκτικίστικη υιοθέτηση θέσεων διάφορων ρευμάτων, όπως του τροτσκισμού, του αναρχισμού, αλλά ακόμα και ευρωκομμουνιστικών, δεξιών θέσεων. Στα μέσα της δεκαετίας του 1990 υπήρξε μια σημαντική περίοδος γειτνίασης με τον «αναρχικό» και «αυτόνομο» χώρο, ο οποίος επέδρασε καταλυτικά στη διαμόρφωση της σημερινής φυσιογνωμίας του ΝΑΡ.

Το ΝΑΡ συνεργάζεται με τις ομάδες των παλιών «Αριστερών Συσπειρώσεων Φοιτητών» και άλλες ομάδες του «αριστερού» οπορτουνισμού, σε κινήσεις και πρωτοβουλίες στους φοιτητές (ΕΑΑΚ), τους μισθωτούς επιστήμονες, στους δασκάλους και τους καθηγητές («Παρεμβάσεις»). Οι «Αριστερές Συσπειρώσεις» προέρχονται από τη Β' Πανελλαδική (διάσπαση της ΕΚΟΝ-Ρήγας Φεραίος, νεολαίας του «ΚΚΕ εσωτερικού» το 1978). Μέσα στις «Αριστερές Συσπειρώσεις Φοιτητών» συνυπήρξαν διάφορα ρεύματα: ευρωκομμουνιστές, τροτσκιστές, μαοϊκοί, αναρχοαυτόνομοι. Οι «Αριστερές Συσπειρώσεις» τη δεκαετία του 1990 συγκροτήθηκαν σε πολιτική οργάνωση. Το 1998 μια ομάδα αποχώρησε και συγκρότησε την «Αριστερή Αντικαπιταλιστική Συσπείρωση» (ΑΡ.ΑΣ). Η «Αριστερή Ανασύνθεση» (ΑΡΑΝ) προέκυψε από την οργανωτική και πολιτική ενοποίηση των «Αριστερών Συσπειρώσεων» με την «Αριστερή Κίνηση» που δραστηριοποιούνταν κυρίως στην Πάτρα και την Αθήνα μέσα από την ομάδα «Αντίλογος» στην ΕΑΑΚ και σχήματα στους μηχανικούς.

Η ΑΡΑΝ πραγματοποίησε την 3η Συνδιάσκεψή της (8-9 Οκτωβρίου 2005) και εκδίδει το διμηνιαίο περιοδικό «Εκτός γραμμής».

Το ιδεολογικό στίγμα τόσο της ΑΡΑΝ όσο και της ΑΡΑΣ προσδιορίζεται από την υιοθέτηση ιδεολογικών σχημάτων των Αλτουσέρ, Μπετελέμ, Πουλατζά, Μπαλιμπάρ του λεγόμενου ρεύματος του «μαρξιστικού δομισμού»4. Στο επίπεδο της πολιτικής ανάλυσης συμπίπτουν σε μεγάλο βαθμό με τις απόψεις της ομάδας του περιοδικού «Θέσεις» που διευθύνει το στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ Γιάννης Μηλιός. Άλλωστε αρκετά στελέχη των δύο αυτών ομάδων είναι και αρθρογράφοι κατά καιρούς του περιοδικού ή και μέλη της Συντακτικής Επιτροπής του.

Είναι βέβαιο ότι ο δεξιός οπορτουνισμός αποτελούσε και αποτελεί τον υπ' αριθμόν ένα κίνδυνο του κινήματος. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι πρέπει να υποτιμηθεί και ο «αριστερός» οπορτουνισμός, ειδικά σε στιγμές που εμφανίζονται δυνατότητες ριζοσπαστικοποίησης λαϊκών μαζών. Η εμφάνιση του «αριστερού» οπορτουνισμού έχει αντικειμενική βάση λόγω της έλλειψης πολιτικής και κοινωνικής πείρας, ιδιαίτερα σε τμήματα της νεολαίας, αλλά και σε τμήματα μεσαίων στρωμάτων που προλεταριοποι­ούνται. Επίσης γίνεται κατά καιρούς προσπάθεια «ενίσχυσής> του από το ίδιο το σύστημα με την –δυσανάλογη με την οργανωτική του κατάσταση και επιρροή– προβολή του από διάφορους αστικούς μηχανισμούς, ιδιαίτερα με την υιοθέτηση εκπροσώπων του από τα αστικά ΜΜΕ (π.χ. «Καθημερινή», «Ελευθεροτυπία» κλπ.), με την αξιοποίησή του σε μεθοδεύσεις αποπροσανατολισμού και εκφυλισμού κινημάτων. Η προβολή θεωρητι­κών τους μέσα από τα αστικά ΜΜΕ ενισχύει το πολιτικό εγχείρημα που είναι η σύγκλιση και η συνεργασία ενός χώρου από το σοσιαλδημοκρατικό ρεύμα μέχρι τη λεγόμενη «επαναστατική αριστερά».

Η πορεία και η δράση αυτών των ομάδων αποδεικνύει ότι ο δρόμος του συμβιβασμού με το σύστημα, της μετατροπής του εργατικού-κομμουνιστικού κινήματος σε χρήσιμο εξάρτημα του αστικού πολιτικού συστήματος, δεν περνά μόνο μέσα από το δεξιό οπορτουνισμό αλλά και τα αδιέξοδα στα οποία οδηγεί ο «αριστερός» οπορτουνισμός. Ανεξάρτητα από προθέσεις και διαθέσεις των φορέων του ο «αριστερός» οπορτουνισμός ουσιαστικά οδηγεί στην αποδυνάμωση του επαναστατικού εργατικού κινήματος.

Με αφορμή τις αποφάσεις του 2ου Συνεδρίου του ΝΑΡ παρουσιάζουμε σε αυτό το άρθρο ορισμένες πλευρές του «σύγχρονου» αριστερού οπορτουνι­σμού.

Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΚΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ

«Ο ολοκληρωτικός καπιταλισμός –ως στάδιο αντιδραστικής ανάπτυξης και κρίσης του καπιταλισμού– σημαίνει ποιοτικό μετασχηματισμό του μονοπωλιακού καπιταλισμού-ιμπεριαλισμού, άρνηση κάποιων χαρακτηριστικών του, ποιοτική ανάπτυξη ή επανεμφάνιση ορισμένων, τροποποίηση άλλων»5.

Η «ανακάλυψη» από το ΝΑΡ ενός νέου σταδίου ανάπτυξης του καπιταλισμού δεν αποτελεί τίποτα περισσότερο από την προσπάθεια θεωρητικής τεκμηρίωσης της αναγκαιότητας ριζικής τομής στο κομμουνιστικό κίνημα στα πλαίσια της λεγόμενης «κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης»:

«Η ανάγκη της κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης προκύπτει τόσο από την πραγματικότητα του σύγχρονου καπιταλισμού όσο και από την κρίση όλων των ρευμάτων που επιχείρησαν τον προηγούμενο αιώνα την αμφισβήτηση και την ανατροπή του»6.

Ο όρος «ολοκληρωτικός καπιταλισμός» εμφανίστηκε πρώτη φορά στις αναλύσεις του 1ου Συνεδρίου του ΝΑΡ το 1998. Πρέπει να σημειώσουμε ότι η αδυναμία αντιπαράθεσης με τη μαρξιστική-λενινιστική ανάλυση για τον ιμπεριαλισμό και τις αναλύσεις του ΚΚΕ, η αδυναμία επιβεβαίωσης της ανάλυσής τους από την πραγματικότητα, καθώς και οι εσωτερικές αντιπαραθέσεις τους –αποτέλεσμα και των παραπάνω– οδήγησαν σε μια πιο προσαρμοσμένη και προσεκτική διατύπωση στο κείμενο της πολιτικής απόφασης του 2ου Συνεδρίου σε σχέση με παλιότερα. Ιδιαίτερα όσον αφορά το ζήτημα της απόσπασης απόλυτης και σχετικής υπεραξίας που αποτέλεσε και τον ακρογωνιαίο λίθο τα προηγούμενα χρόνια γι' αυτή τη θέση τους ότι: «Ολοκληρωτικός καπιταλισμός... Σημαίνει μια ποιοτική μεταβολή (συγκριτικά με το παλιότερο στάδιο) στο ειδικό βάρος της απόλυτης υπεραξίας, μέσα στο συνολικό σύστημα απόσπασης υπεραξίας»7. Αυτό βέβαια κάνει ακόμα πιο αδύναμη τη στήριξη της άποψης για ένα «νέο ποιοτικά» μετα-ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού.

Πριν δούμε πώς «δικαιολογεί» το ΝΑΡ αυτή την εκτίμηση, ας δούμε πώς οι θεωρητικοί Μαρξ και Λένιν στοιχειοθετούν το πέρασμα στο μονοπωλιακό καπιταλισμό και τι καινούργιο ποιοτικά αυτό σημαίνει για την κοινωνική εξέλιξη.

Ο Μαρξ, ήδη στον 1ο τόμο του Κεφαλαίου, διαπίστωνε ότι: «...από τη στιγμή που ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής στέκεται στα δικά του τα πόδια, από τη στιγμή αυτή αποχτούν μια νέα μορφή η παραπέρα κοινωνικοποίηση της εργασίας και η παραπέρα μετατροπή της γης και των άλλων μέσων παραγωγής σε μέσα παραγωγής που τα εκμεταλλεύονται κοινωνικά, δηλαδή σε κοινά μέσα παραγωγής, επομένως αποχτάει νέα μορφή και η παραπέρα απαλλοτρίωση, των ατομικών ιδιοκτητών. Αυτός που είναι τώρα ν' απαλλοτριωθεί δεν είναι πια ο εργάτης που διευθύνει μό­νος το νοικοκυριό του, αλλά ο κεφαλαιοκράτης που εκμεταλλεύεται πολ­λούς εργάτες»8. Και συνέχιζε: «Η απαλλοτρίωση αυτή (σ.σ. των μικρών κεφαλαίων) συντελείται με το παιχνίδι των εσωτερικών νόμων της ίδιας της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής, με τη συγκεντροποίηση των κεφα­λαίων. Κάθε κεφαλαιοκράτης σκοτώνει πολλούς άλλους κεφαλαιοκράτες»9.

Η διαδικασία λοιπόν συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου ως αποτέλεσμα της αναπαραγωγής των καπιταλιστικών σχέσεων πάνω στην τεχνική βάση που οι ίδιες δημιούργησαν (από τη μανιφακτούρα στο εργοστάσιο, από την τυπική στην πραγματική υποταγή της εργασίας στο κεφάλαιο) είναι αυτή που οδηγεί αντικειμενικά στη διαμόρφωση της μετοχικής εταιρίας και στη συνέχεια του μονοπωλίου.

Ο Μαρξ στον 3ο τόμο του Κεφαλαίου αναφέρει ότι ο σχηματισμός των «μετοχικών εταιριών» είναι: «Η κατάργηση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής μέσα στα πλαίσια του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής και γι' αυτό είναι μια αυτοαναιρούμενη αντίφαση», αφού όπως εξηγεί σε αυτές: «…η λειτουργία είναι χωρισμένη από την ιδιοκτησία του κεφαλαίου, επομένως και η εργασία είναι εντελώς χωρισμένη από την ιδιο­κτησία στα μέσα παραγωγής και την υπερεργασία. Αυτό είναι αποτέλε­σμα της ανώτατης ανάπτυξης της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής, αναγκαίο σημείο περάσματος για την ξαναμετατροπή του κεφαλαίου σε ιδιοκτησία των παραγωγών, όχι όμως πια σαν ατομική ιδιοκτησία ξεχωριστών πα­ραγωγών αλλά σαν ιδιοκτησία των συνεταιρισμένων παραγωγών, σαν άμεσα κοινωνική ιδιοκτησία»10.

Ο Λένιν στο έργο του «ο Ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του Καπιτα­λισμού», έχοντας τα σύγχρονά του δεδομένα συγκεντροποίησης του κε­φαλαίου, σημειώνει: «Το βασικό σ' αυτό το προτσές από οικονομική άπο­ψη είναι η αντικατάσταση του καπιταλιστικού ελεύθερου συναγωνισμού από τα καπιταλιστικά μονοπώλια. Ο ελεύθερος συναγωνισμός είναι η βα­σική ιδιότητα του καπιταλισμού και της εμπορευματικής παραγωγής γε­νικά. Το μονοπώλιο είναι η άμεση αντίθεση του ελεύθερου ανταγωνισμού. Ο τελευταίος όμως αυτός άρχισε μπροστά στα μάτια μας να μετατρέπεται σε μονοπώλιο [ ... ]. Ταυτόχρονα όμως τα μονοπώλια ξεπηδώντας από τον ελεύθερο ανταγωνισμό, δεν τον καταργούν, υπάρχουν, μα υπάρχουν πά­νω σ' αυτόν και δίπλα σ' αυτόν γεννώντας έτσι μια σειρά εξαιρετικά οξεί­ες και 6ίαιες αντιθέσεις προστριβές και συγκρούσεις. Το μονοπώλιο είναι πέρασμα από τον καπιταλισμό σ' ένα ανώτερο σύστημα»11.

Ο Λένιν συνέχιζε ότι αν ήταν να δώσουμε ένα σύντομο ορισμό του ιμπεριαλισμού θα λέγαμε ότι: «ο ιμπεριαλισμός είναι το μονοπωλιακό στάδιο του καπιταλισμού»12. Και συμπλήρωνε ότι ο ορισμός αυτός: «θα περιείχε το κυριότερο»13.

Μπορούμε λοιπόν να συνοψίσουμε ότι η ποιοτική αλλαγή που συντελείται με το πέρασμα από τον προμονοπωλιακό στο μονοπωλιακό καπι­ταλισμό έχει τη ρίζα της στην ανάπτυξη της παραγωγικότητας της εργα­σίας και τη συντελούμενη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφα­λαίου που οδηγεί στην πλατιά κοινωνικοποίηση της παραγωγής, τη δημι­ουργία συλλογικών καπιταλιστικών επιχειρήσεων και την απομάκρυνση του ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής από τη διεύθυνση και λειτουργία της καπιταλιστικής επιχείρησης, προετοιμάζοντας υλικά τη δυνατότητα για κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής.

Το κύριο στοιχείο για τη μελέτη της κίνησης της καπιταλιστικής οικο­νομίας είναι η επικέντρωση στο μηχανισμό μετατροπής της υπεραξίας σε κεφάλαιο, δηλαδή στη συσσώρευση του κεφαλαίου.

Η Πολιτική Απόφαση του 2ου Συνεδρίου του ΝΑΡ εμμένει στην άποψη ότι ο τρόπος απόσπασης υπεραξίας σηματοδοτεί ποιοτικές αλλαγές στον καπιταλισμό με την εξής βέβαια πιο «προσεκτική» διατύπωση: «οργανι­κή διαπλοκή των μορφών (που κι αυτές αλλάζουν) απόσπασης σχετικής κι απόλυτης υπεραξίας»14. Έχει σημασία σε σχέση με το ζήτημα της διά­κρισης απόλυτης-σχετικής υπεραξίας να επαναλάβουμε την επισήμανση του Μαρξ: «Η σχετική υπεραξία είναι απόλυτη, γιατί προϋποθέτει την από­λυτη παράταση της εργάσιμης ημέρας πέρα από το χρόνο που είναι ανα­γκαίoς για την ύπαρξη του ίδιου του εργάτη. Η απόλυτη υπεραξία είναι σχε­τική γιατί προϋποθέτει την ανάπτυξη της παραγωγικότητας που επιτρέπει τον περιορισμό του χρόνου εργασίας σ' ένα μέρος της εργάσιμης μέρας»15.

Το ΝΑΡ για να τεκμηριώσει τη θέση του παραθέτει μια σειρά επιχειρή­ματα που θα μπορούσαμε να κατηγοριοποιήσουμε ως εξής:

Πρώτο: Παραθέτουν μια σειρά από βασικά χαρακτηριστικά του καπιταλισμού, στα οποία απλά προσθέτουν τη λέξη «ποιοτικός», χωρίς να εξη­γούν τι εννοούν, όπως:

«Ποιοτική ανάπτυξη της σύγκρουσης ανάμεσα στις παραγωγικές δυνά­μεις και τις παραγωγικές σχέσεις», «ποιοτική ενίσχυση και αναμόρφωση της σύνθετης εργασίας (δηλαδή των συνδυασμών διανοητικής και χειρω­νακτικής εργασίας)», «ποιοτικά ανώτερη υποδούλωση της εργατικής τά­ξης στο κεφάλαιο», «ποιοτική άνοδο του ειδικού βάρους των πολυεθνικών πολυκλαδικών μονοπωλίων», «νέα ποιότητα στην καπιταλιστική διεθνο­ποίηση και την ανάπτυξη των ολοκληρώσεων» κλπ.16

Δεύτερο: Εμφανίζουν ως «νέα» μια σειρά χαρακτηριστικών που αποτε­λούν στοιχεία του καπιταλισμού τόσο του προμονοπωλιακού όσο και του μονοπωλιακού σταδίου του και που βέβαια δεν τεκμηριώνουν την ύπαρξη νέου σταδίου:

«Καθολική και ουσιαστική υπαγωγή στο κεφάλαιο και της διανοητικής εργασίας [ ... ] καθώς και συνολικά των όρων ύπαρξης και αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης», «το πέρασμα από την τυπική στην ουσιαστική υπαγωγή της επιστήμης, της έρευνας, της παιδείας, αλλά και της φύσης στις κεφαλαιοκρατικές σχέσεις παραγωγής», «Από την υπερδιόyκωση και σχετική αυτονόμηση του τοκοφόρου (χρηματοπιστωτικού) κεφαλαίου από το βιομηχανικό και το εμπορικό, το διεθνές χρηματιστικό-πληροφο­ριακό κεφάλαιο, το πλαστικό χρήμα και τη διεθνή χρηματιστηριακή έκρη­ξη (με σχετική αυτονόμηση των χρηματιστηριακών αξιών από την υλική παραγωγή). Από την ανασυγκρότηση των κρατικομονοπωλιακών ρυθμί­σεων ("λιγότερο κράτoς”, κράτος στρατηγείο της ανάπτυξης)», «ριζική αναμόρφωση και την καθολική υπαγωγή του στο κεφάλαιο», «εκτατική ανάπτυξη των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, που κυριαρχούν σχε­δόν ολοκληρωτικά σε κάθε γωνιά του πλανήτη, τείνοντας να εξαλείψουν με ραγδαίους ρυθμούς τις προκαπιταλιστικές ή τις ιδιόμορφα εκμεταλ­λευτικές σχέσεις των λεγόμενων "σoσιαλιστικών χωρών”», «ένταση των ενδοκαπιταλιστικών ανταγωνισμών και της διαπάλης για το ξαναμοίρα­σμα των αγορών, την επαναχάραξη των συνόρων, των γεωπολιτικών συμ­μαχιών και των σφαιρών επιρροής», «ανασυγκρότηση των διεθνών ορ­γανισμών», «ένταση της ανισόμετρης ανάπτυξης», «αναβάθμιση και γε­νίκευση των πολέμων», «την πλήρη ενσωμάτωση στο διεθνές κεφαλαιοκρατικό σύστημα και της αστικής τάξης των λεγόμενων "περιφερειακών" χωρών (η οποία αποτελεί πλέον όχι δυνητικό σύμμαχο, αλλά λυσσαλέο αντίπαλο του αντικαπιταλιστικού αγώνα και της πάλης για απεμπλοκή από το διεθνές σύστημα του κεφαλαίου)», «πογκρόμ ενάντια στις λαϊκές ελευ­θερίες, τον "κοινοβουλευτικό oλoκληρωτισμό”, τους νέους - πολύμορφους μηχανισμούς πειθάρχησης – ελέγχου - καταστολής (πολλοί με "προληπτι­κή" λειτουργία)», «αντιδραστικές συνταγματικές αλλαγές (αναθεώρηση, ευρωσύνταγμα κ.ά.)».17

Τρίτο: Καταγράφουν μια σειρά στοιχείων τα οποία αφορούν την προώ­θηση των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, εκφράζουν σύγχρονες αντι­κειμενικές ανάγκες του μονοπωλιακού καπιταλισμού και κωδικοποιού­νται σε αντιδραστικές μεταρρυθμίσεις στην εκπαίδευση, την εργασία κλπ. που βέβαια δεν αλλάζουν τη φύση του ιμπεριαλισμού:

«Τεράστια ανακατανομή του κοινωνικού πλούτου υπέρ του κεφαλαί­ου», «νέες μορφές οργάνωσης της εργασίας και της παραγωγής (ελαστι­κοποίηση, ομάδες εργασίας, κύκλοι ποιότητας κλπ.), τη δραματική συρ­ρίκνωση της πλήρους απασχόλησης και τη δομική ανεργία», «μετάβαση στο κράτος στρατηγείο», «μαζικές ιδιωτικοποιήσεις... νέες μορφές κρα­τικομονοπωλιακής συνύφανσης... κατεδάφιση του "κοινωνικού κράτους"... εξατομίκευση των όρων αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης... νέα σχέση των κεντρικών και των αποκεντρωμένων (τοπική αυτοδιοίκηση) μηχανισμών του αστικού κράτους και εθνικών-υπερεθνικών μορφών αστικής εξουσίας», «ουσιαστική αναίρεση της δυνατότητας μαζικών "κοι­νωνικών συμβολαίων”».18

Το ΝΑΡ μοιάζει να ανακαλύπτει την Αμερική, αναφερόμενο σε στοι­χεία που αποτελούν χαρακτηριστικά του καπιταλισμού ακόμα από το 19ο αιώνα. Για παράδειγμα, η πραγματική υποταγή της εργασίας στο κεφά­λαιο, του ελεύθερου χρόνου, της φύσης κλπ., συντελείται από τη στιγμή που οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής έγιναν κυρίαρχες. Από τη στιγ­μή που κυριάρχησαν στην υλική αναπαραγωγή της κοινωνίας κυριάρχη­σαν και σε όλους τους όρους ύπαρξης και δράσης των ανθρώπων. Τα φαι­νόμενα αντιδραστικοποίησης του πολιτικού συστήματος, στα οποία αναφέρονται τα κείμενα του ΝΑΡ, αποτελούν χαρακτηριστική τάση του ιμπε­ριαλισμού. Δεν είναι νέα φαινόμενα. Αντίθετα, σηματοδοτούν ολόκληρη την ιστορική εποχή του ιμπεριαλισμού και εκφράζουν την αντιδραστικό­τητα της αστικής τάξης. Η αντιδραστικότητα αυτή άλλωστε γέννησε το φασισμό και το ναζισμό τις δεκαετίες του 1920 και 1930.

Το ΝΑΡ φαίνεται ότι θεωρεί ως θεμελιώδη στοιχεία του ιμπεριαλισμού χαρακτηριστικά που επικράτησαν στην καπιταλιστική διαχείριση την πε­ρίοδο μετά τον πόλεμο. Μετά την τεράστια καταστροφή παραγωγικών δυ­νάμεων που έφερε ο πόλεμος, η καπιταλιστική παραγωγή ανέκτησε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, όμως σε μεγάλο βαθμό μέσω της κεϋνσιανής κρατικής καπιταλιστικής παρέμβασης. Κάτω και από το βάρος ενός πιο ευνοϊκού διεθνούς συσχετισμού δύναμης για το λαϊκό κίνημα, διαμορφώ­θηκαν προϋποθέσεις να ενσωματωθούν λαϊκές κατακτήσεις στα πλαίσια της καπιταλιστικής διαχείρισης. Στη σημερινή τελείως διαφορετική φά­ση το ΝΑΡ ανακαλύπτει για παράδειγμα ως καινούργια την τάση για συ­μπίεση της τιμής πώλησης της εργατικής δύναμης κάτω από την αξία της, ενώ είναι εγγενής τάση του Kαπιταλισμού. Ο τρόπος που εκδηλώνεται αυ­τή η τάση καθορίζεται από το συσχετισμό δύναμης, αλλά κυρίως από τη φάση που βρίσκεται η αναπαραγωγή του κοινωνικού κεφαλαίου. Επομέ­νως, κάθε άλλο παρά σε νέα στοιχεία στηρίζεται το θεώρημα του ΝΑΡ πε­ρί «ολοκληρωτικού καπιταλισμού» και η αιτιολόγηση της ανάγκης θεω­ρητικής τομής με το κομμουνιστικό κίνημα.

ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΕΚΤΙΜΗΣEΙΣ ΤΟΥ ΝΑΡ ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΠΟΛΕΜΟ

Η ανάλυση του ΝΑΡ για τις διεθνείς σχέσεις στα πλαίσια του λεγόμε­νου «ολοκληρωτικού καπιταλισμού» οδηγεί στο εξής συμπέρασμα: «... οι προϋποθέσεις για γενικότερες αναφλέξεις ανάμεσα στους ηγεμονικούς ιμπεριαλιστικούς σχηματισμούς είναι σήμερα μακρινές. Κυρίως διότι λει­τουργούν οι ολοκληρώσεις, η αλληλοδιαπλοκή των οικονομιών και οι νέ­ες μορφές εντατικής εκμετάλλευσης»19. Αυτή η άποψη ουσιαστικά υποτι­μά την όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων. Απολυτοποιεί το «ενωτικό» στοιχείο των ιμπεριαλιστικών ενώσεων, τις οποίες θεωρεί ως «ολοκληρώσεις», παρακάμπτοντας την ανισομετρία μέσα σε αυτές και γε­νικότερα, καθώς και τις ανακατατάξεις στο συσχετισμό μέσα στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα. Την «απελευθέρωση» των αγορών, δηλαδή την πιo απρόσκοπτη εξαγωγή κεφαλαίων και εμπορευμάτων, την οποία χα­ρακτηρίζει ως «αλληλοδιαπλοκή των οικονομιών», τη θεωρεί ως παρά­γοντα εξομάλυνσης και όχι όξυνσης των αντιθέσεων. Έτσι, και μάλιστα φέρνοντας ως επιχειρήματα στοιχεία που οδηγούν στο αντίθετο συμπέ­ρασμα, το ΝΑΡ δεν αναγνωρίζει ως ουσιαστική αιτία των ιμπεριαλιστι­κών επεμβάσεων το μοίρασμα των αγορών. Προφανώς οι ενδοϊμπεριαλι­στικές αντιθέσεις και ανακατατάξεις δεν έχουν οξυνθεί σήμερα σε τέτοιο βαθμό που να οδηγούν σε μια γενικευμένη βίαιη αναπροσαρμογή των διε­θνών ισορροπιών και συμβάσεων, όμως οι διεργασίες στο ιμπεριαλιστι­κό σύστημα είναι σε εξέλιξη. Υπενθυμίζουμε τη σχετικά πρόσφατη το­ποθέτηση της ΚΕ του ΚΚΕ:

«Ο ενιαίος χαρακτήρας της στρατηγικής του διεθνούς ιμπεριαλιστικού συστήματος απέναντι στους λαούς γίνεται έκδηλος και στις αποφάσεις του ΝΑΤΟ. Εκδηλώνεται και στην παράλληλη πορεία διεύρυνσης της ΕΕ και του ΝΑΤΟ. Βέβαια, η ταυτόχρονη διεύρυνση καθόλου δε σημαίνει ότι αναι­ρεί τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις, αλλά τις αναπαράγει και τις ενι­σχύει, όπως ενισχύει και τις αντιθέσεις ανάμεσα στις ηγετικές δυνάμεις, τα κράτη-μέλη των ιμπεριαλιστικών ενώσεων. Ταυτόχρονα με την προώ­θηση της ενιαίας ιμπεριαλιστικής στρατηγικής, οι σχέσεις ανάμεσα στα δύο ισχυρότερα ιμπεριαλιστικά κέντρα, τις ΗΠΑ και την ΕΕ, αλλά και άλ­λες ισχυρές δυνάμεις, γίνονται πιο ανταγωνιστικές και πιο σύνθετες. Οξύ­νονται και οι αντιθέσεις μέσα στους κόλπους της ΕΕ που σχετίζονται με το ζήτημα των σχέσεων με τις ΗΠΑ. Πάνω στην ενιαία στρατηγική του ιμπεριαλισμού εξελίσσονται οι αντιθέσεις και οι ανταγωνισμοί για την πρωτοκαθεδρία στη διανομή των αγορών και σφαιρών επιρροής στην Ασία, στη Μέση Ανατολή, στην Αφρική, για τον έλεγχο των πλουτοπαραγωγικών πηγών. Στην κούρσα του ανταγωνισμού, εκτός από τα ιμπεριαλιστι­κά κέντρα και τις ισχυρότερες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, παίρνουν μέρος και άλλα ανερχόμενα καπιταλιστικά κράτη. Συσσωρεύονται εξελίξεις που τείνουν να φέρουν ανακατατάξεις στο συσχετισμό δύναμης στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα. Οπωσδήποτε χρειάζεται πιο συστηματική πα­ρακολούθηση των "ομάδων" αντιθέσεων που παρουσιάζονται στη διεθνή σκηνή, ταυτόχρονα με την πιο συστηματική παρακολούθηση και αξιολό­γηση της εσωτερικής κατάστασης, των εσωτερικών αντιθέσεων (κυρίως οικονομικο-κοινωνικών, το ενδεχόμενο εκδήλωσης καπιταλιστικής οι­κονομικής κρίσης) που παρουσιάζονται σε κάθε καπιταλιστικό κράτος, ιδιαίτερα των ΗΠΑ και των ισχυρών κρατών - μελών της ΕΕ. [ ... ] Ο ιμπε­ριαλισμός, προκειμένου να εκτονώσει τις αντιθέσεις του και να ανακόψει την αντίσταση των λαών, δεν αποκλείεται να χρησιμοποιήσει ακόμα και πυρηνικά όπλα, να εξαπολύσει ιμπεριαλιστικούς πολέμους. Άρα, η πάλη κατά των πυρηνικών όπλων, η πάλη κατά του πολέμου συνδέεται άμεσα με την πάλη ενάντια στο ιμπεριαλιστικό σύστημα στο σύνολό του»20.

**Ο Κύριλλος Παπασταύρου είναι μέλος της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ του ΚΚΕ.

1 Βλέπε: Β. Ι Λένιν: «Αριστερισμός, παιδική αρρώστια του Κομμουνισμού», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

2 «Διαμορφώθηκαν έτσι δύο άτυπα αλληλοτροφοδοτούμενα κέντρα μέσα στην ΚΕ, που προκάλεσαν διαδοχικά προβλήματα τα τελευταία χρόνια στο Κόμμα». Nτoκoυμέντα του 14ου Συνεδρίου του ΚΚΕ, σελ. 155, εκδόσεις της ΚΕ του ΚΚΕ.

3. Το ΝΑΡ στην αρχή της ιμπεριαλιστικής επέμβασης στη Γιουγκοσλαβία αναπαρήγαγε όλη την ιμπεριαλιστική προπαγάνδα περί «εθνοκάθαρσης» που αποσκοπούσε στην αι­τιολόγηση της ιμπεριαλιστικής επέμβασης. Είναι χαρακτηριστικό ότι το φθινόπωρο του '98, λίγους μήνες πριν την ιμπεριαλιστική επέμβαση στη Γιουγκοσλαβία, τα ΕΑΑΚ κυκλοφόρησαν αφίσα με σύνθημα: «ο Μιλόσεβιτς σφάζει Αλβανούς στο Κόσσοβο, ­ΗΠΑ και Γερμανία σιωπούν».

4. Για το «Μαρξιστικό δομισμό» βλέπε: Κ. Ιωαννίδη, «Ιδεολογική αντιπαράθεση στις κοινωνικές επιστήμες». ΚΟΜΕΠ, τ. 4-5/2006.

5. Πολιτική Απόφαση 2ου Συνεδρίου του ΝΑΡ, κεφάλαιο: «Ολοκληρωτικός καπιταλι­σμός και ταξική πάλη».

6. Πολιτική Απόφαση 20υ Συνεδρίου του ΝΑΡ, κεφάλαιο: «Ολοκληρωτικός καπιταλι­σμός και ταξική πάλη».

7. Θέσεις της Πολιτικής Επιτροπής του ΝΑΡ στο Πανελλαδικό Σώμα για τη Σύγχρονη Καπιταλιστική Κοινωνία 1997.

8. Κ Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», 1ος τόμος, σελ. 786-787, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

9. Κ. Μαρξ «Το Κεφάλαιο», 3ος τόμος, σελ. 553, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

10. Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», 3ος τόμος, σελ. 551, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

11. Β. Ι. Λένιν: «Ο Ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του Καπιταλισμού». Άπαντα, τόμος 27, σελ. 392, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

12. Β. Ι. Λένιν: «Ο lμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του Καπιταλισμού». Άπαντα, τόμος 27, σελ. 392, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

13. Β. Ι. Λένιν: «Ο lμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του Καπιταλισμού». Άπαντα, τόμος 27, σελ. 392, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

14.Πολιτική Απόφαση 2ου Συνεδρίου του ΝΑΡ, κεφάλαιο: «Ολοκληρωτικός καπιταλι­σμός και ταξική πάλη».

15. Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», 1ος τόμος, σελ. 526-527, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

16. Πολιτική Απόφαση 2ου Συνεδρίου του ΝΑΡ, κεφάλαιο: «Ολοκληρωτικός καπιταλι­σμός και ταξική πάλη».

17. Πολιτική Απόφαση 2ου Συνεδρίου του ΝΑΡ, κεφάλαιο: «Ολοκληρωτικός καπιταλι­σμός και ταξική πάλη».

18. Πολιτική Απόφαση 2ου Συνεδρίου του ΝΑΡ, κεφάλαιο: «Ολοκληρωτικός καπιταλι­σμός και ταξική πάλη».

19. Θέσεις της Πολιτικής Επιτροπής για το 2ο Συνέδριο του ΝΑΡ, σελ. 45.

20. Απόφαση της ΚΕ του ΚΚΕ «Για τις Διεθνείς Εξελίξεις», 19 Μαΐου 2006, ΚΟΜΕΠ τεύχος Νο 3/2006.

 
 

από ρ. 06/03/2007 10:03 μμ.


ΓΙΑ ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ

Μια πολιτική οργάνωση δεν μπορεί να έχει σαφή στρατηγική αν δεν προσδιορίσει τη θέση της σε σχέση με το βασικό, κύριο πολιτικό ζήτημα που είναι ο χαρακτήρας της εξουσίας.

Μια οργάνωση που αυτοπροσδιορίζεται ως κομμουνιστική στις σημε­ρινές συνθήκες έχει υποχρέωση να τοποθετηθεί στο ζήτημα της εξουσίας σε σχέση και με την πείρα των σοσιαλιστικών επαναστάσεων και την πο­ρεία οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ, στην Ανατολική και Κε­ντρική Ευρώπη, σε Ασία και Αμερική.

Η κριτική αποτίμηση αυτής της πείρας είναι καθήκον για το κομμουνι­στικό κίνημα, κρίσιμο για τη διαμόρφωση της σύγχρονης επαναστατική ς στρατηγικής. Καθήκον δύσκολο που απαιτεί μελέτη και ανάλυση με βά­ση τα εργαλεία του μαρξισμού - λενινισμού.

Το ΝΑΡ φαίνεται ότι ακολουθεί έναν πιo «σύντομο», χιλιοπερπατημέ­νο και εύκολο δρόμο, υιοθετώντας θέσεις ρευμάτων που απορρίπτουν συλ­λήβδην το σοσιαλιστικό χαρακτήρα των κοινωνιών της ΕΣΣΔ, της Ανα­τολικής-Κεντρικής Ευρώπης, της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής. Έτσι τις χαρακτηρίζει ως «γραφειοκρατικές και εκμεταλλευτικές κοινω­νίες ...»1. Τότε γιατί θριαμβολόγησε η αστική τάξη σε κάθε γωνιά του πλα­νήτη; Γιατί στήριξε την αντεπανάσταση; Το ερώτημα που μπαίνει βέβαια είναι πώς μπορεί να υπάρξει εκμετάλλευση χωρίς ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και ατομική ιδιοποίηση του υπερπροϊόντος π.χ. στην ΕΣΣΔ της δεκαετίας του 1930; Η έλλειψη ατομικής ιδιοκτησίας στα συ­γκεντρωμένα μέσα παραγωγής, η αφαίρεση της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής ακόμα και στον τομέα των παραγωγικών συνεταιρισμών (π.χ. κρατικοποίηση της γης στην αγροτική παραγωγή ή κρατική κοινωνική ιδιοκτησία στα αγροτικά μέσα παραγωγής μέχρι τη δεκαετία του 1950 στην ΕΣΣΔ), περιορίζει στο ελάχιστο ή εξαφανίζει εντελώς τη μισθωτή εργασία ως συγκαλυμμένη μορφή πώλησης της εργατικής δύναμης και πη­γής παραγωγής υπεραξίας, κατά συνέπεια και καπιταλιστικού κέρδους.

Μια ορισμένη μελέτη ακόμα και της περιόδου που οι σοσιαλιστικές σχέ­σεις υποχωρούσαν (κυρίως ως αποτέλεσμα μεταρρυθμίσεων στον κεντρι­κό σχεδιασμό της οικονομίας και στην κοινωνική ιδιοκτησία, κατά τη δε­καετία του 1960, που συντέλεσαν στη διαμόρφωση ή ενίσχυση καπιταλι­στικών στοιχείων), δηλαδή όταν διαμορφώθηκε η δυνατότητα σε ορισμέ­νες κοινωνικές ομάδες να καρπώνονται μέρος του κοινωνικού προϊόντος, δε μας επιτρέπει να μιλάμε με βεβαιότητα και γενικά για εκμεταλλευτική σχέση παραγωγής. Γιατί με το «κλεμμένο» αυτό μέρος του κοινωνικού προϊόντος –που είχε χρηματική μορφή– δεν μπορούσε κανείς αγοράζοντας μισθωτή εργατική δύναμη να τη μετατρέψει σε κεφάλαιο. Βεβαίως τη νο­μιμοποίηση αυτής της δυνατότητας διεκδίκησαν οι αντεπαναστατικές δυνάμεις, που εκφράστηκαν και μέσω του κόμματος. Είναι χαρακτηριστική η αναφορά στη Προγραμματική Διακήρυξη η οποία εγκρίθηκε από το 28ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ το 1990: «Το Κόμμα θεωρεί απαραίτητο να δημιουρ­γήσει συνθήκες για τη διαμόρφωση και ανάπτυξη ποικίλων μορφών ιδιοκτησίας για την ολοκλήρωση και τον ελεύθερο συναγωνισμό τους»2.

Το ΝΑΡ ούτε στις θέσεις για το Συνέδριο ούτε στην πολιτική απόφασή του διευκρινίζει τι εννοεί όταν αναφέρεται σε εκμεταλλευτικές κοινωνίες. Στα κείμενα του 2ου Συνεδρίου του δεν επαναλαμβάνονται όσα υποστηρίζονταν στα κείμενα του 1ου Συνεδρίου του (1998), όπως ότι: «ο "υπαρκτός σοσια­λισμός" είναι ένας ιδιόμορφος τρόπος παραγωγής, ανέκδοτος ιστορικά, και χωρίς αυτοτελή ιστορική προοπτική, με διαταραγμένα "καπιταλιστικά" χα­ρακτηριστικά αλλά χωρίς τον κλασικό καπιταλισμό...»3, δηλαδή ότι αποτέλεσαν νέου είδους κοινωνίες. Μάλιστα στο 1ο Συνέδριο υιοθετούνταν και η παλιά μενσεβίκικη θέση περί ανωριμότητας των προϋποθέσεων για το σοσιαλισμό: «Η τελική αποτυχία ως προς την πορεία προς το σοσιαλισμό-κομμουνισμό των πρώτων σοσιαλιστικών πειραμάτων, από την Κο­μούνα ως τον Οκτώβρη μέχρι το Bιετvάμ και την Κίνα (παρά την τεράστια ιστορική τους αξία), δεν μπορεί, σε τελευταία ανάλυση, να χρεωθεί στα αναμφισβήτητα λάθη των επαναστατικών πρωτοποριών, αλλά στην ελ­λιπή ωρίμανση των υλικών, αντικειμενικών και επόμενα τελικά και των υποκειμενικών προϋποθέσεων της ίδιας της εργατικής τάξης, του επανα­στατικού υποκειμένου για τον κομμουνισμό»4.

Η άποψη του ΝΑΡ για το σοσιαλισμό γίνεται πιο κατατοπιστική κατά την περιγραφή του «επαναστατικού εργατικού κράτους», της «εργατικής δημοκρατίας». Η άποψη αυτή δεν έχει καμία σχέση με τη μαρξιστική-λενι­νιστική αντίληψη για τη δικτατορία του προλεταριάτου, γι' αυτό άλλωστε δε χαρακτηρίζεται και ως τέτοια. Πρόκειται για αντίληψη γεμάτη από αναρ­χοαυτόνομες και φιλελεύθερες δεισιδαιμονίες. Σε αυτό το «εργατικό κρά­τος» δε γίνεται καμιά αναφορά στην ύπαρξη συγκεντρωτικής εξουσίας, αντί­θετα περιγράφεται μια αποκεντρωτική επί της ουσίας λειτουργία στηριγ­μένη σε «εργατικές κοινότητες». Το αποκορύφωμα του αναρχοαυτόνομου φιλελευθερισμού του ΝΑΡ φαίνεται στην εξής διατύπωση: «Κάθε μέλος της εργατικής κοινότητας έχει δικαίωμα της κριτικής και της πολεμικής απέ­ναντι στην εργατική εξουσία, απέναντι στα άμεσα και τα αντιπροσωπευτι­κά όργανά της, ιδιαίτερα αν βρίσκεται στη μειοψηφία ακόμα και αν είναι ενάντια στην επανάσταση με την προϋπόθεση ότι δεν εκπροσωπεί ένοπλη απειλή εναντίον της»5. Θα επιτρέπεται λοιπόν «ελεύθερα» ακόμα και η προ­παγάνδα ενάντια στην επανάσταση, αρκεί αυτή να μην παίρνει μορφή ένο­πλης δράσης. Αυτό είναι μικροαστική υποκρισία, υπόκλιση στο φιλελευ­θερισμό. Ο καπιταλισμός ακόμα και όταν αφήνει τυπικά «ελεύθερη» την προπαγάνδα για το σοσιαλισμό, για την ανατροπή του καπιταλισμού, αντι­παραθέτει σε αυτή όλα τα όπλα που διαθέτει ως σύστημα, το αστικό σχο­λείο, τα ΜΜΕ, το φόβο της επιβίωσης που αναπαράγεται μέσα στον κεφα­λαιοκρατικό τρόπο παραγωγής, τους μηχανισμούς αστυνόμευσης και κα­ταστολής της ταξικής πάλης, το νομικό πλαίσιο, προσπαθώντας να προλά­βει την ανάπτυξη της ταξικής πάλης σε μορφές μαζικής αμφισβήτησης και σύγκρουσης με την αστική εξουσία. Το εργατικό επαναστατικό κράτος του ΝΑΡ είναι μια αναρχοαυτόνομη - φιλελεύθερη καρικατούρα που έχει κρα­τήσει τον τίτλο και έχει πετάξει την ουσία του εργατικού κράτους. Δηλαδή έχει απαρνηθεί ότι το εργατικό κράτος, η δικτατορία του προλεταριάτου, σημαίνει ότι η εργατική τάξη γίνεται πολιτικά κυρίαρχη και ως τέτοια συ­νεχίζει την ταξική πάλη μέχρι τέλος. Κυρίαρχο στοιχείο είναι η βία με την οποία καταπιέζει τους παλιούς καταπιεστές, υπερασπίζεται την επανάστα­ση, οργανώνει στη βάση του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού την κοινω­νία και την παραγωγή, οργανώνει τον πληθυσμό σε παραγωγικές ενώσεις, κινητοποιεί καθοδηγεί και διαπαιδαγωγεί τα σύμμαχα στρώματα στην κα­τεύθυνση της διαμόρφωσης της υλικής βάσης για τον ανεπτυγμένο κομμουνισμό. Στο έργο του «Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι» ο Λένιν επισημαίνει τον κίνδυνο για την επανάσταση αν η ερ­γατική τάξη υποτιμήσει την αντεπαναστατική δράση: «Οι εκμεταλλευτές μπορούν να τσακιστούν με μιας με μια πετυχημένη εξέγερση στο κέντρο ή με ξεσήκωμα του στρατού. Αλλά έξω από μερικές μόνο περιπτώσεις δεν μπορούν να εκμηδενιστούν με μιας. [ ... ]

Οι εκμεταλλευτές για πολύ καιρό ύστερα από την επανάσταση διατηρούν αναπόφευκτα μια σειρά τεράστια πλεονεκτήματα: τους μένουν τα λεφτά (το χρήμα δεν μπορεί να καταργηθεί αμέσως), κάποια κινητή περιουσία, συχνά σημαντική, τους μένουν οι σχέσεις, η αποχτημένη πείρα της οργά­νωσης και της διοίκησης, η γνώση όλων των μυστικών της διακυ6έρνη­σης [. .. ] τους μένει η ανώτερη μόρφωση, οι στενοί δεσμοί με το ανώτατο τεχνικό προσωπικό [. .. ] Ότι ένα μέρος των εκμεταλλευόμενων που προέρχεται από τις λιγότερο εξελιγμένες μάζες των μεσαίων αγροτών, βιοτε­χνών κλπ. ακολουθεί και είναι σε θέση να ακολουθήσει τους εκμεταλλευ­τές, αυτό το έδειξαν όλες οι αστικές επαναστάσεις μέχρι σήμερα, μαζί και η Κομμούνα (γιατί ανάμεσα στα στρατεύματα των Βερσαλλιών υπήρχαν και προλετάριοι , πράγμα που ξέχασε ο σοφολογιότατος Κάουτσκι».6

Επίσης έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να σταθούμε στην άποψη του ΝΑΡ για το σοσιαλισμό και τις οικονομικές σχέσεις που υπάρχουν σε αυτόν. Σύμ­φωνα λοιπόν με την άποψή του: «Η πραγματική κοινωνικοποίηση των μέ­σων παραγωγής απαιτεί τη ριζική αλλαγή συνολικά των παραγωγικών σχέσεων καθώς και τη σχέση τους με την πολιτική. Τελικά η κρατική ιδιοκτησία γίνεται σοσιαλιστική όταν πάψει να είναι κρατική»7(!). Εδώ προ­βάλλεται η εξής παράλογη σύλληψη: Ο σοσιαλισμός (κατώτερη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας) γίνεται σοσιαλισμός, όταν γίνει κομμουνισμός (ανώτερη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας)!!! Αυτή η άποψη επαναλαμβάνεται και σε άρθρο στο «ΠΡΙΝ». Κάνοντας κριτική στη θέση του ΚΚΕ για το σοσιαλισμό, ο αρθρογράφος υποστηρίζει ότι η «κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής γίνεται πράξη όταν τα μέσα παραγωγής πάψουν να είναι κρατική ιδιοκτησία και περάσουν στα χέρια των ελεύθερα συνεταιριζόμε­νων παραγωγώv»8. Κατά συνέπεια η κοινωνικοποίηση των μέσων παρα­γωγής –σύμφωνα με το ΝΑΡ– δεν υλοποιείται όταν η δικτατορία του προλε­ταριάτου ως το οργανωμένο σε κυρίαρχη τάξη προλεταριάτο κάνει ιδιοκτη­σία του τα συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής. Είναι απλή αλλαγή της νομι­κής μορφής ιδιοκτησίας η μετάβαση από την ατομική ιδιοκτησία στα πλαί­σια του καπιταλισμού στην κρατική ιδιοκτησία στα πλαίσια της δικτατορίας του προλεταριάτου; Στην περίπτωση του καπιταλιστικού τρόπου παραγω­γής όποια νομική μορφή και αν παίρνει η ιδιοκτησία είτε ατομική είτε συλ­λογική είτε κρατική –αφού το κράτος σαν συλλογικός καπιταλιστής εκφρά­ζει τα γενικά συμφέροντα της αστικής τάξης– είναι καπιταλιστική. Αντίθε­τα στη δικτατορία του προλεταριάτου η κρατική ιδιοκτησία των συγκε­ντρωμένων μέσων παραγωγής αποτελεί την πρώτη βαθμίδα κοινωνικοποί­ησης των μέσων παραγωγής όχι βέβαια την πιo ολοκληρωμένη.

Οι Μαρξ - Έvγκελς ήδη από το 1848 υποστήριζαν ότι:

«Το προλεταριάτο χρησιμοποιεί την πολιτική του κυριαρχία για να απο­σπάσει λίγο λίγο από τα χέρια της αστικής τάξης όλο το κεφάλαιο, να συ­γκεντρώσει όλα τα εργαλεία παραγωγής στα χέρια του κράτους, δηλαδή του οργανωμένου σε κυρίαρχη τάξη προλεταριάτου..».9

Επίσης ο Β. Ι. Λένιν, στην αντιπαράθεσή του με τις απόψεις της «εργα­τικής αντιπολίτευσης» στο ΚΚ(μπ) που ζητούσε την παραχώρηση των εργοστασίων στους εργάτες και τη διεύθυνση και οργάνωση της παραγω­γής όχι από το σοσιαλιστικό κράτος, αλλά από μια αποκαλούμενη «Συνέ­λευση των παραγωγών», σαν εκπρόσωπο ξεχωριστών ομάδων των εργαζομένων, υποστήριζε: «Οι ιδέες που αποτελούν τη βάση αυτής και άλλων παρόμοιων διακηρύξεων είναι ριζικά λαθεμένες από θεωρητική άποψη, γιατί σημαίνουν πλήρη ρήξη με το μαρξισμό και τον κομμουνισμό»10, ενώ χαρακτήριζε τις απόψεις αυτής της ομάδας ως «παρέκκλιση προς το συν­δικαλισμό και τον αναρχισμό»11.

Επίσης σε παλιότερο σημείωμά του το 1918 σημείωνε:

«... αποτελεί μέγιστη διαστρέβλωση των βασικών αρχών της Σοβιετικής εξουσίας και ολοκληρωτική απάρνηση του σοσιαλισμού οποιαδήποτε, άμε­ση ή έμμεση, νομιμοποίηση της ιδιοκτησίας των εργατών μιας ξεχωριστής φάμπρικας ή ενός επαγγέλματος πάνω στην ιδιαίτερη παραγωγή τους»12.

Η παραπάνω θέση του ΝΑΡ επί της ουσίας υποστηρίζει ότι η κοινωνι­κοποίηση προϋποθέτει την «απονέκρωση του κράτους», δηλαδή τον ανε­πτυγμένο κομμουνισμό στον οποίο προφανώς η κοινωνικοποίηση παίρ­νει ανώτερη μορφή (σαν αποτέλεσμα της ανάπτυξης των κομμουνιστικών σχέσεων και της επέκτασής τους και στη σφαίρα της κατανομής και όχι μόνο της παραγωγής), πράγμα όμως που δεν αναιρεί την ανάγκη οργάνω­σης και διεύθυνσης της παραγωγής. Η ολοκληρωτική απονέκρωση του κράτους ως κατασταλτικού μηχανισμού δε σημαίνει και απονέκρωση της κεντρικής διεύθυνσης και οργάνωσης της παραγωγής. Η άποψη αυτή επι­βεβαιώνει τις «αντιεξουσιαστικές» επιρροές που δεν έχουν σε τίποτα να κάνουν με το μαρξισμό.

Το συμπέρασμα ότι στην αντίληψη του ΝΑΡ ταυτίζεται ο σοσιαλισμός με τον ανεπτυγμένο κομμουνισμό βγαίνει και από την άποψη του ΝΑΡ ότι στο σοσιαλισμό «το προλεταριακό κράτος απονεκρώνεται», «πραγ­ματοποιείται και η ουσιαστική κατάργηση εθνικού – διεθνούς»13. Έτσι υποτιμιέται συνειδητά το γεγονός ότι ο σοσιαλισμός ως ανώριμος κομμουνι­σμός φέρνει τα σημάδια της κοινωνίας από τα σπλάχνα της οποίας βγήκε, δηλαδή του καπιταλισμού. Η απάντηση σε αυτές τις αντιλήψεις δίνεται από τους ίδιους τους Μαρξ και Λένιν.

Ο Μαρξ διαπίστωνε στο έργο του «Κριτική του προγράμματος της Γκότα»: «Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μια κομμουνιστική κοινωνία που αναπτύχθηκε πάνω στη δική της βάση αλλά με μια τέτοια κοινωνία που μόλις τώρα ακρι6ώς βγαίνει από την καπιταλιστική κοινωνία και που γι’ αυτό από κάθε άποψη οικονομική, ηθική, πνευματική, φέρνει πάνω της ακόμη τα σημάδια της παλιάς κοινωνίας, από τα σπλάχνα της οποίας βγήκε»14.

Και ο Λένιν αυτή τη θέση την αναπτύσσει παραπέρα στο «Κράτος και Επανάσταση»: «ο κομμουνισμός στην πρώτη του φάση, στην πρώτη του βαθμίδα δεν μπορεί ακόμη να είναι οικονομικά εντελώς ώριμος, εντελώς απαλλαγμένος από τις παραδόσεις ή τα ίχνη του καπιταλισμού. Έτσι εξηγείται ένα τόσο ενδιαφέρον φαινόμενο όπως η διατήρηση του "στενού ορί­ζοντα του αστικού δικαίου" (σ.σ. εννοεί το αστικό δίκαιο στην κατανομή των προϊόντων που εκφράζεται με την αρχή στον καθένα ανάλογα με την εργασία του) στην πρώτη φάση του κομμουνισμού. Βέβαια το αστικό δί­καιο στο ζήτημα της κατανομής των προϊόντων κατανάλωσης προϋποθέ­τει αναπόφευκτα και την ύπαρξη του αστικού κράτους γιατί το δίκαιο δεν είναι τίποτα χωρίς το μηχανισμό που να είναι σε θέση να εξαναγκάζει να τηρούνται οι κανόνες δικαίου.

Συνεπάγεται λοιπόν το συμπέρασμα ότι στον κομμουνισμό για ένα ορι­σμένο χρονικό διάστημα μένει όχι μόνο το αστικό δίκαιο αλλά ακόμη και το αστικό κράτος –δίχως αστική τάξη!»15 (σ.σ. Εδώ ο Λένιν δεν εννοεί ότι διατηρείται το αστικό κράτος ως μηχανισμός εξουσίας της τάξης των κα­πιταλιστών και διασφάλισης της ατομικής ιδιοκτησίας στα συγκεντρω­μένα μέσα παραγωγής. Αναφέρεται σε ορισμένες λειτουργίες του αστικού κράτους που αφορούν το ζήτημα της κατανομής και οι οποίες περνάνε στο εργατικό κράτος).

Στο ίδιο έργο ο Λένιν αναφέρεται και στον έλεγχο της επαναστατικής εργατικής εξουσίας πάνω στα υπολείμματα των καπιταλιστικών σχέσε­ων, διαπιστώνοντας:

«Ως την ώρα που θα έλθει η «ανώτερη» φάση του κομμουνισμού, οι σο­σιαλιστές απαιτούν αυστηρότατο έλεγχο από την κοινωνία και από το κρά­τος πάνω στο μέτρο της εργασίας και της κατανάλωσης, μόνο που ο έλεγ­χος πρέπει να αρχίσει με την απαλλοτρίωση των καπιταλιστών, με τον έλεγχο των εργατών πάνω στους καπιταλιστές και να ασκείται όχι από το κράτος των γραφειοκρατών αλλά από το κράτος των ένοπλων εργατών»16.

ΟΡΙΣΜΕΝΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ «ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ»

Το ΝΑΡ προτάσσει ως άμεσο καθήκον για την προώθηση της στρατη­γικής του τη συγκρότηση του Αντικαπιταλιστικού Εργατικού Μετώπου (ΑΕΜ). Για το χαρακτήρα του ΑΕΜ και την ασάφεια του περιεχομένου του παραπέμπουμε στη γνώμη ενός πρωτοκλασάτου στελέχους του: «... το ΑΕΜ όπως εμφανίζεται στις Θέσεις, είναι ... τρισυπόστατο: Έχουμε ένα "προωθημένο" μέτωπο στη σελ. 58, που αντιστοιχεί περίπου στη δράση των Σοβιέτ μετά την κατάληψη της εξουσίας και μέχρι τον κoμμoυvισμό. Ένα δεύτερο, "ενδιάμεσο" μέτωπο, στη σελ. 65, που θυμίζει τα "προγράμματα μεταβατικών διεκδικήσεων" του τροτσκιστικού χώρου. Και ένα τρί­το, πιο "πλατύ" μέτωπο, στη σελ. 73, για τη συγκρότηση εργατικής αντι­πολίτευσης απέναντι στην επίθεση του δικομματισμού - νεοφιλελευθερι­σμού. Ένα "πρόγραμμα-ακoρντεόν”, που ο καθένας το ανοίγει ή το κλεί­νει, ανάλογα με τις προτιμήσεις του»17. Η διατύπωση που χρησιμοποιεί­ται στο κείμενο της Απόφασης18 του 2ου Συνεδρίου δεν αποσαφηνίζει το χαρακτήρα του ΑΕΜ, απλά αποτελεί προσπάθεια φραστικού συγκερασμού των διαφορετικών απόψεων που υπάρχουν γι' αυτό.

Τόσο το κείμενο της πλειοψηφίας όσο και αυτό της μειοψηφίας, καθώς και η Πολιτική Απόφαση πλειοδοτούν σε αντικαπιταλιστική και υπερε­παναστατική ρητορεία, κλίνοντας σε όλες τις πτώσεις την ανάγκη της σύνδεσης της σημερινής πάλης με την πάλη ενάντια στον καπιταλισμό. Μάλιστα σπεύδουν να διαχωρίσουν τη θέση τους από το «αντιμονοπωλιακό αντιιμπεριαλιστικό μέτωπο του ΚΚΕ», επαναλαμβάνοντας την άποψη ότι αυτό δεν ανταποκρίνεται στην επαναστατική στρατηγική, ότι οδηγεί σε συμμαχίες με μη μονοπωλιακά τμήματα της αστικής τάξης κλπ.

Επισημαίνουμε ορισμένα ζητήματα που «χαρακτηρίζουν» τη στρατηγι­κή του ΝΑΡ.

Πρώτο: Σε μια έκφραση κλασσικής «αριστερής» οπορτουνιστικής άπο­ψης, πλειοδοτώντας σε υπερεπαναστατική φρασεολογία, το ΝΑΡ «αγνο­εί» την ύπαρξη αντικειμενικών συνθηκών για τη διαμόρφωση επαναστα­τικής κατάστασης. Έτσι αναφέρει: «Σκοπός του (σ.σ. Αντικαπιταλιστικού Εργατικού Μετώπου) είναι... η πρόκληση επαναστατικής κρίσης και νι­κηφόρα έκβαση της επανάστασης»19. Και σε άλλο σημείο: «Μια τέτοια στροφή... μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για μια βαθύτερη αλλα­γή των συσχετισμών δυνάμεων, που θα φέρει πιο κοντά την αντικαπιτα­λιστική επανάσταση»20.

Η επαναστατική κατάσταση όμως είναι αντικειμενικός παράγοντας και δεν προκαλείται από τη δράση των κομμουνιστών. Όπως άλλωστε ανα­φέρει και ο Β. Ι. Λένιν στο έργο του: «Η χρεοκοπία της Β . Διεθνούς: «Για έναν μαρξιστή δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η επανάσταση είναι αδύνατο να γίνει χωρίς επαναστατική κατάσταση, μα κάθε επαναστατική κατάστα­ση δεν οδηγεί σε επανάσταση. Ποια είναι -μιλώντας γενικά- τα γνωρί­σματα μιας επαναστατικής κατάστασης; [ ... ] 1) Η αδυναμία των κυρίαρ­χων δυνάμεων να διατηρήσουν σε αναλοίωτη μορφή την κυριαρχία τους [ ... ] 2) Επιδείνωση, μεγαλύτερη από τη συνηθισμένη της ανέχειας και της αθλιότητας των καταπιεζόμενων τάξεων. 3) Σημαντικό ανέβασμα για τους παραπάνω λόγους της δραστηριότητας των μαζών, [ ... ]. Χωρίς αυτές τις αντικειμεvικές αλλαγές, που δεν εξαρτώνται ούτε από τη θέληση ορισμέ­νων χωριστών ομάδων και κομμάτων αλλά ούτε από τη θέληση ορισμέ­νων χωριστών τάξεων η επανάσταση, κατά γενικό κανόνα δεν μπορεί να γίνει. Το σύνολο αυτών των αντικειμενικών αλλαγών είναι εκείνο που ονομάζεται επαναστατική κατάσταση»21.

Κατά συνέπεια όλα τα σχέδια πρόκλησης επαναστατικής κρίσης είναι «αριστερίστικα» σχέδια επί χάρτου και τυχοδιωκτισμοί.

Δεύτερο: Από την Πολιτική Απόφαση, γίνεται φανερό ότι το ΝΑΡ απορ­ρίπτει τη λενινιστική θεωρία για το Κόμμα νέου Τύπου και ουσιαστικά υι­οθετεί μικροαστικές ελευθεριακές απόψεις για την οργάνωση: «Ως ΝΑΡ έχουμε υιοθετήσει μια νέα αντίληψη για το επαναστατικό υποκείμενο, στο οποίο θεωρούμε ότι συνεισφέρουν η κομμουνιστική οργάνωση, το αντι­καπιταλιστικό μέτωπο και η ριζοσπαστική πτέρυγα του κι νήματος της ερ­γατικής τάξης»22.

Έτσι λοιπόν σύμφωνα με το ΝΑΡ «η κομμουνιστική οργάνωση» εξι­σώνεται με κινηματικές οργανώσεις, οι οποίες «συνεισφέρουν» εξίσου στην επαναστατικοποίηση της συνείδησης της εργατικής τάξης. Για να ενισχύσει ακόμα περισσότερο αυτή την άποψη το ΝΑΡ υποστηρίζει το αυθόρμητο της διαμόρφωσης αντικαπιταλιστικής συνείδησης και δράσης της εργατικής τάξης: «Η αντικαπιταλιστική τάση - δράση της τάξης είναι το έδαφος στο οποίο δίνεται η μάχη για τη συγκρότηση του επαναστατι­κού πολιτικού υποκειμένου. Στρέφεται "αυθόρμητα" αλλά αντικειμενικά κατά του συστήματος. Είναι ο κρίκος σύνδεσης των κομμουνιστών με την πλειοψηφία της τάξης ... Με το δικό της τρόπο παράγει πολιτική και ιδε­ολογία, ενισχύει την ανάπτυξη της ταξικής συνείδησης»23.

Όμως η ιστορία του εργατικού κινήματος δεν επιβεβαιώνει την αυθόρ­μητη απόκτηση αντικαπιταλιστικής συνείδησης ούτε το ενιαίο του βαθ­μού συνειδητοποίησης μεταξύ των τμημάτων της εργατικής τάξης.

«Η οργάνωση του επαναστατικού αγώνα σε όλα τα επίπεδα εκφράζεται με την μετατροπή του επιμέρους και συγκυριακού αγώνα σε συνολικό πο­λιτικό αναπτυσσόμενων αγώνων»24.

Το ΝΑΡ αρνείται το ρόλο του κομμουνιστικού κόμματος ως πρωτοπο­ρίας της εργατικής τάξης, δηλαδή ως οργάνωσης που αποτελείται από τα πιο πρωτοπόρα στοιχεία της τάξης, ως φορέα συνένωσης της επαναστα­τικής θεωρίας με το εργατικό κίνημα που έχει καθήκον τη σοσιαλιστική επανάσταση.

Αυτό το καθήκον ανήκει μόνο στο κομμουνιστικό κόμμα γιατί η επα­ναστατική, ταξική συνείδηση δεν αναπτύσσεται ούτε ενιαία ούτε αυθόρ­μητα. Αυθόρμητα η εργατική τάξη δε φτάνει στον αντικαπιταλιστικό αλ­λά μόνο στον οικονομικό αγώνα, δηλαδή στη διεκδίκηση καλύτερων όρων πώλησης της εργατικής δύναμης, διεκδίκηση καλύτερων όρων εκμετάλ­λευσης. Η συνειδητά σχεδιασμένη πάλη για την απαλλαγή από την εκμετάλλευση είναι το καθήκον που εκπληρώνει μόνο το κομμουνιστικό κόμ­μα, γι' αυτό διαφέρει από όλες τις άλλες οργανώσεις της εργατικής τάξης (συνδικάτα κλπ. ). Απαιτεί ειδικού τύπου λειτουργία και επαναστατικά χα­ρακτηριστικά (Κόμμα Νέου Τύπου) για να ανταποκριθεί σε αυτό το κα­θήκον.

Φυσικό επακόλουθο της άρνησης του ΝΑΡ για το κομμουνιστικό κόμ­μα ως ιδεολογική, πολιτική, οργανωμένη πρωτοπορία της εργατικής τά­ξης είναι η πολεμική του στη συγκρότηση του Κόμματος Νέου Τύπου που αποτελεί το ΚΚΕ: «Το "κόμμα φρούριο" που υλοποιεί το ΚΚΕ όχι μόνο δεν μπορεί να αναπτύξει τις επαναστατικές δυνατότητες της εργατικής τά­ξης, αλλά δεν έχει καν την ίδια ελκτικότητα με παλιότερα»25.

Τρίτο: Παρόλο που το ΝΑΡ ουσιαστικά αξιοποιεί τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις για να στοιχειοθετήσει την άποψή του για νέο καπιταλι­στικό στάδιο για τον «ολοκληρωτικό καπιταλισμό» πρέπει να παρατηρή­σουμε ότι το ζήτημα της αντιπαράθεσης με τις αναδιαρθρώσεις το απo­συνδέει από το ζήτημα της πάλης για την εξουσία. Έτσι αναφέρεται: «Το ΑΕΜ εμπεριέχει όλους τους αμυντικούς αγώνες και στόχους που είναι ανα­γκαίοι για την αποτροπή της φυσικής και ηθικής φθοράς της εργατικής τά­ξης που επιφέρουν η αστική επίθεση και γενικότερα η αντιδραστική ανά­πτυξη του ολοκληρωτικού καπιταλισμού»26.

Φυσικά και θα πρέπει το κίνημα να διεκδικεί την υπεράσπιση κατακτήσεων, δικαιωμάτων, ακόμα και προσωρινά μέτρα βελτίωσης της ζωής των εργαζομένων. Όμως αν αυτή η «άμυνα» δε συνδέεται με στόχους - κρίκους σε μια ενιαία γραμμή ταξικής πάλης σε αντίθεση με κάθε μορφή αστικής διαχείρισης, στην προοπτική της εξουσίας, τότε οδηγεί στην ενσωμάτω­ση. Βέβαια το ΝΑΡ στα λόγια διαπιστώνει ότι: «Αν οι εργαζόμενοι πα­λεύουν αποκλειστικά για ρεφορμιστικά αιτήματα, με περιεχόμενο και με μορφές πάλης που εγκλωβίζονται στα ολοένα και πιο ασφυκτικά πλαίσια της αστικής νομιμότητας, ο αγώνας τους γίνεται ενσωματώσιμος και η συνείδησή τους ρεφορμιστική»27.

Η σωστή διαπίστωση ότι στις σημερινές συνθήκες η πάλη για οικονομι­κές διεκδικήσεις φέρνει πιο εύκολα στο προσκήνιο το ζήτημα της κυρίαρ­χης πολιτικής και της εξουσίας, «εκφυλίζεται» στο επίπεδο ότι κάθε οικο­νομική πάλη παίρνει «αυθόρμητο» αντικαπιταλιστικά χαρακτηριστικά.28

Στην πράξη δε συγκροτούν κανένα πλαίσιο στόχων πάλης και διεκδι­κήσεων που να αναδεικνύει την αναγκαιότητα για μια άλλη εξουσία. Προ­φανώς όμως η επαναστατικοποίηση της συνείδησης δεν έρχεται ούτε με την επαναστατική λογοκοπία ούτε μόνο με την προβολή ανεβασμένων μορφών πάλης. Η αντίληψη του ΝΑΡ «ανοίγει το παράθυρο» στην ουτο­πική αποπροσανατολιστική άποψη ότι υπάρχει δυνατότητα ανατροπής της στρατηγικής του κεφαλαίου χωρίς να τίθεται ζήτημα εξουσίας. Έτσι η πο­λιτική του κυριαρχείται από το μικροαστικό πανικό μπροστά στις ανα­διαρθρώσεις και επικεντρώνεται στην απόκρουσή τους, ως προϋπόθεση για τη συγκρότηση του αντικαπιταλιστικού κινήματος «γιατί η διαμόρ­φωση μιας αντικαπιταλιστικής Αριστεράς και η κομμουνιστική επαναθεμελίωση δεν μπορεί να γεννηθεί αν ο οδοστρωτήρας της αστικής επί­θεσης ισοπεδώσει κάθε ίχνος δικαιώματος, κατακτήσεων, συλλογικότη­τας, αμφισ6ήτησης κι αντίστασης»29.

Οι παραπάνω αντιλήψεις αποτελούν τη βάση της επίθεσης στο ΚΚΕ, ότι αρνείται τη δυνατότητα νίκης στο σήμερα. Παρόμοιες άλλωστε απόψεις εκφράζονται και από τις ομάδες των Συσπειρώσεων. Η πολιτική αυτή αντίληψη που χαρακτηρίζει την τακτική αυτών των δυνάμεων οδηγεί στην υιοθέτηση «στενών» και ορισμένες φορές συντεχνιακών στόχων πάλης, αλλά και στόχων πάλης που, ενώ εμφανίζονται ως «επαναστατικές», επί της ουσίας χωράνε στα πλαίσια της αντιλαϊκής διαχείρισης, π.χ. η απάντηση στους ταξικούς φραγμούς δε συνδέεται με το ζήτημα της ανατροπής της εξουσίας της αστικής τάξης των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής αλ­λά με την ελεύθερη πρόσβαση σε ΑΕΙ- ΤΕΙ, αίτημα υλοποιήσιμο στα πλαί­σια των κατευθύνσεων της ΕΕ. Σε αυτά τα πλαίσια αυτές οι δυνάμεις δε δί­στασαν να στηρίξουν καθαρά αντιδραστικές αλλαγές. Για παράδειγμα στις σχολές του Πολυτεχνείου υποστήριξαν αλλαγές σε προγράμματα σπου­δών που κινούνται στα πλαίσια των αλλαγών στη δομή και το περιεχόμε­νο σπουδών που βάζουν οι κατευθύνσεις της Μπολόνια. Αυτές οι δυνάμεις με την τακτική τους -παρά τις όποιες επαναστατικές διακηρύξεις τους- ου­σιαστικά βάζουν από την πίσω πόρτα την αντίληψη των «ρεαλιστικών στόχων πάλης» στο όνομα της ενότητας, της λεγόμενης «νικηφόρας τα­κτικής» κλπ., σπέρνοντας αυταπάτες για εύκολες νίκες του κινήματος και ήττες της κυβέρνησης υπονομεύοντας τη συνέχεια και τη διάρκεια του κι­νήματος.

Οι προαναφερόμενες απόψεις οδηγούν στην πράξη σε λογικές ενσωμά­τωσης στα πλαίσια του «μπλοκ» των δυνάμεων του «αντινεοφιλελεύθε­ρου μετώπου» και στη γειτνίαση με δυνάμεις του σύγχρονου δεξιού οπορ­τουνισμού και της σοσιαλδημοκρατίας.

Στην εισήγηση της Πολιτικής Επιτροπής στο 2ο Συνέδριο του ΝΑΡ: «Οι αριστερόστροφες διαφοροποιήσεις (του ΣΥΝ) κυρίως σε επίπεδο ύφους και δευτερευόντως σε επίπεδο πολιτικής ουσίας μετά την πρόσφατη αλ­λαγή ηγεσίας του, ανοίγουν ένα παράθυρο αντικαπιταλιστικής επικοινω­νίας, κοινής δράσης και πολιτικού διαλόγου κυρίως με τα εργατικά τμή­ματα της βάσης του»30. Η θέση αυτή σηματοδοτεί το φλερτάρισμα του ΝΑΡ (χαρακτηριστικό και άλλων αριστερίστικων ομάδων) με την «ενότητα της αριστεράς», κάτι που υλοποιείται και με τη συνεργασία με τις δυνάμεις του ΣΥΝ ή του ΣΥΡΙΖΑ σε μια σειρά χώρους (φοιτητές, εκπαιδευτικούς, μι­σθωτούς μηχανικούς κλπ.). Η παραπάνω θέση ενισχύει αυταπάτες για το ρόλο του Συνασπισμού, παίζοντας επί της ουσίας το παιχνίδι των ελιγμών της ηγεσίας του, που αποσκοπούν στην ανανέωση του «αριστερού του προ­φίλ» με στόχο την άσκηση πιo αποτελεσματικά του ρόλου του ως «αρι­στερού» αναχώματος του συστήματος. Δεν είναι άλλωστε κρυφό ότι ορι­σμένα στελέχη του ΝΑΡ φλερτάρουν ανοιχτά με το ΣΥΝ και το ΣΥΡΙΖΑ, κάτι που παλιότερα το έκαναν και σε σχέση με τη σοσιαλδημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ. Είναι χαρακτηριστικό ότι στα πλαίσια της εσωκομματικής αντιπαράθεσης μέσα στο ΠΑΣΟΚ τη δεκαετία του 1990, δυνάμεις του ΝΑΡ έβλεπαν θετικά την κίνηση του Τσοχατζόπουλου στο 3ο Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ το 1996.

1. Θέσεις της Πολιτικής Επιτροπής του ΝΑΡ για το 2ο Συνέδριο, σελ. 57.

2. «Για έναν ανθρώπινο δημοκρατικό σοσιαλισμό». Υλικά 28ου Συνεδρίου του ΚΚΣΕ», σελ. 311-312, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» 1990.

3. Θέσεις της Πολιτικής Επιτροπής του ΝΑΡ για το 1 ο Συνέδριο, κεφάλαιο 5ο: «Για τη φύση και το χαρακτήρα των χωρών του "Υπαρκτού σοσιαλισμού"».

4. Θέσεις της Πολιτικής Επιτροπής του ΝΑΡ για το 1ο Συνέδριο, κεφάλαιο 1ο: «Ο τρί­τος γύρος του Κομμουνισμού».

5. Θέσεις της Πολιτικής Επιτροπής του ΝΑΡ για το 2ο Συνέδριο, σελ. 59.

6. Β. Ι. Λένιν: «Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι», σελ. 26-27, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

7. Θέσεις της ΠΕ του ΝΑΡ για το 2ο Συνέδριο, σελ. 64.

8. Άρθρο με τίτλο: «ΚΚΕ: Στρατηγικό έλλειμμα», εφημερίδα «ΠΡΙΝ», 27.8.2006.

9. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς: «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος», σελ. 50, εκ­δόσεις «Σύγχρονη Εποχή» (1994).

10. Β. Ι. Λένιν: «Το Χ Συνέδριο του ΚΚΡ (μπ)», Άπαντα, τόμος 43, σελ. 94, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

11. Β. Ι. Λένιν: «Το Χ Συνέδριο του ΚΚΡ (μπ)», Άπαντα, τόμος 43, σελ. 94-95, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»..

12. Β. Ι. Λένιν: «Για το δημοκρατισμό και το σοσιαλιστικό χαρακτήρα της Σοβιετικής Εξουσίας», Άπαντα, τόμος 36, σελ. 481, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

13 Θέσεις της Πολιτικής Επιτροπής του ΝΑΡ για το 2ο Συνέδριο, σελ. 64.

14. Κ. Μαρξ «Η Κριτική του προγράμματος της Γκότα», σελ. 21, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» (1994).

15. Β. Ι Λένιν: «Κράτος και Επανάσταση», σελ. 98, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» (1987).

16. Β. Ι Λένιν: «Κράτος και Επανάσταση», σελ. 97, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» (1987).

17. Άρθρο του Π. Παπακωνσταντίνου, μέλους της Πολιτικής Επιτροπής που ανήκει στη μειοψηφία με τίτλο: «Για την ουσία των πολιτικών μας διαφωνιών» στον προσυνεδριακό διάλογο του «ΠΡΙΝ» (αναδημοσιεύεται στην ηλεκτρονική σελίδα «Πολιτικό Καφενείο»).

18. «Το περιεχόμενο του Αντικαπιταλιστικού Εργατικού Μετώπου έχει στον πυρήνα του τις σύγχρονες κοινωνικές ανάγκες και δυνατότητες και την πάλη για ριζική βελτίωση και αλλαγή της θέσης των εργαζομένων και αναπτύσσεται–μέσα από τις καμπές και τη διαλεκτική της ταξικής πάλης– ως την αντικαπιταλιστική επανάσταση, που ανοίγει το δρόμο για την κατάργηση του συστήματος της μισθωτής εκμετάλλευσης. Το περιεχόμενο αυτό «συγκεντρώνεται» σε βασικούς πολιτικούς κρίκους και ταυτόχρονα συγκεκριμενοποιείται με τα αριστερά προγράμματα πάλης στους χώρους ή τα μέτωπα. Αν λείψει μία από τις δύο πλευρές, γίνεται αναποτελεσματικό. (Απόφαση 2ου Συνεδρίου του ΝΑΡ, κεφάλαιο: «Το Αντικαπιταλιστικό Εργατικό Μέτωπο»).

19. Απόφαση 2ου Συνεδρίου του ΝΑΡ, κεφάλαιο: «Το Αντικαπιταλιστικό Εργατικό Μέτωπο»

20. Απόφαση 2ου Συνεδρίου του ΝΑΡ, κεφάλαιο: «Το ζήτημα της εξουσίας και οι στόχοι του Αντικαπιταλιστικού Εργατικού Μετώπου».

21. Β. Ι. Λένιν: «Η χρεοκοπία της Β' Διεθvούς». Άπαντα, τόμος 26, σελ. 220, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

22. Απόφαση 2ου Συνεδρίου του ΝΑΡ, κεφάλαιο: «Το επαναστατικό υποκείμενο, το ΝΑΡ, η νΚΑ (σ.σ. νεολαία Κομμουνιστική Απελευθέρωση: η νεολαία του ΝΑΡ)».

23. Απόφαση 2ου Συνεδρίου του ΝΑΡ, κεφάλαιο: «Το επαναστατικό υποκείμενο, το ΝΑΡ, η νΚΑ».

24. Απόφαση 2ου Συνεδρίου του ΝΑΡ, κεφάλαιο: «Το επαναστατικό υποκείμενο, το ΝΑΡ, η νΚΑ».

25. Απόφαση 2ου Συνεδρίου του ΝΑΡ, κεφάλαιο: «Το επαναστατικό υποκείμενο, το ΝΑΡ, η νΚΑ»

26. Απόφαση 2ου Συνεδρίου του ΝΑΡ, κεφάλαιο: «Το ζήτημα της εξουσίας, η αντικαπιταλιστική επανάσταση και οι στόχοι του Αντικαπιταλιστικού Εργατικού Μετώπου».

27. Απόφαση 2ου Συνεδρίου του ΝΑΡ, κεφάλαιο: «Το ζήτημα της εξουσίας, η αντικαπι­ταλιστική επανάσταση και οι στόχοι του Αντικαπιταλιστικού Εργατικού Μετώπου».

28 «Πρόκειται για μια εποχή αντιφατική και συναρπαστική... (όπου)... η αναμέτρηση για το πιο "μικρό" πρόβλημα πολιτικοποιείται και μετατρέπεται σε αναμέτρηση για το σύ­νολο της κυβερνητικής πολιτικής, για τους πυλώνες της αστικής πολιτικής, ακόμη και τις βασικές σταθερές του συστήματος». Πολιτική Απόφαση του 2ου Συνεδρίου του ΝΑΡ, κεφάλαιο: «Ένας κόσμος νέων δυνατοτήτων και πρωτόγνωρων δυσκολιών».

29 Απόφαση 2ου Συνεδρίου του ΝΑΡ, κεφάλαιο: «Το ζήτημα της εξουσίας, η αντικαπι­ταλιστική επανάσταση και οι στόχοι του Αντικαπιταλιστικού Εργατικού Μετώπου».

30 Εισήγηση της Πολιτικής Επιτροπής στο 2ο Συνέδριο του ΝΑΡ, σελ. 12.

 
 

από ρ. 06/03/2007 10:05 μμ.


 

Βέβαια φαίνεται ότι οι αυταπάτες για το ΠΑΣΟΚ συνεχίζουν να υπάρ­χουν στις δυνάμεις του ΝΑΡ. Είναι χαρακτηριστικό το άρθρο του Γιάννη Ελαφρού στο «ΠΡΙΝ», 3.12.20061. Το άρθρο κάνει κριτική σε διάφορες «αντιπολιτευτικές» τάσεις μέσα στο ΠΑΣΟΚ ότι δεν μπορούν να εκφράσουν «αριστερή στροφή», αφού οι κινήσεις Βενιζέλου χαρακτηρίζονται ως «αποσπασματικές» και το μόνο που απ' ό,τι φαίνεται «βαραίνει» τη λε­γόμενη «Αριστερή Πρωτοβουλία» είναι πως ευθύνεται για τη στήριξη του Γ. Παπανδρέου. Το άρθρο συνεχίζει αναφερόμενο με θετικό τρόπο στην «πρωτοβουλία» της ΠΑΣΠ ενάντια στην αναθεώρηση του άρθρου 16, εξη­γώντας ότι: «Οι διαφοροποιήσεις θα είναι πιο έντονες όπου υπάρχει αρι­στερή παρέμ6αση και αγωνιστική δυναμική». Το άρθρο αναφέρεται στο ΠΑΣΟΚ σαν να μην έχει μεσολαβήσει μια 30χρονη πορεία στην κυβέρ­νηση και στην αντιπολίτευση στήριξης των στρατηγικών επιλογών της άρχουσας τάξης με ειδική συμβολή στην ενσωμάτωση του εργατικού κι­νήματος. Και έτσι καταλήγει ότι: «Το στοίχημα είναι εάν ο κόσμος του ΠΑΣΟΚ θα υποταχθεί στη δεξιά μετάλλαξη και θα μείνει ενσωματωμέ­νος ή ένα δυναμικό της βάσης θα αντιδράσει, θα περάσει σε αριστερές θέ­σεις και στην Αριστερά» και γι' αυτό το λόγο «Χρειάζεται προσανατολι­σμός, ανοικτή ενωτική λογική στη βάση του κινήματος και όχι τεχνητοί φραγμοί». Έτσι ενώ είναι σωστές οι διαπιστώσεις ότι η κρίση του ΠΑΣΟΚ οφείλεται στην αντιλαϊκή πολιτική του, στη δυσκολία διαφοροποίησης από τη ΝΔ –κρίση που σε ένα βαθμό αντιμετώπισε και η ΝΔ την περίοδο που ήταν αντιπολίτευση στο ΠΑΣΟΚ– αποσπάται η προσοχή από το κύ­ριο: τα τμήματα της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων που ακολουθούν το ΠΑΣΟΚ να βγάλουν πολιτικά συμπεράσματα με βά­ση την κοινωνική ταξική τους θέση –κάτι που αφορά και τις λαϊκές δυνά­μεις που ακολουθούν τη ΝΔ– και όχι με ψεύτικους διαχωρισμούς δεξιά, αντι-δεξιά που αναπαράγουν την ψευδεπίγραφη κατάταξη του ΠΑΣΟΚ στις «αριστερές», «προοδευτικές» δυνάμεις της χώρας. Το κρίσιμο ζήτη­μα δεν είναι οι επιμέρους διαφοροποιήσεις στελεχών του ΠΑΣΟΚ σε ζη­τήματα διαχείρισης, που δεν ανατρέπουν τον αντεργατικό και αντιλαϊκό άξονα της πολιτικής υπέρ του κεφαλαίου, ούτε και οι τακτικές κινήσεις στο συνδικαλιστικό κίνημα. Άλλωστε και αυτές συμβάλλουν στη δια­μόρφωση νέων μηχανισμών ενσωμάτωσης του εργατικού και λαϊκού κι­νήματος, όταν δεν αποκαλύπτονται αλλά στηρίζονται από «αριστερές» δυ­νάμεις.

Στις τελευταίες νομαρχιακές-δημοτικές εκλογές του 2006 επιβεβαιώθηκε το «φλερτάρισμα» με το σύγχρονο δεξιό οπορτουνισμό με συμμετοχή δυνάμεων του ΝΑΡ σε κοινά ψηφοδέλτια με δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ, της «Πρωτοβουλίας Διαλόγου για την Ενότητα της Αριστεράς», αλλά και του ΣΥΝ. Στην Αθήνα τέτοιου είδους συνεργασίες είχαμε στο Χαλάνδρι (ΣΥΝ, ΝΑΡ, ΚΟΕ, «Συσπειρώσεις» κλπ.) και στου Ζωγράφου (ΝΑΡ, ΚΟΕ, δυνάμεις του ΣΥΝ, «Συσπειρώσεις»). Όμως και σε άλλες περιπτώ­σεις χωρίς την ανοιχτή συμμετοχή δυνάμεων του ΣΥΝ, όπως π.χ. στο δή­μο Βύρωνα, δήμο Περιστερίου, δήμο και στη Νομαρχία Ιωαννίνων, στην Πάτρα και στη Νομαρχία Αχαΐας, στη Νομαρχία Ηλείας η συνεργασία με δυνάμεις που συμμετέχουν στο ΣΥΡΙΖΑ, την «Πρωτοβουλία Διαλόγου για την ενότητα της Αριστεράς» και το «Κοινωνικό Φόρουμ» (όπως π.χ. ΑΚΟΑ, ΚΟΕ, ΔΕΑ, «Κόκκινο», ΚΕΔΑ κλπ.), φανερώνει γενικότερες διερ­γασίες σε αυτή την κατεύθυνση. Σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα αυτές οι κι νήσεις έγιναν και αποδέκτες της δημόσιας στήριξης από δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας.2

Στις μετεκλογικές αναλύσεις του ΝΑΡ για τις δημοτικές και νομαρχια­κές εκλογές η συμμαχία με δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ κρύβεται επιμελημένα. Διακρίνεται μάλιστα και μια ανησυχία για τη διαμορφούμενη πρόταση του λεγόμενου «κοινωνικού ΣΥΡΙΖΑ», στον οποίο μια αρθρογραφία που προ­έρχεται από το χώρο του ΣΥΡΙΖΑ και ιδιαίτερα από την εφημερίδα «Επο­χή», δε διστάζει να συμψηφίσει και τα σχήματα που στήριξε το ΝΑΡ. Ταυ­τόχρονα φαίνεται να υπάρχουν πολλές αντιφάσεις στο πώς αντιμετωπίζει το ΝΑΡ την πολιτική του ΣΥΝ στις δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές. Έτσι, ενώ από τη μια σε άρθρα του «ΠΡΙΝ» γίνεται κριτική στην πολιτική του ΣΥΝ για κεντροαριστερές συνεργασίες, από την άλλη μετεκλογικά υπάρχουν δημοσιεύματα όπως αυτό που θριαμβολογεί για τη νίκη του Κορ­τζίδη στο Ελληνικό3. Την ίδια περίοδο φιλοξενείται «όλως τυχαίως» συ­νέντευξη του μέλους της Πολιτικής Επιτροπής του ΣΥΝ Νίκου Χουντή, με τον πηχυαίο τίτλο: «Στόχος η ευρύτερη συσπείρωση των αριστερών»4.

Το ΝΑΡ «θριαμβολογεί» για την «επιτυχία» της λεγόμενης «ριζοσπα­στικής αντικαπιταλιστικής αριστεράς» στις εκλογές, μια «επιτυχία» στην οποία περιέργως δίνουν μεγάλη έμφαση και δημοσιεύματα του αστικού τύπου.

Χαρακτηριστικό της θριαμβολογίας είναι άρθρο του «ΠΡΙΝ» στις 28.10.2006 –μάλιστα προειδοποιώντας τους αναγνώστες του να μην απο­κοιμηθούν από τις αισιόδοξες προβλέψεις των αντιπάλων– το οποίο αξιο­ποιεί δημοσίευμα του «Κόσμου του Επενδυτή» που αναφέρει: «Ύστερα από μερικά χρόνια όμως και εφόσον το ΠΑΣΟΚ και τα επίσημα κόμμα­τα της Αριστεράς δεν καταφέρουν να ενσωματώσουν πολιτικά και να εκ­φράσουν την κοινωνική δυσαρέσκεια, ίσως τα σημερινά φαινόμενα να αποτελέσουν το προζύμι ενός αριστερού γαλαξία α λα Γαλλία»5.

Μάλλον το ΝΑΡ είναι έτοιμο να αποδεχτεί το ρόλο που του επιφυλάσ­σει το σύστημα στην αναμόρφωση του πολιτικού σκηνικού στυλ Γαλλίας, δηλαδή στην κατεύθυνση της διαμόρφωσης ενός δήθεν «αντικαπιταλι­στικού πολιτικού μπλοκ» που θα ενσωματώνει τη λαϊκή δυσαρέσκεια, χω­ρίς να αποτελεί ουσιαστική απειλή για το αστικό πολιτικό σύστημα. Στη Γαλλία τέτοιο ρόλο έπαιξαν οι τροτσκιστές, αξιοποιώντας την οπορτου­νιστική μετάλλαξη του Γαλλικού ΚΚ. Σήμερα αυτές οι δυνάμεις συνερ­γάζονται με τα πιo δεξιά στοιχεία στο Γαλλικό ΚΚ στο όνομα του αντι­νεοφιλελεύθερου μετώπου. Προφανώς αυτή η προσπάθεια στην Ελλάδα θα απαιτεί απαραίτητες προσαρμογές, αφού το ΚΚΕ δεν είναι ΚΚ Γαλλίας. Όταν λοιπόν αποδέχονται έναν τέτοιο ρόλο, αυταπατώνται ότι μπορούν να τον φέρουν εις πέρας χωρίς στο «προζύμι» να μπει η «μαγιά» του ΣΥΡΙΖΑ και δυνάμεων γύρω από αυτόν.

ΟΡΙΣΜΕΝΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΑΚΤΙΚΗ ΤΟΥΣ ΣΤΟ ΚΙΝΗΜΑ

Οι «αριστερές» οπορτουνιστικές ομάδες και ιδιαίτερα τα ΕΑΑΚ στο φοι­τητικό κίνημα και οι «Παρεμβάσεις» στους εκπαιδευτικούς στις οποίες συμμετέχουν οι δυνάμεις του ΝΑΡ, είχαν ιδιαίτερο ρόλο στη στήριξη της κεντροαριστερής συνεργασίας των δυνάμεων του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΝ στα πανεπιστήμια, σε φοιτητές και καθηγητές κατά τη διάρκεια των φοι­τητικών κινητοποιήσεων, αλλά και στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθ­μια εκπαίδευση στις πρόσφατες απεργιακές κινητοποιήσεις.

Στο φοιτητικό κίνημα έδωσαν ένα «αριστερό» και «υπερεπαναστατικό» άλλοθι στην τακτική του ΠΑΣΟΚ που επεδίωκε πολλαπλούς στόχους: αντικυβερνητική διαμαρτυρία, απόκρυψη της δικής του ουσιαστικής στρα­τηγικής σύμπλευσης, ανασχετική παρέμβαση σε μια πραγματική αναζω­ογόνηση του φοιτητικού κινήματος. Επί της ουσίας συγκροτήθηκε ένα «ενιαίο μέτωπο» με τα εξής χαρακτηριστικά:

    • Επεξεργασμένη αντιπαράθεση με την τακτική του ΚΚΕ και της ΚΝΕ στο φοιτητικό και πανεπιστημιακό κίνημα και την προσπάθειά τους οι κι­νητοποιήσεις να δένονται σε στόχους διεκδίκησης μιας παιδείας των λαϊκών αναγκών και δικαιωμάτων. Στόχος να εμφανίσουν τις δυνάμεις της ΚΝΈ απομονωμένες, ότι δεν ενδιαφέρονταν για τους αγώνες, ότι επεδίω­καν στενά «κομματικά» οφέλη.

    • Απολυτοποίηση της κατάληψης ως μορφής πάλης και επικέντρωση σε εμφανείς αιχμές των νομοσχεδίων, αφήνοντας στο απυρόβλητο την ου­σία της κυβερνητικής πολιτικής δημιουργώντας αυταπάτες για εύκολες και γρήγορες νίκες, μεθοδεύοντας νέες εκφυλιστικές δομές του φοιτητικού κι­νήματος.

    • Υποκριτική γραμμή «παραμερισμού διαφορών για το καλό του κινή­ματος», που συγκάλυπτε τη συγκυριακή σύμπτωση ετερόκλητων επιδιώ­ξεων. Το ΠΑΣΟΚ επιδίωξε τη διαμόρφωση ανέξοδου αγωνιστικού προ­φίλ στα πλαίσια της αντιπολιτευτικής του τακτικής. Ο ΣΥΝ προσπάθησε να προωθήσει την οπορτουνιστική τακτική της «ενότητας της αριστεράς» στα πανεπιστήμια. Τα ΕΑΑΚ και κάποιες αναρχοαυτόνομες ομάδες, την αναζωογόνηση των δυνάμεών τους και την αντιμετώπιση της πίεσης που τους ασκεί η δράση της ΚΝΕ.

Η τακτική αυτή επαναλήφθηκε στους εκπαιδευτικούς με τη σύναψη κε­ντροαριστερής, αντιδεξιάς συνεργασίας ανάμεσα στις παρατάξεις («Πα­ρεμβάσεις» που συμμετέχουν ΝΑΡ και «Συσπειρώσεις» (μαζί και άλλες «αριστερίστικες» ομάδες π.χ. «ΜΛ- ΚΚΕ») στην πρωτοβάθμια και δευτε­ροβάθμια εκπαίδευση μαζί με την ΠΑΣΚ (ΠΑΣΟΚ) και τη «Συνεργασία» (ΣΥΝ). Ουσιαστικά αυτές οι δυνάμεις συναίνεσαν στην –κατ' απαίτηση του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΝ– διαμόρφωση ενός διεκδικητικού πλαισίου που δε θίγει βασικές πλευρές των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων στην πρω­τοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Έτσι στα πλαίσια που ψηφί­στηκαν σε ΔΟΕ και ΟΛΜΕ δε γίνεται καμία αναφορά στο ζήτημα της απο­κέντρωσης, προτείνουν προαιρετικότητα και όχι την κατάργηση της ευέ­λικτης ζώνης, δε βάζουν πουθενά το ζήτημα της κατάργησης του ανισότι­μου σχολικού δικτύου Γενικής - Επαγγελματικής εκπαίδευσης, δε θέτουν το ζήτημα κατάργησης της ιδιωτικής εκπαίδευσης, ενώ δεν ασχολούνται καθόλου με το αντιδραστικό αντιεπιστημονικό περιεχόμενο των νέων βι­βλίων στα δημοτικά και στα γυμνάσια. Ουσιαστικά το πλαίσιό τους απο­τελείται από αιτήματα που είναι ενσωματώσιμα στα πλαίσια του σχολεί­ου που διαμορφώνεται αυτή τη στιγμή με βάση τις κατευθύνσεις της ΕΕ-­ΟΟΣΑ-βιομηχάνων (όπως π.χ. το αίτημα για αύξηση των δαπανών στο 5% του ΑΕΠ). Το σκεπτικό τους αποπροσανατολίζει από τις πραγματικές αιτίες των οξυμένων προβλημάτων της εκπαίδευσης και των εκπαιδευτι­κών, αποκρύπτοντας τόσο τις κατευθύνσεις της ΕΕ για την παιδεία όσο και την πολιτική του ΠΑΣΟΚ, την οποία συνεχίζει η κυβέρνηση της ΝΔ. Η στήριξη των αριστεριστών στους ελιγμούς τόσο του ΠΑΣΟΚ που επι­δίωξε σε προεκλογική περίοδο να αξιοποιήσει τις κινητοποιήσεις για να κερδίσει τη λαϊκή δυσαρέσκεια απέναντι στην κυβέρνηση της ΝΔ, όσο και του ΣΥΝ που στόχευε στην ανανέωση του ψευτο-αγωνιστικού του «προ­φίλ», είναι ακόμα πιo αποκαλυπτική στις Γενικές Συνελεύσεις των Συλ­λόγων και των ΕΛΜΕ. Εκεί, ενώ μπορούσαν να βάζουν ένα πιo προωθη­μένο πλαίσιο πάλης, όχι μόνο δεν είχαν τέτοια κατεύθυνση, αλλά επιτέ­θηκαν και στην προσπάθεια που έκαναν οι δυνάμεις του ΠΑΜΕ να ζυμώ­σουν και να βάλουν για ψήφιση ένα ολοκληρωμένο και συνεκτικό πλαί­σιο αιτημάτων που να στρέφεται με σαφήνεια ενάντια στην πολιτική των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων στην εκπαίδευση.6 Η επίθεση στις ταξικές δυνάμεις στο συνδικαλιστικό-εργατικό κίνημα και το ΠΑΜΕ αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της τακτικής των αριστερίστικων ομάδων στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα. Είναι χαρακτη­ριστική η εκτίμησή τους ότι το ΠΑΜΕ αποτελεί «αποτυχημένη λογική»7 και ότι «διαλέγει το δρόμο της απομόνωσης ... αντιμετωπίζει τις κινητο­ποιήσεις μόνο ως μοχλό πολιτικής καταγραφής και εκλογικής ενίσχυσης, προβάλλοντας τη λογική ότι σήμερα κανένας αγώνας δεν μπορεί να νικήσει, οδηγεί στην ηττοπάθεια τους εργαζόμενους, ενώ σε ομοσπονδίες που συμμετέχουν σε αυτό υπογράφουν συμβάσεις στα ίδια επίπεδα με τη ΓΣΕΕ»8.

Η αντιπαράθεση όμως με το ΠΑΜΕ και το ταξικό συνδικαλιστικό κί­νημα παίρνει αρκετές φορές χαρακτήρα προβοκάτσιας:

«Το μεροκάματο αυτό υπογράφεται για πέντε ημέρες την εβδομάδα και αν το διαιρέσουμε δια έξι, όπως πρέπει μετά το πενθήμερο, τότε θα δούμε ότι το μεροκάματο της σύμβασης των Οικοδόμων βρίσκεται πολύ κοντά στη Σύμβαση που υπογράφει η ΓΣΕΕ: 0,77 λεπτά αύξηση η ΓΣΕΕ, 1,9 ευ­ρώ η Ομοσπονδία Οικοδόμων»9.

Στο στόχαστρο της επίθεσης των στελεχών του ΝΑΡ μπαίνει η Ομο­σπονδία Οικοδόμων –πανελλαδικά από τις λίγες με ταξικό προσανατολισμό– που ηγήθηκε αλλεπάλληλων αγώνων για να «σπάσει» τη συλλογική σύμβαση που επέβαλε ο εργοδοτικός συνδικαλισμός της ΓΣΕΕ. Γίνονται επικριτές του ταξικού συνδικαλιστικού κινήματος, κατασκευάζοντας συνειρμούς ταύτισής του με το συμβιβασμένο συνδικαλισμό, παραβλέποντας την επίδραση που έχει στην αποτελεσματικότητα των αγώνων ο γενικότερος αρνητικός συσχετισμός δυνάμεων στο συνδικαλιστικό κίνη­μα, λόγω κυριαρχίας των συμβιβασμένων και εργοδοτικών δυνάμεων (ΠΑΣΚΕ - ΔΑΚΕ - Αυτόνομη Παρέμβαση). Έτσι δίνουν τροφή στον εργοδοτικό συνδικαλισμό σε βάρος του ταξικού ρεύματος στο συνδικαλιστικό κίνημα.

Η επιλογή αντιπαράθεσης με το ΠΑΜΕ ουσιαστικά ρίχνει νερό στο μύ­λο του εργοδοτικού συνδικαλισμού. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο ότι αυτές οι δυνάμεις έχουν επιλέξει στις ταξικές ομοσπονδίες και τα συνδικάτα να παίζουν τον κύριο ρόλο της αντιπολίτευσης. Το χτύπημα του ταξικού συν­δικαλιστικού κινήματος από τα «αριστερά» είναι βασικό χαρακτηριστικό του αριστερισμού και πολύ χρήσιμο για τον εργοδοτικό συνδικαλισμό.

Τα παραπάνω παραδείγματα αποδεικνύουν ότι η «ανίερη συμμαχία» αυ­τών των δυνάμεων με δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας και του δεξιού οπορτουνισμού δεν έχει τυχαίο ή συγκυριακό χαρακτήρα, αλλά είναι βα­σικό στοιχείο της τακτικής τους στο συνδικαλιστικό κίνημα.

Η ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΟ ΚΚΕ

Η επίθεση αυτών των ομάδων ενάντια στο ΚΚΕ είναι αναπόσπαστο στοιχείο του χαρακτήρα τους ως φορέων της μικροαστικής ιδεολογίας. Η επίθεση έχει κύριο χαρακτηριστικό τη συνειδητή διαστρέβλωση10 των προγραμματικών θέσεων και της πολιτικής του ΚΚΕ.

Βασικό στοιχείο της διαστρέβλωσης είναι ότι το Κόμμα με τον όρο «Λαϊ­κή Εξουσία» επί της ουσίας τοποθετεί ένα στάδιο ανάμεσα στον καπιτα­λισμό και το σοσιαλισμό και ότι επιδιώκει μέσω του Αντιιμπεριαλιστικού Αντιμονοπωλιακού Δημοκρατικού Μετώπου συμμαχία με τμήματα της μη μονοπωλιακής αστικής τάξης.

ΤΟ Πρόγραμμα όμως του ΚΚΕ και οι αποφάσεις των συνεδρίων του εί­ναι σαφείς: «Στην εποχή μας, εποχή περάσματος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό, η πάλη των τάξεων κατευθύνεται στη λύση της 6ασικής αντί­θεσης κεφαλαίου-εργασίας. Η επαναστατική αλλαγή στην Ελλάδα θα εί­ναι σοσιαλιστική»11. Τα ντοκουμέντα μάς διευκρινίζουν ότι για το ΚΚΕ η «Λαϊκή Εξουσία» και η «Λαϊκή Οικονομία» είναι η δικτατορία του προ­λεταριάτου και η σοσιαλιστική οικονομία, που όμως δεν θεωρεί την απο­δοχή αυτών των θέσεων ως προϋπόθεση για τη συμμαχία με μικροαστικά στρώματα.12

Η κριτική που κάνουν στο Κόμμα και στην ΚΝΕ για την τακτική τους στο κίνημα αναπαράγει τις βασικές «γραμμές» της αντικομμουνιστικής προπαγάνδας, κυρίως αυτής που προέρχεται από τα σοσιαλδημοκρατικά και κεντροαριστερά επιτελεία και τα αντίστοιχα έντυπα και ηλεκτρονικά ΜΜΕ όπως:

  • Όλη η ιστορική πορεία του Κόμματος είναι μια πορεία προδοσίας της ηγεσίας προς τη βάση του, των πλατιών λαϊκών μαζών που το ακολου­θούσαν, το ΚΚΕ και η ΚΝΕ δεν ενδιαφέρονται για την ανάπτυξη αγώνων αλλά για το καπέλωμά τους κλπ.

  • Η επίθεση στο ΚΚΕ σε σχέση με το σοσιαλισμό επικεντρώνεται σε δύο βασικά ζητήματα: Την υπεράσπιση της προσφοράς του σοσιαλιστι­κού συστήματος στον 20ό αιώνα (τα εκμεταλλευτικά και γραφειοκρατι­κά καθεστώτα σύμφωνα με το ΝΑΡ) και στην προβολή της αναγκαιότη­τας του σοσιαλισμού, όπως αποδεικνύεται από τις θεωρητικές θέσεις του επιστημονικoύ κομμουνισμού που θεμελίωσαν οι Μαρξ - Ένγκελς (και όχι ως αναρχοαυτόνομη ακίνδυνη καρικατούρα που φαντασιώνεται το ΝΑΡ). Σε αυτή την περίπτωση το ΝΑΡ και οι άλλες αριστερίστικες ομάδες, στο όνομα της υπεράσπισης του κομμουνισμού, ταυτίζονται με μια σειρά αστι­κές και μικροαστικές δυνάμεις που προσπαθούν να πείσουν ότι ο σοσια­λισμός είτε δεν υπήρξε ποτέ στον 20ό αιώνα είτε δεν έχει καμία σχέση με αυτό που υπήρξε και έτσι έμμεσα συνηγορούν σε όλη την αντικομμουνι­στική προπαγάνδα που ξεδιπλώνεται (π.χ. σταλινικά εγκλήματα κλπ.). Κυ­ρίως υπονομεύουν την επικαιρότητα και τη ρεαλιστικότητά του, δίνοντας «ουτοπικό χαρακτήρα» στο σοσιαλισμό και αρνούμενοι βασικά χαρα­κτηριστικά του (π.χ. δικτατορία του προλεταριάτου).

  • Συμμετέχουν στην επίθεση στο ζήτημα της «ενότητας», η οποία παίρ­νει πολλές παραλλαγές (π.χ. όλοι μαζί ενάντια στη ΔΑΠ στις Γενικές Συ­νελεύσεις κλπ.) και ουσιαστικά αναπαράγει την αντίληψη περί «ενότητας της αριστεράς» (στην οποία χωράει και το ΠΑΣΟ Κ) ή «ενότητας στο πρό­βλημα». Επί της ουσίας αποτελεί άσκηση πίεσης για άμβλυνση βασικών αιχμών της πολιτικής παρέμβασης των κομμουνιστών μέσα στο κίνημα για συ­σπείρωση σε αγωνιστική κατεύθυνση με αντιμονοπωλιακά και αντιιμπε­ριαλιστικά χαρακτηριστικά. Αυτή η τακτική διευκολύνει τη σοσιαλδη­μοκρατία και το σύγχρονο δεξιό οπορτουνισμό, οι οποίοι προσπαθούν πά­ντα μέσα από «κινηματικές διαδικασίες» να αναβαπτίζονται και να ανα­νεώνουν την πολιτική τους επιρροή, τη δυνατότητά τους να ενσωματώ­νουν τη λαϊκή δυσαρέσκεια, συγκαλύπτοντας τη στήριξή τους σε στρα­τηγικές επιλογές του κεφαλαίου.

  • Τέλος, μια σημαντική κατηγορία που στρέφεται ενάντια στο ΚΚΕ­ –όπως αναφέραμε σε προηγούμενο σημείο– είναι πως το ΚΚΕ υποστηρί­ζει ότι οι αγώνες δεν μπορούν να νικήσουν σήμερα και ότι ενδιαφέρεται μόνο για τα κομματικά του οφέλη. Επί της ουσίας η επίθεση στρέφεται ενάντια στην προσπάθεια του ΚΚΕ για πιο διευρυμένη και σταθερή ορ­γάνωση των μαζών, με δομές ικανές να εξασφαλίζουν τη συνέχεια στην πάλη, την πείρα για τη συνειδητοποίηση της ανάγκης ανατροπών σε πο­λιτικό επίπεδο. Μόνο μέσα από τέτοια γραμμή πάλης μπορούν να έρθουν υποχωρήσεις και απόσπαση προσωρινών κατακτήσεων στις σημερινές συνθήκες, να εξασφαλίζεται η συνέχεια και η διάρκεια του κινήματος και όχι η ανώδυνη για το σύστημα εκτόνωσή του. Επιτίθενται με πείσμα στο ζήτημα που βάζουν ανοικτά και ξεκάθαρα οι δυνάμεις του ΚΚΕ και της KΝΕ για απεγκλωβισμό λαϊκών δυνάμεων όχι μόνο από τα αστικά πο­λιτικά κόμματα αλλά και από τα αναχώματα του οπορτουνισμού με αλ­λαγή συσχετισμών σε κλαδικό, τοπικό και εθνικό επίπεδο. Επί της ου­σίας η επίθεση στρέφεται ενάντια στην προσπάθεια για πολιτική χειρα­φέτηση της εργατικής τάξης, των νέων από εργατικές οικογένειες, για την ανάπτυξη της ταξικής τους συνείδησης, για τη συγκρότηση μάχιμης συμμαχίας με τα φτωχά λαϊκά στρώματα.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Ο σύγχρονος «αριστερός» οπορτουνισμός στην Ελλάδα αποτελεί ένα μι­κροαστικό ρεύμα ακίνδυνο για το αστικό πολιτικό σύστημα. Οι δυνάμεις του σύγχρονου αριστερισμού, με αιχμή αντιπαράθεσης το ΚΚΕ, δε δι­στάζουν να διαπραγματεύονται τη θέση τους με τη σοσιαλδημοκρατία και το δεξιό οπορτουνισμό. Αποτελούν πρόθυμους συμμάχους στη στήριξη των «αντινεοφιλελεύθερων μετώπων», ιδιαίτερα στους χώρους της νεο­λαίας και των μισθωτών επιστημόνων. Η αντιπαράθεση με το σύγχρονο «αριστερό» οπορτουνισμό προϋποθέτει βαθιά αφομοίωση της στρατηγι­κής του Κόμματος και έχει ιδιαίτερη σημασία ειδικά σε συνθήκες ριζο­σπαστικοποίησης τμημάτων της νεολαίας και των νέων εργαζομένων.



1 Εφημερίδα «ΠΡΙΝ», 3.12.2006, άρθρο Γιάννη Ελαφρού με τίτλο: «ΠΑΣΟΚ: ο μεγά­λος ασθενής και η Αριστερά».

2. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι δηλώσεις του νομάρχη και επικεφαλής του νο­μαρχιακού ψηφοδελτίου του ΠΑΣΟΚ στην Αχαΐα Δημήτρη Κατσικόπουλου σε τηλε­οπτική εκπομπή του τοπικού τηλεοπτικού σταθμού «SUPER Β», ο οποίος επιτιθέ­μενος στον υποψήφιο της ΝΑΣ υπέδειξε τον Χατζηλάμπρου υποψήφιο με την παρά­ταξη που υποστήριζαν το ΝΑΡ, η ΚΟΕ και άλλες αριστερίστικες ομάδες ως τη μονα­δική επιλογή για όποιο θέλει να ψηφίσει αριστερά(!).

3 «Επίσης η επιτυχία και η εκλογή του Χρήστου Κορτζίδη στο δήμο Ελληνικού, με πο­σοστά άνω του 54% στο δεύτερο γύρο, σηματοδοτεί ουσιαστικές εξελίξεις. Η ανε­ξάρτητη υποψηφιότητά του, με τη στήριξη του Συνασπισμού, αλλά κυρίως ενός με­γάλου κομματιού του λαού του Ελληνικού, στη βάση της μαχητικής στάσης για την επίλυση των τοπικών προ6λημάτων μας γεμίζει με αισιοδοξία. Σε ένα δήμο όπου τα συμφέροντα (Αεροδρόμιο - Άγιος Κοσμάς) και ο υπόγειος πόλεμος δεν έχουν όρια μπαίνουν οι βάσεις για την πραγματοποίηση ουσιαστικών λαϊκών επιδιώξεων». Εφη­μερίδα «ΠΡΙΝ», 28.10.2006, άρθρο Θανάση Κάππου με τίτλο: «Αριστερά, πανηγυ­ρισμοί και αποσιωπήσεις».

4 Εφημερίδα «ΠΡΙΝ» 26.11. 2006.

5 Εφημερίδα «ΠΡΙΝ» 28.10.2006, άρθρο Γιάννη Ελαφρού με τίτλο: «Το μήνυμα των εκλογών: η αντικαπιταλιστική Αριστερά μπορεί να αναδειχθεί σε πολιτικό ρεύμα».

6 Για περισσότερα στοιχεία Βλέπε άρθρα Κυριάκου Ιωαννίδη: «Κλιμακώνουμε για τη νί­κη» («Κυριακάτικος Ριζοσπάστης» 1.10.2006) και Σάββα Σάββα: «Ανάγκη η συνέ­χιση και αναπροσανατολισμός» («Κυριακάτικος Ριζοσπάστης» 22.10.2006).

7 Πολιτική Απόφαση 2ου Συνεδρίου του ΝΑΡ, κεφάλαιο: «Για μια μαχητική εργατική αντιπολίτευση».

8 Ανακοίνωση «Παρεμβάσεων - συσπειρώσεων και εργατικών σχημάτων» για την Πρω­τομαγιά 2006.

9 Άρθρο Δημήτρη Κάβουρα, εφημερίδα «ΠΡΙΝ», 11.06.2006.

10 Για παράδειγμα σε άρθρο του Β. Γάτσιου στο «ΠΡΙΝ» 27.08.2006, με τίτλο: «ΚΚΕ: Στρατηγικό έλλειμμα», η κριτική που γίνεται στο ΚΚΕ είτε αξιοποιεί παλιότερες επεξεργασίες του Κόμματος, τη στιγμή που έχουν μεσολαβήσει από αυτές τουλάχιστον 12 χρόνια και 3 συνέδρια του ΚΚΕ (15ο – 16ο -17ο) είτε το Πρόγραμμα του Κόμματος ερμηνεύεται αυθαίρετα.

11 ΤΟ Πρόγραμμα του ΚΚΕ, Κεφάλαιο Γ, «ο χαρακτήρας της Επανάστασης. Το αντιι­μπεριαλιστικό αντιμονοπωλιακό μέτωπο και το πέρασμα στο σοσιαλισμό», σελ. 113, Ντοκουμέντα του 15ου Συνεδρίου του ΚΚΕ, εκδόσεις ΚΕ του ΚΚΕ.

12 «Το ΚΚΕ υποστηρίζει ότι λαϊκή εξουσία είναι η σοσιαλιστική εξουσία. Αυτή μπορεί να αντιμετωπίσει και να απαλλάξει το λαό από τα δεσμά των μονοπωλίων, της ιμπε­ριαλιστικής καταπίεσης και εξάρτησης. Δε θεωρούμε όμως αυτή τη θέση ως όρο για τη συγκρότηση του Μετώπου, αφού αυτό δε θα συγκροτηθεί στη βάση της συμφωνίας για το σοσιαλισμό. Η κάθε δύναμη του Μετώπου θα διατηρεί τη δική της αντίληψη για το χαρακτήρα της εξουσίας». Απόφαση του 16ου Συνεδρίου του ΚΚΕ: «Για το Αντι­ιμπεριαλιστικό Αντιμονοπωλιακό Δημοκρατικό Μέτωπο», σελ. 98. Ντοκουμέντα του 16ου Συνεδρίου του ΚΚΕ, εκδόσεις ΚΕ του ΚΚΕ.


Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό του ΚΚΕ Κομμουνιστική Επιθεώρηση

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

Τίτλος:

Δημιουργός:

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License