Από τα ξερονήσια του Μεταξά, στο απόσπασμα των ναζί

Την ίδια ώρα, που στα πεδία των μαχών της Βορείου Ηπείρου ή, αργότερα, στα βουνά της ελεύθερης Ελλάδας οι Ελληνες έγραφαν σελίδες δόξας πολεμώντας τις στρατιές του Μουσολίνι και του Χίτλερ, οι πολιτικοί κρατούμενοι έδιναν τον δικό τους αγώνα στις φυλακές και τις εξορίες.

Τα όσα συνέβησαν εκεί, αποτελούν μια σχετικά άγνωστη πτυχή της σύγχρονης Ιστορίας. Δεν πρόκειται για τη δράση φημισμένων στρατηγών και καπεταναίων, αλλά για τη συμβολή στον αντιφασιστικό, πατριωτικό αγώνα απλών ανθρώπων του καθημερινού μόχθου.

Οι πολίτες αυτοί βρίσκονταν δεσμώτες στα νησιά της άγονης γραμμής του Αιγαίου από τα χρόνια της μεταξικής δικτατορίας. Με την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου ζήτησαν ομαδικά να καταταγούν στον στρατό και να σταλούν στην πρώτη γραμμή του μετώπου για να πολεμήσουν τον εισβολέα. Το καθεστώς αρνήθηκε. Και σαν να μην έφτανε αυτό, όταν κατέρρευσε το μέτωπο, την άνοιξη του 1941, παρέδωσε τους κρατούμενους αντιπάλους του στα στρατεύματα των κατακτητών.

Οι περισσότεροι απ όσους δεν κατάφεραν να δραπετεύσουν, κατέληξαν στις φυλακές του Χαϊδαρίου, του Χατζηκώστα και του Αβέρωφ για να εκτελεστούν στην Καισαριανή τον Απρίλιο ή τον φοβερό Μάιο του 1944.

Τα νησιά, που χρησιμοποιήθηκαν ως τόποι εξορίας εκείνα τα δύσκολα και ηρωικά χρόνια, είναι λίγο-πολύ γνωστά: Αϊ-Στράτης, Ανάφη, Φολέγανδρος, Κίμωλος, Νιος, Αμοργός, Γαύδος. Το νησί που δεν αναφέρεται συχνά, είναι η Τζια. Κι όμως χρησιμοποιήθηκε από τους Ιταλούς ως στρατόπεδο συγκέντρωσης το 1943. Εκεί απομόνωσαν για μερικούς μήνες εξόριστους, που οι περισσότεροι προέρχονταν από την Ανάφη.

Το θέμα φέρνει στην επικαιρότητα το γεγονός ότι πριν από μερικούς μήνες παραδόθηκε στο Ιστορικό Αρχείο του ΚΚΕ μια σειρά αντιτύπων της χειρόγραφης εφημερίδας «Αντιφασίστας» που, άγνωστο πώς, είχαν φυλαχτεί στη Τζια για περισσότερα από 60 χρόνια.

Ο «Αντιφασίστας» ήταν η εφημεριδούλα που έβγαζαν οι εξόριστοι της Ανάφης από τα χρόνια της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου. Κατά τη μεταγωγή τους στη Τζια κατάφεραν να πάρουν μαζί το αρχείο.

Στο μοίρασμα που έγινε μετά την κατάληψη της Ελλάδας από τις δυνάμεις του Αξονα, οι Γερμανοί πήραν τα μεγάλα νησιά του Αιγαίου, όπως τη Μυτιλήνη, τη Χίο τη Σάμο. Τις Κυκλάδες τις άφησαν στους Ιταλούς, που ήδη από τον Α Παγκόσμιο Πόλεμο είχαν και τα Δωδεκάνησα.

Τον Ιούνιο του 1943 οι Ιταλοί αποφάσισαν να συγκεντρώσουν σε ένα στρατόπεδο τους εξόριστους, που είχαν απομείνει στα ξερονήσια και δεν είχαν πεθάνει από τη μεγάλη πείνα του 1942-1943 ή δεν είχαν καταφέρει να δραπετεύσουν τα πρώτα χρόνια της κατοχής. Διάλεξαν να δημιουργήσουν ένα είδος στρατοπέδου συγκέντρωσης στη Τζια, το νησί των Δυτικών Κυκλάδων που βρίσκεται ακριβώς απέναντι από την Αττική.

Στις 6 Ιουνίου 1943 ένα επιταγμένο από Ιταλούς καϊκι περνά από την Ανάφη και μαζεύει τους 70 εξόριστους που βρίσκονταν ακόμα εν ζωή. Ηταν 68 άνδρες και δύο γυναίκες. Ανάμεσά τους συγκαταλέγεται και ο Τάσος Αποστολίδης, ένας εργάτης από την Αθήνα, προικισμένος σκιτσογράφος. Αυτός ήταν που εικονογραφούσε τον «Αντιφασίστα».

Κυκλοφορούσε παντού με ένα μπλοκ ζωγραφικής και ένα μολύβι στο χέρι, έτοιμος να σκιτσάρει κάθε στιγμιότυπο της ζωής στην εξορία. Εκτελέστηκε κι αυτός στην Καισαριανή τον Απρίλιο του 1944.

Απ' την Ανάφη το καϊκι κατευθύνθηκε στην Αμοργό, απ όπου πήρε τους δύο εξόριστους που παρέμεναν στο νησί.

Στη Νιο υπήρχε μόνο μία εξόριστη γυναίκα, που την πήρε κι αυτή. Στη Φολέγανδρο επιβιβάστηκαν επτά. Ετσι οι 80 κρατούμενοι του Αρχιπελάγους μεταφέρθηκαν στη Τζια, την Κέα των αρχαίων Ελλήνων.

Η Τζια έχει έκταση 103 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Τη δεκαετία του 1940 αριθμούσε περίπου 6.500 κατοίκους. Το έδαφός της είναι ορεινό και δεν έχει κάμπους. Ομως οι φιλόπονοι κάτοικοί της μετέτρεψαν τις βουνοπλαγιές σε καλλιεργήσιμες εκτάσεις.

Εφτιαξαν τεράστιες πεζούλες, για να δημιουργήσουν αμπελώνες, λαχανόκηπους και χώρους για σπαρτά.

120 κρατούμενοι
Μαζί με τους 80 αντιφασίστες από τα Κυκλαδονήσια, οι Ιταλοί έφεραν στην Τζια και 40 Σαμιώτες. Ετσι ο αριθμός των ομήρων που συγκεντρώθηκαν στο νησί, έφτανε συνολικά τους 120.

Οι Σαμιώτες δεν ήταν όλοι κομμουνιστές ή αριστεροί. Ανάμεσά τους βρίσκονταν ένας συνταγματάρχης της Χωροφυλακής ονόματι Σπανόπουλος, ένας ταγματάρχης Πεζικού, ο Παρασχάκης, και ένας τελώνης.

Οι Ιταλοί χώρισαν τους δεσμώτες τους σε δύο ομάδες. Τους 40 Σαμιώτες τους εγκατέστησαν στη Μονή Δάφνης και ζούσαν χωριστά. Τους 80 Κυκλαδίτες τους εγκατέστησαν προσωρινά στον όρμο της Μονής Καστριανής (Καστρί) και στη συνέχεια τους μετέφεραν στην κωμόπολη της Τζιας, όπου στεγάστηκαν σε άδεια σπίτια.

Στην αρχή οι Ιταλοί θέλησαν να γκετοποιήσουν τους κρατούμενους, να τους κρατήσουν μακριά από τον ντόπιο πληθυσμό. Για τον λόγο αυτό διέδωσαν ότι πρόκειται για επικίνδυνους εγκληματίες, με τους οποίους κανείς δεν πρέπει να έχει επαφή.

Αυτό, όμως, γρήγορα έσπασε και οι εξόριστοι έγιναν δεκτοί από τους εργατικούς και φιλοπρόοδους Κείους.

Το αντάρτικο έχει δυναμώσει στην Ελλάδα και σ' όλη την κατεχόμενη Ευρώπη. Τα συμμαχικά στρατεύματα προέλαυναν στα μέτωπα. Ομως ελάχιστα απ αυτά γνωρίζουν οι εγκλωβισμένοι στην Τζια. Ο κατακτητής τούς έχει απαγορεύσει την αλληλογραφία, την ανάγνωση εφημερίδων και την ακρόαση ραδιοφώνου.

Τα νέα που έρχονται από τον έξω κόσμο είναι ελάχιστα. Ωσπου ένα πρωινό σαν βόμβα έσκασε το νέο: Οι Ιταλοί συνθηκολόγησαν.

Ηταν 6 Σεπτεμβρίου 1943. Το ανέλπιστο τρανταχτό νέο, ότι ο Μπαντόλιο υπέγραψε την παράδοση της Ιταλίας, συγκλονίζει την ομάδα των εξορίστων, όπου ξεσπάει ένας πανζουρλισμός από φωνές και τραγούδια.

Στις καρδιές των κρατουμένων ξαναφτερουγίζουν οι ελπίδες για απελευθέρωσή τους.

Το γραφείο της ομάδας θέτει το ζήτημα στη διοίκηση των Ιταλών της Τζιας, που έμοιαζε περισσότερο να τάσσεται στο πλευρό των συμμάχων παρά με τους Γερμανούς.

Ο διοικητής τηλεγραφεί στους προϊσταμένους του στη Σύρα και ζητεί οδηγίες για την τύχη των εξορίστων. Η απάντηση που έρχεται είναι ξερή, αλλά θετική. «Να αφεθούν ελεύθεροι όλοι οι πολιτικοί κρατούμενοι».

Να φύγουν! Είναι μια κουβέντα, αφού καϊκια δεν υπάρχουν. Οι Ιταλοί τους παραχωρούν μια μικρή βενζινάκατο, αλλά πού να χωρέσει 120 ψυχές.

Επισκευάζουν και ένα παροπλισμένο παλιοκάικο, που βρίσκεται παρατημένο από καιρό στη στεριά. Και με το νέο αυτό πλεούμενο, πάλι δεν χωράνε να φύγουν όλοι μαζί.

Ομως η τύχη είναι προσωρινά τουλάχιστον με το μέρος τους. Ενα ξένο μικροκάικο μπαίνει ξαφνικά στο λιμάνι. Καταφέρνουν τον καπετάνιο να τους το ναυλώσει.

Μεσάνυχτα, 9 προς 10 Σεπτεμβρίου, τα καϊκια και η βενζινάκατος σαλπάρουν κατάφορτα από τους λαϊκούς αγωνιστές. Μόνο δύο «Αναφιώτες» ξέμειναν πίσω, γιατί δεν κατάφεραν να είναι την ώρα που έπρεπε στο λιμάνι.

Το τραγικό και μοιραίο λάθος του γραφείου της ομάδας των πολιτικών κρατουμένων ήταν ότι πήρε απόφαση να μην κατευθυνθούν προς την κοντινή ακτή της Αττικής, αλλά να βάλουν πλώρη για τη Σύρα. Σκέφτηκαν, ίσως, ότι από εκεί προερχόταν το τηλεγράφημα για την απόλυσή τους. Ναι, αλλά το τηλεγράφημα ήταν ιταλικό και ήδη οι Γερμανοί αντικαθιστούσαν του Ιταλούς σε όλη τη χώρα.

Πρωί, 10 Σεπτεμβρίου, φτάνουν στην Ερμούπολη. Με το που ξεμπαρκάρουν, οδηγούνται με φορτηγά στα Λαζαρέτα, τις φυλακές της πόλης.

Οι Γερμανοί αφήνουν ελεύθερες τρεις γυναίκες, που βρίσκονταν μεταξύ των πολιτικών κρατουμένων. Ετσι γλιτώνουν το εκτελεστικό απόσπασμα.

Η γερμανική δύναμη φορτώνει τους υπόλοιπους σ' ένα καράβι με προορισμό τον Πειραιά.

Στο Πασαλιμάνι τους βάζουν σε κλούβες και τους πάνε γραμμή στις φυλακές Αβέρωφ. Εκεί, αφού διώχνουν τους Σαμιώτες ως απλούς κρατουμένους των Ιταλών, στέλνουν τους παλιούς πολιτικούς εξόριστους στο Χαϊδάρι, μελλοθάνατους.

Στις 8 Απριλίου 1944 μεταφέρονται από το στρατόπεδο Χαϊδαρίου στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής και εκτελούνται 48 πατριώτες.

Οι 20 είναι από τους παλιούς κρατούμενους της Τζιας. Τα ονόματά τους: Καραγκάνης, Χατζηγιάννης, Τζακίδης, Γεωργούλας, Μανάσης, Λάππας, Αναγνωστόπουλος, Ντάβος, Καπεταναντώνης, Μπλέτσας, Αναγνώστου, Μαμίτσης, Ιατρού, Σιβετίδης, Παπαδημητρίου, Νταβέλης, Ιωαννίδης, Σαλμάς, Κούβαρης, Γιαννόπουλος.

Την Πρωτομαγιά του 1944 εκτελέστηκαν στην Καισαριανή οι 200 κομμουνιστές. Ανάμεσά τους ήταν 50 της Ανάφης και της Τζιας. Επεσαν μαζί με τους άλλους αδελφούς τους, Ακροναυπλιώτες και Φολεγανδρινούς, φωνάζοντας:

«Ζήτω η Ελλάδα! Ζήτω η Ελευθερία!» Μερικά από τα ονόματα: Λαζός, Βαγενάς, Βασσάλος, Αδαμίδης, Ραφτόπουλος, Σοφιανίδης, Πασχαλίδης, Λαμπριανίδης, Κακαλιός, Μελισσαρόπουλος, Αστυφίδης, Κατεγάρης, Κισσάς, Μανιαρίζης, Γερολυμάτος, Αποστολίδης, Καράσσος, Καρατζάς, Μαρκούσης, Καραγεώργης, Λαζαρίδης, Δημητριάδης, Αλμπάνης, Πατουχιάδης, Παρτανιάν, Χατζηαπταλίδης.

Και δυο λόγια για τους δύο, που είχαν ξεμείνει στη Τζια το βράδυ της αναχώρησης των εξορίστων.

Εζησαν λίγο καιρό στο νησί βοηθούμενοι από τους κατοίκους, ώσπου κάποιος τους πρόδωσε στους Γερμανούς. Στάλθηκαν κι αυτοί στις φυλακές Αβέρωφ για να μη γλιτώσουν ούτε κι αυτοί το μοιραίο. Τα ονόματά τους, Μηνάς και Κισσάς.

Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ «ΑΝΤΙΦΑΣΙΣΤΑΣ»
Οσο δύσκολες κι αν ήταν οι συνθήκες συμβίωσης στις εξορίες, η ενημέρωση και η εμψύχωση των πολιτικών κρατουμένων δεν έμπαινε σε δεύτερη μοίρα.

Οι εξόριστοι στην Τζια εξέδιδαν τη δικιά τους χειρόγραφη εφημερίδα. Ηταν ο «Αντιφασίστας», όργανο της Ομάδας Συμβίωσης Πολιτικών Εξόριστων Κέας. Το πρώτο φύλλο του εκδόθηκε τη Δευτέρα 26 Ιούλη 1943.

Χειρόγραφη εφημεριδούλα με το ίδιο όνομα εξέδιδαν οι κρατούμενοι και όταν βρίσκονταν στην Ανάφη. Τώρα στην Τζια διατήρησαν τον ίδιο τίτλο, αλλά από το δεύτερο φύλλο διεύρυναν τον κύκλο της συντακτικής ομάδας και με προερχόμενους από άλλα νησιά. Η αρθρογραφία της εφημερίδας είναι μαχητική:

«Ανοίγουμε το βιβλίο της ζωής της Ομάδας Συμβίωσης Πολιτικών Εξόριστων Κέας. Η πείρα, η πολύτιμη και πλούσια πείρα όλων των ομάδων των πολιτικών εξόριστων στα διάφορα νησιά των Κυκλάδων, και ιδιαίτερα της ομάδας της Ανάφης που πάλεψε μέσα στις πιο σκληρές συνθήκες της ταξικής πάλης, που έδωσε ολόκληρες δεκάδες ηρωικών νεκρών στον βωμό της επανάστασης και που αποτελεί τη σπονδυλική στήλη της ενιαίας ομάδας της Κέας, θα είναι ο καθημερινός βοηθός μας και ο φωτεινός οδηγός στην ολοκλήρωση εκείνου που αναλάβαμε ως επαναστάτες».

«Αυτή θα φωτίζει κάθε στιγμή σαν άσβεστος φάρος τη σκέψη μας και θα καθοδηγεί τα βήματά μας. Και η ζωή μας θα συνεχιστεί με τον ίδιο έντονο ρυθμό, βοηθώντας ο ένας τον άλλο, ανεβάζοντας σε υψηλότερο βαθμό το ιδεολογικό και πολιτικό μας επίπεδο και βαδίζοντας όλοι στον καινούργιο δρόμο που ανοίγεται μπροστά μας».

Η θεματολογία είναι πλούσια, όσο μπορεί κανείς να το πετύχει αυτό στις συνθήκες της απομόνωσης. Υπάρχει ξεχωριστή στήλη «κουλτούρα και υγιεινή».

Σ ένα άρθρο επισημαίνεται με έμφαση: «Αν πάρουμε υπόψη τις νέες συνθήκες ζωής που κάνουμε εδώ, αμέσως θα δούμε πως είναι γεγονός μια τάση προς το κουτσομπολιό. Αυτό αν είναι αναπόφευκτο σε ένα σύνολο που συναντιέται για πρώτη φορά ή ύστερα από χρόνια αποχωρισμού, μια και ενισχύεται επιπλέον από τον περιορισμός μας και την έλλειψη μορφωτικής και παραγωγικής απασχόλησης, όμως πρέπει και επιβάλλεται σε μας να το αντιμετωπίσουμε».

Δεν λείπουν και τα ιδεολογικού περιεχομένου σημειώματα με ειδικές αναφορές στον αρχειομαρξισμό και τον τροτσκισμό:

«Ολοι ξέρουμε από τις θέσεις της Κομμουνιστικής Διεθνούς, του κόμματός μας και από την πείρα του διεθνούς επαναστατικού κινήματος πως ο αρχειομαρξισμός, τροτσκισμός κ.τ.λ. είναι ο πιο λυσσασμένος εχθρός της επανάστασης. Αυτό το δειξε και στη χώρα μας που έπαιξε έναν ρόλο ολωσδιόλου ξετσίπωτο».

ΘΟΔΩΡΗΣ ΡΟΥΜΠΑΝΗΣ

http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=11424&subid=2&pubid=141256

από Λεκάτης-Καστανιώτης 26/10/2007 6:52 μμ.


"Στο μοίρασμα που έγινε μετά την κατάληψη της Ελλάδας από τις δυνάμεις του Αξονα, οι Γερμανοί πήραν τα μεγάλα νησιά του Αιγαίου, όπως τη Μυτιλήνη, τη Χίο, τη Σάμο. Τις Κυκλάδες τις άφησαν στους Ιταλούς, που ήδη από τον Α Παγκόσμιο Πόλεμο είχαν και τα Δωδεκάνησα".

Η Σάμος όπως επίσης η Ικαρία και οι Φούρνοι πέρασαν υπό ιταλική και όχι υπό γερμανική κατοχή. Η ιταλική κατοχή στη Σάμο κατα την οποία γεννήθηκε ένα πολύ δυαντό ένοπλο αντάρτικο κίνημα διήρκεσε μέχρι τη συνθηκολόγηση του Μπαντόλιο στις 6 Σεπτέμβρη 1943. Το νησί καταλήφθηκε από τους γερμανούς μετά από σφοδρούς αεροπορικούς βομβαρδισμούς και απόβαση στις 22 Νοέμβρη 1943.

Η σχετική προκήρυξη προς τους Σαμιώτες ανέφερε:

"Ερχόμεθα ως ελευθερωτές σας.
Μόνο όποιος υψώσει τα όπλα εναντίον μας θα εκμηδενισθή

Το Γερμανικόν Αρχηγείον"

Με τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής (999η μεραρχία) συντάχθηκε ένα ιταλικό τάγμα μελανοχιτώνων φασιστών.

Στο ένοπλο αντάρτικο κίνημα της Σάμου κατά τη γερμανική κατοχή που διήρκεσε μέχρι τις 22 Σεπτέμβρη 1944 συμμετείχαν εκτός από σαμιώτες αντιφασίστες, ιταλοί καθώς και γερμανοί αντιφασίστες λιποτάκτες.

Στις 5 Οκτώβρη 1944 παραδόθηκαν στο Βαθύ οι ιταλοί μελανοχίτωνες που είχαν εγκαταλειφθεί από τους γερμανούς κατά την αποχώρησή τους.

Από το βιβλίο του Κ. Πτίνη: ΧΡΟΝΙΑ ΚΑΤΟΧΗΣ, Συμβολή στην Ιστορία της Σάμου 1941-44

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License