Στα 70 χρόνια της Ισπανικής Επανάστασης

Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύθηκε (σε πιο εκτεταμένη μορφή) σε δύο συνέχειες στο αμερικάνικο περιοδικό Anarchy. Παρουσιάζει την Ισπανική κοινωνική επανάσταση όχι μέσα από το βλέμμα του ιστορικού, αλλά μέσα από τις γλυκές και τις πικρές μνήμες ενός παιδιού. Αυτή άλλωστε είναι η γοητεία του κειμένου: μια παιδική αφήγηση με χαοτική δομή, ανάκατες σκέψεις, ενθυμήσεις, πρόσωπα, γεγονότα, ο παππούς, η μάνα, ο πόνος της χαμένης επανάστασης, της αγαπημένης Βαρκελώνης και της χαμένης παιδικότητας, η φυγή. Αλλά σαν κατακλείδα πάντα στο τέλος, το «ήμουν, είμαι και θα είμαι». Επειδή «...δεν θα θελα να τα ‘χα χάσει όλα αυτά, για τίποτα στον κόσμο!»

Στο σπίτι μας στη Βαρκελώνη, στη συνοικία Ramplas, κοντά στο «σινέ-ΡΙΑΛΤΟ», ήταν ένα παλιό «σεβάσμιο» κτίριο. Είχε ανοικοδομηθεί στα τέλη του 19ου αιώνα, στη θέση μιας κατοικίας που θέλαμε να πιστεύουμε πως βρισκόταν εκεί από την εποχή των Ρωμαίων. Αγοράστηκε από τον παππού Mariano την παραμονή του γάμου του με την γιαγιά Hortencia. Νωρίτερα η οικογένειά μου νοίκιαζε αυτό το σπίτι. Εγώ πάντως ήξερα πως από πάντα ζούσαμε εκεί. Είχα ένα μεγάλο δωμάτιο δίπλα σε μια εσωτερική αυλή όπου είχα γλάστρες με φυτά. Μια μικρή κρήνη κοσμούσε αυτόν τον μικρό ανοιχτό χώρο. Τα πουλιά χρησιμοποιούσαν την κρήνη για να πίνουν και να δροσίζονται τις καυτές καλοκαιριάτικες μέρες.

Το 1934 έκανε εισβολή στο σπίτι η αστυνομία των ρεπουμπλικάνων μετά την εξέγερση στο Casas Viejas. Ο πατέρας μου πήγε στη φυλακή μαζί με πολλούς άλλους καταλανούς αναρχικούς. Ήταν μέρος της οικογενειακής μας παράδοσης· ο παππούς Mariano ήταν «ελεύθερα σκεπτόμενος», χαρακτηρισμός για τους άθεους, ελευθεριακούς και υποστηριχτές της «προπαγάνδας με τη δράση». Είχε φυλακιστεί στη μεγάλη εργατική απεργία του 1915. Ο σφοδρός τοπικισμός του, η κρυστάλλινη θέση του για την ανεξαρτησία της Καταλονίας με εντυπωσίασαν σαν μια ιερή φωτιά που έπρεπε να κρατήσω ζωντανή για πάντα. Διαρκώς μιλούσε για όπλα και βόμβες, για τα «σύνεργα». Πάντως δεν νομίζω ότι ο παππούς είχε πραγματικά σκοτώσει κάποιον. Πάντα ήταν απασχολημένος με τη δουλειά του, την εισαγωγή σπόρων για τους αγρότες της Ανδαλουσίας, της Καταλωνίας και της Αραγωνίας. Είχε ειδικευτεί στην απόκτηση σπόρων από τους αμερικάνους Shakers (1). «Είναι σαν και εμάς» μου έλεγε.

Ο εμφύλιος πόλεμος στην Ισπανία μου φαινόταν σαν παντοτινός. Ο πατέρας μου έφυγε για το μέτωπο της Μαδρίτης το 1936, σαν μαχητής της «Ταξιαρχίας Ντουρρούτι», στις απεγνωσμένες μέρες στα τέλη του Οκτώβρη, τότε που φαινόταν πως η Μαδρίτη θα έπεφτε στους φασίστες.

Η πρώτη φορά που ένιωσα να με αγγίζει ο πόλεμος άμεσα και προσωπικά, ήταν όταν άκουσα το Ράδιο ΚΑΤΑΛΟΝΙΑ να αναγγέλλει το θάνατο του Μπουεναβεντούρα Ντουρρούτι. Ήταν 21 Νοεμβρίου του 1936. Ο Ντουρρούτι ήταν παλιός φίλος της οικογένειάς μου. Συχνά ερχόταν για φαγητό και πάντα κουβαλούσε ένα μεγάλο πιστόλι Parabellum. Ένα μεγάλο, αλλόκοτο και υπερβολικό πιστόλι, καλύτερο για ανοιχτές μάχες παρά για χρήση μέσα στην πόλη: «Λοιπόν έχει γεμιστήρα με 21 σφαίρες και είναι ο οίκος μου τρόπος για να λέω στον καθένα να μένει καλύτερα μακριά μου», συνήθιζε να εξηγεί με τη βαριά καστιλιανική προφορά του που μου ήταν δύσκολο να καταλάβω. Ο Ντουρρούτι ήταν από τη Λεόν. Εγώ μιλούσα καστιλιάνικα με πολύ δυσκολία. Η γλώσσα μου ήταν τα Καταλανικά.

Λίγες μέρες μετά τον θάνατο του Ντουρρούτι, ο πατέρας μου γύρισε στην Βαρκελώνη. Έπρεπε να πάρει οδηγίες από την CNT, την FAI και την GENERALITAT (2) τώρα που ο Ντουρρούτι είχε πεθάνει. «Ήμασταν στην Νέα Πανεπιστημιούπολη, κοντά σε ένα τάγμα των Διεθνών Ταξιαρχιών», μας είπε ο πατέρας μου. «Οι εγγλέζοι και οι καναδοί κρατούσαν το κτίριο της Βιβλιοθήκης Επιστημών. Ο Ντουρρούτι ήταν με 4 φίλους όταν μια σφαίρα τον σκότωσε ακαριαία. Ο οδηγός τον νόμιζε πως ήταν ατύχημα».

Στην κηδεία του Ντουρρούτι συμμετείχαν 250.000 άνδρες και γυναίκες απ’ όλη την Καταλονία και την Αραγωνία. Μετά από αυτό η Βαρκελώνη άλλαξε. Ο εμφύλιος έγινε ένα σκληρό μπερδεμένο επεισόδιο. Υπήρχε ο εχθρός που ξέραμε: οι φασίστες, ο Φράνκο, ο Χίτλερ, ο Μουσολίνι. Και μετά ήρθε ο εχθρός που δεν μπορούσαμε να προσδιορίσουμε: οι εξουσιαστές μαρξιστές, η ΤΣΕΚΑ και ρώσοι κομισάριοι. Ένας εχθρός που τον φοβόμασταν επειδή ζούσε ανάμεσά μας.

(...) Ο πατέρας μου επέστρεψε στο μέτωπο. Η μητέρα μου πήγε στις αναρχικές πολιτοφυλακές που αποστολή τους ήταν να περιφρουρούν τα κτήρια που έπρεπε να κρατήσει η CNT-FAI προκειμένου να μην τεθεί η Βαρκελώνη υπό τον έλεγχο του στρατιωτικού και πολιτικού μηχανισμού των κομμουνιστών.

Εκείνο τον καιρό με φώναζαν «Palito» («Σπίρτο») και μαζί με άλλα παιδιά μας φρόντιζαν σ’ ένα κολεκτιβίστικο παιδικό σταθμό, οργανωμένο από οικογένειες που συμμετείχαν στην πολεμική κινητοποίηση. Ο παιδικός σταθμός είχε επανδρωθεί με πασιφιστές (3) και ανάμεσά τους ένα βρετανό Κουάκερο και αρκετές πρώην καλόγριες που είχαν ασπασθεί τα ελευθεριακά ιδανικά. Τα αναρχικά παιδιά είχαμε μοιράσει μεταξύ μας τα καθήκοντα - όπως το μαγείρεμα, την καθαριότητα, τη διασκέδαση και την αυτοάμυνα - με χαοτική ανεπάρκεια. Όμως ήμασταν εμείς αυτοί που παίρναμε τις αποφάσεις. Κάναμε εναλλαγή καθηκόντων σχεδόν καθημερινά. Οι σοσιαλιστές και οι κομμουνιστές προσπάθησαν να επιβάλλουν μια ιεραρχική οργάνωση με λιλιπούτειους κομισάριους και υποχρεωτικό χαιρετισμό. Πήγαν ακόμα να ανακοινώνουν τα γεύματα με σάλπισμα. Όταν οι μικροί κομμουνιστές εμφανίστηκαν, με ένα μεγάλο πορτραίτο του Στάλιν, τους γιουχάραμε και γελάσαμε μαζί τους: «Εμείς είμαστε ελεύθεροι, καθίκια». Οι μικροί «κόκκινοι» αιφνιδιάστηκαν και πήγαν να παραπονεθούν στο κόμμα. Ήρθε τότε ένας ενήλικος. Άρχισε τις ρητορείες: «Για να κερδίσουμε τον πόλεμο χρειάζεται πειθαρχία και τάξη». Εμείς τότε περάσαμε στην άμεση δράση. Για αρχή κάναμε «απεργία». Παντού υπήρχαν βρώμικα πιάτα. Οι κομμουνιστές έπρεπε να αφήσουν την στρατιωτική τους υπηρεσία για να έρθουν να καθαρίσουν. Μετά αρχίσαμε να μαγειρεύουμε μόνο για τα ελεύθερα παιδιά. Οι κόκκινοι παραδόθηκαν. Γίναμε όλοι «Hijos de Pueblo» («Παιδιά του Λα-. ου»). Ισότητα και ελευθεριακός κομμουνισμός.

Ο δήμος της Βαρκελώνης μας έστελνε φαγητό. Πολύ καλής ποιότητας φρούτα, όσπρια, ρύζι, γάλα και πουλερικά. Ένας γιατρός μας επισκεπτόταν κάθε Δευτέρα. Η GENERALITAT της Καταλωνίας είχε θεσπίσει την ελεύθερη εκπαίδευση για όλους. Περιελάμβανε και πολλούς ενήλικες. Πολλοί άνδρες και γυναίκες, μετά την δουλειά παρακολουθούσαν διάφορα επιμορφωτικά προγράμματα. Η κουλτούρα για το λαό ήταν μια από τις διαρκείς απαιτήσεις της CNT-FAI.

Ο κολεκτιβίστικος παιδικός σταθμός λειτουργούσε και σαν δημοτικό σχολείο. Δάσκαλοι που είχαν δουλέψει στα «Σχολεία Φερρέρ» (4) απαλλαγήκανε από τα καθήκοντά τους στις πολιτοφυλακές και τους δόθηκαν θέσεις στα σχολεία της Καταλωνίας. Ακόμα και τα burgeusitos («αστάκια») παρακολουθούσαν τα μαθήματα. Στο δικό μας σχολείο, τα παιδιά ήταν αυτά που οργάνωναν το πρόγραμμα μαθημάτων.

Μισούσαμε το μιλιταρισμό και τη θρησκεία ενώ - έχοντάς το πάρει από τους γονείς μας - η τέχνη και η κουλτούρα ήταν τα μεγάλα πάθη μας. Τραγουδούσαμε, γράφαμε εκθέσεις για τους κλασσικούς συγγραφείς, παίζαμε επαναστατικά θεατρικά έργα και απαιτούσαμε την προβολή ταινιών.

Από τον Ιούλιο του ‘36 στην Καταλωνία και σε περιοχές της Αραγωνίας, η κολεκτιβοποίηση των μέσων παραγωγής είχε μεγάλη ορμή. Χρόνια σχεδίων, συζητήσεων και ονείρων, είχε φτάσει η στιγμή να δοκιμαστούν στα αγροκτήματα, στα εργοστάσια και κυρίως στην λειτουργία μιας από τις πιο σύγχρονες ευρωπαϊκές πόλεις και σίγουρα της πιο τεχνολογικά προωθημένης πόλης της Ιβηρικής. Η Καταλωνία ήταν μια αυτόνομη κοινωνία, έτοιμη να δοκιμάσει το συνεργατισμό και την εθελοντική αλληλοβοήθεια.

Γυρνάγαμε ολόκληρη τη Βαρκελώνη. Οι συγκοινωνίες ήταν τσάμπα και πηγαίναμε στα εργοστάσια για να είμαστε κοντά στους εργάτες και για να μάθουμε πώς λειτουργούν οι μηχανές. Πηγαίναμε στα αγροκτήματα για να δούμε τις αγροτικές μεταρρυθμίσεις. Επισκεπτόμασταν μουσεία. Σ’ αυτές τις εκδρομές, μας έδιναν κουπόνια που αντιστοιχούσαν σε γεύματα σε αρκετά εστιατόρια που συμμετείχαν στην κολεκτιβοποιημένη βιομηχανία τροφίμων. Όταν πήγαμε και είδαμε τη «Λίμνη των Κύκνων», εγώ απαίτησα την καθιέρωση μαθημάτων χορού. Η φίλη μου, η Libertad, οργάνωσε ένα υπόμνημα για την καθιέρωση της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης. Οι σοσιαλιστές και οι κομμουνιστές αρνήθηκαν. Διαμαρτυρήθηκαν και μερικοί γονείς. Θα ενθαρρύνει την «σεξουαλική μίξη», είπαν, ενώ μίλησαν και για τις «οικογενειακές αξίες». Οι κόκκινοι επικαλέστηκαν το Στάλιν για την «ιερότητα της οικογένειας» και σε μια παράξενη συμμαχία με τους καθολικούς, κατήγγειλαν το ενδιαφέρον μας ως «πορνογραφία στο σχολείο». Ήταν μέρος της πολιτικής των κομμουνιστών να γίνονται αρεστοί στους μεσοαστούς. Ένα αγόρι ο Carlos Lizarroga, γιος ενός κομμουνιστή πολιτικού, ευσεβώς ζήτησε καθιέρωση πρωινής προσευχής για «τους ήρωές μας στο μέτωπο». Τον ξεφτιλίσαμε. Ενώ ήταν ακόμα κόκκινος από την ντροπή, του δώσαμε ένα μάθημα στρατηγικών, όπλων και τακτικών: «Το ποιος κερδίζει τον πόλεμο δεν εξαρτάται από το θεό και την παναγία ηλίθιε». Τον επικρίναμε με δριμύτητα. Όταν ο Carlos προσπάθησε να μας εξηγήσει πως «...ο πατέρας μου είπε πως έτσι μπορεί να πάω στον εργατικό παράδεισο, τη Σοβ. Ένωση», εμείς τον διαφωτίσαμε για τη δικτατορία, τις δίκες της Μόσχας και τις δολοφονίες των παλιών μπολσεβίκων. Δεν ξανάρθε από τότε στο σχολείο μας. Τον ξαναείδα στην πρωτομαγιάτικη παρέλαση, φορούσε τη στολή των Πιονέρων (5). Εγώ είχα ντυθεί ινδιάνος. Το πρόσωπο και το στήθος μου ήταν βαμμένα μαυροκόκκινα, τα χρώματα της φυλής μου. Φορούσα ένα πολεμικό καπέλο από «φτερά αετού» και κουνούσα στο χέρι μου ένα τόμαχωκ. Η φίλη μου, η Libertad, είχε ντυθεί σαν γυναίκα της γαλλικής επανάστασης και κρατούσε δόρυ και μια μαύρη σημαία.

Τελικά αποφασίστηκε πως η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση θα ήταν μάθημα με εθελοντική παρακολούθηση. Όλα τα παιδιά το παρακολουθούσαν. Έφερναν ακόμα και φίλους τους από άλλα σχολεία. Σαν μάθημα περιελάμβανε στο πρόγραμμά του τον έλεγχο των γεννήσεων, θέματα σεξουαλικής ηθικής, την καταδίκη της σεξουαλικής βίας. Προς ευχαρίστηση των πρώτων καλογριών, υπήρχε μια ρομαντική υπεράσπιση του ελεύθερου έρωτα: «Κανένα κράτος και καμία εκκλησία δεν μπορεί να κυβερνήσει τις καρδιές και τα σώματά μας». Η Φεντερίκα Μοντσένυ (6), η αναρχική υπέρμαχος της γυναικείας ελευθερίας, επισκέφθηκε το σχολείο μας. Μας έδωσε σοκολάτες, ένα δώρο από τους γάλλους συνδικαλιστές και εμείς της δώσαμε τραγούδια και λουλούδια.

Στην Καταλονία όπως και στην υπόλοιπη Ισπανία, η σύφιλη όπως και τα άλλα αφροδίσια νοσήματα ήταν μια κατάρα για την εργατική τάξη. Γυναίκες όλων των κοινωνικών τάξεων ήρθαν στις λέσχες της CNT-FAI να μάθουν πώς να αντιμετωπίσουν αυτό τον τρόμο που κατέστρεφε τη ζωή τόσων πολλών ανθρώπων και ειδικά των φτωχών. Η Εκκλησία είχε μεγάλη ευθύνη επειδή αγνόησε την άθλια κατάσταση των γυναικών που είχαν μολυνθεί από τους άντρες ή τους φίλους τους.

Όταν δεν ήμουν στο σχολείο, καθόμουν στο σπίτι. Οι γείτονες βρίσκονταν σε ετοιμότητα για τυχών επιθέσεις της φασιστικής «Πέμπτης Φάλαγγας» (7), ενώ υπήρχε και ο φόβος ότι οι κομμουνιστές θα εξαφάνιζαν μέλη του POUM (8) ή αναρχικούς.

Στο σπίτι, στη μικρή εσωτερική αυλή, καλλιεργούσα γεράνια και είχα μια γάτα, τον Ραταπλάν, έναν πραγματικό αναρχικό. Όταν τελείωνα τα μαθήματά μου, παίζαμε μαζί. Η γάτα μου ήταν ατρόμητος εχθρός των ποντικών και των φασιστικών αεροπλάνων. Όταν άρχιζαν οι αεροπορικές επιδρομές, ο Ραταπλάν βάδιζε αγέρωχα και θυμωμένα στην αυλή κοιτώντας τα αεροπλάνα. Ήμουν τόσο περήφανος για τον Ραταπλάν μου, τον ηρωικό και «στιλάτο» απέναντι στο θάνατο.

Η μητέρα μου, όταν επέστρεφε από την βάρδια της στην Τηλεφωνική Εταιρεία, άφηνε το τουφέκι, το πιστόλι και τα πυρομαχικά της στην κουζίνα. Αφού έκανε ένα μπάνιο βγαίναμε έξω. Επισκεπτόμασταν φίλους και ακούγαμε νέα από το μέτωπο της Μαδρίτης όπου πολεμούσε ο πατέρας.

Το φαγητό ήταν επαρκές και κρατιόταν σε χαμηλές τιμές από τις αγροτικές κολεκτίβες που ενθαρρύνονταν να ανοίγουν αγορές στην Βαρκελώνη. Υπήρχε βέβαια και μουσική, η «εργατική κλασσική ορχήστρα», οργανωμένη από τον Pablo Casols. Θεατρικές παραστάσεις δίνονταν στα πάρκα, κυρίως με έργα κλασσικών Ισπανών συγγραφέων. Ο Τύπος προειδοποιούσε να αποφεύγουμε τους κινηματογράφους επειδή τα γερμανικά και ιταλικά βομβαρδιστικά είχαν χάρτες της Βαρκελώνης με λεπτομέρειες για τα θέατρα και τους κινηματογράφους.

(...) Γνωρίζαμε τις προθέσεις των πολιτικών της Μαδρίτης να σταματήσουν την κολεκτιβοποίηση της οικονομίας στην Καταλωνία και στην Αραγωνία. Ο πατέρας μου ήταν θυμωμένος με την τάση της CNT να συμβιβάζεται και να στρέφει όλη την προσοχή της στον πόλεμο. Η αντιπαράθεση κατέληξε σε σύγκρουση. Η κυβέρνηση της Μαδρίτης και οι κομμουνιστές επέλεξαν τη βία. Εκατοντάδες ρώσοι πράκτορες της ΤΣΕΚΑ κατέκλυσαν την Καταλωνία. Άρχισαν δολοφονίες μελών του POUM και αναρχικών. «Κρυφές» φυλακές και νεκροταφεία ελέγχονταν από τους κομμουνιστές.

Στις 3 Μαίου 1937 η κατάσταση έφτασε σε σημείο έκρηξης και ξέσπασαν οδομαχίες. Οι πολιτοφυλακές μας κινητοποιήθηκαν. Εγώ παρουσιάστηκα στην «παιδική ταξιαρχία» που μετέφερε μηνύματα, πυρομαχικά και «φύλαγε τσίλιες». Ο φίλος μου Coco Puig ήταν υπεύθυνος γα την μεταβίβαση μηνυμάτων από το επιτελείο της CNT-FAI στις μαχόμενες μονάδες. Η συμμαθήτρια μου Pilar Palou ήταν με τον πατέρα της που οπλισμένος με πολυβόλο ήταν στην φρουρά των γραφείων της SOLIDARIDAD OBRERA. Εμένα μου δώσανε μια σφυρίχτρα και με βάλανε παρατηρητή στο καμπαναριό μιας μισοκαμμένης εκκλησίας. Μπορούσα να ακούω πυκνή ανταλλαγή πυρών στις γύρω περιοχές, αλλά καμιά κίνηση δεν γινόταν προς το κτίριο της Τηλεφωνικής Εταιρείας που φρουρούσε η μητέρα μου. Η νύχτα ήταν κρύα. Είχα μια στρατιωτική κουβέρτα και ένα μάλλινο ναυτικό καπέλο. Ήρθε ένα κορίτσι και μου έφερε ψωμί, ζαμπόν και μπουκάλια με χυμό φράουλας. Είχε ένα περίστροφο. «Χρειάζεσαι όπλο;» με ρώτησε. «Ναι! Ένα πολυβόλο. Από εδώ μπορώ να καθαρίσω ολόκληρο σύνταγμα», απάντησα. Αυτή χαμογέλασε και κατέβηκε τις μαυρισμένες πέτρες της παλιάς εκκλησίας. Κατά τις τρεις το πρωί μασούλαγα το ψωμί με το ζαμπόν όταν είδα μεταλλικές αντανακλάσεις κάτω από το αδύνατο φως μιας λάμπας στο δρόμο. Η Guardia de Asalto (9) σκέφτηκα και ξανακοίταξα πιο προσεκτικά. Τώρα μπορούσα να δω πολίτες με ρώσικα πολυβόλα. Αντέδρασα σαν τρελός. Σφύριξα την σφυρίχτρα μου και κατέβηκα το καμπαναριό ουρλιάζοντας: «Έρχονται...στα όπλα... στα όπλα!», έψαχνα απεγνωσμένα για ένα όπλο. Μου είπαν να το βουλώσω και να καλυφτώ. Άντρες και γυναίκες άρχισαν μέσα στο σκοτάδι να πυροβολούν τις σκιές. Μια κοπέλα με ένα σακίδιο γεμάτο χειροβομβίδες γλίστρησε αθόρυβα έξω από την εκκλησία.

Σύντομα ακούσαμε και είδαμε την αποτελεσματική δουλειά της. Γύρισε πίσω χαμογελώντας. Βρυχώμασταν από περηφάνια. Η φασαρία σκέπαζε τη φωνή μου, αλλά συνέχιζα να φωνάζω: «Θάνατος στους φασίστες». Ένας μεγαλόσωμος άντρας προσπάθησε να με ηρεμήσει δίνοντας μου ένα περίστροφο χωρίς σφαίρες. Εγώ όμως συνέχιζα να φωνάζω: «Μπανγκ-Μπανγκ... μπουμ... πάρτα μπάσταρδε». Από την άλλη μεριά του δρόμου στην Τηλεφωνική εταιρεία ακούγονταν συνεχείς πυροβολισμοί. Ένα μπαράζ από πυροβολισμούς τουφεκιών και πολυβόλων. Οι χειροβομβίδες έπεφταν σαν μεταλλική βροχή στους επιτιθέμενους. Αυτό κράτησε δύο μέρες. Μερικές μεραρχίες της CNT-FAI ήρθαν από το μέτωπο της Αραγωνίας για να μας βοηθήσουν. Η FIJL (ελευθεριακή νεολαία) γύρναγε με φορτηγά ολόκληρη τη Βαρκελώνη διανέμοντας όπλα και τρόφιμα. Οδοφράγματα είχαν υψωθεί στους δρόμους μέσα σε λίγες ώρες. Στην πλατεία Καταλονίας, κοντά στο ξενοδοχείο Colon γίνονταν γερές μάχες. Είχαμε προς το παρόν αποτρέψει την προσπάθεια των κομμουνιστών να πλήξουν την κολεκτιβοποίηση στην Καταλωνία και την Αραγωνία.

Όταν επέστρεψα στο σπίτι ήμουν ένας «βετεράνος πολέμου». «Έκανα τιμημένα το καθήκον μου. Υπηρέτησα το λαό», εξήγησα στον Ραταπλάν. Η γάτα κάθισε με ενωμένα τα δύο μπροστινά της πόδια κοιτώντας... αλαζονικά και με κριτική διάθεση. Προφανώς επιβεβαίωνε την άποψή της για μένα: ήμουν τρελός όπως όλοι οι υπόλοιποι.

Παρά το ότι τα γεγονότα του Μαΐου είχαν πλήξει τη CNT-FAI, το κίνημα της κολεκτιβοποίησης συνέχισε να αναπτύσσεται στην Καταλωνία και την Αραγωνία το 1937. Ήταν αποτέλεσμα πολλών χρόνων μελέτης, απο-δογματοποίησης, αλλά και της δύναμης του ένοπλου λαού.

Είχα κρεμάσει δύο χάρτες στον τοίχο του δωματίου μου. Ένας της Ισπανίας και ένας ειδικότερα της Καταλονίας και της Αραγωνίας. Καρφίτσες με μικροσκοπικές μαυροκόκκινες σημαίες κάλυπταν τις περιοχές μας. Ενώ κίτρινες σημαιούλες υπήρχαν στις νότιες περιοχές που ελέγχονταν από τους φασίστες. Η μητέρα μου πενθούσε τη δολοφονία του Φεντερίκο Γκαρσία Λόρκα στη Γρανάδα από τους φασίστες. Η μητέρα είχε δουλέψει στα πρώτα χρόνια του θεατρικού θιάσου «La Careta» που είχε δημιουργήσει ο Λόρκα. Ο πατέρας μας επισκεπτόταν όποτε έπαιρνε άδεια ή τον καλούσε στη Βαρκελώνη η CNT-FAI. «Α, είναι τόσο καλά που είμαι εδώ. Υπάρχει ακόμα η χαρά μιας κοινωνίας ισότητας, ενός αισιόδοξου οράματος για το μέλλον. Στη Μαδρίτη υπάρχει μόνο στρατιωτικοποίηση, ίντριγκες και πολιτικαντισμοί. Αναθεματισμένοι πολιτικοί!», συνήθιζε να εξηγεί.

Τα αισθήματα του πατέρα μου γι’ αυτό το κλίμα αλληλεγγύης και την πρόσκαιρη κατάργηση των ταξικών διαχωρισμών στη Βαρκελώνη, οφειλόταν στην ενεργητική πραγμάτωση του αναρχικού προγράμματος της κολεκτιβιστικής οικονομίας. Πολλά χρόνια αργότερα, ιστορικοί όπως ο Χιού Τόμας και ο Ρόναλντ Φρέηζερ σημείωναν πως η βιομηχανική παραγωγή της Καταλονίας, ελάχιστα έπεσε με το κολεκτιβοποιημένο σύστημα.

Εκεί όμως που η κολεκτιβοποίηση υπήρξε περισσότερο πετυχημένη και δημιούργησε ένα πραγματικό κλίμα κοινωνικής δικαιοσύνης ήταν στην αγροτιά της Καταλονίας και της Αραγωνίας. Κυριολεκτικά εκατοντάδες χρόνια εκμετάλλευσης και αθλιότητας σβήστηκαν με την εξέγερση των ένοπλων αγροτών. Δεκάδες πόλεις και χωριά ήταν υπό τον έλεγχο των επιτροπών των αγροτών. Όταν οι παπάδες και οι τσιφλικάδες εκδιώχτηκαν ή εκτελέστηκαν, κάθε είδους πειραματισμός ξεκίνησε• σχέδια για μια νέα κοινωνία. Οι γάμοι καταγράφονταν μόνο από το ίδιο το ζευγάρι. Οι δήμαρχοι και οι ληξιαρχικοί υπάλληλοι σαν αντιπρόσωποι του κράτους εξαφανίστηκαν. Το χρήμα καταργήθηκε και σε πολλές περιπτώσεις καθιερώθηκε ένα είδος αποδείξεων, τοπικά «χρήματα του λαού» τα οποία γινόντουσαν δεκτά για την απόκτηση όλων των χρειαζούμενων.

Στις πόλεις, παρά το ότι ο μισθός εξακολουθούσε να είναι το βασικό εισόδημα της Καταλανικής εργατικής τάξης, εντούτοις το επίπεδο ζωής υπερέβαινε αυτό το εισόδημα λόγω των πολλών κοινωνικών παροχών. (...) Στις 7 Νοεμβρίου 1936, η μετωπική επίθεση των φασιστών για την κατάληψη της Μαδρίτης είχε ηττηθεί. Μετακίνησα τις μαυροκόκκινες σημαιούλες μου δυο-τρεις ίντσες μακριά από τη Μαδρίτη. Οι «δημοκρατικοί» αποφάσισαν να πραγματοποιήσουν αντεπίθεση, προς αποφυγή του κινδύνου να αποκόψουν οι φασίστες τη Μαδρίτη από την υπόλοιπη Ισπανία και ειδικά από την Βαλέντσια όπου στο μεταξύ είχε μεταφερθεί η έδρα της δημοκρατικής κυβέρνησης. Παρά το γεγονός ότι οι φασίστες είχαν απωθηθεί από τους δρόμους της Μαδρίτης, η πόλη βρισκόταν ακόμα σε κίνδυνο. Οι περισσότερες συνοικίες βρίσκονταν ακόμα στην ακτίνα πυρός του πυροβολικού του Φράνκο, ενώ ιταλικά και γερμανικά αεροπλάνα συνέχιζαν να βομβαρδίζουν τους πολίτες σχεδόν καθημερινά.

Αποφασίστηκε η επίθεση στους φασίστες να γίνει στην περιοχή του αυτοκινητοδρόμου της Βαλέντσια. Συγκεκριμένα επιθέσεις ανατέθηκαν σε τάγματα στις περιοχές Casa de Campo και Jarama. Στο μεταξύ εθελοντές από πολλές χώρες είχαν τοποθετηθεί με τρόπο που να ενδυναμώνουν τους νεαρούς ισπανούς νεοσύλλεκτους και τις χωρίς εμπειρία εργατικές πολιτοφυλακές. Οι ευρωπαίοι εθελοντές είχαν στρατιωτική εμπειρία, ειδικά οι αυστριακοί, οι πολωνοί και οι γερμανοί. Αντιθέτως οι αμερικανοί μόλις τότε εκπαιδεύονταν. Ονομάζονταν «Τάγμα Λίνκολν» και ήταν υπό την διοίκηση του Ρόμπερτ Μέρριμαν, ενός νεαρού καθηγητή από το πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϊ.

Στις 17 Φεβρουαρίου, ο Μέρριμαν ειδοποιήθηκε να είναι έτοιμος να μπει στη μάχη. Μόλις που είχε προλάβει να εκπαιδεύσει τους άντρες του πώς να χρησιμοποιούν τα όπλα τους. Ο καιρός ήταν άθλιος. Η βροχή μούσκευε τους εθελοντές και έκανε παγωνιά. Οι αμερικανοί πλησίασαν το μέτωπο με καμιόνια. Τους ανατέθηκε μαζί με τους βρετανούς και τους καναδούς να αντεπιτεθούν στους φασίστες. Επικεφαλής της επιχείρησης ήταν ο στρατηγός Gal και ο συνταγματάρχης Κόπιτς, δύο σοβιετικοί μισθοφόροι. Υποσχέθηκαν στο Μέρριμαν υποστήριξη με πυροβολικό, τανκς και την 24η ταξιαρχία του ισπανικού στρατού. Η υποστήριξη αυτή ποτέ δεν δόθηκε.

Λίγους μήνες αργότερα ο πατέρας μου αφηγήθηκε τη συνομωσία που οι Καταλανοί κομμουνιστές είχαν στήσει ενάντια στους Αμερικανούς εθελοντές: «Σπίρτο έλα εδώ. Πρέπει να το μάθεις αυτό. Αχ, αυτά τα γενναία αγόρια. Επιτέθηκαν στον εχθρό. Όρμησαν με ξιφολόγχες και χειροβομβίδες. Αντιμετώπισαν το θάνατο τραγουδώντας τραγούδια λευτεριάς και πέθαναν με τις γροθιές τους υψωμένες σε μια τελευταία χειρονομία γενναιότητας, βέβαιοι για την τελική νίκη». Ο πατέρας μου γνώριζε το τίμημα αυτής της γενναιότητας. Από τους 450 αμερικανούς, οι 160 σκοτώθηκαν. Ο Μέρριμαν τραυματίστηκε, ενώ λίγους μήνες αργότερα «εξαφανίστηκε» στο μέτωπο της Αραγωνίας.

Μερικά χρόνια αργότερα στη Γαλλία βρήκα μια συλλογή τραγουδιών του ισπανικού εμφυλίου. Ανάμεσα τους και ένα αμερικάνικο τραγούδι μνήμης για την Jarama: «Υπάρχει μια κοιλάδα στην Ισπανία που τη λένε Jarama, Είναι ένα μέρος που το ξέρουμε όλοι μας καλά, γιατί εκεί χάσαμε τη νιότη μας, αλλά και τις περισσότερες μέρες των γηρατειών μας» (10).

 

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License