Σοσιαλισμός-ταξική πάλη στη Σοβιετική Ένωση (1936-1953) (μέρος β')

Θέσεις τις Κίνησης για Ανασύνταξη του ΚΚΕ 1918-55 για το ζήτημα της οικοδόμησης του Σοσιαλισμού και αντίκρουση άλλων θεωριών-ρευμάτων. Τα 2 πρώτα μέρη βρίσκονται εδώ: http://athens.indymedia.org/front.php3?lang=el&article_id=828848 Το τρίτο μέρος εδώ: http://athens.indymedia.org/front.php3?lang=el&article_id=842861

Σοσιαλισμός-ταξική πάλη στη Σοβιετική Ένωση (1936-1953): αμφισβήτηση, παραποιήσεις και κατασυκοφάντησή του


4. «Αντιχρουστσοφικοί» ρεβιζιονιστές.

Η ολοκλήρωση της οικοδόμησης της οικονομικής βάσης του σοσιαλισμού-κομμουνισμού (= δυο μορφές σοσιαλιστικής ιδιοκτησίας: κρατική-συναιτεριστική) – μέσα από σφοδρότατη ταξική πάλη – επέβαλλε, ως γνωστόν, την ψήφιση του νέου Συντάγματος της χώρας που εγκρίθηκε απ’ το 8ο πανενωσιακό συνέδριο των Σοβιέτ το Δεκέμβρη του 1936.

Από τότε, αυτή η νέα περίοδος 1936-1940 δεν είναι μόνο η περισσότερο συκοφαντημένη απ’ τους ιμπεριαλιστές, τη σοσιαλδημοκρατία, τους τροτσικιστές και τους Τίτο-χρουστσοφικούς ρεβιζιονιστές αλλά είναι και η πιο – και μάλιστα σε ακραίο βαθμό – διαστρεβλωμένη απ’ τους διάφορους «αντιχρουστσοφικούς» δεξιούς οπορτουνιστές ιστορική περίοδος της Σοσιαλιστικής Σοβιετικής Ένωσης.

Δίπλα στ’ άλλα αντιμαρξιστικά ρεύματα και το νέο ρεβιζιονιστικό ρεύμα που εμφανίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του ΄60 με τη μορφή της αντισταλινικής «λαθολογίας», διαστρέβλωσε-διαστρεβλώνει τη μετά το ΄36 περίοδο του σοσιαλισμού στη Σοβ. Ένωση(τάξεις, αντιθέσεις, ταξική πάλη και Διχτατορία του Προλεταριάτου). Οι διάφορες αντισταλινικές «αντιχρουστσοφικές» ρεβιζιονιστικές Οργανώσεις αλλά και σφόδρα αντιζαχαριαδικές, όπως οι τρεις πρώτες (ΚΚΕ (μ-λ), Μ-Λ ΚΚΕ, ΚΟΕ, ΟΑΚΚΕ, ΕΚΚΕ κλπ.), διαστρεβλώνοντας κατάφορα αυτή την ιστορική περίοδο, επιτίθενται στο ΣΤΑΛΙΝ και τον κατηγορούν ότι τάχα «διακήρυξε πρόωρα το 1936…» πως «δεν υπήρχαν πια ανταγωνιστικές τάξεις στη Σ.Ε.», πως «υποτίμησε» ή «εγκατέλειψε» την «ταξική πάλη», πως «δεν υπάρχουν πια ανταγωνιστικές αντιθέσεις στην ΕΣΣΔ (θέση που αναίρεσε ο ίδιος λίγο πριν το θάνατό του)», πως «το βασικό λάθος αυτής της περιόδου είναι ότι από ένα σημείο και ύστερα υποτιμήθηκε το ζήτημα της ταξικής πάλης», πως «οι τάξεις στη Σ.Ε. έχουν εξαφανιστεί και η ταξική πάλη έχει τελειώσει, αν και αργότερα, αρχές της δεκαετίας του ΄50, η θέση αυτή ουσιαστικά αναιρείται», κλπ. κλπ..

Επιβάλλεται να γίνουν μερικές σύντομες αλλά βασικές παρατηρήσεις πάνω σε αυτές τις αντιμαρξιστικές απόψεις απ’ τη σκοπιά του επαναστατικού μαρξισμού δηλ. του Λενινισμού-Σταλινισμού, γιατί αυτές οι απόψεις προβάλλονται και «περνούν» για «μαρξισμός» ενώ διαστρεβλώνουν κατάφορα το μαρξισμό και το σπουδαιότερο: αποπροσανατολίζουν το επαναστατικό εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα, «μπολιάζοντάς» το με αστικο-ρεβιζιονιστικές απόψεις:

Πρώτο, ένας απ’ τους πρώτους και ο πλέον χονδροειδής μύθος είναι ο ψευδέστατος ισχυρισμός των ΕΚΚΕ - Μ-ΛΚΚΕ και του ΚΚΕ(μ-λ) ( αλλά και όλων των άλλων δεξιών οπορτουνιστών) ότι δήθεν ο ΣΤΑΛΙΝ απ’ τα μέσα της δεκαετίας του ΄30 «είχε»-διατύπωσε την «άποψη» ότι «οι ΤΑΞΕΙΣ στη Σ.Ε. έχουν εξαφανιστεί»: «από μια περίοδο και πέρα από τα μέσα της δεκαετίας του ΄30 επικράτησε η άποψη ότι οι τάξεις στη Σ.Ε. έχουν εξαφανιστεί και η ταξική πάλη έχει τελειώσει. Αν και αργότερα, αρχές της δεκαετίας του ΄50, η θέση αυτή ουσιαστικά αναιρείται, η επικράτησή της όμως για ένα διάστημα, υποβοήθησε την ανάπτυξη των νέων αστικών στοιχείων και αδυνάτισε τον ιδεολογικό αγώνα της εργατικής τάξης για την στερέωση της διχτατορίας του προλεταριάτου» (ΕΚΚΕ - Μ-ΛΚΚΕ: «Τα υλικά του 1ου Ενωτικού Συνέδριου, 3-5 Μάρτη 1984», σελ. 19). Το δε ΚΚΕ(μ-λ) εκτιμά- «πληροφορεί»: «χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της πρώτης σοσιαλιστικής χώρας της Σοβιετικής Ένωσης όπου το 1936 επίσημα, μέσα στο σοβιετικό Σύνταγμα αναιρείται ουσιαστικά η ταξική πάλη και συνεπώς η διχτατορία του προλεταριάτου… βέβαια ο ίδιος ο Στάλιν όταν έγραφε το 1952 τα «Προβλήματα οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ» έμμεσα και απαντώντας στον Γιαροσένκο έρχεται ν’ αναθεωρήσει τη θέση αυτή και να υποστηρίξει τη συνέχιση της ταξικής πάλης μέσα σε συνθήκες οικοδόμησης του σοσιαλισμού… τη στιγμή που για δυο δεκαετίες ίσχυε και προβάλλονταν επίσημα η ανυπαρξία των τάξεων και της πάλης ανάμεσά τους…» (ΚΚΕ(μ-λ): «Αναφορά στον Στάλιν και στα γεγονότα του 1936-38» σελ. 7, Απρίλης 1989)

Πρόκειται και στις δυο περιπτώσεις για προκλητικότατη, σπάνιας χυδαιότητας μα και της πιο ακραίας μορφής διαστρέβλωση του επαναστατικού έργου του ΙΩΣΗΦ ΣΤΑΛΙΝ.

Όμως η εισήγηση του ΣΤΑΛΙΝ για το νέο Σύνταγμα της Σοβιετικής Ένωσης (1936), που, αναλύοντας επιστημονικά τη νέα οικονομικο-κοινωνικο-ταξική πραγματικότητα της Σοσιαλιστικής Σοβιετικής Ένωσης, ορθά διαπίστωνε ότι στην τότε κοινωνία της είχε αλλάξει και η ταξική διάρθρωση, διαψεύδει το χονδροειδέστατο ψεύδος των «αντιχρουστσοφικών» αντισταλινικών ρεβιζιονιστών: «σαν αποτέλεσμα του νικηφόρου τέλους του εμφυλίου πολέμου, η τάξη των τσιφλικάδων είχε πια εξαλειφθεί. Κι όσο για τις άλλες εκμεταλλεύτριες τάξεις, συμμερίστηκαν την τύχη της τάξης των τσιφλικάδων. Εξαφανίστηκε η τάξη των καπιταλιστών απ’ τον τομέα της βιομηχανίας. Εξαφανίστηκε η τάξη των κουλάκων απ’ τον τομέα της αγροτικής οικονομίας. Εξαφανίστηκαν οι έμποροι και οι κερδοσκόποι απ’ τον τομέα της εμπορευματικής κυκλοφορίας. Έτσι εξαλείφθηκαν όλες οι εκμεταλλεύτριες τάξεις. Έμεινε η εργατική τάξη. Έμεινε η τάξη των αγροτών. Έμειναν οι διανοούμενοι» (ΣΤΑΛΙΝ).

Το παραπάνω απόσπασμα της Εισήγησης «πείθει» και τον πιο κακόπιστο οπορτουνιστή (οι μόνοι που δεν πείθονται είναι οι «αντιχρουστσοφικοί» των αντισταλινικών Οργανώσεων) αλλά και οποιονδήποτε άλλον, ότι ο ΣΤΑΛΙΝ δεν μιλάει για «ανυπαρξία των τάξεων» ή για «εξαφάνιση των τάξεων στη Σοβ. Ένωση» εκείνης της ιστορικής περιόδου αλλά μ ό ν ο για εξάλειψη των ε κ μ ε τ α λ λ ε υ τ ρ ι ώ ν τάξεων δηλ. τσιφλικάδων, καπιταλιστών, κουλάκων και των εμπόρων-κερδοσκόπων (ΣΤΑΛΙΝ: «εξαλείφθηκαν όλες οι εκμεταλλεύτριες τάξεις»), ενώ παρέμεναν οι δυο φιλικές τ ά ξ ε ι ς: εργατική τάξη-αγροτιά και οι διανοούμενοι.

Είναι λυπηρό ότι αυτός ο μύθος έχει υιοθετηθεί άκριτα και χωρίς έλεγχο και επαναλαμβάνεται από κάποιους του χώρου της διανόησης, που θάπρεπε να τους διακρίνει μεγαλύτερη σοβαρότητα και επιπλέον, ακόμα χειρότερα, η περίπτωσή τους δείχνει ότι δεν έχουν καν διαβάσει το κείμενο της Εισήγησης του ΣΤΑΛΙΝ για το Σύνταγμα του 1936.

Δεν χρειάζονται βέβαια σχολιασμό τα περί «διόρθωσης» της θέσης αργότερα εκ μέρους του ΣΤΑΛΙΝ, γιατί απλούστατα δεν είχε υποστηρίξει ποτέ τέτοια ή παρόμοια θέση και επομένως δε χρειάστηκε να τη «διορθώσει» στα «Οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ» (1952). Όσο για τις δυσθεώρητες ανοησίες, που ξεπερνούν σε μέγεθος ακόμα και τις υψηλότερες κορυφές των Ιμαλαΐων, περί «αναίρεσης της ταξικής πάλης» που τάχα «ίσχυε για δυο δεκαετίες», αυτές μόνο τρανταχτά γέλια και καγχασμούς προκαλούν και προπαντός εκείνη σύμφωνα με την οποία στη βάση των απόψεων του ΣΤΑΛΙΝ «μπορεί να οικοδομηθεί αβίαστα η θεωρία του «παλλαϊκού κράτους»» των προδοτών χρουστσοφικών ρεβιζιονιστών. Εδώ οι δεξιοί οπορτουνιστές των «αντιχρουστσοφικών» ρεβιζιονιστικών Οργανώσεων φτάνουν σε κορυφαίο σημείο γελοιότητας.

Δεύτερο, το σύνολο της αντιμαρξιστικής κριτικής στο ΣΤΑΛΙΝ των «αντιχρουστσοφικών» Οργανώσεων σχετίζεται άμεσα με μια αντιμαρξιστική αστικο-ρεβιζιονιστική αντίληψη του σοσιαλισμού που αυτές έχουν, προβάλλουν και προπαγανδίζουν και η οποία βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση-ρήξη με το μαρξισμό, την οποία με σαφέστατο τρόπο έχει διατυπώσει το Μ-Λ ΚΚΕ: «το προλεταριάτο και η αστική τάξη είναι οι δυο βασικές ανταγωνιστικές τάξεις της καπιταλιστικής κοινωνίας και επίσης παραμένουν οι δυο βασικές ανταγωνιστικές τάξεις της σοσιαλιστικής κοινωνίας» («Η Συνδιάσκεψη του Μ-Λ ΚΚΕ, 7-9 Ιουνίου 1991», σελ. 65, Αθήνα 1991).

Οι «αντιχρουστσοφικοί» ρεβιζιονιστές του Μ-Λ ΚΚΕ ισχυρίζονται, λοιπόν, ότι παραμένουν-διατηρούνται στο «σοσιαλισμό» το προλεταριάτο και η αστική τάξη σαν «οι δυο βασικές ανταγωνιστικές τάξεις της σοσιαλιστικής κοινωνίας», εννοώντας προφανώς μετά την οικοδόμηση της οικονομικής του βάσης (δυο μορφές σοσιαλιστικής ιδιοκτησίας: κρατική-συνεταιριστική) και δεν εννοούν πριν την οικοδόμησή της αφού σ’ άλλο σημείο (στο ίδιο σελ. 77) ασκούν κριτική στο ΣΤΑΛΙΝ που «διακήρυξε πρόωρα το 1936 πως… «δεν υπάρχουν πια ανταγωνιστικές τάξεις» στη Σ.Ε.».

Όταν όμως σε μια κοινωνία υπάρχουν-παραμένουν οι δυο βασικές ανταγωνιστικές τάξεις μπουρζουαζία-προλεταριάτο, τότε η κοινωνία αυτή δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να είναι «σοσιαλιστική» αλλά είναι, ακριβώς γι’ αυτό, μια καπιταλιστική κοινωνία. Η κοινωνία αυτή δεν μπορεί παρά να είναι, εξ ορισμού, καπιταλιστική, αφού τίποτε δεν αλλάζει, από πλευράς περιεχομένου, στην παραπάνω διατύπωση αν στο δεύτερο σκέλος (που είναι ακριβώς το ίδιο με το πρώτο) η έννοια «καπιταλιστική κοινωνία» του πρώτου σκέλους έχει αντικατασταθεί από την έννοια «σοσιαλιστική κοινωνία». Απλά έτσι ο καπιταλισμός που χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη αστικής τάξης-προλεταριάτου, βαφτίζεται «σοσιαλισμός», επειδή και σ’ αυτόν παραμένουν οι δυο βασικές χαρακτηριστικές τάξεις του καπιταλισμού, η αστική τάξη και το προλεταριάτο, δηλ. στην πραγματικότητα αυτό σημαίνει διατήρηση-διαιώνιση του καπιταλισμού.

Τρίτο, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η ανάλυση του ΙΩΣΗΦ ΣΤΑΛΙΝ της τότε κοινωνίας της Σοβιετικής Ένωσης είναι η μόνη μαρξιστική και ορθότατο το επιστημονικό συμπέρασμά του ότι στην τότε(1936) κοινωνία της σοσιαλιστικής Σοβιετικής Ένωσης δεν υπήρχαν μα ούτε ήταν δυνατό να υπάρξουν ανταγωνιστικές και εκμεταλλεύτριες τάξεις, αφού είχαν απ’ αυτές αφαιρεθεί τα μέσα παραγωγής: δεν υπάρχουν εκμεταλλεύτριες και ανταγωνιστικές τάξεις χωρίς την ύπαρξη καπιταλιστικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής: «Με τη λέξη α σ τ ι κ ή τ ά ξ η εννοούμε την τάξη των σύγχρονων καπιταλιστών που είναι κάτοχοι των κοινωνικών μέσων παραγωγής και που εκμεταλλεύονται την μισθωτή εργασία. Με τη λέξη π ρ ο λ ε τ α ρ ι ά τ ο εννοούμε την τάξη των σύγχρονων μισθωτών εργατών που, επειδή δεν κατέχουν καθόλου δικά τους μέσα παραγωγής, είναι αναγκασμένοι να πουλούν την εργατική τους δύναμη για να μπορούν να ζήσουν» (ΕΝΓΚΕΛΣ.

Όμως παρόλα αυτά, το Μ-Λ ΚΚΕ ισχυρίζεται ότι «ο Στάλιν διακήρυξε πρόωρα το 1936, πως… «δεν υπάρχουν πια ανταγωνιστικές τάξεις» στη Σ.Ε.» («Η Συνδιάσκεψη του Μ-Λ ΚΚΕ, 7-9 Ιουνίου 1991», σελ. 77 και 78, Αθήνα 1991).

Επιβάλλεται να υπογραμμιστεί ιδιαίτερα: α) ότι ο ΣΤΑΛΙΝ δεν «διακήρυξε πρόωρα το 1936» ούτε βέβαια αργά ότι «δεν υπάρχουν πια ανταγωνιστικές τάξεις» στη Σ.Ε.» , αφού το αν υπήρχαν ή δεν υπήρχαν σ’ αυτή ανταγωνιστικές τάξεις δεν ήταν ούτε είναι ζήτημα «διακήρυξης» αλλά αντίθετα αντικειμενικής ή όχι ύπαρξής τους. Κι’ αυτό διαπιστώνεται μόνο μετά από υλιστικο-διαλεκτική ανάλυση της οικονομικο-κοινωνικο-πολιτικής πραγματικότητας της τότε Σοβιετικής Ένωσης. Ο ΣΤΑΛΙΝ αφού ολοκλήρωσε την υλιστικο-διαλεκτική ανάλυση αυτής της περιόδου κατέληξε στο επιστημονικά τεκμηριωμένο συμπέρασμα: ότι δεν υπάρχουν πιά α ν τ α γ ω ν ι σ τ ι κ έ ς τάξεις στην τότε Σοβιετική κοινωνία μετά της οικοδόμηση της οικονομικής βάσης του σοσιαλισμού (=δυο μορφές σοσιαλιστικής ιδιοκτησίας: κρατική-συνεταιριστική). β) Σ’ αντίθεση με την υλιστικο-διαλεκτική προσέγγιση του σοσιαλισμού απ’ τον ΙΩΣΗΦ ΣΤΑΛΙΝ είναι εξόφθαλμος ο ι δ ε α λ ι σ τ ι κ ό ς τρόπος που προσεγγίζει το ζήτημα του σοσιαλισμού και των τάξεων το Μ-Λ ΚΚΕ (αλλά και όλοι οι «αντιχρουστσοφικοί» δεξιοί οπορτουνιστές) δηλ. στην περίπτωσή του είναι η ιδέα-αντίληψη περί «σοσιαλισμού» του Μ-Λ ΚΚΕ που καθορίζει-προσδιορίζει την ύπαρξη ή μη των τάξεων στη Σοβ. Ένωση εκείνης της ιστορικής περιόδου. Η περί «σοσιαλισμού» αντίληψη του Μ-Λ ΚΚΕ περιέχεται στη σαφέστατη διατύπωσή του: «το προλεταριάτο και η αστική τάξη … παραμένουν οι δυο βασικές ανταγωνιστικές τάξεις της σοσιαλιστικής κοινωνίας» («Η Συνδιάσκεψη του Μ-Λ ΚΚΕ, 7-9 Ιουνίου 1991», σελ. 65, Αθήνα 1991). Και αφού στην περί «σοσιαλισμού» αντίληψη του περιέχεται ο ισχυρισμός ότι πρέπει να διατηρηθούν οι ανταγωνιστικές τάξεις και μετά την οικοδόμηση της οικονομικής βάσης του σοσιαλισμού, τότε πρέπει οι ανταγωνιστικές τάξεις να «υπήρχαν» και μετά το 1936 στην κοινωνία της Σοβ. Ένωσης, δηλ. την «ύπαρξη» των ανταγωνιστικών τάξεων προσδιορίζει η ιδέα-αντίληψη του σοσιαλισμού και επομένως «λαθεμένα» ο ΣΤΑΛΙΝ «διακήρυξε» ότι αυτές δεν υπήρχαν πια. Πρόκειται, λοιπόν, για Ι δ ε α λ ι σ μ ό με «κέρατα» σαν εκείνον της παλιάς σοσιαλδημοκρατίας: αφού, λοιπόν, σύμφωνα με την αντίληψη του σοσιαλισμού της σοσιαλδημοκρατίας το «μπολσεβίκικο οικονομικό σύστημα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί σοσιαλιστικό», τότε αυτό ήταν «κρατικός καπιταλισμός»!!! (όπως καταδείχθηκε σε προηγούμενο σημείωμα στην περίπτωση του R. Hilferding (1940): «για τη δική μας αντίληψη του σοσιαλισμού είναι δύσκολο να χαρακτηριστεί σοσιαλιστικό το μπολσεβίκικο οικονομικό σύστημα»).

Και στις δυο περιπτώσεις, της σοσιαλδημοκρατίας και του Μ-Λ ΚΚΕ (και όλων των «αντιχρουστσοφικών» ρεβιζιονιστών), η ιδέα δηλ. η αντίληψη που έχουν για το «σοσιαλισμό» είναι εκείνη που καθορίζει την αντικειμενική οικονομικο-κοινωνικο-πολιτική πραγματικότητα της τότε Σοβιετικής Ένωσης.

Στη Σοβ. Ένωση εκείνης της περιόδου(1936) δεν υπήρχαν ανταγωνιστικές τάξεις αλλά μόνο υ π ο λ εί μ μ α τ α των εκμεταλλευτριών τάξεων (που δεν ήταν βέβαια «τάξεις» με τη μαρξιστική έννοια του «όρου», αφού αυτά είχαν χάσει την κυριαρχία στα μέσα παραγωγής) και τα νέα αστικά στοιχεία που αναπόφευκτα γεννιούνται-εμφανίζονται κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου απ’ τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό. Ασφαλώς τα πολυπληθή υπολείμματα των εκμεταλλευτριών τάξεων και τα νέα αστικά στοιχεία είναι πολύ πιθανό να συγκροτηθούν ακόμα και σε παράνομες Οργανώσεις και να διεξάγουν οργανωμένα και με συντονισμένο τρόπο την πάλη τους ενάντια στο Σοσιαλισμό-Κομμουνισμό, ταξική πάλη που μπορεί να πάρει-παίρνει διάφορες οξυμένες μορφές.

Τέταρτο, ένας άλλος μύθος των «αντιχρουστσοφικών» ρεβιζιονιστών είναι εκείνος σύμφωνα με τον οποίο ο ΣΤΑΛΙΝ «διακήρυξε» τάχα «πως δεν υπάρχουν πια ανταγωνιστικές αντιθέσεις στην ΕΣΣΔ (θέση που αναίρεσε ο ίδιος λίγο πριν το θάνατό του)» (ΚΟΕ-«Αριστερά», 16/3/2002, σελ. 16).

Ποτέ όμως και σε κανένα κείμενό του ο ΣΤΑΛΙΝ δεν αναφέρει ότι «δεν υπάρχουν ανταγωνιστικές αντιθέσεις στην ΕΣΣΔ» όπως, συκοφαντώντάς τον, ισχυρίζεται η ΚΟΕ και οι άλλες «αντιχρουστσοφικές» ρεβιζιονιστικές Οργανώσεις. Ασφαλώς στη Σοβ. Ένωση εκείνης της ιστορικής περιόδου υπήρχαν – και μετά την οικοδόμηση της οικονομικής βάσης του σοσιαλισμού (1936) και την εξάλειψη των εκμεταλλευτριών και ανταγωνιστικών τάξεων, με δεδομένα-υπαρκτά όμως τα ισχυρά υπολείμματα των εκμεταλλευτριών τάξεων και τα νέα αστικά στοιχεία – ανταγωνιστικές και μη ανταγωνιστικές αντιθέσεις.

Είναι πασίγνωστο ότι το ΚΚ (Μπ) με επικεφαλής το ΣΤΑΛΙΝ διαπίστωνε, δέχονταν και αναγνώριζε την ύπαρξη των ανταγωνιστικών αντιθέσεων και μετά την οικοδόμηση της οικονομικής βάσης του σοσιαλισμού στη Σοβ. Ένωση: σε ιδεολογικό επίπεδο ανταγωνιστικό χαρακτήρα έχει η αντίθεση μεταξύ υλισμού – ιδεαλισμού, μεταξύ μαρξισμού – αντιδραστικών αστικών θεωριών (ιδιαίτερα θρησκείας-εθνικισμού-σοβινισμού-ρατσισμού-φασισμού, κλπ.), μεταξύ νέου τρόπου ζωής – παλιού τρόπου ζωής (αντιδραστικών παραδόσεων-ηθικής, κλπ.) και όλων των αντιδραστικών κατάλοιπων στη συνείδηση των τάξεων και στρωμάτων της σοσιαλιστικής κοινωνίας της Σοβ. Ένωσης, σε πολιτικό επίπεδο ανταγωνιστική είναι η αντίθεση: μεταξύ της Διχτατορίας του Προλεταριάτου – όλων των εχθρών του σοσιαλισμού (των υπολειμμάτων των εκμεταλλευτριών τάξεων και των νέων εκφυλισμένων αστικών στοιχείων, καταχραστών λαϊκής περιουσίας, κλεφτών κλπ., αλλά και των κατασκόπων και πρακτόρων του ιμπεριαλισμού και όλων των συνωμοτών). Ανταγωνιστικό χαρακτήρα έχει επίσης η αντίθεση μεταξύ σοσιαλιστικής – ιμπεριαλιστικής ιδεολογίας (κοσμοπολιτισμός, κλπ).

Σ’ αντίθεση με το ΣΤΑΛΙΝ, οι χρουστσοφικοί ρεβιζιονιστές ήταν εκείνοι που αρνήθηκαν-αρνούνται την ύπαρξη ανταγωνιστικών αντιθέσεων στο σοσιαλισμό. Σχεδόν αμέσως μετά το θάνατο-δολοφονία του ΣΤΑΛΙΝ, και από τον πρώτο κιόλας καιρό (σίγουρα το ΄55 αν όχι νωρίτερα) εμφανίσθηκαν οι πρώτες αντιμαρξιστικές απόψεις που αρνούνταν την ύπαρξη ανταγωνιστικών αντιθέσεων στο σοσιαλισμό, όπως στην περίπτωση του W.Koslowski (1955) ο οποίος διατύπωσε τη θέση: «δεν υπάρχουν ανταγωνιστικές αντιθέσεις στη σοσιαλιστική κοινωνία» (W.Koslowski: «Antagonistische und nichantagonistische Widersprϋche», σελ. 15, Βερολίνο 1956), άποψη που επικρίθηκε από ορισμένους μεταξύ των οποίων και οι L.N. Kogan / I.D. Glasunow, αν και με όχι συνεπή μαρξιστικό τρόπο (περιοδικό «Ζητήματα Φιλοσοφίας», 6/1955). Ένας άλλος σοβιετικός ρεβιζιονιστής ο B.S. Ukrainzew γράφει: «όταν ο σοσιαλισμός εγκαθιδρυθεί, χάνει κάθε σημασία η ανταγωνιστική μορφή των αντιθέσεων» (W.Pfoh/H.Schulze: “Philosophie und Gesellschaft” , σελ. 350, Βερολίνο 1958).

Παράθεση περισσότερων αποσπασμάτων, σχετικά με τις απόψεις των χρουστσοφικών ρεβιζιονιστών άρνησης των ανταγωνιστικών αντιθέσεων στο σοσιαλισμό, είναι περιττή αφού ούτε οι ίδιοι τις αμφισβητούν και επιπλέον είναι πασίγνωστο ότι από τότε ως τις αρχές της δεκαετίας του ΄80 οι σοβιετικοί χρουστσοφικοί ρεβιζιονιστές έχουν για αυτό το ζήτημα γράψει αρκετά βιβλία και πολλές εκατοντάδες άρθρα.

Εκείνο όμως που «εντυπωσιάζει» περισσότερο και πρέπει να γίνει πλατύτερα γνωστό είναι η εμμονή τους σ’ αυτές τις αντιμαρξιστικές απόψεις ακόμα και στη μετέπειτα περίοδο όταν πια είχε ήδη παλινορθωθεί πλήρως ο καπιταλισμός στη Σοβ. Ένωση και στις άλλες ρεβιζιονιστικές χώρες, και μάλιστα όταν, προς το τέλος της δεκαετίας του ΄70 – αρχές της δεκαετίας του ΄80, οι ανταγωνιστικές αντιθέσεις είχαν οξυνθεί στο έπακρο και είχαν πάρει εντελώς ανοιχτή μορφή (π.χ. Πολωνία κλπ.), γεγονός που αξίζει ιδιαίτερα να προσεχθεί και να υπογραμμιστεί επειδή δείχνει: πρώτο, μια κραυγαλέα απομάκρυνση απ’ το μαρξισμό, δεύτερο, πλήρη αντίθεση των εκτιμήσεών τους με την αντικειμενική πραγματικότητα και τρίτο, και σημαντικότερο, το περιεχόμενο του συνόλου των απόψεων τους αποκτά, εξόφθαλμα πλέον, σαφή απολογητικό χαρακτήρα και ανακηρύσσει τους χρουστσοφικούς ρεβιζιονιστές σε αστούς απολογητές του παλινορθωμένου καπιταλισμού των χωρών τους.

Και σ’ αυτή τη χρονική περίοδο οι χρουστσοφικοί ρεβιζιονιστές εξακολουθούσαν να αρνούνται την ύπαρξη των ανταγωνιστικών αντιθέσεων στις κοινωνίες των χωρών τους και μάλιστα όταν αυτές βρίσκονταν ήδη στις παραμονές της κατάρρευσής τους. Ο σοβιετικός ρεβιζιονιστής W.S. Semjonow γράφει ότι «οι ανταγωνιστικές αντιθέσεις ξεπεράστηκαν και εξαλείφθηκαν μετά την αποπεράτωση του περάσματος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό», ότι «οι μη ανταγωνιστικές αντιθέσεις εκτόπισαν τις ανταγωνιστικές αντιθέσεις» και ότι «οι μη ανταγωνιστικές αντιθέσεις είναι χαρακτηριστικές των εσωτερικών σχέσεων των σοσιαλιστικών χωρών» και ο οποίος επιπλέον παραθέτει επιδοκιμαστικά την άποψη του P.N. Fedossejew: «ακριβώς με τη νέα ποιοτική κατάσταση συνδέεται η μετεξέλιξη της δικτατορίας του προλεταριάτου σε σοσιαλιστικό κράτος όλου του λαού. Ήδη σ’ αυτή τη φάση δεν υπάρχουν πλέον αντιθέσεις ανταγωνιστικού χαρακτήρα και δεν μπορούν να υπάρξουν» (W.S. Semjonow: Zur theoretischen Vertiefung und Konkretisierung des Widerspruchsproblems im entwickelten Sozialismus” στο: “Sowjetwissenschaft”/GWB, 4/1984, σελ. 370,371, Βερολίνο 1984). Ο δε R. Kossolapow ισχυρίζεται ότι «με την πλήρη νίκη του σοσιαλισμού οι ταξικοί και εθνικοί ανταγωνισμοί εξαφανίζονται, ότι οι αντιθέσεις της κοινωνικής ανάπτυξης παίρνουν μη ανταγωνιστικό χαρακτήρα» (R. Kossolapow: “Der Sozialismus als ganzheitliches soziales System”, στο: “Sowjetwissenschaft”/GWB, 3/1983, σελ. 354, Βερολίνο 1983)

Άλλοι σοβιετικοί ρεβιζιονιστές υποστήριζαν ότι «το ερώτημα, αν μετά την οικοδόμηση του σοσιαλισμού, μπορούν να υπάρξουν αντιθέσεις, που ως προς την ουσία τους είναι ανταγωνιστικές, οι κλασικοί του μαρξισμού-λενινισμού το απάντησαν ως γνωστόν, αρνητικά» (J. Grani / M. Sapanov: «Ανταγωνισμός και αντιθέσεις στη σημερινή κοινωνική ανάπτυξη», σελ.34, Μόσχα 1986).

Τέλος ο ανατολικογερμανός ρεβιζιονιστής Alfred Kosing γράφει: «ότι οι αντιθέσεις της ανεπτυγμένης σοσιαλιστικής κοινωνίας δεν είναι πλέον ανταγωνισμοί» και ότι «οι ανταγωνισμοί αντικαθίστανται από τις μη ανταγωνιστικές αντιθέσεις» (Alfred Kosing: «Ueber die Widersprueche der sozialistischen Gesellschaft», στο: “Deutsche Zeitschrift fuer Philosophie” , 8-9/ 1984, σελ. 729-730, Βερολίνο 1984).

Οι παραπάνω αντιμαρξιστικές απόψεις των χρουστσοφικών ρεβιζιονιστών συνδέονται επιπλέον άμεσα και στενά με την άμεση-έμμεση απόρριψη, σε φιλοσοφικό επίπεδο, του γνωστού νόμου της μαρξιστικής διαλεκτικής για την Ενότητα και την Πάλη των Αντιθέτων, γενικός νόμος που δρα στη φύση, την κοινωνία και τη σκέψη καθώς και σ’ όλους τους οικονομικο-κοινωνικούς Σχηματισμούς, παρά τις όποιες ιδιομορφίες στην περίπτωση της πρώτης φάσης της κομμουνιστικής κοινωνίας.

Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι όλοι οι χρουστσοφικοί ρεβιζιονιστές για να «στηρίξουν» τις αντιμαρξιστικές αυτές απόψεις τους επικαλούνταν-επικαλούνται τη γνωστή θέση του ΛΕΝΙΝ «ο ανταγωνισμός και η αντίθεση είναι εντελώς διαφορετικά πράγματα. Στο σοσιαλισμό , ο πρώτος εξαφανίζεται, η δεύτερη μένει» απ’ τις «Παρατηρήσεις του Λένιν στο βιβλίου του Ν. Μπουχάριν «Οικονομία της μεταβατικής περίοδου» (N. Bucharin: “Oekonomik der Transformationsperiode, mit Randbemerkungen von Lenin”, σελ. 74, Βερολίνο 1990), μεταξύ των οποίων και ο Γ. Αντρόποφ που ισχυρίζονταν ότι αυτή η θέση είχε τάχα «επιβεβαιωθεί από την πρακτική», συμπληρώνοντας ότι δεν πρέπει «να αγνοούμε τις μη ανταγωνιστικές αντιθέσεις στην πολιτική» (Γ. Αντρόποφ: «Η διδασκαλία του Μαρξ και μερικά ζητήματα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ», σελ. 27, Αθήνα 1983).

Όμως όταν ο ΛΕΝΙΝ μιλά για «σοσιαλισμό» δεν εννοεί στη συγκεκριμένη περίπτωση την πρώτη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας, αλλά εννοεί προφανώς τη δεύτερη, τον «κομμουνισμό», την ολοκληρωμένη αταξική κομμουνιστική κοινωνία.

Οι χρουστσοφικοί ρεβιζιονιστές δεν επικαλούνται μόνο το Λένιν αλλά και τη γνωστή άποψη του Karl Marx: «οι αστικές παραγωγικές σχέσεις είναι η τελευταία ανταγωνιστική μορφή του κοινωνικού παραγωγικού προτσές» και ότι «με αυτόν τον κοινωνικό σχηματισμό κλείνει επομένως η προϊστορία της ανθρώπινης κοινωνίας» (Marx/Engels: Bd. 13, σελ. 9, Βερολίνο 1969).

Ασφαλώς «οι αστικές παραγωγικές σχέσεις είναι η τελευταία ανταγωνιστική μορφή» (ΜΑΡΞ). Αυτό είναι πέρα για πέρα σωστό, μόνο που οι ρεβιζιονιστές παραποιούν το Marx όταν του αποδίδουν τα δικά τους ρεβιζιονιστικά μυθεύματα, κι’ αυτό επειδή: πρώτο, η σωστή θέση του ΜΑΡΞ καθόλου δεν σημαίνει ότι την αμέσως επόμενη της κατάληψης της πολιτικής εξουσίας απ’ το προλεταριάτο θα έχει εξαφανιστεί κάθε ανταγωνισμός στην υπό οικοδόμηση σοσιαλιστική-κομμουνιστική κοινωνία, δεύτερο, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι στο σοσιαλισμό – πρώτη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας και μάλιστα όπως στη Σοβ. Ένωση που αρχικά και για αρκετά χρόνια υπήρχαν 5 μορφές οικονομίας σύμφωνα με το ΛΕΝΙΝ – θα εξαφανιστεί ο ανταγωνισμός, τρίτο, σημαίνει απλά ότι μόνο στην ολοκληρωμένη αταξική κομμουνιστική κοινωνία – και μόνο τότε – θα έχει εξαλειφθεί κάθε «ανταγωνισμός».

Τις παραπάνω αντιμαρξιστικές απόψεις των χρουστσοφικών ρεβιζιονιστών εκπροσωπούσαν (εκπροσωπούν και σήμερα) τα δυο χρουστσοφικά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, «Κ»ΚΕ – «Κ»ΚΕεσ.-ΣΥΝ, αλλά υποστήριζαν και οι φιλοχρουστσοφικοί ρεβιζιονιστές της πάλαι ποτέ ΣΑΚΕ και νυν διάσημοι αναρχοαυτόνομοι (άρνηση των ανταγωνιστικών αντιθέσεων, μεταβατική περίοδος απ’ τον «καπιταλισμό στο σοσιαλισμό» α λα Χρουστσοφ-Μπρέζνιεφ, και κατά συνέπεια άρνηση της αναγκαιότητας της Διχτατορίας του Προλεταριάτου ως τον κομμουνισμό κλπ. κλπ.).

Πέμπτο, οι «αντιχρουστσοφικοί» κατηγορούν το ΣΤΑΛΙΝ ότι «υποτίμησε» ή ακόμα χειρότερα «εγκατέλειψε» την τ α ξ ι κ ή π ά λ η στη μετά το 36 ιστορική περίοδο. Η ΚΟΕ ισχυρίζεται ότι «το βασικό λάθος αυτής της περιόδου είναι ότι από ένα σημείο και ύστερα υποτιμήθηκε το ζήτημα της ταξικής πάλης» («Αριστερά» 16/3/2002, σελ. 16). Τα δε ΕΚΚΕ – Μ-Λ ΚΚΕ ισχυρίζονται ότι «η ταξική πάλη έχει τελειώσει» (ΕΚΚΕ - Μ-ΛΚΚΕ: «Τα υλικά του 1ου Ενωτικού Συνέδριου, 3-5 Μάρτη 1984», σελ. 19), ενώ το ΚΚΕ(μ-λ) ξεπερνάει κάθε όριο αφού το 1982 κάνει λόγο για «επίσημη αναίρεση της ταξικής πάλης (1936)» («Αποφάσεις της Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ(μ-λ)», σελ.37, Ιούνης ΄82) και το 1989 ισχυρίζεται ότι «για δυο δεκαετίες ίσχυε και προβάλλονταν επίσημα η ανυπαρξία των τάξεων και της πάλης ανάμεσά του», ότι «μέσα στο σοβιετικό Σύνταγμα αναιρείται ουσιαστικά η ταξική πάλη και συνεπώς η διχτατορία του προλεταριάτου», φθάνοντας ως τον ολωσδιόλου αστήρικτο, ανόητο και γελοίο ισχυρισμό ότι «πάνω σ’ αυτήν εδώ τη βάση μπορεί να οικοδομηθεί αβίαστα η θεωρία του «παλλαϊκού κράτους»» (ΚΚΕ(μ-λ): «Αναφορά στον Στάλιν και στα γεγονότα του 1936-38» σελ. 7, Απρίλης 1989), που κάθε σχολιασμός – εξαιτίας ακριβώς του μεγέθους της γελοιότητας – είναι περιττός.

Ποτέ και πουθενά ο ΣΤΑΛΙΝ δε διατύπωσε τη ρεβιζιονιστική άποψη της «υποτίμησης» ή πολύ περισσότερο της «εγκατάλειψης» της ταξικής πάλης. Αντίθετα ήταν πάντα όχι μόνο υπερασπιστής της λενινιστικής θέσης της ύπαρξης και συνέχισης της ταξικής πάλης στο σοσιαλισμό μα επιπλέον την ανέπτυξε παραπέρα διατυπώνοντας τη θέση της όξυνσης της ταξικής πάλης όσο προχωρεί η οικοδόμηση του σοσιαλισμού – θέση για την οποία καθόλου δεν μιλούν οι «αντιχρουστσοφικές» Οργανώσεις με την οποία προφανώς δε συμφωνούν αλλά και την απορρίπτουν.

Όμως η 3η Ολομέλεια του 1937 (3-4 Μάρτη), δηλ. τρεις μήνες μετά την εισήγηση του ΣΤΑΛΙΝ για το νέο Σύνταγμα, διαψεύδει τα χονδροειδή ψεύδη των «αντιχρουστσοφικών» ρεβιζιονιστών περί «υποτίμησης» ή «εγκατάλειψης» της ταξικής πάλης: «πρέπει να συντρίψουμε και να πετάξουμε τη σάπια θεωρία ότι όσο προχωράμε μπροστά θα πρέπει τάχα η ταξική πάλη στη χώρα μας όλο και περισσότερο να σβήνει, ότι στο βαθμό που σημειώνουμε επιτυχίες ο ταξικός εχθρός όλο και περισσότερο εξημερώνεται.

Δεν είναι μόνο μια σάπια θεωρία, αλλά και επικίνδυνη, διότι αποκοιμίζει τους ανθρώπους μας, τους οδηγεί σε παγίδα και δίνει τη δυνατότητα στον ταξικό εχθρό να συνέλθει για να παλέψει ενάντια στη Σοβιετική εξουσία.

Αντίθετα, όσο περισσότερο θα προχωράμε μπροστά, όσο περισσότερες επιτυχίες θα έχουμε τόσο περισσότερο θα εξαγριώνονται τα κατάλοιπα των συντριμμένων εκμεταλλευτριών τάξεων, τόσο γρηγορότερα θα περνούν σε οξύτερες μορφές πάλης, τόσο περισσότερο θα βλάπτουν το Σοβιετικό κράτος, τόσο περισσότερο θα αρπάζονται από τα πιο απεγνωσμένα μέσα πάλης, σαν τα τελευταία μέσα των καταδικασμένων.

Πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι τα κατάλοιπα των συντριμμένων τάξεων στην ΕΣΣΔ δεν είναι μόνα τους. Έχουν άμεση υποστήριξη από μέρους των εχθρών μας πέρα από τα σύνορα της ΕΣΣΔ. Θα ήταν λάθος να νομίσει κανείς ότι η σφαίρα της ταξικής πάλης περιορίζεται από τα όρια της ΕΣΣΔ. Αν η μια άκρη της ταξικής πάλης δρα στα πλαίσια της ΕΣΣΔ, η άλλη άκρη εκτείνεται στα όρια των αστικών κρατών που μας περιβάλλουν. Αυτό δεν μπορούν να μην το γνωρίζουν τα κατάλοιπα των συντριμμένων τάξεων. Και ακριβώς επειδή το γνωρίζουν, θα συνεχίσουν και στο μέλλον τις απεγνωσμένες επιθέσεις τους.

Έτσι μας διδάσκει η ιστορία. Έτσι μας διδάσκει ο λενινισμός.

Πρέπει να τα θυμόμαστε όλα αυτά και να είμαστε σε επιφυλακή» (ΣΤΑΛΙΝ).

Την παραπάνω επαναστατική λενινιστική γραμμή εφάρμοσε πάντα με παραδειγματική συνέπεια το ΚΚ Μπολσεβίκων με επικεφαλής το ΣΤΑΛΙΝ καθόλη τη διάρκεια της οικοδόμησης του σοσιαλισμού-κομμουνισμού στη Σοβ. Ένωση, αλλά και μετά το 1936 (όξυνση της ταξικής πάλης αποτελούν οι επαναστατικές δίκες εκείνης της περιόδου) και αυτό αποδεικνύει και το παρακάτω μεγάλο (ανάμεσα σε πολλά άλλα) απόσπασμα από άρθρο της «Πράβδα». Ασκώντας κριτική στη αντιμαρξιστική θεωρία του «σβησίματος» της ταξικής πάλης στο σοσιαλισμό γράφει: «έτσι όμως μπορούν να σκέπτονται και να κρίνουν μόνο οι δεξιοί οπορτουνιστές, άνθρωποι που εκπροσωπούν την αντιμαρξιστική αντίληψη περί «σβησίματος» της ταξικής πάλης. Αυτοί δεν αντιλαμβάνονται ή δεν μπορούν να αντιληφθούν, ότι οι επιτυχίες δεν οδηγούν στο σβήσιμο αλλά στην όξυνση της πάλης, ότι ο αγώνας των εχθρών του λαού που είναι καταδικασμένοι σε εξαφάνιση και έχουν περιέλθει σε απόγνωση, θα είναι τόσο πιο οξύτερος όσο επιτυχής θα είναι η πρόοδος. Αυτό διδάσκει ο αθάνατος Λένιν, αυτό διδάσκει ο σύντροφος Στάλιν. «Η επανάστασή μας», είπε ο Λένιν, «επιβεβαίωσε περισσότερο από όλες τις άλλες επαναστάσεις το νόμο, ότι η δύναμη της επανάστασης, η δύναμη της εφόδου, η ενέργεια, η αποφασιστικότητα και ο θρίαμβος της νίκης μας δυναμώνει ταυτόχρονα τη δύναμη της αντίστασης απ’ την πλευρά της μπουρζουαζίας».

Ξεσκεπάζοντας ο σύντροφος Στάλιν την οπορτουνιστική θεωρία για το «σβήσιμο» της ταξικής πάλης ανάλογα με την αύξηση των επιτυχιών, διαπίστωνε προειδοποιώντας ότι αυτή δεν είναι μόνο μια σάπια, αλλά και μια επικίνδυνη θεωρία επειδή αυτή αποκοιμίζει τους σοβιετικούς ανθρώπους, τους οδηγεί σε μια παγίδα, δίνει όμως στον ταξικό εχθρό τη δυνατότητα να συγκεντρώνει ξανά δυνάμεις για τον αγώνα του ενάντια στη Σοβιετική εξουσία» («ΠΡΑΒΔΑ», 13 Γενάρη 1953). Αλλά και τέλος, το Φλεβάρη του ΄53 σε άρθρο του S.P.Dudel αναφέρεται: «η εχθρική προς το λενινισμό, σάπια θεωρία του «σβησίματος» της ταξικής πάλης πρέπει αποφασιστικά να συντριφτεί» («Ζητήματα φιλοσοφίας» 2/1953).

Οι «αντιχρουστσοφικοί» ρεβιζιονιστές επιτίθενται και συκοφαντούν, όπως και οι χρουτσοφικοί προδότες, το ΣΤΑΛΙΝ που τάχα «εγκατέλειψε» την ταξική πάλη αλλά και συνάμα κλαψουρίζουν «που προκρίθηκαν κύρια τα μέτρα καταστολής με τις γνωστές συνέπειες» («Αποφάσεις της Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ(μ-λ)», σελ.37, Ιούνης ΄82) και που «η μπόρα είχε πιάσει και πολλούς αθώους, ίσως νάταν οι περισσότεροι και συνειδητοί επαναστάτες» (ΚΚΕ(μ-λ): «Αναφορά στον Στάλιν και στα γεγονότα του 1936-38» σελ. 9, Απρίλης 1989), μιλώντας ακόμα για τα «εφιαλτικά χρόνια του ΄36-΄38» (εφιαλτικά ήταν εκείνα τα χρόνια μόνο για τους αντεπαναστάτες τροτσκιστές-μπουχαρινικούς κλπ.), το δε Μ-Λ ΚΚΕ για την ίδια περίοδο κάνει λόγο για «ακρότητες που είχαν επιζήμιες συνέπειες» («Η Συνδιάσκεψη του Μ-Λ ΚΚΕ, 7-9 Ιουνίου 1991», σελ. 79, Αθήνα 1991), ενώ το ΕΚΚΕ μιλάει για την «αστυνομοκρατία και αντικατασκοπευτική φοβία» και την «αυταρχικότητα του Σοβιετικού Κράτους την εποχή του ΣΤΑΛΙΝ» («Λαϊκοί Αγώνες», Νο 227, 20/12/1979, σελ. 3).

Έκτο, η άποψη των «αντιχρουστσοφικών» Οργανώσεων για διατήρηση των ανταγωνιστικών τάξεων (μπουρζουαζίας-προλεταριάτου) στο σοσιαλισμό – και μετά την οικοδόμηση της οικονομικής του βάσης – συνιστά μια κραυγαλέα αντιμαρξιστική αστικο-ρεβιζιονιστική αντίληψη του σοσιαλισμού, επειδή σύμφωνα με τη μαρξιστική αντίληψη του σοσιαλισμού: α) δεν υπάρχουν και δεν μπορούν να υπάρξουν ανταγωνιστικές και εκμεταλλεύτριες τάξεις μετά την οικοδόμηση της οικονομικής βάσης του σοσιαλισμού, αλλά μόνο δυο φιλικές τάξεις: εργατιά-αγροτιά και λαϊκή διανόηση καθώς και τα υπολείμματα των εκμεταλλευτριών τάξεων-νέα αστικά στοιχεία, που δεν αποτελούν τάξεις, β) δεν υπάρχει αστική τάξη, αφού έχει καταργηθεί η καπιταλιστική ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, γ) δεν υπάρχει Προλεταριάτο (υπάρχει μόνο στον καπιταλισμό επειδή ακριβώς δεν κατέχει μέσα παραγωγής) σ’ εκείνη τη φάση του σοσιαλισμού, αλλά εργατική τάξη που κατέχει και ελέγχει τα μέσα παραγωγής συλλογικά μέσω της Διχτατορίας του Προλεταριάτου.

Έβδομο, η αστικο-ρεβιζιονιστική αντίληψη του σοσιαλισμού (διατήρηση-διαιώνιση των ανταγωνιστικών τάξεων μπουρζουαζίας-προλεταριάτου) είναι σε πλήρη αντίθεση με τον τ ε λ ι κ ό σ κ ο π ό του κομμουνιστικού κινήματος δηλ. την οικοδόμηση της ολοκληρωμένης αταξικής κομμουνιστικής κοινωνίας που αρχικά απαιτεί την κατάργηση όλων των εκμεταλλευτριών και ανταγωνιστικών τάξεων στην πρώτη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας δηλ. το σοσιαλισμό και συνάμα την οικοδόμηση της οικονομικής του βάσης (δυο μορφές σοσιαλιστικής ιδιοκτησίας: κρατική-συναιτεριστική) και ύστερα στη δεύτερη φάση, τον κομμουνισμό, την εξάλειψη όλων των τάξεων.

Όγδοο, τέλος, και η άποψή τους για ύπαρξη ανταγωνιστικών τάξεων και μετά την οικοδόμηση της οικονομικής βάσης του σοσιαλισμού δηλ. μετά την εξάλειψη της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας (ατομικής-κρατικής) συνιστά προκλητική διαστρέβλωση-απόρριψη της μαρξιστικής θεωρίας των τάξεων, επειδή προβάλλεται η θέση ότι μπορεί να υπάρξει αστική τάξη χωρίς ατομική ιδιοκτησία, χωρίς να κατέχει μέσα παραγωγής, ενώ αντίθετα ο μαρξισμός διδάσκει: «με τη λέξη α σ τ ι κ ή τ ά ξ η εννοούμε την τάξη των σύγχρονων καπιταλιστών που είναι κάτοχοι των κοινωνικών μέσων παραγωγής και που εκμεταλλεύονται την μισθωτή εργασία» (ΕΝΓΚΕΛΣ).

Ένατο, η φαινομενικά «αριστερή» κριτική στην ορθή διαπίστωση του Στάλιν, ότι «δεν υπήρχαν πια ανταγωνιστικές τάξεις στη Σοβιετική Ένωση»(1936), είναι στην πραγματικότητα κριτική απ’ τα δ ε ξ ι ά δηλ. απ΄ τη σκοπιά της διατήρησης των ανταγωνιστικών τάξεων στο σοσιαλισμό και μετά την οικοδόμηση της οικονομικής του βάσης (= ύπαρξη των δυο μορφών σοσιαλιστικής ιδιοκτησίας: κρατικής-συνεταιριστικής), απ’ τη σκοπιά μιας αντιμαρξιστικής αστικο-ρεβιζιονιστικής αντίληψης του σοσιαλισμού, δηλ. τον κατηγορούν επειδή πήρε τα ανάλογα αναγκαία μέτρα και εφάρμοσε επαναστατική πολιτική εξάλειψης των εκμεταλλευτριών και ανταγωνιστικών τάξεων, ενώ αυτοί ήθελαν-θέλουν αυτές να διατηρηθούν καθόλη τη διάρκεια του «σοσιαλισμού» τους. Οι «αντιχρουστσοφικές» ρεβιζιονιστικές Οργανώσεις διαμαρτύρονται, θρηνούν και οδύρονται που η επαναστατική πολιτική του ΣΤΑΛΙΝ τους στέρησε την απόλαυση της ύπαρξης των εκμεταλλευτριών τάξεων για την μετά το 1936 περίοδο του σοσιαλισμού στη Σοβ. Ένωση, δηλ. τους στέρησε τον καπιταλισμό. Μ’ άλλα λόγια οι «αντιχρουστσοφικές» Οργανώσεις επιτίθενται-κατηγορούν το ΣΤΑΛΙΝ που δεν υποστήριζε ούτε εφάρμοσε αστικές απόψεις στην περίπτωση οικοδόμησης του σοσιαλισμού δηλ. δεν εφάρμοσε πολιτική διατήρησης των ανταγωνιστικών τάξεων ή όπως γράφει ο ομοϊδεάτης τους Βέλγος «αντιχρουστσοφικός» ρεβιζιονιστής Ludo Martens, και νυν μόνιμος τρόφιμος της νέας χρουστσοφικής σοσιαλδημοκρατίας του Περισσού, «δεν έφτασε ως τη διατύπωση μιας συνεκτικής θεωρίας για τη διατήρηση των τάξεων (εννοεί των ανταγωνιστικών και εκμεταλλευτριών τάξεων) … στη σοσιαλιστική κοινωνία» (Λούντο Μάρτενς: «Μια άλλη ματιά στον Στάλιν» σελ.382, Αθήνα 1987). Ο ΣΤΑΛΙΝ όμως σαν επαναστάτης μαρξιστής δεν μπορούσε να «έχει»-υπερασπίσει μια θεωρία «διατήρησης των ανταγωνιστικών και εκμεταλλευτριών τάξεων στη σοσιαλιστική κοινωνία» αλλά αντίθετα διατύπωσε και εφάρμοσε στην πορεία οικοδόμησης του σοσιαλισμού τις θεωρίες: α) εξάλειψης όλων των ανταγωνιστικών και εκμεταλλευτριών τάξεων και β) ύπαρξης και συνέχισης της ταξικής πάλης, η οποία διαρκώς οξύνεται με την παραπέρα οικοδόμηση του σοσιαλισμού.

Η προκλητικότητα και το θράσος της ηθελημένης διαστρέβλωσης ή της αδικαιολόγητης άγνοιας (μάλλον και τα δυο μαζί) των «αντιχρουστσοφικών» ρεβιζιονιστικών Οργανώσεων δεν γνωρίζουν όρια όταν επιχειρούν να παρουσιάσουν το ΣΤΑΛΙΝ σαν «ρεβιζιονιστή» – αποδίδοντάς του άρνηση της ύπαρξης των ανταγωνιστικών αντιθέσεων μετά την οικοδόμηση της οικονομικής βάσης του σοσιαλισμού, «ανυπαρξία τάξεων», «υποτίμηση» ή ακόμα χειρότερα «επίσημη αναίρεση της ύπαρξης της ταξικής πάλης» για «δύο δεκαετίες» ή τέλος τον κατηγορούν για «αναίρεση της Διχτατορίας του Προλεταριάτου» – και μάλιστα όταν φτάνουν στο πιο ακραίο σημείο γελοιότητας και αντισταλινισμού: εμφανίζοντάς τον ως άμεσο και κατευθείαν «πρόδρομο» του χρουστσοφικού ρεβιζιονισμού, δηλ. πως τάχα στη βάση των απόψεων του ΣΤΑΛΙΝ «μπορεί να οικοδομηθεί αβίαστα η θεωρία του «παλλαϊκού κράτους»» (ΚΚΕ(μ-λ): «Αναφορά στον Στάλιν και στα γεγονότα του 1936-38» σελ. 7, Απρίλης 1989) του αποστάτη Νικήτα Χρουστσόφ.

Και μετά από όλα αυτά οι «αντιχρουστσοφικές» ρεβιζιονιστικές Οργανώσεις βγαίνουν με την αξίωση να «πείσουν» πως «θεωρούν» το ΣΤΑΛΙΝ, «κλασικό του μαρξισμού». Μα πως είναι δυνατό ο ΣΤΑΛΙΝ να θεωρείται κλασικός του μαρξισμού όταν στο κεντρικότερο ζήτημα του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος, εκείνο του σοσιαλισμού-κομμουνισμού, υποστηρίζει κατ’ αυτούς «λαθεμένες» απόψεις; Για τους επαναστάτες μαρξιστές δηλ. λενινιστές-σταλινιστές, ο ΣΤΑΛΙΝ είναι κλασικός του μαρξισμού επειδή: α) υπεράσπισε με συνέπεια σ’ όλα τα ζητήματα το μαρξισμό-λενινισμό, και β) επιπλέον τον ανέπτυξε παραπέρα σε σειρά ζητήματα και πρώτα απ’ όλα σ’ εκείνο του Σοσιαλισμού-Κομμουνισμού και ακριβώς γι’ αυτό τοποθετήθηκε απ’ το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα στη σειρά: ΜΑΡΞ-ΕΝΓΚΕΛΣ-ΛΕΝΙΝ-ΣΤΑΛΙΝ.

Οι παραπάνω ρεβιζιονιστικές απόψεις-εκτιμήσεις για τις μαρξιστικές απόψεις του ΣΤΑΛΙΝ και τα ζητήματα του σοσιαλισμού στη Σοβ. Ένωση (αλλά και σειρά άλλες) ήταν εκείνες που οδήγησαν τις άλλοτε ενωμένες στην «Αναγέννηση»(1964) και σήμερα κομματιασμένες «αντιχρουστσοφικές» αλλά αντισταλινικές και σφόδρα αντιζαχαριαδικές ρεβιζιονιστικές Οργανώσεις να κρατήσουν απ’ την αρχή της εμφάνισης (εξακολουθούν να κρατούν) μια κεντριστική στάση δηλ. μια στάση μεταξύ του επαναστατικού μαρξισμού-λενινισμού-σταλινισμού και του αντεπαναστατικού χρουστσοφικού ρεβιζιονισμού, μεταξύ του επαναστατικού ΚΚΕ (1918-55) μ’ επικεφαλής το Ν. Ζαχαριάδη και των χρουστσοφικών ρεβιζιονιστών της προδοτικής κλίκας των Κολιγιάννη-Παρτσαλίδη κλπ. αντί να υπερασπίσουν με αποφασιστικότητα και συνέπεια την επαναστατική μαρξιστική γραμμή του ΙΩΣΗΦ ΣΤΑΛΙΝ σε διεθνές επίπεδο και του Νίκου Ζαχαριάδη στο ΚΚΕ.

από kapoios anarhikos 12/04/2008 7:20 πμ.


giati kathe fora dimosieuontai oi mpourdes kathe stalina tis anasuntxis edw? oso gia alles analuseis pane peripato.......

Να αρχίσει την λογοκρισία; Το indy άλλωστε δεν είναι αναρχικό site, κινηματικό είναι.

Μα είναι πολύ ωραίο να θυμόμαστε συχνά τη θεολογία του σταλινισμού, ώστε να μην μας κυριεύουν οι αυτάπατες, προς τις οποίες έχουμε και μια έφεση ως λαός ! 

1) λίγο προσοχή με τους χαρακτηρισμούς: είναι προς το καλό όλων. Τις προάλλες, για παράδειγμα, του είχε ξεφύγει του συγγραφέα ο χαρακτηρισμός «αντιζαχαριαδικό» για το ΕΚΚΕ, που, ως γνωστόν, από το 1970 υπεράσπιζε την νόμιμη ηγεσία του ΚΚΕ.Αυτή τη φορά «απλώς» δεν ανήκει στις «σφόδρα αντιζαχαριαδικές» οργανώσεις.

Επίσης, ο χαρακτηρισμός «φιλοχρουσωφική» οργάνωση για την ΣΑΚΕ είναι εντελώς αβάσιμη, αφού κανένα στοιχείο, πέρα από την αναγνώριση μη ανταγωνιστικών αντιθέσεων(για την οποία θα μιλήσω πιο κάτω, δεν παρατίθεται.

Επιπροσθέτως, ο χαρακτηρισμός «ρεβιζιονισμός» για τις παραπάνω οργανώσεις (πλην ΟΑΚΚΕ) είναι εξαιρετικά λάθος για δύο λόγους: αφ’ενός, γιατί δεν υιοθέτησαν και καμία «θεωρία των 3 κόσμων», ούτε αναθεώρησαν καμία αρχή του μαρξισμού-λενινισμού. Αφ’ετέρου, γιατί με τέτοιους αβάσιμους χαρακτηρισμούς τίθεται το ερώτημα: σε ποιον απευθύνεται το κάλεσμα για ενότητα αν είναι όλοι αυτοί «ρεβιζιονιστές»;Ο χαρακτηρισμός μάλιστα αφορά συλλήβδην τις οργανώσεις στο σύνολό τους, κι όχι όπως με το σημερινό ΚΚΕ, όπου ο χαρακτηρισμός «σοσιαλδημοκρατικό» αφορά την ηγεσία του.

2) για τις ανταγωνιστικές αντιθέσεις στο σοσιαλισμό:

στον Ιστορικό Υλισμό της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ του 1951, άρα ζώντος του Στάλιν, και πριν τα «Οικονομικά Προβλήματα..» του 1952, ρητά αναγράφεται: «Στη σοβιετική σοσιαλιστική κοινωνία δεν υπάρχουν πια εχθρικές τάξεις, δεν υπάρχουν ανταγωνιστικές αντιθέσεις» και συνεχίζει «όμως και η δική ης ανάπτυξη γίνεται δια μέσου των αντιθέσεων, διαμέσου της πάλης του καινούργιου με τα υπολείμματα του παλιού, δια μέσου της πάλης κείνου που γεννιέται, που αναπτύσσεται, του πρωτοπόρου με το παλιό που πεθαίνει».

Αυτό που θέλω να πω είναι ότι οι ανταγωνιστικές αντιθέσεις δεν αφορούν το προτσές παραγωγής. Δεν αφορούν τη βάση. Είναι ζήτημα ερμηνείας των λέξεων που ο συγγραφέας του κειμένου της «Ανασύνταξης» κάνει θέμα από το πουθενά. Ο Λένιν έλεγε «ανταγωνισμός και αντίθεση δεν είναι καθόλου ένα και το ίδιο πράγμα. Ο ανταγωνισμός θα εξαφανιστεί στο σοσιαλισμό, ενώ η αντίθεση θα παραμένει».(το τόνισα, ως συνέχεια στην προηγούμενη συζήτηση).

Βέβαια, και μετά τη σοσιαλιστική επανάσταση υπάρχουν ανταγωνιστικές αντιθέσεις. Όμως σοσιαλιστική επανάσταση δεν σημαίνει ότι την επαύριο της έχουμε και σοσιαλισμό. Χάρη στη δικτατορία του προλεταριάτου επιλύονται προς όφελος της εργατικής τάξης, χωρίς εκρήξεις (οι ανταγωνιστικές αντιθέσεις πάντοτε οδηγούν σε συγκρούσεις-βαριέμαι να αραδιάζω ένα σωρό φράσεις κλασικών επ’ αυτού του θέματος)

3) (και σε λογική συνέχεια με το 2))για την ταξική πάλη και την υποτίμησή της: διαβάζοντας τη σχετική φιλολογία της περιόδου μπορεί να δει κάποιες φράσεις που κατ’ εμέ δεν χρειάζονταν: παραθέτω λ.χ κείμενο του Ζντάνοφ(Λόγος στις συζητήσεις σχετικά με το βιβλίο του Αλεξαντρόφ «Ιστορία της Δυτικοευρωπαϊκής φιλοσοφίας, σελ. 40): «Στη σοβιετική μας κοινωνία, όπου έχουν εξαλειφθεί οι ανταγωνιστικές τάξεις, η πάλη ανάμεσα στο παλιό και το καινούργιο, και κατά συνέπεια, η ανάπτυξη από το κατώτερο στο ανώτερο δε γίνεται με τη μορφή πάλης ανταγωνιστικών τάξεων και με κατακλυσμούς, όπως συμβαίνει στον καπιταλισμό, αλλά με τη μορφή της κριτικής και αυτοκριτικής, που είναι πραγματική κινητήρια δύναμη της ανάπτυξής μας, ισχυρό όπλο στα χέρια του κόμματος. Αυτό είναι, αναμφισβήτητα, νέος τύπος κίνησης, νέος τύπος ανάπτυξης, νέα διαλεκτική νομοτέλεια». Και ο Στάλιν, στο 10ο τόμο, γράφει: «Η πάλη ανάμεσα στο παλιό και το καινούργιο, ανάμεσα σε κείνο που πεθαίνει και σε κείνο που γεννιέται, να ποια είναι η βάση της ανάπτυξής μας: αν δεν σημειώνουμε και δεν αποκαλύπτουμε ανοιχτά και τίμια, όπως ταιριάζει στους μπολσεβίκους, τις ελλείψεις και τα λάθη στη δουλειά μας, κλείνουμε το δρόμο μας προς τα μπρος. Αλλά εμείς θέλουμε να τραβήξουμε προς τα μπροστά. Και ακριβώς επειδή θέλουμε να τραβήξουμε μπροστά, πρέπει να βάλουμεσαν ένα από τα πιο σπουδαία καθήκοντά μας, την τίμια επαναστατική αυτοκριτική. Χωρίς αυτό δεν έχει κίνηση προς τα μπρος. Χωρίς αυτό δεν έχει ανάπτυξη».

Δύο παρατηρήσεις: 1) το «δεν έχει κίνηση προς τα μπρος» δε σημαίνει αυτομάτως πως «έχει κίνηση προς τα πίσω», προς την παλινόρθωση του καπιταλισμού.

2) Πολλή μεγάλη σημασία δίνεται στην κριτική και την αυτοκριτική. Δικαίως, βέβαια. Αλλά αυτό έρχεται ως συνέπεια των δηλώσεων περί «ηθικοπολιτικής ενότητας» της κοινωνίας, αφού «την καπιταλιστική κοινωνία τη δέρνουν ανειρήνευτες αντιθέσεις ανάμεσα στους εργάτες και τους καπιταλιστές, ανάμεσα στους αγρότες και τους τσιφλικάδες» όμως «η σοβιετική κοινωνία, απελευθερωμένη από το ζυγό της εκμετάλλευσης (σ.σ. να λοιπόν που οι ανταγωνιστικές αντιθέσεις βασίζουν την ύπαρξή τους ή μη, στο προτσές της παραγωγής), είναι απαλλαγμένη από τις ταξικές συγκρούσεις (σ.σ. αυτό κάνω πως δεν το βλέπω, για να μη δικαιώσω καμια θέση κανενός 1ου συνεδρίου ΕΚΚΕ-ΜΛΚΚΕ) (…)» (ζητήματα λενινισμού, σελ 774-5, ελλ εκδοση).

Στον Ιστορικό Υλισμό της Ακαδημίας Επιστημών, αναγράφεται, ευτυχώς, ότι «Η ηθικοπολιτική ενότητα δεν είναι κάτι το κοκκαλωμένο, το δοσμένο μια για πάντα. Χρόνο με το χρόνο δυναμώνει, γίνεται όλο και βαθύτερη. Στο μέτρο της υπερνίκησης της αντίθεσης ανάμεσα στην πόλη και το χωριό, ανάμεσα στην πνευματική και σωματική εργασία, στο μέτρο της εξάλειψης των υπολειμάτων των ορίων και αντιθέσεων ανάμεσα στις υπάρχουσες κοινωνικες ομάδες(σ.σ. ως εδώ μιλά για μη ανταγωνιστικές αντιθέσεις), στο μέτρο της υπερνίκησης των υπολειμάτων του καπιταλισμού στη συνείδηση των εργαζομένων(αναφορά, όμως, τελευταία και καταϊδρωμένη).

Εν τέλει, υποκειμενική ερμηνεία των φράσεων αυτών είναι αν πιστεύει κάποιος ότι έδινε προτεραιότητα στην ταξική πάλη ή στην αυτοκριτική. Σιγά τη μεγάλη διαφορά που πρέπει να μας κρατά διασπασμένους..

Το θέμα για μένα είναι ότι ίσως να μη δόθηκε η απαραίτητη σημασία στο ότι οι μη ανταγωνιστικές αντιθέσεις μπορεί και να εξελιχθούν σε ανταγωνιστικές.

4)η αναφορά στην Ολομέλεια του Μάρτη 1937 κάνει λόγο για αναγνώριση της έντασης της ταξικής πάλης, ότι γενικά, οι αντίπαλοι θα επιτεθούν. Δεν μπαίνει όμως σε λεπτομέρειες για την απάντηση της εργατικής εξουσίας στην επίθεση από έξω και από μέσα που αυτή θα δεχτεί: δεν γίνονται αναφορές στα μέτραενίσχυσης της επαγρύπνησης, στα μέτρα που πρέπει να υιοθετηθούν. [Αντίθετα μιλά για θέματα ενίσχυσης της πολιτικής δουλειάς του κόμματος, ενόψει των επικείμενων εκλογών, αναπτύσσονται θέματα όπως το αδιαχώριστο μεταξύ πολιτικής και οικονομίας,της σχέσης κόμματος-μαζών, τη μέθοδο διοίκησης, την εσωκομματική δημοκρατία, τον έλεγχο των μαζών, τη μάχη ενάντια στη γραφειοκρατία και το φορμαλισμό.Θα μπορούσε ο συγγραφέας του κειμένου της «Ανασύνταξης» να παραθέσει κάποιο καλύτερο κείμενο ή έστω ένα καλύτερο απόσπασμα από την Ολομέλεια(εισήγηση-κλείσιμο).]

Από δω προκύπτει και η «συκοφαντία» της ΚΟΕ την οποία κατασκευάζει ο συγγραφέας: ότι μιλά για «υποτίμηση» (που βέβαια, το να το τσουβαλιάζει κανείς την «κατηγορία» για υποτίμηση με την κατηγορία για εγκατάλειψη σημαίνει να τσουβαλιάζεις τη μέρα με τη νύχτα, το Στάλιν με το Χρουσώφ) της ταξικής πάλης: ότι περισσότερο δόθηκε εμπιστοσύνη στο πάνω μέρος της «τανάλιας» που θα τσάκιζε τον αντίπαλο: στο προλεταριακό κράτος και το κόμμα και λιγότερο στις μάζες(το κάτω μέρος της «τανάλιας»).

 

5) και για να μιλήσω επί προσωπικού: δεν θεωρώ ότι αυτές οι διαφορές μπορούν να δικαιολογούν την ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΗ πολυδιάσπαση των κομμουνιστών. Εδώ, ρε, οι μπολσεβίκοι δεν είχαν ιδεολογική ενότητα, και μέχρι να αναλάβουν το καθήκον της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, δεν τους πολυένοιαζε(για την ακρίβεια, δεν το έθεταν ως πρώτο θέμα). Κοτζάμ Τρότσκι δέχτηκαν στις τάξεις τους, έναν αμετανόητο ΜΗ μπολσεβίκο αντιλενινιστή, δηλαδή. (Προς χάρη του «συγκεκριμένου κρίκου της αλυσίδας» τον οποίο έπρεπε να πιάσουν τη δεδομένη στιγμή) Και δεν μπορούμε εμείς να είμαστε όλοι μαζί σε μια οργάνωση, για θέματα που οι μπολσεβίκοι τα έθιγαν σε καμια ΟΒΑ τους (μέχρι φυσικά να γίνει η επανάσταση, οπότε αυτά τα θέματα όντως αποκτούσαν θεμελιώδη σημασία). Μέχρι, λοιπόν, να κάνουμε και εμείς την επανάσταση, αυτά τα θέματα δεν είναι δυνατό να μας χωρίζουν. Ακόμα και τους εντελώς λάθος ισχυρισμούς των Μ-Λ ΚΚΕ και ΚΚΕ(μ-λ) πρέπει να «συγχωρούμε» προς χάρη της ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ. Χωρίς οργανωτική ενότητα δεν μπορεί να ξαναριζώσει το κομμουνιστικό κίνημα στην εργατική τάξη, ούτε μια εξόρμηση αξιοπρεπής (πανελλαδικών διαστάσεων) δεν μπορεί να γίνει. Και προτεραιότητα αυτή τη στιγμή για το καλό της εργατικής τάξης (αν αυτό θέλουμε), κατ’ εμέ, είναι το να ξαναποκτήσει επαφή το κίνημα με αυτή, όχι η διόρθωση της μιας ή της άλλης ΛΕΞΗΣ.Εκτός κι αν θέλουμε να κάνουμε τους αρχηγούς. Εγώ όμως προτιμώ να είμαι απλό στρατιωτάκι.

 

6)Οι μπολσεβίκοι πριν από την κριτική έθεταν την αυτοκριτική. Έτσι, η σπόντα περί «κομματιασμένων» δεν πηγαίνει μόνο στους απογόνους της ΟΜΛΕ. Μια σοβαρή εξήγηση για τη μη οργανωτική ενότητα με τη ΣΑΚΕ, λχ, δεν έχει υπάρξει. Ή λ.χ. η «σφόδρα αντιζαχαριαδική» ΚΟΕ, έβγαλε και ένα βιβλίο για την Τασκένδη από αντιρεβιζιονιστική σκοπιά: 50 χρόνια τώρα ένα βιβλίο δεν μπορούσαμε να δώσουμε σε κόσμο που ενδιαφέρεται, παρά μόνο αποκόμματα εφημερίδων.

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License