ΟΙ ΕΚΛΟΓΕΣ - Ο ΑΡΙΣΤΕΡΟΣ ΣΑΛΤΙΜΠΑΓΚΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΑΡΧΙΚΟΙ ΜΕΡΟΣ Β

Ο καθένας έχει το δικαίωμα να στέκεται θετικά ή αρνητικά απέναντι στους αναρχικούς και την αναρχία. Κανένας δεν έχει όμως, το δικαίωμα να αυτοαναγορεύεται τιμητής και εκφραστής της αναρχίας, και ακόμα χειρότερα με όρους διαμεσολάβησης.

ΟΙ ΕΚΛΟΓΕΣ

 

      Με αφορμή τη διαδικασία των εκλογών δημιουργείται παράλληλα ένας ελεγχόμενος δημόσιος χώρος ο οποίος έχει την προαποφασισμένη δυνατότητα ανανέωσης του συστήματος λήψης των αποφάσεων από τα πάνω. Κάθε σχεδόν δημόσια συζήτηση κανοναρχείται από τη σκοπιμότητα της λύσης που θα καθιστά αναγκαία συνθήκη την εξουσία ανθρώπου από άνθρωπο. Έτσι ακόμα και οι μικρότερες ομαδοποιήσεις που διεκδικούν την εξουσία αποδέχονται έμπρακτα το αυτονόητο του συστήματος: ότι μόνο μέσω μιας εξουσίας, ενός μικρού ή μεγάλου κράτους μπορούν να λύνονται τα προβλήματα, να οργανώνεται η συλλογική ζωή ακόμα και της μικρότερης ανθρώπινης ομάδας.

     Όταν μια πολιτική κλίκα (κόμμα) καρπώνεται μια σειρά από θέσεις μέσα στη διοίκηση,  στο βαθμό που σήμερα η συγκρότηση του «εκσυγχρονισμού» και της «επανίδρυσης» του κράτους, μεταβάλλει όλο και περισσότερο τις πολιτικές διαμεσολαβήσεις σε διοικητικές πρακτικές, αποκτά την ικανότητα συμμετοχής, συνδιαλλαγής, συνενοχής με το συνολικό πλέγμα κυριαρχίας.  Αποδοχής και συνενοχής μέσα στο μπλοκ των αποφάσεων για την ανάπτυξη και την ασφάλεια του καθεστώτος.

     Αυτή την ικανότητα οφείλει να την επιβάλλει προς τα «κάτω» με όρους συναίνεσης ή καταστολής μέσα από εκείνους τους θεσμούς που προάγουν και παράγουν εξουσία. Την ίδια στιγμή η πολιτικοκοινωνική και οικονομική ομάδα, γύρω από την κυβερνώσα κλίκα, που συμμετέχει στη διαχείριση του δημόσιου, γίνεται κι αυτή αναπόσπαστο τμήμα του διοικητικού κρατικού μηχανισμού.

     Οι  ψηφοφόροι, αυτή η θλιβερή αφαίρεση του πολίτη, καλούνται κάθε τέσσερα χρόνια να εκλέξουν τους αντιπρόσωπους τους βουλευτές, όχι βέβαια για να αυτοδιαχειριστούν τις ανάγκες τους, αλλά για να παραχωρήσουν το δικαίωμα διαχείρισης, για τέσσερα χρόνια, σε κάποιους άλλους εν λευκώ. Ψηφίζουν για να εκλέξουν εκείνες τις γραφειοκρατικές ομάδες- πολιτικές ελίτ που αναδεικνύονται μέσα από τις κομματικές νομενκλατούρες και  εξουσιοδοτούνται να ασκήσουν έλεγχο και διοίκηση, να πάρουν αποφάσεις, να αναπαράγουν την κρατική εξουσία στο πεδίο της καθημερινότητας αναπαράγοντας- διαιωνίζοντας την ιεραρχία και την ταξική κυριαρχία γατί αυτή είναι η δουλειά του κράτους.

     Ο εκλογικός δημόσιος χώρος είναι μια καρικατούρα πολιτικής ζύμωσης. Στο επίπεδο της κομματικής σύγκρουσης  των εξουσιαστών κομμουνιστών, σοσιαλδημοκρατών,  δεξιών και των όλο και περισσότερων «ανεξάρτητων», επικρατούν σε γενικές γραμμές όροι παραδεκτοί με σημασίες αποδοτικότητας: π.χ. σχολεία, συγκοινωνίες, πάρκα, γήπεδα και σε επίπεδο ηθικολογίας, π.χ. διαφθορά, σκάνδαλα. τα δημοτικά τους συμβούλια

     Ο παραγοντισμός, σε ευθεία σύνδεση τόσο με τα αλισβερίσια των κομματικών πόλων όσο και με τους καπιταλιστές παίζει βασικό ρόλο στο να κατανοήσει κανείς την ακριβή σημασία όλου αυτού του λεκτικού ορυμαγδού «έργων», «ποιότητας ζωής». «κοινωνικής πολιτικής», «αξιοποίησης». Βέβαια όλα αυτά τα διακηρυγμένα αιτήματα αντιγράφουν σε γενικές γραμμές και ευθυγραμμίζονται με το ιδεολογικό πρόταγμα της αστικής δημοκρατίας και το διακύβευμα των εθνικών εκλογών: ανάπτυξη οικονομική – ασφάλεια θεσμική. Δηλαδή, ανάπτυξη για τους κεφαλαιοκράτες, ασφάλεια για το καθεστώς. Και δεν μένει τίποτα άλλο, από το ποια παράταξη θα αναλάβει τη διαχείριση.

     Με αυτούς  τους όρους διεξάγεται η εκλογική διαμάχη που στοχεύει στην ανακατανομή των εξουσιαστικών-διοικητικών θέσεων και την εξισορρόπηση των κοινωνικών ομάδων που διεκδικούν την άνοδο στην πολιτική ιεραρχία, στο επίπεδο της διοίκησης, των αποφάσεων και της διαχείρισης των ζητημάτων τοπικής σημασίας.

     Το ερώτημα που θέτουν εκλογές είναι πάνω από όλα για ποιόν γίνονται και ποιόν ωφελούν. Η απάντηση είναι προφανής: πίσω από το μανδύα της ρητορικής για “δημοκρατία”, “αντιπροσώπους”, “συμμετοχή” κρύβεται η λυσσαλέα πάλη για εξουσία και προνόμια (ήδη ενεργών ή νέων και φιλόδοξων) παραγόντων της πολιτικής και της οικονομίας. Το κράτος απλά κάνει τη δουλειά του νομιμοποιούμενο, αναπαραγόμενο ανακαλύπτοντας ένα νέο τόπο εκπαίδευσης αφεντικών, ένα νέο εργαλείο ελέγχου της κοινωνίας και εκμετάλλευσης του πλούτου που παράγει.

     Είναι αξιοσημείωτο το πόσο καιρό βάστηξε το εκλογικό ψέμα στις συνειδήσεις των καταπιεσμένων, είναι ακόμα χειρότερο το ότι σήμερα που σχεδόν κανείς δεν πείθεται για τις “καλές προθέσεις” των πολιτικών, που όσοι δεν ελπίζουν σε νταραβέρια με τους νικητές ψηφίζουν με τη λογική του “μικρότερου κακού” αναγνωρίζοντας μια κάποια αξία χρήσης στη ψήφο, πέρα από την ανταλλακτική. Και είναι χειρότερος αυτός ο κυνισμός γιατί αναδεικνύει μια κοινωνική παράλυση πολύ περισσότερο εκμεταλλεύσιμη από την εξουσία από ότι η ψήφος του ιδεολόγου.

     Δεν είναι καθόλου λαϊκίστικο το ερώτημα εάν ο καθένας θεωρεί λογικό να παραχωρήσει εν λευκώ τη διαχείριση του σπιτιού του για 4 χρόνια σε κάποιον που θα επιλέξει το 42% των κατοίκων αυτού του σπιτιού. Εάν θεωρεί λογικό μετά από 4 χρόνια διαχείρισης να έχει το «δημοκρατικό δικαίωμα» να διώξει τον προηγούμενο και να βάλει κάποιον άλλο (και μάλιστα αυτό να ονομάζεται και τιμωρία για τον παλιό «κακό» διαχειριστή). Το  Δημόσιο είναι το κοινό σπίτι όλων μας, το σπίτι του καθένα μας. Ότι υπάρχει σε αυτό, οι δρόμοι, οι πλατείες, τα σχολεία, οι υπηρεσίες, υπάρχει και λειτουργεί εξαιτίας του κοινού πλούτου που όλοι εμείς η εργαζομένη παράγουμε, της εργασίας που όλοι προσφέρουμε. Γι΄ αυτό και ανήκει σ΄ εμάς, ενώ το κράτος και το κεφαλαίο ζουν σε βάρος του δημοσίου, δηλαδή της κοινωνίας.

     Η άρνηση κάθε συμμετοχής στο εκλογικό τσίρκο πέρα από την αξιοπρέπεια που προσφέρει με το να μη νομιμοποιεί τη ληστεία του κοινωνικού πλούτου και του δικαιώματος ελέγχου σε όσα μας αφορούν, είναι και μήνυμα και πράξη αντίστασης προς την εξουσία σαν σύνολο. Μικρό και αναποτελεσματικό μήνυμα - αφού η εξουσία όταν δεν μπορεί να εκμαιεύσει τη συναίνεση έχει και τα όπλα - αλλά πολύ καλύτερο από το μήνυμα της υποταγής.

     Η προσπάθεια για επανάκτηση από την καταπιεσμένη- εκμεταλλευόμενη  κοινωνία του πλήρους και άμεσου ελέγχου της συλλογικής ζωής της, της ισότιμης διαχείρισης του πλούτου που η ίδια παράγει, είναι η ουσία του επαναστατικού, απελευθερωτικού προτάγματος όλων των τάσεων του αναρχικού κινήματος.

Η πραγματοποίηση όμως αυτού του προτάγματος είναι έργο όλων. Καμία «πρωτοπορία», ούτε φυσικά και οι αναρχικοί, δεν μπορεί να αναλάβει την εργολαβία. Δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει μέσα φτιαγμένα εξ αρχής στα μέτρα του εχθρού για να τον χτυπήσει. Δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει την διαμεσολάβηση, την ετερονομία και την αλλοτρίωση που έχουν σαν συνέπια την κοινωνική αδράνεια, υποταγή  και συνενοχή σαν εργαλείο για την απελευθέρωση. Άλλωστε, τόσοι και τόσοι (και θα είμαστε άδικοι να μην αναγνωρίσουμε πως μια πολύ μικρή μειοψηφία το προσπάθησε ή το προσπαθεί με τις εντιμότερες των προθέσεων) κατάφεραν να εκλεγούν με σκοπό να «αλλάξουν τα πράγματα». Η εμπειρία της ολοκληρωτικής τους αποτυχίας (αν όχι της πλήρους διαφθοράς και παρακμής τους σε προσωπικό και πολιτικό επίπεδο) είναι διδακτική.

     Η  άρνηση συμμετοχής στις εκλογές, όπως και κάθε μορφή αντίστασης, μπορεί να ξεπεράσει το σημαντικό αλλά αναποτελεσματικό όριο της «αξιοπρέπειας» ή του «μηνύματος», μόνο αν συνοδευτεί με πράξεις αντεπίθεσης: οφείλουμε να προχωρούμε άμεσα στη δημιουργία αυτοοργανωμένων κοινωνικών δομών που με όρους ισότητας και αλληλεγγύης όχι μόνο θα δίνουν αγώνες σε τοπικό επίπεδο, αλλά θα διεκδικούν τον πλήρη έλεγχο όλο και μεγαλύτερων κομματιών του δημοσίου κοινωνικού χώρου.

 

ΕΚΛΟΓΕΣ ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

 

      Η αριστερά(εδώ μιλάμε για την αριστερά πέραν του ΠΑΣΟΚ) συμμετέχοντας στις εκλογές διεκδικεί περισσότερη νομιμότητα, αναβάθμιση της θέση της στους αστικούς θεσμούς και φυσικά περισσότερες δαπάνες από τον κρατικό προϋπολογισμό. Όχι βέβαια, γιατί έχει στο νου της κάποιο μη συγκεντρωτικό σύστημα (έτσι κι αλλιώς δε θεωρεί τις μάζες ικανές να αυτοδιευθυνθούν), αλλά γιατί θέλει να δημιουργήσει την κομματική της αναπαραγωγή σε τοπικό και κεντρικό  επίπεδο και να αναρτήσει στην κοινωνία εκείνες τις διευθυντικές ομάδες που θα πυκνώσουν την κομματικότητά της, επιδιώκοντας να αύξηση την ελεγκτική επιρροή της στην εργατική τάξη, ιδιαιτέρα στην νεολαία, αλλά και στα λαϊκά στρώματα γενικότερα. 

     Τα κόμματα της αριστεράς συμμετέχουν στη διαχείριση του εκλογισμού- κοινοβουλευτισμού με τους όρους – αξίες που θέτει το κεφαλαιοκρατικό σύστημα: ικανότητα – ανικανότητα, αποτελεσματικότητα – αναποτελεσματικότητα, ορθολογικότητα – ανορθολογικότητα και τέλος, προγραμματισμός, επιστημονικότητα, διαιωνίζοντας συνεχώς την αντίληψη του ιστορικά διαμορφωμένου ρόλου που έχει η αστική τάξη για την πολιτική.

     Πολύ περισσότερο από τις κοινοβουλευτικές εκλογές, οι εκλογές της τοπικής αυτοδιοίκησης, έδωσαν και δίνουν στην κοινοβουλευτική αριστερά (και πολλές φορές και στην εξωκοινοβουλευτική) τη δυνατότητα να ελέγξει τμήματα του δημοσίου, να «κατακτήσει» μέρος της κρατικής διοίκησης σε ισχυρούς τοπικά και οικονομικά δήμους. Της δίνουν επίσης, τη δυνατότητα να καρπωθεί το μονοπώλιο στα όρια μιας περιοχής της εφαρμογής ενός προγράμματος και της προβολής που αυτό συνεπάγεται. Και όταν όλα αυτά συμβούν, αν αυτή η ευκαιρία δεν εξελιχθεί σε προετοιμασία για ατομική ανέλιξη και μελλοντική μεταγραφή φιλόδοξων πολιτικών, αν δεν ενσωματώσει τις έξεις αυτού που περιγράψαμε σαν τοπική αυτοδιοίκηση, θα καταλήξει στην αδυναμία να προσπεράσει τα εγγενή εμπόδια που θέτει η ίδια η φύση ενός θεσμού διαμεσολάβησης και ετερονομίας.

     Έχουμε ένα επαρκές βάθος χρόνου (ενάμιση αιώνα από την 1η Διεθνή και αρκετές δεκαετίες πλήρους νομιμότητας για την ελληνική αριστερά) για να διαπιστώσουμε πως ούτε άλλες πολιτικές εφαρμόστηκαν, ούτε τα μέσα προβολής ωφέλησαν τη διάδοση των (κρατικίστικων και εύπεπτων ) ιδεών της αριστεράς. Οδήγησαν περισσότερο σε ακόμα μεγαλύτερη απαξίωσή τους προς όφελος του φιλελευθερισμού, που δεν έχει πρόβλημα να συμμαχήσει ακόμα και με τους φασίστες αν δει ότι απειλούνται τα συμφέροντα που εκπροσωπεί. Αυτό έκανε στο παρελθόν, αυτό θα κάνει και τώρα.

     (…Η Μαρξιστική θεωρία λύνει πολύ απλά αυτό το δίλημμα. Λέγοντας Λαϊκή Κυριαρχία εννοούν την κυριαρχία ενός μικρού αριθμού αντιπροσώπων που έχουν εκλεγεί απ’ το λαό. Το γενικό και το ατομικό δικαίωμα να εκλέγει κανείς τους λαϊκούς αντιπροσώπους και τους κυβερνήτες του Κράτους είναι η τελευταία λέξη των μαρξιστών, όπως επίσης και των δημοκρατών. Αυτό αποτελεί ένα ψέμα πίσω απ’ το όποιο κρύβεται ο δεσποτισμός της άρχουσας μειοψηφίας, ένα ψέμα πού γίνεται ολοένα και πιο επικίνδυνο γιατί εμφανίζεται ότι εκφράζει την αποκαλούμενη λαϊκή θέληση.

     Τελικά απ’ οποία άποψη κι αν εξετάσουμε αυτό το θέμα, καταλήγουμε πάντοτε στο ίδιο λυπηρό συμπέρασμα, την κυριαρχία των μεγάλων λαϊκών μαζών από μια προνομιούχα μειοψηφία. Οι μαρξιστές λένε ότι ή μειοψηφία αυτή θ’ αποτελείται από εργάτες. Ναι, πιθανόν από πρώην εργάτες, οι οποίοι μόλις γίνουν κυρίαρχοι πάνω στους λαϊκούς αντιπρόσωπους θα πάψουν να είναι εργάτες. και θα κοιτούν τις απλές εργατικές μάζες απ’ τα ύψη του κυβερνητικού βάθρου, δεν θα εκπροσωπούν πια το λαό παρά μόνο τον εαυτό τους και τις απαιτήσεις πού έχουν για την άσκηση της εξουσίας πάνω στο λαό. Εκείνοι πού αμφιβάλλουν γι’ αυτό γνωρίζουν πολύ λίγο την Ανθρώπινη φύση.

     Οι Μαρξιστές λένε ότι αυτοί οι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι θα είναι αφοσιωμένοι και καλλιεργημένοι Σοσιαλιστές. Οι εκφράσεις «καλλιεργημένος Σοσιαλιστής», «Επιστημονικός Σοσιαλισμός» κλπ. που εμφανίζονται συνεχώς στους λόγους και στα κείμενα των οπαδών του Λασσάλ και του Μαρξ, αποδεικνύουν ότι το ψευτο-λαϊκό Κράτος δεν θα είναι τίποτ’ άλλο παρά ο δεσποτικός έλεγχος του πληθυσμού από μια νέα και καθόλου μεγάλη αριθμητικά, αριστοκρατία πραγματικών και ψευτο-επιστημόνων. οι «αμόρφωτοι» άνθρωποι θ’ απαλλαγούν εντελώς από τη φροντίδα της διοίκησης και θα τύχουν τη μεταχείριση μιας πειθαρχημένης αγέλης. Τι θαυμάσια απελευθέρωση πραγματικά!...) Μιχαήλ Μπακούνιν

     Και αν για την κοινοβουλευτική αριστερά, η νομή του μεριδίου εξουσίας είναι πλάι στη νομιμοποίηση το αντίκρισμα της συνδιαλλαγής της με το κράτος, είναι απορίας άξιο το πώς επιμένει η «εξωκοινοβουλευτική» και επαναστατική αριστερά να ισχυρίζεται ότι η καταγραφή της εκλογικής προτίμησης που κερδίζει, ισοφαρίζει τη νομιμοποίηση που προσφέρει στο σύστημα με τη συμμετοχή της.

     Το «γεμάτο νόημα» κλείσιμο του ματιού, η κουτοπονηριά να θεωρείς ότι το κράτος και ο καπιταλισμός θα πιαστούν μαλάκες και θα σου χαρίσουν το σκοινί που θα τους κρεμάσεις, το να ελπίζεις σε «νομιμοποίηση» και δυνατότητα «να ακουστεί η φωνή» χωρίς έμπρακτη δήλωση μετάνοιας (και αυτό να παρουσιάζεται σαν κοινωνική κατάκτηση) μπορεί να φέρει μόνο γραφικότητα και αναξιοπιστία ειδικά αν «σε παίρνουν οι κάμερες».

 

 

Σημειώσεις:

 

     α) «…  Ο αναρχισμός διαθέτει ένα τεράστιο πλεονέκτημα σε σχέση με όλες τις άλλες ιδεολογίες. Αυτό συνίσταται στο εξής: η οικουμενικότητα του δεν πηγάζει από μια αρχική ιδιαιτερότητα, αλλά από τη μοναδική οικουμενικότητα που είναι δυνατή στην πραγματικότητα: την επιδίωξη της πλήρους εξάλειψης της κυριαρχίας. Γιατί είναι αυτή η μοναδική δυνατή οικουμενικότητα; Μα είναι προφανές: γιατί η εξουσία, (και πώς θα μπορούσε να συνέβαινε διαφορετικά), είναι αυτή που διαιρεί. Επειδή η διαίρεση που δημιουργεί η εξουσία είναι ανυπέρβλητη, να γιατί ευκαιριακά η δεξιά και η αριστερά καταλήγουν να συμπίπτουν σε μία πλευρά, ακριβώς στη θεωρητική πλευρά που εκπροσωπεί, ρεαλιστικά, τη γνώση της αδυναμίας αυτής της υπέρβασης. Τα υπόλοιπα (και αυτή η συζήτηση έχει σημασία κυρίως για την αριστερά, αφού η δεξιά ταυτίζεται σχεδόν με την εξουσία) είναι σκέτη “ιδεολογία”. Ο αναρχισμός, απεναντίας, ξεκινώντας άμεσα από τη συστατική αρχή της ελευθερίας (άρνηση της εξουσίας) δεν φτάνει σ' ένα παρόμοιο αδιέξοδο, δηλαδή ξεφεύγει από μια τέτοια αξιωματική θεώρηση της πολιτικής…» Νίκο Μπέρτι

 

     β) «… Ένας αναρχικός που ικανοποιείται με τον περιορισμό των εξουσιών και εγκαταλείπει την ιδέα της κατάργησης του κράτους και της ατομικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής, ένας αναρχικός που αποδέχεται να απολαμβάνει κάποιος μόνο τα αγαθά του και τη μικρή του ατομική ευτυχία, διάγοντας μια άνετη ζωή, ένας αναρχικός, λέω, που αποδέχεται τα όρια τα οποία του επιβάλλει το εδραιωμένο σύστημα, δεν είναι αναρχικός, αλλά φιλελεύθερος. Και δε θα υπάρξει μια «σχιζοφρενική συνείδηση» που να μπορεί να τον σώσει.

Ο αναρχικός που εγκαταλείπει την ιδέα της επανάστασης γίνεται, είτε το θέλουμε είτε όχι, ένας «φίφις», όπως τον αποκαλούν στη Γαλλία (φί-φις: φιλελευθερο-φιλελευθεριακός…»   Εντουάρντο Κολόμπο

 

      γ) 1. «… Είναι, όμως, εξίσου γελοίο και αντίθετο με το σκοπό μας ότι όσοι δεν συμμερίζονται τις απόψεις μας έχουν το δικαίωμα να μας εμποδίζουν όσον αφορά την έκφραση της θέλησής μας –εφόσον βέβαια, δεν τους αρνούμαστε το δικαίωμα στην ίδια την ελευθερία που απολαμβάνουμε εμείς.Ελευθερία, επομένως, για όλους. Ελευθερία να προπαγανδίζουν στην πράξη τις ιδέες τους, χωρίς κανέναν περιορισμό πέρα απ’ το πολύ φυσικό γεγονός ότι θα πρέπει να εξασφαλίζεται η ελευθερία για όλους.

 

     Σ’ όλα αυτά, όμως, αντιτίθενται –και μάλιστα με κτηνώδη βία - εκείνοι που επωφελούνται από τα υφιστάμενα προνόμια, εκείνοι που σήμερα κυριαρχούν κι επιβάλλουν το έλεγχό τους σ’ όλη την κοινωνία.  Αντίσταση λοιπόν! Και ώσπου να έρθει η ημέρα που θα καταστεί εφικτή η πραγμάτωση αυτών του σκοπών θα παλεύουμε με τη συνεχή  προπαγάνδιση των ιδεών μας.

Οργάνωση των λαϊκών δυνάμεων.  Αδιάκοπος αγώνας, βίαιος ή μη βίαιος ανάλογα με τις συνθήκες, ενάντια στην κυβέρνηση και ενάντια στην τάξη των αφεντικών για να κατακτήσουμε όσο γίνεται περισσότερη ελευθερία και ευημερία για όλους…».   Ερρίκο Μαλατέστα.

        

      γ)   2.  «…Τόσο η θωριά όσο και η πρακτική του αναρχισμού αποκτούν νόημα μονό όταν είναι επαναστατικές. Αλλά η διάκριση που συνήθως γίνεται από τους αναρχικούς, ανάμεσα σε επαναστατικές και ρεφορμιστικές ενέργειες, στη βάση της είναι αντιφατική: θεωρούνται επαναστατικές οι βίαιες ενέργειες, και ρεφορμιστικές οι ειρηνικές. Όμως αυτός ο διαχωρισμός δεν λαμβάνει υπ’ όψει του, τα αποτελέσματα αυτών των ενεργειών, Είναι αναγκαίο να ξεπεράσουμε αυτή την περιορισμένη οπτική, και να εξετάσουμε τις μεταβολές που μπορεί να φέρει στην κοινωνία μια συγκεκριμένη πράξη, ανεξάρτητα αν είναι βίαιη ή ειρηνική.

 

Επομένως, πιστεύω ότι είναι καλύτερο να εγκαταλειφθεί αυτός ο διαχωρισμός με σεβασμό στις ενέργειες του ατόμου, αφού κάτι τέτοιο μας επιτρέπει να εκτιμήσουμε την ικανότητα ενός συνόλου ενεργειών, βίαιων και μη βίαιων, να προκαλέσουν ριζοσπαστικές αλλαγές στην κοινωνία.

 

Το πιο σημαντικό πράγμα είναι να κατανοήσουμε ποιες ενέργειες είναι δυνατόν να υπερνικήσουν την «αντίσταση» του παρόντος κοινωνικού μορφώματος. Πως μπορούν να δημιουργήσουν πρόβλημα στο σύστημα, όπως επίσης και να ξεκινήσουν μια διαδικασία που θα συμβάλλει στη δημιουργία μιας ελευθεριακής κοινωνίας. Το πρόβλημα σήμερα είναι να ανακαλύψουμε την ισορροπία ανάμεσα στην «επαναστατική» και τη «ρεφορμιστική» πρακτική, στοχεύοντας μέρα με τη μέρα, στη ριζοσπαστική αλλαγή. Αν δεν μπορέσουμε να πετύχουμε κάτι τέτοιο, ο αναρχισμός σήμερα είναι καταδικασμένος να παραμείνει ένα κίνημα για τη διάχυση των ιδεών, χωρίς καμιά ουσιαστική επίδραση στην κοινωνία, και επιπλέον με τα χαρακτηριστικά μιας μικρής αίρεσης…» Χορστ Στογουασερ.

 

      δ) Εισαγωγή από την μπροσούρα, John Clark, «Μαρξ, Μπακούνιν και κοινωνικός μετασχηματισμός», εκδ. Άρδειν

 

 

 

 

Το βρώμικο ΄89

 

Απόσπασμα από την μπροσούρα  της Αυτόνομης Δράσης, «Εκλογές ΄89 – Η παράσταση άρχισε»(1)

 

     «…Στις φετινές εκλογές τείνει να προωθηθεί μια νέα τεχνοκρατική στρατηγική, αυτή της «συμμετοχικής δημοκρατίας» όπως την ονομάζει η δεξιά (συμμετοχή, πριμ παραγωγικότητας, δικτατορία των κομμάτων και των μαζικών φορέων και οργανώσεων), ενώ σε πολιτικό επίπεδο προωθείται ένα σύστημα ετεροδιαχείρισης, δηλαδή «εναλλακτικές» τακτικές διαχείρισης ασφυκτικά εγκλωβισμένες στα πλαίσια και τις επιταγές του κεφαλαίου και η ταυτόχρονη περιθωριοποίηση του λαού και η διαμεσολάβηση των συμφερόντων του από τους γραφειοκράτες, τους εργατοπατέρες και τις συντεχνίες.

Τα αριστερά κόμματα δεν ξεφεύγουν καθόλου από αυτή την τακτική και αντίληψη. Το ΚΚΕ και η ΕΑΡ, μέσα από το Συνασπισμό επισημοποιούν την πολιτική του ιστορικού συμβιβασμού και της δεξιάς στροφής, ενώ δίνουν εγγυήσεις στο κεφάλαιο ότι θα είναι οι καλοί και φρόνιμοι διαχειριστές της εκούσιας βάση τους αστικούς κανόνες και νόμους.

Τα όποια τους επιχειρήματα στηρίζονται σε μικροαστικά, ηθικολογικά κριτήρια περί «εγγυήσεων τιμιότητας» και «φερεγγυότητας». Ο λόγος τους είναι πολιτικάντικος και τεχνοκρατικός, έξω από τα πραγματικά προβλήματα, τις ανάγκες και τις επιθυμίες των προλετάριων, είναι ένα ιδεολογίστικο ανακάτεμα σοσιαλδημοκρατικών αναλύσεων και θέσεων.

Η πολιτική του Συνασπισμού επιχειρεί να υποτάξει το λαό στις επιλογές του, να τον ενσωματώσει στο σύστημα, να τον χειραγωγήσει, να καπελώσει και να πνίξει κάθε αυτόνομη επαναστατική κίνηση, μη ξεφεύγοντας απ΄ το αστικό δίπτυχο «ασφάλεια θεσμική – ανάπτυξη οικονομική». Οικειοποιείται έντεχνα κάθε ριζοσπαστική έννοια και τη διαστρεβλώνει(άμεση δημοκρατία, αυτοδιαχείριση κλπ.) για να ελέγξει κυρίως τους νέους και να παροπλίσει κάθε ριζοσπαστική ομάδα ή κίνηση μπλοκάροντας τις διαδικασίες για ένα αυτόνομο επαναστατικό κίνημα.

Σε όλες τις σφαίρες της πολιτικής κατάστασης, τόσο της εσωτερικής όσο και της εξωτερικής (ΕΟΚ, ΝΑΤΟ, υπερδυνάμεις) επιχειρείται μια επίκληση επί του «ρεαλιστικού» για να συγκαλύψει τις διαθέσεις της πολιτικής γραφειοκρατίας του ΚΚΕ και της ΕΑΡ στη διαχείριση και ορθολογικοποίηση του συστήματος και μη αμφισβήτηση της ηγεμονίας των υπερδυνάμεων. Φυσικά αφού δεν έχουν τι να πουν στους εργαζόμενους  για τον «υπαρκτό σοσιαλισμό», είναι προτιμότερο να μιλήσουν για τον «υπαρκτό καπιταλισμό». Από τη μεριά του ΚΚΕ δεν ομολογείται ο ιστορικός συμβιβασμός του γιατί αυτή την περίοδο της ιστορικής διάψευσης του μπολσεβικισμού (όχι φυσικά της Οκτωβριανής επανάστασης) ξεπερνιέται ο ρόλος του στην ελληνική κοινωνία σαν δύναμη εξέλιξης και ριζοσπαστικής χειραφέτησης.

Με αυτό τον τρόπο επιχειρείται η μεταστροφή της κοινωνικής βάσης που ελέγχει σε κατεύθυνση σοσιαλδημοκρατικής αντιπολίτευσης και μέσα από το δίπτυχο»ασφάλεια θεσμική-ανάπτυξη οικονομική», προσπαθούν να πείσουν ότι οι ανάγκες της πολιτικής και τεχνοκρατικής γραφειοκρατίας σε επίπεδο ηγεσίας είναι ο αναγκαίος όρος για το μετασχηματισμό της κοινωνίας μας προς το σοσιαλισμό, αποκρύβοντας φυσικά, ότι ο σοσιαλισμός γι΄ αυτούς σημαίνει την αναρρίχησή τους στην πυραμίδα της εξουσίας, της ιεραρχίας και της κυριαρχίας.

Απ΄ αυτή τη σκοπιά το δίπτυχο «ασφάλεια θεσμική-ανάπτυξη οικονομική», δε διαφοροποιείται από κόμμα σε κόμμα, παρά μόνο στις λεπτομέρειες του. Και ενώ κυριαρχεί αυτή την περίοδο ένας κοινωνικός ρεφορμισμός χωρίς να έχουν δημιουργηθεί οι συνθήκες από την πλευρά των κοινωνικών υποκειμένων για ένα συγκροτημένο ριζοσπαστικό λόγο και πρακτική στα ζητήματα και προβλήματα που αφορούν το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας, το ζήτημα της θεσμικής ασφάλειας από τους εξουσιαστές στους εξουσιαζόμενους και της οικονομικής ανάπτυξης από τους εκμεταλλευτές στους εκμεταλλευόμενους είναι πάντα επίκαιρο και άμεσο, όσο αναγκαία  και επίκαιρη είναι στις μέρες μας η ανατροπή του.

 

 

Σημείωση

 

   1) Το 89 έχει συγκροτηθεί ο Συνασπισμός της Αριστεράς στον οποίο συμμετέχουν το ΚΚΕ, η ΕΑΡ και διάφορες διασπάσεις του ΚΚΕ Εσωτερικού και του Ρήγα. Από την άλλη διάφορα αριστερίστικα σχήματα έχουν δημιουργήσει την ΕΑΣ (Εναλλακτική Αντικαπιταλιστική Συσπείρωση) όπου κατεβαίνουν σε διάφορες εκλογικές συγκεντρώσεις με μαυροκόκκινες σημαίες και μέσα στο πρόγραμμα τους προσπαθούν να εντάξουν όλες τις καμπάνιες, κοινωνικούς αγώνες των αντιεξουσιαστών-αναρχικών σαν δικές τους (κάτι που θα προσπαθήσει και το ΣΥΡΙΖΑ την επόμενη περίοδο). Η δεξιά με τον Μητσοτάκη περνάει τη νεοφιλελεύθερη καμπάνια της για το λεγόμενο «λιγότερο κράτος» ή το «μη κράτος» και οι αναρχικοί αδυνατούν να απαντήσουν συλλογικά σε αυτή την καμπάνια, όχι μόνο πρακτικά αλλά και πολιτικά.

 Δυο εκλογικές αναμετρήσεις δεν μπόρεσαν να δώσουν κυβέρνηση πλειοψηφίας ούτε στη Νέα Δημοκρατία ούτε στο ΠΑΣΟΚ. Τότε αποφασίζεται ο σχηματισμός οικουμενικής κυβέρνησης με τη συμμετοχή όλων των κομμάτων και πρωθυπουργό το Ζολώτα.

      Η αναφορά στο ‘89 γίνεται για να πληροφορηθούν οι νεότεροι σύντροφοι τα τεκταινόμενα εκείνης της περιόδου. Το ΠΑΣΟΚ έχει χάσει τη σοσιαλιστική του εκδοχή από το ’84 επιβάλλοντας μέτρα λιτότητας και νέας εισοδηματικής πολιτικής. Στο πεδίο της καταστολής επιχειρεί με τις λεγόμενες «επιχειρήσεις αρετής» να τρομοκρατήσει ιδιαιτέρα τη νεολαία για να προλάβει εξεγερτικές διαθέσεις. Σε αυτές τις εξεγερτικές διαθέσεις έπαιξαν ρόλο οι αναρχικοί και κάποιοι αριστεριστές δεδομένου ότι αρκετά μπλοκ των αριστεριστών είχαν απορροφηθεί μέσα στο ΠΑΣΟΚ (ΕΚΕ, Β’ Πανελλαδική κλπ).

     Το επιστέγασμα αυτής της πολιτικής ήρθε με τη δολοφονία του Μιχάλη Καλτεζά και επισφραγίστηκε με μια λαϊκίστικη σοσιαλπατριωτική ρητορική δημιουργώντας από την άλλη τους αγανακτισμένους πολίτες του Κουτσόγιωργα (υπουργός του ΠΑΣΟΚ – κεντρώος) και μετέπειτα Αυριανιστές (πρασινοφρουροί). Εκείνη την εποχή αρκετοί σύντροφοι από τις περασμένες δεκαετίες έχοντας μια συναισθηματική σχέση με την αριστερά και την αριστερά του ΠΑΣΟΚ (λόγω αντιδικτατορικού αγώνα) δεν μπορούν να σπάσουν τον ομφάλιο λώρο μαζί τους. Μονό εμείς οι νεαρότεροι αναρχικοί αντιστεκόμαστε έμπρακτα σε αυτή την κατάσταση (από τις φυλακές μέχρι τα ψυχιατρεία, από την κρατική καταστολή μέχρι την αντικουλτούρα, την οικολογία και τα κοινωνικά και εργασιακά δικαιώματα.

Το καλοκαίρι του ΄89, γίνεται η υπέρβαση και η Αριστερά σχηματίζει  κυβέρνηση «συνεργασίας» με τη Δεξιά με πρωθυπουργό το Τζανετάκη και οδήγησαν τον Ανδρέα Παπανδρέου στο Ειδικό Δικαστήριο για το σκάνδαλο Κοσκωτά. Εντωμεταξύ, αναλαμβάνει τη διεξαγωγή ομαλών διαδικασιών για την επόμενη εκλογική αναμέτρηση, που γίνεται στις αρχές του ΄90, όμως δε σχηματίζεται πάλι κυβέρνηση και δημιουργείται η οικουμενική κυβέρνηση, με συμμετοχή αυτή τη φορά  και του ΠΑΣΟΚ.

Η οικουμενική, βρίσκει αντίσταση μόνο από τους αναρχικούς-αντιεξουσιαστές και λίγους αριστεριστές. Στη συγκυβέρνηση αυτή συμμετέχει με υπουργούς και ο Συνασπισμός (δηλαδή ΚΚΕ, ΕΑΡ, ΚΚΕ Εσωτερικού κλπ). Έχει σημασία αυτή η αναφορά γιατί η κοινωνική συναίνεση που δημιούργησε αυτή η εποχή έχει τις συνέπειες της μέχρι σήμερα.

Στα κείμενα και στις αφίσες μας προσπαθήσαμε να σπάσουμε αυτή τη συναίνεση: «Συγκυβερνάει το αφεντικό με τον εργάτη; Ο Δήμαρχος με το σκουπιδιάρη; Ο διευθυντής με το διευθυνόμενο; Μήπως έχουμε φτάσει σε μια κοινωνία οικουμενικά δίκαιη;». Αυτή λίγο-πολύ ήταν η καμπάνια μας.

 Βάλαμε στη μεγάλη κατάληψη στο Πολυτεχνείο τον Ιανουάριο του ’90 την προοπτική ανατροπής αυτής της οικουμενικής κυβέρνησης και ήταν ρεαλιστική αυτή η προοπτική.  Κάτι φυσικά που δεν εισακούστηκε γιατί ο χώρος είχε τα όρια του και αυτό το ζήτημα δυστυχώς τον ξεπερνούσε. Αυτή η κατάληψη με αφορμή την αθώωση του Μελίστα, δολοφόνου του Καλτεζά, κατάφερε να συνδεθεί με εργατικούς χώρους όπως με τους εργάτες της κλωστοϋφαντουργίας Αιγαίου που βρισκόταν σε κατάληψη, την Πειραϊκή-Πατραϊκή στην Πάτρα κ.α. καθώς και με τις μαθητικές καταλήψεις.

Επειδή αυτή η κατάσταση προκαλούσε μεγάλο πρόβλημα στην Οικουμενική Κυβέρνηση και δεν μπορούσε άμεσα να κατασταλεί κάλεσαν τη ΓΣΕΕ με πρόεδρο τον Κανελλόπουλο να κάνει συγκέντρωση έξω από το Πολυτεχνείο με στόχο να χτυπήσει την κατάληψη, κάτι που απέτυχε, και συγκεντρώθηκαν 200 άτομα εγκάθετοι των κομμάτων.

Αργότερα αυτή η κατάληψη εκφυλίστηκε από μέσα. Μετά από λίγο η Οικουμενική Κυβέρνηση κατέρρευσε και το ΚΚΕ έφυγε από το Συνασπισμό.

Δίνουμε ντοκουμέντα από αυτή την εποχή σε μορφή .pdf γιατί είναι άγνωστα στους νεότερους συντρόφους και σαμποταρίστηκαν από διάφορα αναρχικά αρχεία.

Η πρώτη: Είναι μπροσούρα από το Πολυτεχνείο του ’88 μεσουρανούντος του σκανδάλου Κοσκωτά για να διαπιστώσετε ποιοι έβαλαν πρώτοι το ζήτημα του τέλους της μεταπολίτευσης.

Η δεύτερη: Είναι ένα κάλεσμα για ενιαίο αντιεκλογικό μέτωπο των αναρχικών σε εκείνη τη συγκυρία, κάτι που δεν ευδοκίμησε.

Η τρίτη: Είναι η μπροσούρα που εκδώσαμε δυστυχώς μόνοι μας για τις εκλογές του ’89 σε 1500 αντίτυπα και μοιράστηκε στις περιοχές μας (Δραπετσώνα-Κερατσίνι-Λιόσια, τότε δεν υπήρχαν τα «δυτικά») Μη φανταστείτε ότι ήμασταν, μαζί και ο γραφών, καμιά πολυμελής ομάδα, δέκα άτομα όλα κι όλα με ηλικίες από 20–28 χρονών , εργάτες και φοιτητές.

Όποιος ενδιαφέρεται για επικοινωνία στη βάση ότι η κοινωνική αναρχία μπορεί και πρέπει να κάνει την υπέρβαση και να γίνει πλειοψηφικό ρεύμα στο χώρο, μέσα από προταγματικές προοπτικές και ελευθεριακές δομές οργάνωσης ας επικοινωνήσει. mar_kater@yahoo.gr

από @ 06/01/2015 1:05 μμ.


ΕΝΑ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ 1988 (Το τέλος της μεταπολίτευσης)

https://athens.indymedia.org/post/1105090/

 

Αυτόνομη Δράση ν.3  Μάης 1989

Πρόκειται για την προσπάθεια ανάλυσης  (μια από της πρώτες που έγιναν από αναρχική ομάδα),της ελληνικής κοινωνίας το 1989, με αφορμή της επικείμενες εκλογές, που έφεραν στο προσκήνιο την οικουμενική κυβέρνηση αριστερών, κομουνιστών και δεξιών με πρωθυπουργό τον Ζολώτα. Προσπαθήσαμε να δημιουργήσουμε μέτωπο με όλους τους αναρχικούς ενάντια σε αυτή την κατάσταση αλλά τελικά δεν απέδωσε.

 

http://www.black-tracker.gr/details.php?id=508

 

O σχολιασμός έχει απενεργοποιηθεί.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License