Αριστερά και εθνική ιδεολογία

Η ελληνική Αριστερά μετεβλήθη σε σημαντική πολιτική δύναμη μόνο σε δύο στιγμές στην ιστορία της, αρχικώς στα Επτάνησα με τους «Ριζοσπάστες» και εν συνεχεία στην Κατοχή, όταν δηλαδή τέθηκε επικεφαλής των εθνικοαπελευθερωτικών αγώνων.

Μέχρι το 1912, η ιδεολογία της ελληνικής Αριστεράς θα διαμορφωθεί παράλληλα με την κυρίαρχη ιδεολογία της εθνικής ολοκλήρωσης και της «μεγάλης ιδέας», και στο εσωτερικό της θα κυριαρχούν τα ρεύματα που αναγνώριζαν τη σημασία του εθνικού ζητήματος, παρ’ όλο που υπήρχαν και τα αντίθετα. Οι ρίζες της ελληνικής Αριστεράς στον 19ο αιώνα θα είναι μάλλον γαριβαλδινού-ριζοσπαστικού χαρακτήρα –και θα επηρεαστεί στη συνέχεια από την Κομμούνα του Παρισιού– και θα θέτουν ως κατ’ εξοχήν αίτημα την απελευθέρωση των υπόδουλων λαών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, παράλληλα με την κοινωνική απελευθέρωση. Ο επτανησιακός ριζοσπαστισμός απετέλεσε τη σημαντικότερη συνιστώσα του κινήματος αυτής της περιόδου και μπόλιασε την ελληνική Αριστερά με μια παράδοση όπου το κοινωνικό στοιχείο διαπλεκόταν οργανικά με την ορθόδοξη παράδοση και τους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες, διάσταση την οποία θα επαναφέρει στο προσκήνιο ο Άρης Βελουχιώτης στη διάρκεια της Αντίστασης.

Ο κεφαλλονίτης Παναγιώτης Πανάς (1832-1896), στην Αλήθεια, τόνιζε ήδη το 1861 πως το νόημα του «αληθούς» ριζοσπαστισμού δεν έχει «ως μόνο του δόγμα την εθνικήν αποκατάστασιν, αλλά και την επί τα βελτίω της κοινωνίας ανάπλασιν». Στη συνέχεια, μαζί με τον Πατρινό Ανδρέα Ρηγόπουλο συμμετέχουν στην παράνομη Δημοκρατική Ανατολική Ομοσπονδία, που ιδρύθηκε το 1865 στο Βουκουρέστι, και έθετε ως στόχο όχι μόνο την απελευθέρωση των βαλκανικών λαών αλλά και στρεφόταν κατά των αρχουσών τάξεων και της βασιλείας. Στην ίδρυσή της συμμετείχαν και άλλοι Ευρωπαίοι και οι στόχοι της Εταιρείας έφθαναν μέχρι τη δημιουργία μιας δημοκρατικής ομοσπονδιακής Ευρώπης. Δηλαδή μια «Ενωμένη Ευρώπη» με αφετηρία τα… Βαλκάνια. Στη «νόμιμη» οργάνωση που δημιουργήθηκε για να καλύπτει τις δραστηριότητες της μυστικής οργάνωσης, τον Ρήγα, που εξέδιδε και ομώνυμη εφημερίδα, συμμετείχαν, εκτός του Πανά και του Ρηγόπουλου, ο επίσης κεφαλλονίτης Ρόκκος Χοϊδάς (1830-1890), ο Τιμολέων Φιλήμων, ο Γεώργιος Φιλάρετος, και άλλες προσωπικότητες του ριζοσπαστισμού της εποχής.1

Ο Κρητικός Σταύρος Καλλέργης (1864-1926), που οργάνωσε τον Κεντρικό Σοσιαλιστικό Σύλλογο στη δεκαετία του 1890 και εξέδιδε την εφημερίδα Σοσιαλιστής, θα συμμετάσχει μαζί με τον ομοϊδεάτη του, Κεφαλλονίτη Μαρίνο Αντύπα (1872-1907) στην επανάσταση της Κρήτης. Ο Καλλέργης θα εκλεγεί ακόμη αντιπρόσωπος στην Επαναστατική Συνέλευση του Αρκαδίου και βουλευτής στην εθνική εξέγερση του 1912.2 Ο δε Πλάτων Δρακούλης (1858-1942), η σημαντικότερη φυσιογνωμία του πρώιμου σοσιαλιστικού κινήματος και εκδότης του «Άρδην», Ιθακήσιος την καταγωγή, όχι μόνο θα επιχειρεί να συνδέσει το εθνικό με το κοινωνικό στοιχείο, αλλά θα εισαγάγει σε μια πρώιμη μορφή και την οικολογική διάσταση στο σοσιαλιστικό κίνημα.

Ο «διεθνισμός» έναντι του εθνισμού (1912-1935)

Όμως, μετά την ενσωμάτωση της Μακεδονίας και της Θεσσαλονίκης το ιδεολογικό τοπίο μεταβάλλεται. Το ελληνικό σοσιαλιστικό κίνημα, στο οποίο κυριαρχούν οι μορφές του Σκληρού, του Γιαννιού, του Χατζόπουλου, έρχεται σε επαφή τόσο με το ισχυρότερο –οργανωτικά– βουλγαρικό εργατικό κίνημα, όσο και με το πολυεθνικό, και κατ’ εξοχήν εβραϊκό, κίνημα της Θεσσαλονίκης, που προωθεί μια αντίληψη διατήρησης της πολυεθνικής υφής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, και ειδικά της Μακεδονίας, όπου η ανάμειξη των πληθυσμών είχε δημιουργήσει την περιβόητη «μακεδονική σαλάτα».3 Η Φεντερασιόν της Θεσσαλονίκης θα αποτελέσει τη σημαντικότερη βάση του νεογέννητου ΚΚΕ, και ο Μπεναρόγια τον κυριότερο εκπρόσωπο αυτής της νέας γραμμής.4 Έτσι, θα διαμορφωθεί ένα ρεύμα που, μέσα στο αντιπολεμικό και αντιιμπεριαλιστικό κλίμα της περιόδου που ακολούθησε τη μπολσεβίκικη επανάσταση, θα αντιπαραθέτει εθνικό και κοινωνικό ζήτημα. Η δεύτερη περίοδος θα έλεγε κανείς ότι βρίσκεται στον αντίποδα της πρώτης. Κάτω από την επίδραση των μπολσεβίκων και τις νέες συνθήκες που έφεραν οι βαλκανικοί πόλεμοι, η κυρίαρχη έως τότε σοσιαλιστική παράδοση, η οποία προσπάθησε να συνδέσει εθνικό και κοινωνικό ζήτημα, θα περιθωριοποιηθεί.
Αξίζει να γραφεί κάποτε μια Ιστορία του εργατικού κινήματος που να συνυπολογίζει τις δραματικές συνέπειες που είχε η μεταβολή της Ρωσίας σε «πατρίδα του σοσιαλισμού» και κατά συνέπεια η εξαφάνιση ή η περιθωριοποίηση όλων των άλλων τάσεων του εργατικού κινήματος, πέρα από το δίπολο σταλινισμός-σοσιαλδημοκρατία. Αν αυτή η επίδραση υπήρξε τραγική και σχετικά γνωστή σε χώρες όπως η Ισπανία, ή η Γερμανία του μεσοπολέμου, η αποτίμησή της για την Ελλάδα μένει να πραγματοποιηθεί. Το γεγονός ότι στην Ελλάδα το εργατικό κίνημα αποκτάει πανεθνικές μορφές οργάνωσης –συνδικαλιστικές και κομματικές– μετά την μπολσεβίκικη επανάσταση (το ΚΚΕ και η ΓΣΕΕ ιδρύονται το 1918) σφραγίζει την ιδεολογία και την προοπτική του σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Στα πλαίσια του εργατικού κινήματος υπάρχει ελάχιστος ανταγωνισμός από άλλες πολιτικές δυνάμεις και η σοσιαλιστική σκέψη αναπτύσσεται ουσιαστικά κάτω από τη σταλινική ηγεμονία. Οι αιρετικές φωνές είτε θα σιγήσουν, είτε θα διωχθούν, είτε θα υποχρεωθούν να φύγουν από την Ελλάδα, όπως συνέβη με τον Μιχάλη Ράπτη, για να μπορέσουν να έχουν μια αυτόνομη δράση. Το ελληνικό εργατικό κίνημα θα υπάρξει ουσιαστικά ως κομμουνιστικό και σταλινοκρατούμενο.

Τις συνέπειες αυτής της εξέλιξης μπορούμε να τις διακρίνουμε ακόμα και σήμερα, αλλά στο παρελθόν υπήρξαν καταλυτικές. Πέρα δε από τις γενικότερες συνέπειες σε ό,τι αφορά στις ιδεολογικές και πολιτικές κατευθύνσεις της ελληνικής Αριστεράς και το ήθος του διαλόγου (sic) που καλλιέργησαν, θα σφραγίσουν ιδιαίτερα το ελληνικό κίνημα και τις θέσεις του για τη Μικρασιατική Καταστροφή, για το Μακεδονικό, και γενικά θα τροφοδοτήσουν την προπαγάνδα για τη σλαβική «εξάρτηση» του ΚΚΕ. Και όσο κι αν αυτό το επιχείρημα ήταν συχνά κατασκευή των αντιπάλων του, ωστόσο πατούσε πάνω σε μια πραγματική και αναπόφευκτη ίσως «σλαβική» προτεραιότητα της ρώσικης πολιτικής καθώς και της πολιτικής της Κομμουνιστικής Διεθνούς.

Συνέπεια αυτού του υπερκαθορισμού υπήρξε το ότι θα «ξεχαστεί» από τις νεώτερες γενιές το γεγονός πως μέχρι τη συγκρότηση του ΣΕΚΕ (ΚΚΕ) η πλειοψηφία των σοσιαλιστών αγωνιστών θα προσπαθεί να αναζητεί μια σύνθεση ανάμεσα στην κοινωνική και την εθνική διάσταση σε μια χώρα που δεν είχε ακόμα πραγματοποιήσει την εθνική της ολοκλήρωση. Τα πράγματα άρχισαν να γίνονται πιο δύσκολα από τους βαλκανικούς πολέμους και μετά. Τώρα, δίπλα στις αυθεντικές εθνικοαπελευθερωτικές διεκδικήσεις θα εμφανιστούν πράγματι και στοιχεία σωβινισμού και αρνητικού «μεγαλοϊδεατισμού», οι οποίες περιπλέκονται με τα συμφέροντα και τους ανταγωνισμούς των μεγάλων δυνάμεων. Πολύ χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις «ορθόδοξων» σοσιαλιστών όπως ο Κώστας Χατζόπουλος και προπαντός ο Νίκος Γιαννιός, που θα προσπαθούν αφενός να αντιταχθούν στις ιμπεριαλιστικές διεκδικήσεις της Αντάντ και παράλληλα να πάρουν υπ’ όψη τους την πραγματικότητα των εθνικών αιτημάτων. Η ιδέα της «Βαλκανικής Ομοσπονδίας» όσο κι αν εμφανίζεται ως ένα μαγικό πασπαρτού, δεν θα μπορέσει να απαντήσει στην πραγματικότητα των βαλκανικών συγκρούσεων.

Η περίπτωση του Νίκου Γιαννιού (Άνδρος 1885-Αθήνα 1958), της σημαντικότερης ίσως προσωπικότητας του ελληνικού σοσιαλιστικού κινήματος στην περίοδο 1910-1920, είναι η πλέον χαρακτηριστική για τις δυσκολίες και τα αδιέξοδα που δημιουργούσε μια κατάσταση εξαιρετικά περίπλοκη. Ο Νίκος Γιαννιός υπήρξε γραμματέας του Ψυχάρη (1903-1905) και ενεργός δημοτικιστής. Το 1908 εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου ανέλαβε το 1909 την αρχισυνταξία της εφημερίδας Λαός, που ίδρυσε μαζί με τον Φ. Φωτιάδη και τον Ίωνα Δραγούμη ως όργανο του «Αδερφάτου της Εθνικής Γλώσσας», ενώ παράλληλα συμβάλλει στη δημιουργία του «Σοσιαλιστικού Κέντρου της Τουρκίας» και διευθύνει την ελληνική έκδοση του δεκαπενθήμερου τετράγλωσσου Εργάτη. Θα συγκρουστεί με τον Ίωνα Δραγούμη στην Κωνσταντινούπολη γύρω από την κατεύθυνση της εφημερίδας Λαός, που είχαν εκδώσει από κοινού,5 και θα επικρίνει τους εθνικιστές στον Νουμά. Το 1910 απελαύνεται από την Τουρκία και στην Αθήνα δημιουργεί το «Σοσιαλιστικό Κέντρο Αθηνών», ενώ θα εκδώσει και Αντιπολεμικό Μανιφέστο το 1912. Στη συνέχεια θα δείξει αμηχανία γύρω από το ζήτημα της συμμετοχής στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ, θα συμμετάσχει στην κυβέρνηση της Εθνικής Άμυνας στη Θεσσαλονίκη ως επιθεωρητής εργασίας και θα οδηγηθεί σε ρήξη με το νεογέννητο ΚΚΕ, παρόλο που συμμετείχε στο ιδρυτικό του συνέδριο, κυρίως επί τη βάσει των θέσεών για το εθνικό ζήτημα. Από το 1917 έως το1918 θα παραμείνει αρχισυντάκτης του Ριζοσπάστη. Ιδρύει το Σοσιαλιστικό Κόμμα της Ελλάδας, μετά το 1917, με όργανο τον μηνιαίο Σοσιαλισμό και την ημερήσια Κοινωνία, μετά την αποχώρησή του από τον Ριζοσπάστη. Η γυναίκα του Άννα Γαϊτάνου-Γιαννιού ίδρυσε το 1919 τον «Σοσιαλιστικό Όμιλο Γυναικών».6

Τα γεγονότα που θα ακολουθήσουν, η μπολσεβίκικη επανάσταση και η συμμαχία της με τον κεμαλισμό στην Τουρκία, θα ολοκληρώσουν τη στροφή στο νεογέννητο κομμουνιστικό κίνημα, ενώ βέβαια τα μεταρρυθμιστικά σοσιαλιστικά στοιχεία θα απορροφηθούν από την Αριστερά του βενιζελισμού και τον Παπαναστασίου. Και όμως, στα πλαίσια της Άκρας Αριστεράς της περιόδου, ακόμα και της σοβιετικής, θα εξακολουθούν να ακούγονται και διαφορετικές φωνές. Η θέση της Ρόζας Λούξεμπουργκ έχει γίνει σχετικά γνωστή:

«Η σημερινή θέση μας στο Ανατολικό ζήτημα είναι να αποδεχτούμε τη διαδικασία διάλυσης της Τουρκίας σαν μια υπαρκτή πραγματικότητα και να μην κάνουμε τη σκέψη ότι θα μπορούσε ή έπρεπε κανείς να τη σταματήσει και να εκδηλώσουμε στους αγώνες για την αυτοδιάθεση των χριστιανικών εθνών την απεριόριστη συμπαράστασή μας».7


Πολύ λιγότερο γνωστή όμως παραμένει η δυνατότητα μεταστροφής της ίδιας της θέσης των μπολσεβίκων. Τωόντι, όπως μας πληροφορεί ο Γιάννης Κορδάτος, οι μπολσεβίκοι έστειλαν στην Ελλάδα απεσταλμένο τους το 1922, που ήλθε σε επαφή μαζί του, ως γραμματέα του ΚΚΕ, και του ανακοίνωσε τα εξής:

«Η ΕΣΣΔ είναι πρόθυμη να βοηθήσει την Ελλάδα να βγει από το αδιέξοδο της μικρασιατικής εκστρατείας. Πρώτα θα παύσει να ενισχύει υλικώς και ηθικώς τον Κεμάλ και δεύτερον θα ασκήσει όλη την επιρροή της να αυτονομηθεί μια παραλιακή ζώνη της Μικρασίας, όπου κατοικούν πολλοί χριστιανοί. Για να εξασφαλιστεί η αυτονομία της περιοχής αυτής, θα σταλθεί διεθνής στρατός από Ελβετούς, Σουηδούς και Νορβηγούς… Για να υποστηρίξει την άποψη αυτή, η ΕΣΣΔ ζητεί σαν αντάλλαγμα την αναγνώρισή της, έστω και ντε φάκτο».8

Αυτή η θέση είναι όχι μόνο δηλωτική της εξάρτησης, ήδη από εκείνη την εποχή, των σοβιετικών θέσεων από υπολογισμούς συσχετισμών δυνάμεων και όχι από «αρχές» και μόνον, αλλά κυρίως του γεγονότος ότι η εθνολογική πραγματικότητα της Μικράς Ασίας υποχρέωνε τους πάντες να την πάρουν υπ’ όψη τους, σε αντίθεση με τις θέσεις ορισμένων από τους εγχώριους Έλληνες κομμουνιστές, που ακολουθούσαν πιστά τη λογική του «κέντρου της επανάστασης».

Η συνέχεια, με το ιδιαίτερο βάρος που ο διεθνισμός της Κομιντέρν έδινε στον βουλγαρικό... εθνικισμό (!) αρχικώς και στους Σλάβους στη συνέχεια (όπως φάνηκε περίτρανα με το Μακεδονικό), επισφράγισε αυτούς τους προσανατολισμούς. Η εξέλιξη των θέσεων της Βαλκανικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας και της Κομμουνιστικής Διεθνούς επί του θέματος ήταν ιδιαίτερα διαφωτιστική. Στην περίοδο μέχρι το 1924 η δικαιολογία της υποστήριξης του συνθήματος για την «Αυτονομία της Μακεδονίας και της Θράκης», θα είναι η ανάγκη να στηριχτεί η «επερχόμενη» επανάσταση στη Βουλγαρία, που θα οδηγούσε σε μια βαλκανική επανάσταση και σε μια αντίστοιχη «ομοσπονδία». Ως μοναδικό ελαφρυντικό γι’ αυτό το βουλγαρικό αλληθώρισμα θα μπορούσε να θεωρηθεί πως ήταν σχετικά πρόσφατη η οθωμανική περίοδος κατά την οποία η μακεδονική εθνική πανσπερμία έδινε τη δυνατότητα να στηριχτεί ένα αίτημα μιας «οθωμανικής αυτονομίας» των κατοίκων της Μακεδονίας, και όχι βέβαια των «Μακεδόνων». Και όμως, το 1928 (8-1-28) το ΚΚΕ, σε απόφαση του Πολιτικού Γραφείου του, επιμένει στο αίτημα της «ενιαίας και ανεξάρτητης Μακεδονίας», και στον αγώνα του «μακεδονικού λαού για αυτοδιάθεση», όταν ήδη έχουν ολοκληρωθεί οι ανταλλαγές πληθυσμών του 1926-27 με τη Βουλγαρία, και στην ελληνική Μακεδονία ο ελληνικός πληθυσμός φθάνει το 90% του συνόλου!9 Το 1931 η 4η Ολομέλεια της Κ.Ε. του ΚΚΕ, στην πολιτική του απόφαση, θα αναφέρει:

«…10. Η Ελλάδα είναι κράτος ιμπεριαλιστικό, που κατέκτησε διά της βίας ολόκληρες περιφέρειες κατοικημένες από άλλες εθνότητες (Μακεδονία και Θράκη)... Το ΚΚ της Ελλάδας διακηρύττει εν ονόματι των βασικών αρχών του μπολσεβικισμού, για τη Μακεδονία και τη Θράκη, το σύνθημα του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης μέχρι πλήρους αποχωρισμού από το ελληνικό κράτος, του δικαιώματος για μια ανεξάρτητη Μακεδονία και Θράκη, και υποστηρίζει δραστήρια την επαναστατική πάλη του πληθυσμού των περιφερειών αυτών για την εθνική τους απελευθέρωση…»10


Τώρα πια για την Αριστερά, σε αντίθεση με την παλιότερη «εθνικοαπελευθερωτική» της κατεύθυνση, οι Έλληνες είναι οι «ιμπεριαλιστές» της Ανατολής, ενώ το νεοελληνικό έθνος είναι ένα καινοφανές ιστορικό δημιούργημα, που ανεδύθη, σύμφωνα με τη λογική της σύγχρονης δυτικής εθνογένεσης, στην τελευταία φάση του Βυζαντίου, και δεν διαθέτει κάποια ιστορική συνέχεια με τον αρχαίο ή τον βυζαντινό ελληνισμό. Κατ’ αυτό τον τρόπο, γίνεται πολύ πιο εύκολη η αποδοχή τόσο των ιδεολογημάτων που ταυτίζουν τη διεκδίκηση ιστορικών χώρων όπου για χιλιάδες χρόνια, πράγματι, βρίσκονταν και εξακολουθούν να βρίσκονται Έλληνες, σε ιμπεριαλιστικές διεκδικήσεις, και αναδεικνύουν τους Νεότουρκους και τον Κεμάλ σε «εθνικοαπελευθερωτικούς ηγέτες» και όχι σε σφαγείς των Αρμενίων και του μικρασιατικού ελληνισμού.

Αυτή η νέα θεωρητικο-ιδεολογική κατασκευή, σε αρμονία με το νέο κυρίαρχο πνεύμα, θα εκφραστεί και σε σχέση με την ερμηνεία του νεώτερου ελληνισμού συνολικά. Ο Γιάννης Κορδάτος, ο σημαντικότερος ιστορικός της με την Ιστορία της Ελλάδας, οι διανοούμενοι της Αριστεράς και του ΚΚΕ, θα επιμένουν στα καινοφανή και ιδιαίτερα στοιχεία της νεοελληνικής ταυτότητας, χωρίς ιστορική συνέχεια με το παρελθόν, και έτσι θα προωθούν μια αντίληψη περισσότερο συμβατή με τη μαρξιστική ορθοδοξία για τη γενεαλογία του έθνους, δηλαδή τη γένεσή του ως συνέπεια της διαμόρφωσης της εσωτερικής αγοράς. Και στο όνομα μιας εκπροσώπησης των λαϊκών στρωμάτων –πραγματική, αν και στρεβλή– η γνώση των αρχαίων, ο καθαρευουσιανισμός, η προγονοπληξία, ο θρησκευτικός φανατισμός και σκοταδισμός, αναμιγνύονταν και ταυτίζονταν με την επιμονή στη διαχρονικότητα της ελληνικής ταυτότητας, με την τεράστια σημασία της αρχαίας Ελλάδας και των ελληνιστικών χρόνων, με τη σημασία της Ορθοδοξίας για τη διατήρηση αυτής της ταυτότητας, κ.ο.κ.

Ο Γιάννης Κορδάτος, ο «πατέρας» της αριστερής ιστοριογραφίας, δεν θα διστάσει να πάρει ανοικτά θέση. Να, πώς αρχίζει την «Εισαγωγή» του στην Κοινωνική Σημασία της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821, που γράφτηκε μάλιστα το 1945, όταν η ελληνική Αριστερά διεξήγαγε έναν εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα:

«Στα εκατό χρόνια που πέρασαν από την Εθνική Επανάσταση του 1821 καλλιεργήθηκε επίμονα η ιδέα από τους ιστορικούς και πνευματικούς ηγέτες της ελληνικής αστικής τάξης πως η σημερινή νεοελληνική εθνότητα βαστά στα ίσα από την αρχαία Ελλάδα κι ακόμα πως και το Βυζαντινό Κράτος ήταν απόλυτα ελληνικό. Οι ιδέες και αντιλήψεις αυτές δεν είναι καθόλου σωστές. Ο ιστορικός βίος της αρχαίας Ελλάδας τερματίστηκε στα 147 με την καταστροφή της Κόρινθος από τους Ρωμαίους και την τελική υποδούλωση του αρχαίου ελληνικού λαού. Έπειτα στην αρχαία εποχή δεν υπήρχε ένα Ελληνικό Κράτος (υπογράμμιση του Γιάννη Κορδάτου)… Αυτό που λέμε σήμερα έθνος δεν υπήρχε. Και ακόμα κάτι άλλο, η ελληνική εθνότητα δεν έμεινε καθαρόαιμη μέσα στο διάβα των αιώνων…»11


Τα επιχειρήματα είναι σαφή: Το ελληνικό έθνος ταυτίζεται με το Κράτος. Η αρχαία Ελλάδα έπαψε να υπάρχει μετά τη ρωμαϊκή κατάκτηση και οι Έλληνες αναμίχθηκαν με άλλους λαούς! (Και όμως, ο Παπαρρηγόπουλος είχε πριν εκατό χρόνια απαντήσει σε αυτό το επιχείρημα, της φυλετικής σύστασης του έθνους, τόσο αποστομωτικά). Το συμπέρασμα είναι σαφές: Οι νεοέλληνες δεν έχουν σχέση με την αρχαία Ελλάδα και το Βυζάντιο, συγκροτούνται προς τα τέλη της βυζαντινής περιόδου ως μια καινοφανής ιστορική ταυτότητα… Αυτή η αντίληψη ήταν απόλυτα λογική στα πλαίσια της μαρξιστικής γενεαλογίας του εθνικού φαινομένου.

Η «συνάντηση» έθνους και Αριστεράς (1935-1974)

Όμως, η λαϊκή βάση της Αριστεράς, η σύνδεσή της με τους αγώνες των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων και η ευτυχής σύμπτωση των κατευθύνσεων της Ελλάδας και της Σοβιετικής Ένωσης στη διάρκεια του πολέμου, θα την υποχρεώσουν στην τρίτη περίοδο, τόσο στην εγκατάλειψη του μακεδονικού παραλογισμού12 όσο και στη μεγάλη εθνική στροφή της Κατοχής. Τότε το λαϊκό θα γίνει υποχρεωτικά εθνικό και οι «αντιεθνικιστές» κομμουνιστές θα υποχρεωθούν να γίνουν «πατριώτες», επιστρέφοντας κατά κάποιο τρόπο στην παράδοση που είχε εγκαινιάσει ο επτανησιακός ριζοσπαστισμός. Αυτή η νέα περίοδος θα προετοιμαστεί από την πολιτική και ιδεολογική στροφή του ΚΚΕ μετά την «περίφημη» 6η Ολομέλεια της ΚΕ, το Γενάρη του 1934, και ιδιαίτερα μετά το 7ο Συνέδριο της «Κομμουνιστικής Διεθνούς» (Καλοκαίρι του 1935), σύμφωνα με τη νέα «λαϊκομετωπική» γραμμή της Σοβιετικής Ένωσης. Πλέον εγκαταλείπονται τα ιδεολογήματα περί ιμπεριαλιστικής-επεκτατικής Ελλάδας καθώς και ο μακεδονικός παραλογισμός. Στην «Πολιτική απόφαση του 6ου Συνεδρίου του ΚΚΕ», τον Δεκέμβριο του 1935, δηλώνεται ανοικτά η αλλαγή της πολιτικής θέσης του κόμματος:

«11. Μετά το κίνημα του Μάρτη, το Κόμμα μας στη θέση του συνθήματος “ένιαία και ανεξάρτητη Μακεδονία και Θράκη” έβαλε το σύνθημα “πλέρια ισοτιμία στις μειονότητες”…Την αντικατάσταση του παλιού συνθήματος “ενιαία και ανεξάρτητη Μακεδονία και Θράκη” επιβάλλει η ίδια η αλλαγή της εθνολογικής σύνθεσης στο ελληνικό κομμάτι της Μακεδονίας σε στενή σύνδεση με την αλλαγή των συνθηκών… με βασικό καθήκον την αντιφασιστική και αντιπολεμική πάλη… Ο πληθυσμός στο ελληνικό κομμάτι της Μακεδονίας είναι σήμερα στην πλειοψηφία του ελληνικός …»13


Η συνολική αλλαγή πολιτικού προσανατολισμού θα επιτρέψει στο ΚΚΕ να εκμεταλλευτεί την κρίση του οικονομικού και πολιτικού συστήματος και να μεταβληθεί από ένα πολιτικό «γκρουπούσκουλο» σε κόμμα με σημαντική απήχηση. Μέχρι το 1930 ο αριθμός των μελών του θα κυμαίνεται από 1.320 (το 1920) σε 1.500 το 1930. Το 1934 θα γίνουν 6.000 και το 1936, 17.500! Στις δε εκλογές του 1935 θα πάρει το 9,59% των ψήφων και σε εκείνες του 1936 το 5,76% και θα εκλέξει 15 βουλευτές.14 Σε αυτές τις νέες συνθήκες χιλιάδες παλιοί βενιζελικοί, αλλά ακόμα και προερχόμενοι από το Λαϊκό Κόμμα, θα προσεγγίσουν το ΚΚΕ. Τότε θα το προσεγγίσουν και διανοούμενοι σε σημαντικό ποσοστό, ανάμεσά τους και ο Δημήτρης Γληνός. Τότε θα γίνουν και οι πρώτες επαφές με τη στρατιωτική και πολιτική Αριστερά του βενιζελισμού, προσέγγιση που θα αποδώσει καρπούς στη συγκρότηση του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ.

Ο Άρης Βελουχιώτης, στο «πολιτικό του μανιφέστο», τον περίφημο «λόγο της Λαμίας» στις 20 Οκτωβρίου 1944, θα εκφράσει αυτή τη νέα ταυτότητα της Αριστεράς ως της ηγέτιδας δύναμης του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος:

«Κάποτε, λοιπόν, η χώρα μας είτανε δοξασμένη, μα αργότερα την υποδούλωσαν κι έχασε την παλιά της αυτή δόξα. Μα ύστερα από κάμποσα χρόνια η χώρα μας σηκώθηκε στο πόδι, κι ύστερα από σκληρούς αγώνες ενάντια στη σκλαβιά, πάλι λευτερώθηκε.

Στην εποχή της σκλαβιάς πέρασαν σκληρά, μαύρα χρόνια και πολλοί “έξυπνοι”, ανάμεσα στους οποίους και κάποιος Φαλμεράγιερ, ισχυρίστηκαν, πως η ελληνική φυλή έσβησε κι ότι αυτή διασταυρώθηκε με άλλες φυλές που δεν έχουν τίποτα το κοινό με την αρχαία ελληνική φυλή.

Μα ό,τι και να πούνε, αυτό δεν έχει καμιά αξία. Την ελληνικότητά μας την αποδείξαμε. Γεγονός είναι ότι η χώρα μας ξεσηκώθηκε και ξαναγίνηκε πάλι λεύτερη…

Έτσι, όλο το βάρος έπεσε πάνω σε μια χούφτα ανθρώπων, απ’ αυτούς που τρώγανε καρπαζιές μέσα στα αστυνομικά μπουντρούμια και τις ασφάλειες, μα που φλέγονταν από ηρωισμό και ανδρεία και μέσα τους υπήρχε μια ζεστή ελληνική καρδιά και έτρεχε στις φλέβες τους πραγματικό ελληνικό αίμα. Αυτοί άναψαν το δαυλό κι έδωσαν το σύνθημα για τον ξεσηκωμό του έθνους. Αυτοί δώσανε το κουράγιο στους Έλληνες. Αυτοί δημιούργησαν τη νέα Φιλική Εταιρία: το ΕΑΜ…

Μας κατηγορούν ότι θέλουμε να καταργήσουμε τα σύνορα και να διαλύσουμε το κράτος. Μα το κράτος εμείς το φτιάνουμε σήμερα, γιατί δεν υπήρχε, μια που αυτοί οι ίδιοι το είχανε διαλύσει. Ποιος είναι λοιπόν πατριώτης; Αυτοί ή εμείς; Το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα και τρέχει νάβρει κέρδη σ’ όποια χώρα υπάρχουνε τέτοια. Γι’ αυτό δε νοιάζεται κι ούτε συγκινείται με την ύπαρξη των συνόρων και του κράτους. Ενώ εμείς το μόνο που διαθέτουμε είναι οι καλύβες μας και τα πεζούλια μας. Αυτά, αντίθετα από το κεφάλαιο που τρέχει όπου βρει κέρδη, δεν μπορούν να κινηθούν και παραμένουνε μέσα στη χώρα που κατοικούμε.

Ποιος λοιπόν μπορεί να ενδιαφερθεί καλύτερα για την πατρίδα του; Αυτοί που ξεπορτίζουνε τα κεφάλαιά τους από τη χώρα μας, ή εμείς που παραμένουμε με τα πεζούλια μας εδώ;»15


Ο Βελουχιώτης θα εκφράσει πιο ολοκληρωμένα και με συνέπεια τη «νέα» γραμμή. Η ΕΑΜική Αριστερά θα αναλάβει να εκφράσει το αγωνιζόμενο έθνος και θα εγκολπωθεί την «παλιγγενεσία» του έθνους, με την επανάσταση του 1821, την απόρριψη του Φαλμεράυερ, τη συνέχεια του ελληνισμού στην παράδοση του Παπαρρηγόπουλου και του Ζαμπέλιου, την υπεράσπιση της πατρίδας απέναντι στο «άπατρι» κεφάλαιο. Ο αγωνιστικός χαρακτήρας της Αριστεράς υπήρξε εκείνο το στοιχείο που τη συνέδεε με την εθνική-λαϊκή παράδοση σε πείσμα της θεωρητικά α-εθνικής αντίληψης του μεγαλύτερου μέρους της κομμουνιστικής ηγεσίας. Και αυτή η «αγωνιστική» γραμμή θα εκφράζεται ηγεμονικά –φθίνουσα– σε όλη της τη μεταπολεμική διαδρομή μέχρι την απριλιανή δικτατορία: από τη λογική του αγώνα για αυτοδιάθεση της Βορείου Ηπείρου16 και αυτοδιάθεση-ένωση της Κύπρου, μέχρι τη στροφή του 1964-65 με βάση τις σοβιετικές θέσεις για «ανεξαρτησία» της Κύπρου, κοκ. Πάντως, θα παραμένει κυρίαρχη έως το 1974.

Ο Νίκος Σβορώνος, διαμορφωμένος στην αντίληψη της Αντίστασης, θα υπερβεί αυτή τη σχηματική αντίληψη, έστω κι αν στην πρώτη του περίοδο θα εμφανίζεται να ταλαντεύεται ακόμα ανάμεσα στην Παπαρρηγοπούλεια και την Κορδατική αντίληψη. Ενώ σε ένα βασικό του κείμενο, γραμμένο το 1955, μεσούσης της σταλινικής περιόδου, μοιάζει μάλλον να ταλαντεύεται ως προς την ιστορική συνέχεια και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ελληνισμού, ωστόσο αργότερα θα την αποδεχτεί:17

Σε συνέντευξή του στα Σύγχρονα Θέματα, στην ερώτηση: Τελικά φαίνεται να αποδέχεσθε την παπαρρηγοπούλεια άποψη για την αδιάπτωτη συνέχεια της ελληνικής ιστορίας; απαντά:

«Φυσικά και αποδέχομαι την κάποια πολιτισμική συνέχεια του ελληνισμού. Αλλά όχι και ολόκληρη την παπαρρηγοπούλεια άποψη. Σε ορισμένα σημεία σαφώς και υπάρχει αυτή η συνέχεια... Θεωρώ τη συνέχεια αυτή ως ένα δυναμικό φαινόμενο με διαφορετικές φάσεις...»


και πάρα κάτω:

«Λοιπόν, η αντίθεση με όλα αυτά τα φαινόμενα για μένα είναι αντίσταση. Δηλαδή, όπως πολύ σωστά συμπυκνώνεται στο ερώτημά σας, δεν θεωρώ αντίσταση απλώς και μόνο να πάρεις τα όπλα να ανεβείς στα βουνά. Αυτό είναι εύκολο πράγμα, σχετικά εύκολο. Το πρόβλημα είναι να μένεις αυτό που είσαι, και αυτό βέβαια συνδυάζεται με την πολιτισμική συνέχεια του ελληνισμού. Με το γεγονός ότι, όταν κατακτήθηκε ο ελληνικός λαός, από τους Ρωμαίους αρχικά είτε αργότερα από τους Τούρκους, είχε εθνική ενότητα και συνείδηση της ενότητας αυτής. Υπήρχε μια λαϊκή ενότητα με τη γλώσσα, με τα ήθη και τα έθιμα, και είχε συνείδηση της ταυτότητάς του αυτής, η οποία του επέτρεψε να αντισταθεί, να αντισταθεί στην απορρόφηση από άλλους λαούς οι οποίοι ήταν κατακτητές του…

Πάντως η αντίσταση αυτή γίνεται ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της ελληνικής ιστορίας, γιατί ο ελληνισμός είχε αυτή την πορεία για ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα».18


Αυτή η τοποθέτηση του Νίκου Σβορώνου αποκαθιστά πλέον την ενότητα της ελληνικής ιστορικής σκέψης, από τον Παπαρρηγόπουλο μέχρι τη σύγχρονη εποχή, από τη σκέψη του ελληνικού διαφωτισμού και ρομαντισμού μέχρι την Αριστερά. Η παρέκβαση του σταλινισμού και του δογματικού μαρξισμού θα έχει πλέον υπερακοντιστεί. Και θα τοποθετηθεί και πάνω στην ελληνική ιδιοπροσωπία:

«Ο αντιστασιακός χαρακτήρας... διέπει ολόκληρη τη νεοελληνική ιστορία: ο ελληνισμός ανήκει στην κατηγορία των μικρών λαών που κινούνται στην περιφέρεια του νεότερου κόσμου, και που η σταδιακή ανάπτυξη της εθνικής τους συνείδησης και η συγκρότησή τους σε καινούργια έθνη, που διεκδίκησαν και διεκδικούν την πολιτική τους ανεξαρτησία και την οικονομική και πολιτισμική τους αυτονόμηση, συντελείται μέσα στην πάλη εναντίον υπερεθνικών αυτοκρατοριών στην αρχή, εναντίον υπερεθνικών ιμπεριαλιστικών οικονομικοκοινωνικών συγκροτημάτων στα νεότερα χρόνια.

Η αντιστασιακή αυτή διαδικασία, [ ] παίρνει διάφορες μορφές: από την απλή προσαρμογή στις εκάστοτε συνθήκες με προοπτική τη διείσδυση στους πολιτικοκοινωνικούς μηχανισμούς της κατάκτησης και τη μετατροπή τους σε όργανα εθνικής συντήρησης (εκκλησία-Φαναριώτες-κοινότητες-αρματολοί, στην Τουρκοκρατία) και την ολοένα και περισσότερο ενεργό συμμετοχή στους οικονομικούς μηχανισμούς των κατακτητών και ιδιαίτερα των δυτικών δυνάμεων στην Ανατολική Μεσόγειο και στην Εγγύς Ανατολή, που έδωσε ως το τέλος του ιθ΄ αι. τις πραγματικές διαστάσεις του Ελληνισμού, ως τη συνεχή παθητική ή ένοπλη αντίσταση (κλεφτουριά – αλλεπάλληλα, έστω και ξενοκίνητα, κινήματα), που κατέληξαν στην εθνικοαπελευθερωτική επανάσταση του ’21.

Επίσης, όταν από την ίδρυση του Ελληνικού Κράτους ως τις μέρες μας οι εξωελληνικές δυνάμεις παίζουν πρωτεύοντα ρόλο στη ρύθμιση της μοίρας του Ελληνισμού, όχι μόνο στην εθνική του ολοκλήρωση, αλλά και στην εσωτερική του πολιτική και κοινωνική εξέλιξη, σε σημείο που η επίσημη πολιτική της Ελλάδας να δίνει συχνά την εντύπωση ότι ανελίσσεται εν απουσία των Ελλήνων, ή παρουσία του ελληνικού λαού εκδηλώνεται με συνεχή κινήματα διαμαρτυρίας, έστω και αν τα κινήματα αυτά δεν παίρνουν πάντα συγκεκριμένες πολιτικές μορφές, που κορυφώνονται με την εθνική και αντιφασιστική αντίσταση του 1940 –1945».19


Ο συγγραφέας, με διεισδυτικό τρόπο και χωρίς να πέφτει θύμα των παραδοσιακών προκαταλήψεων της Αριστεράς, εντάσσει την Εκκλησία, τους Φαναριώτες, τους αρματολούς σε ένα σχήμα καθολικής αντίστασης στους κατακτητές.

Παγκοσμιοποίηση και απεθνικοποίηση (1974-2008)

Και όμως, σε μια τέταρτη ιστορική φάση, εκείνη της «παγκοσμιοποίησης» και της οργανικής ένταξης της Ελλάδας σε υπερεθνικούς καπιταλιστικούς μηχανισμούς, η Αριστερά –και κατ’ εξοχήν η αριστερή διανόηση– θα λειτουργήσει ως ο ιδεολογικός προπομπός και φορέας της προσαρμογής σε αυτή την παγκοσμιοποίηση, χρησιμοποιώντας το ιδεολογικό οπλοστάσιο του μαρξιστικού διεθνισμού και της μεσοπολεμικής ελλαδικής Αριστεράς, χωρίς βέβαια την αγωνιστική της διάσταση. Και ο παροξυσμός του ψευδοεθνικισμού της ελληνικής Δεξιάς, με τη δικτατορία των συνταγματαρχών, την «Ελλάδα των ελλήνων χριστιανών», που θα οδηγήσει στην κυπριακή καταστροφή, θα προσφέρει το ιδεολογικό άλλοθι για την εγκατάλειψη της εθνικοαπελευθερωτικής διάστασης της Αριστεράς.

Το βασικό ιδεολογικό ρεύμα που θα εκφράσει αυτή τη νέα στροφή υπήρξε εκείνο του «ευρωκομμουνισμού». Κι όμως, αυτό το ρεύμα, με βασικό εκφραστή την προδικτατορική ΕΔΑ και το ΚΚΕ Εσωτερικού, εμφανίστηκε στην Ελλάδα ως εγχείρημα «ελληνοποίησης» της κομμουνιστικής παράδοσης -γι’ αυτό και ο συνδυασμός ελληνικής και κόκκινης σημαίας-, ενώ στο εσωτερικό του θα συμπεριλάβει ένα μεγάλο ποσοστό από τα «μη δογματικά» στοιχεία της ελληνικής αριστεράς. Καλλιτέχνες (π.χ. ο Μίκης Θεοδωράκης), λογοτέχνες, ιστορικοί (όπως ο Σβορώνος) θα εκφραστούν μέσα από αυτό το ρεύμα, που θα θελήσει να υπερβεί τη σταλινική παραμόρφωση και να επανασυνδέσει ελληνική παράδοση και Αριστερά. Αυτό το ρεύμα στην μεταπολιτευτική περίοδο θα σφραγιστεί όμως από την έλλειψη αγωνιστικού χαρακτήρα –τον υπέρμετρο «ρεαλισμό» που το διείπε– και τη σταδιακή του μεταβολή σε κόμμα «διανοουμένων». Η εμφάνιση του ΠΑΣΟΚ και η παρουσία του ΚΚΕ στέρησαν από τον ελληνικό «ευρωκομμουνισμό» κάθε μαζική βάση στα λαϊκά στρώματα της ελληνικής κοινωνίας. Ο εγκλεισμός σε σχετικά περιορισμένους κύκλους, μέσα στο γενικό μεταπολιτευτικό πλαίσιο της αναβάθμισης του ρόλου των διανοουμένων και της ανόδου της «Αριστεράς», με την ευρύτερη έννοια, στην εξουσία, μετέβαλε την αριστερή διανόηση σε οργανικό διανοούμενο του μεταπολιτευτικού κράτους. Από το ευρωκομμουνιστικό εγχείρημα, μετά μάλιστα την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και τη μαζική εισροή διανοουμένων από το ΚΚΕ στο ευρωκομμουνιστικό στρατόπεδο, μέσω του «Συνασπισμού», θα μείνει τελικώς το πρώτο συνθετικό, ο «ευρωπαϊκός προσανατολισμός». Τωόντι, αυτό το στρώμα των διανοουμένων ήταν το καταλληλότερο όχι απλώς για την πρόσληψη και τη μεταφορά της ευρωπαϊκής ιδεολογίας στην Ελλάδα, αλλά για την ενσωμάτωση των ελληνικών ελίτ στο υπό διαμόρφωση στρώμα των ευρωκρατών. Διέθεταν τόσο τα απαραίτητα εφόδια –γλώσσες, εξοικείωση με τα επιστημονικά εργαλεία της ύστερης Δύσης– όσο και την κατάλληλη ιδεολογική αρματωσιά. Έτσι, θα αρχίσει η μετάβαση από το παλιό ευρωκομμουνιστικό ρεύμα -που μέσα από την Επιθεώρηση Τέχνης ή το Αντί της πρώτης μεταπολιτευτικής περιόδου, μέσα από τους Λαμπράκηδες και την... «ποίηση της ήττας» προσπαθούσε να δει με «σύγχρονο» μάτι τον λαϊκό πολιτισμό, το ρεμπέτικο, τον ζωγράφο Θεόφιλο τον Εγγονόπουλο και την ευρωπαϊκή πρωτοπορία, τον Αντονιόνι και τον Γκοντάρ ταυτόχρονα– σε μια καινούργια ιδεολογική ταυτότητα.

Τώρα πλέον, το ζητούμενο δεν είναι η «ανακάλυψη της λαϊκής ψυχής», αλλά η εξαφάνισή της ως στοιχείου που εμποδίζει την ευρωπαϊκή ενσωμάτωση της χώρας, ως στοιχείου ανορθολογικού, με στοιχεία «εθνικιστικά», «λαϊκιστικά» κ.λπ. Ενώ αυτό το ρεύμα υπήρξε εξόχως λαϊκιστικό ή λαϊκότροπο στη δεκαετία του ’60, τριάντα χρόνια μετά θα γίνει υπερασπιστής του εκσυγχρονισμού, νοουμένου ως πολιτισμική ισοπέδωση και αποδοχή ενός παγκόσμιου ορθολογισμού, που απορρίπτει τις «εθνικιστικές επιβιώσεις». Η «υλική βάση» αυτού του «ρεύματος» που επιχειρεί την «οριστική» αποεθνικοποίηση της χώρας, ώστε να ενταχθεί απρόσκοπτα σε μια υπερεθνική, και δυτικοκεντρική, Ευρώπη, είναι οι ποικιλόμορφες εξαρτήσεις και διασυνδέσεις με το ευρωπαϊκό κέντρο, με τις Βρυξέλλες και τις εγχώριες εκβλαστήσεις του. Πλέον το παλιό «λαϊκότροπο» ΚΚΕ Εσωτερικού θα παραχωρήσει τη θέση του σε ένα κράμα αριστερισμού των σαλονιών, φιλελευθερισμού και «ρεαλισμού». Οι νέες κατευθύνσεις θα είναι πλέον ο «αντιεθνικισμός» και η καταδίωξη του «ελληνοκεντρικού». Κάθε τι το ελληνικό είναι ύποπτο. Ο Δημοσθένης Κούρτοβικ θα διαρρήξει τον ομφάλιο λώρο αυτής της νέας αντιεθνικιστικής Αριστεράς με την Αντίσταση, με την επίθεσή του ενάντια στον Βελουχιώτη20· ο Τάκης Καγιαλής χαρακτηρίζει «εθνικιστές» και «φασίστες» τον Εγγονόπουλο, τον Εμπειρίκο και τον Ελύτη που μέχρι πριν μερικά χρόνια αποτελούσαν έμβλημα της Ανανεωτικής Αριστεράς.

Η ομάδα των αριστερών δημοσιογράφων του «Ιού» της Ελευθεροτυπίας, θα χαρακτηρίσει τη Μικρασιατική Καταστροφή «Βιετνάμ της Ελλάδας». Οι κες Φραγκουδάκη και Δραγώνα θα εκστρατεύσουν ενάντια στον «ελληνο­κεντρικό» προσανατολισμό της εκπαίδευσης.21 Τέλος, αρκετοί νεώτεροι ιστορικοί θα επιχειρήσουν να «αποκαθάρουν» την ιστορική έρευνα από κάθε στοιχείο «ελληνοκεντρισμού». Ο Στέφανος Πεσμαζόγλου, στη συζήτηση-συνέντευξη που πήρε από τον Νίκο Σβορώνο (και επικεντρώνομαι σε αυτούς και στην αντιπαράθεσή τους, γιατί προέρχονται από παραπλήσιο ιδεολογικό χώρο), αναφερόμενος στην αντίληψη του Σβορώνου για το «αντιστασιακό πνεύμα που επικράτησε στην ελληνική ιστορία» ανησυχεί διαρκώς για το εάν:

«Είναι δυνατή και πόσο νόημα έχει η οποιαδήποτε αναζήτηση κεντρικών ιδιαίτερων εθνικών χαρακτηριστικών; Τέτοιες γενικές τοποθετήσεις δεν οδηγούν σε χαρακτηρολογικές τυπολογίες εθνών;»22

«… Όταν είναι εξαιρετικά δύσκολο να οδηγηθούμε σε ανθρώπινες χαρακτηρολογίες, ακόμη περισσότερο κοινωνικών ομάδων και τάξεων, δεν κινδυνεύει η ανίχνευση κάποιου καθοριστικού χαρακτηριστικού ενός ολόκληρου έθνους –και μάλιστα στην πολύ μεγάλη διάρκεια 1.500-2.000 ετών– να είναι στην καλύτερη περίπτωση μονοσήμαντη, στη χειρότερη, κενή περιεχομένου;

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η εικόνα που δίνετε της νεοελληνικής ταυτότητας, για τους “Νεοέλληνες” και τη συνεχή παρουσία ενός αντιστασιακού πνεύματος, δεν είναι μονοσήμαντα κολακευτική και εξιδανικευτική;»23

«Τελικά, μήπως τέτοια συνολικά σχήματα δεν έχουν κανένα νόημα, μια που στην ιστορία όλων των λαών, όλων των εποχών, συνυπάρχουν –σε εναλλασσόμενους βαθμούς- και τα στοιχεία που συνθέτουν τις όποιες “αντιστάσεις” του, αλλά και τα στοιχεία που στοιχειοθετούν τις αδράνειές του;»24


Το νόημα είναι σαφές: Οι Έλληνες δεν υπάρχουν πλέον! Στον βαθμό που εθνικά χαρακτηριστικά και «τυπολογίες εθνών» είναι ανύπαρκτες, και «σε όλους τους λαούς εναλλάσσονται αδράνειες και αντιστάσεις» με όμοιο τρόπο, τότε η ιδιαιτερότητα των εθνών εξαφανίζεται, στην καλύτερη περίπτωση η εθνική ταυτότητα είναι ένα φολκλορικό ή γλωσσικό υπόλειμμα, μια «φαντασιακή κατασκευή» ή μια «νοερή κοινότητα», για να αναφέρουμε μια βλακεία του συρμού, ή ακόμα χειρότερα μία «αντιδραστική κατασκευή». Αυτό το βήμα θα το κάνει ο Πασχάλης Κιτρομηλίδης, ο οποίος θα αμφισβητήσει το ότι η εθνική συνείδηση προηγείται της κρατικής υπόστασης, καθώς επίσης και το γεγονός πως υπάρχει κάποια σχέση ανάμεσα σε Ορθοδοξία και εθνική ταυτότητα:

«Αυτή η μεθοδολογική προσέγγιση κατευθύνεται προς έναν αναθεωρητικό ουσιαστικό στόχο. Η συγκριτική ανάλυση των στοιχείων επιζητεί να αμφισβητήσει δύο αντιλήψεις που επικρατούν στην ιστοριογραφία της Ανατολικής Ευρώπης. Η πρώτη αντίληψη που θα τεθεί υπό αμφισβήτηση είναι δυνατόν να περιγραφεί ως η ιδέα της “εθνικής αφύπνισης”. Η διάχυτη αυτή άποψη δέχεται ότι το “έθνος”, ως κοινότητα πολιτισμού και κοινωνικών αισθημάτων, προϋπήρξε του κράτους. [ ] Αυτή ακριβώς η αντίληψη κατηύθυνε το έργο των μεγαλύτερων ιστορικών της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, ανδρών όπως ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος και ο Nicolae Iorga. Οι Βαλκάνιοι εθνικιστές οικειοποιήθηκαν τις ιδέες αυτές και προσπάθησαν να προικίσουν τα κράτη τους με μακρά ιστορία εθνικότητας και αισθητής εθνικής παρουσίας πριν από την επίτευξη κρατικής υπόστασης·· εξύμνησαν κατά κανόνα το μεσαιωνικό τους παρελθόν και επιδίωξαν να αποκαταστήσουν αδιάσπαστες συνέχειες εθνικής ύπαρξης από την πιο μακρινή αρχαιότητα. [ ]

Η δεύτερη αντίληψη που θα έπρεπε να επανεξεταστεί είναι η άποψη που θεωρεί την Ορθοδοξία ως πρόμαχο του εθνικισμού. Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, η Ορθόδοξη Εκκλησία διαδραμάτισε μείζονα ρόλο στη διατήρηση και καλλιέργεια της εθνοτικής ταυτότητας των εθνών της Νοτιανατολικής Ευρώπης κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας, καθώς και στην καθοδήγηση της εθνικής τους “αφύπνισης”. Η αντίληψη αυτή σαφώς ισχυρίζεται ότι η Ορθοδοξία ταυτίζεται με την εθνικότητα, ενώ υπαινικτικά υποδεικνύει την αναγνώριση της Ορθόδοξης Εκκλησίας ως εμπροσθοφυλακής του εθνικισμού. Η αντίληψη αυτή, οι διανοητικές καταβολές της οποίας είναι εύκολο να εντοπιστούν στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, κυριάρχησε στη βαλκανική ιστοριογραφία του 20ού αιώνα τόσο επίμονα όσο και η ιδέα περί “εθνικής αφύπνισης”».25


Πλέον έχουμε φθάσει στο άκρον άωτον της αναθεώρησης –ακόμα και της μαρξιστικής αντίληψης που τουλάχιστον ανήγαγε το «νεοελληνικό έθνος» στις αρχές της χιλιετηρίδας– αλλά και του παραλογισμού. Η ελληνική εθνική συνείδηση είναι δημιούργημα του κράτους. Το πώς βέβαια δημιουργήθηκε το ελληνικό κράτος ή τα άλλα εθνικά κράτη των Βαλκανίων είναι αδιάφορο για τον συγγραφέα. Αυτό που τον απασχολεί είναι το πώς εμπέδωσαν την «εθνικιστική ιδεολογία» από τον 19ο αιώνα και μετά και έτσι εμφύσησαν εθνική συνείδηση στους υποτιθέμενους (για τον Κιτρομηλίδη) αλύτρωτους Έλληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η ορθόδοξη ταυτότητα των βαλκανικών λαών δεν αποτελεί βασικό στοιχείο συγκρότησης της εθνικής ταυτότητας, σε πλήρη αντίθεση με τις θέσεις του Ιακωβάτου, που έβλεπε στην Ορθοδοξία το αποφασιστικό στοιχείο της ελληνικής εθνικής ταυτότητας! Έτσι, όλη η νεώτερη ελληνική ιστορία αποτελεί ένα εθνικιστικό παραλήρημα και οι Έλληνες κυριολεκτικά εξαφανίζονται ως έθνος. Η εθνική συνείδηση διαμορφώνεται μέσω του εκπαιδευτικού μηχανισμού,26 μέσω της κρατικής «προπαγάνδας» γι αυτό εξ’ άλλου και η ιδιαίτερη προσπάθεια του «ρεύματος» να αποκαθάρει από τον εθνικισμό, δηλαδή από κάθε στοιχείο εθνικής ταυτότητας, τα σχολικά και εκπαιδευτικά βιβλία.

Πλέον η εθνική ταυτότητα είναι όχι μόνον «νοερή», αλλά και κατασκευασμένη και αντιδραστική. Εν τέλει τα συλλογικά υποκείμενα, άρα και το έθνος, είναι «κατασκευές». Ο «μαρξισμός» ολοκληρώνεται ως ατομοκεντρικός φιλελευθερισμός. Γι’ αυτό και συμπλέει με τον Νίκο Δήμο, τον Ανδρέα Ανδριανόπουλο, τον Στέφανο Μάνο και άλλους οπαδούς του φιλελευθερισμού και της παγκοσμιοποίησης. Αυτό το ατομοκεντρικό και τεχνοκρατικό κατασκεύασμα εξακολουθούν οι φορείς του να το εμφανίζουν ως «μαρξιστικό» ή «αριστερό», ενώ αποτελεί απλώς την ιδεολογική έκφραση της παγκοσμιοποίησης και της πολυεθνικοποίησης του κεφαλαίου, το οποίο στην παρούσα φάση της ανάπτυξης του, αποστρέφεται και αντιμάχεται κάθε μορφή κοινότητας, είτε εθνική, είτε ταξική, ως εμπόδιο στην επέκτασή του.

Μέσα στα πλαίσια της μεταπολιτευτικής Ελλάδας, όπου η ιδεολογία της Αριστεράς ήταν ηγεμονική και ήταν οι σοσιαλιστές του ΠΑΣΟΚ που ανέλαβαν την ένταξη της χώρας στους μηχανισμούς της παγκοσμιοποίησης, από την Αριστερά μπορούσε να εκπηδήσει μια σοβαρή και με πιθανότητες επιτυχίας απόπειρα απο-εθνικοποίησης και αποδιάρθρωσης μιας ισχυρής εθνικής ταυτότητας όπως είναι η ελληνική. Ο παγκοσμιοποιητικός εκσυγχρονισμός θα έχει αριστερό πρόσημο στην Ελλάδα, τόσο στο πολιτικό, όσο και στο ιδεολογικό πεδίο.

Μετά τη μεταπολίτευση η επίσημη Αριστερά θα πάψει να είναι αγωνιστική, θα απορροφηθεί στο κράτος, ή μάλλον θα μεταβληθεί, κατά την έκφραση του Αλτουσέρ, σε «ιδεολογικό μηχανισμό του κράτους» και η κατάρρευση του ανατολικού στρατοπέδου θα τη μεταβάλει στο μεγαλύτερο μέρος της σε δυτικόστροφη και Βρυξελλόπληκτη.27 Εξ άλλου, η θητεία της ως θεραπαινίδας της Μόσχας την είχε προετοιμάσει για τις νέες δουλείες της. Η Αριστερά θα γίνει κυρίαρχη στη διανόηση και τους πανεπιστημιακούς μηχανισμούς, στους δημοσιογραφικούς χώρους κ.λπ., και η ιδεολογία της, ενός άχρωμου ψευτοδιεθνισμού, θα συνταυτιστεί απολύτως με τον κοσμοπολιτισμό των «γιάπηδων». Επί ματαίω θα γράφει ο ποιητής από μακριά:

«Εν τω μεταξύ η γύφτισσα υπενθυμίζει στους αριστερούς το
“Φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας!”»28

Σημειώσεις:
1. Ερασμία-Λουΐζα Σταυροπούλου, Παναγιώτης Πανάς (1832-1896), Ένας ριζοσπάστης ρωμαντικός, Επικαιρότητα, Αθήνα 1987, σελ. 84-106. Παναγιώτης Νούτσος, Η Σοσιαλιστική Σκέψη στην Ελλάδα, τόμος Α΄ (1875-1907), σελ. 48-52.

2. Βλ. Γιάννης Κορδάτος, Ιστορία της Ελλάδας, τόμος 11ος-12ος, και Ιστορία του Εργατικού Κινήματος, Αθήνα 1956. Παναγιώτης Νούτσος, Η Σοσιαλιστική Σκέψη στην Ελλάδα, τόμος Α΄ (1875-1907), σελ. 188-189.

3. Κατά μια περίεργη «πανουργία της ιστορίας», η «Φεντερασιόν» θα προσεγγίζει τις απόψεις του Δραγούμη, εκκινώντας από μια ριζικά διαφορετική αφετηρία.

4. Αβραάμ Μπεναρόγια, Η πρώτη σταδιοδρομία του ελληνικού προλεταριάτου, Κομμούνα, Αθήνα 1986. Αβραάμ Μπεναρόγια, Ελπίδες και πλάνες, Στοχαστής, Αθήνα 1989. Κέντρο Μαρξιστικών Μελετών, Η σοσιαλιστική Οργάνωση Φεντερασιόν Θεσσαλονίκης 1909-1918, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1989.

5. Βλ., Γιώργος Λεονταρίτης, Το ελληνικό σοσιαλιστικό κίνημα κατά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, Εξάντας, Αθήνα 1978, σελ. 49-50.

6. Βλ. Λεονταρίτης όπ.π. και Παναγιώτης Νούτσος, Η Σοσιαλιστική Σκέψη στην Ελλάδα, τόμος Β΄ (1907-1925), σελ. 91-109 και 291-338.

7. Ρόζα Λούξεμπουργκ, «Οι αγώνες στην Τουρκία και η σοσιαλδημοκρατία», αναδημ. στο περιοδικό Λαοί, τ. 1, Μάιος 1987, σελ. 44.

8. Γιάννης Κορδάτος, Ιστορία της Ελλάδας, τ.13ος, 1900-1924, σελ. 566-567.

9. Βλ. Αλέξανδρος Δάγκας – Γιώργος Λεοντιάδης, Κομιντέρν και Μακεδονικό ζήτημα, Τροχαλία, Αθήνα 1997, σελ. 180-183.

10. Το ΚΚΕ. Επίσημα κείμενα, τόμος 3ος, 1929-1933, Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις 1966, σελ. 326-327.

11. Γιάννης Κορδάτος, Η κοινωνική σημασία της ελληνικής επαναστάσεως του 1821, Επικαιρότητα, Αθήνα 1972, σελ. 21.

12. Γιατί μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών η Μακεδονία είχε πλέον πάνω από το 90% ελληνόφωνο και ελληνικής συνείδησης πληθυσμό, και το μόνο σύνθημα που είχε νόημα για την Αριστερά ήταν η διεκδίκηση ισότιμων δικαιωμάτων για τις μειονότητες, τη σλαβομακεδονική και την εβραϊκή στη Θεσσαλονίκη, πράγμα που θα κάνει μετά τη στροφή του 1935.

13. ΚΚΕ, Δέκα Χρόνια Αγώνες, 1935-1945, εκδ. ΚΚΕ, Ανατύπωση Πορεία, Αθήνα 1977, σελ. 66-67.

14. Άγγελος Ελεφάντης, Η επαγγελία της αδύνατης επανάστασης, Ολκός, Αθήνα 1976, σελ. 289, 304.

15. Γιάννη Γ. Χατζηπαναγιώτου (καπετάν Θωμά), Η πολιτική διαθήκη του Άρη Βελουχιώτη, Δωρικός, Αθήνα 1975, σελ. 491-509.

16. Πράγματι, στην Απόφαση του Π.Γ. του ΚΚΕ της 1ης Ιουνίου 1945 αναφέρεται: «Το ΚΚΕ διακήρυξε πάντα ότι υπάρχει άλυτο το βορειοηπειρωτικό ζήτημα. Το ζήτημα αυτό έχει το δικαίωμα και πρέπει να το λύσει λέφτερα ολόκληρος ο βορειοηπειρωτικός λαός. Η αντιπροσωπεία του ΚΚΕ στην Κ.Ε. του ΕΑΜ δηλώνει ακόμα: Για να εξασφαλίσει τη δημοκρατική ενότητα, το ΚΚΕ είνε έτοιμο να δεχτεί και να πραγματοποιήσει την άποψη εκείνη του δημοκρατικού κόσμου για το βορειοηπειρωτικό που θα διατυπώσει η πλειοψηφία του. Αν η πλειοψηφία αυτή αποφανθεί για μια άμεση στρατιωτική κατάληψη της βόρειας Ηπείρου από τον ελληνικό στρατό, το ΚΚΕ θα διατυπώσει τις αντιρρήσεις του, μα θα πειθαρχήσει». Ριζοσπάστης, 2 Ιουνίου 1945, και Δεκα Χρόνια αγώνες, όπ.π. σελ. 253.

17. Νίκος Σβορώνος, «Σκέψεις για μια εισαγωγή στη νεοελληνική ιστορία», Επιθεώρηση Τέχνης,1955. Επανέκδοση, ειδικό αφιέρωμα του Μανδραγόρα, Νο 6-7,1995, σελ. 28-32.

18. Κ.Θ. Δημαράς, Νίκος Σβορώνος, Η μέθοδος της Ιστορίας, συνεντεύξεις με τους Στέφανο Πεσμαζόγλου και Νίκο Αλιβιζάτο, Άγρα, Αθήνα 1995, σελ. 104, 161.

19. Νίκος Σβορώνος, Ιστορία της νεότερης Ελλάδας, Θεμέλιο, Αθήνα 1976, σελ. 12-13.

20. Ο Δη­μο­σθέ­νης Κούρ­το­βικ, κά­τω α­πό τον χαρακτηριστικό τί­τλο «Η με­τα­κο­μι­δή της κά­ρας του Ά­ρη», έγραφε στα ΝΕΑ στις 9 Δε­κεμ­βρί­ου 1997: «Ο Τσε Γκε­βά­ρα, πο­λύ πιο κομ­μου­νι­στής α­πό τον Ά­ρη, γο­η­τεύ­ει σή­με­ρα τους Ι­τα­λούς νε­ο­φα­σί­στες. Δεν θα πρέ­πει να εκ­πλα­γού­με αν ο Ά­ρης –που, ας μη το ξε­χνά­με, δεν έ­πα­ψε πο­τέ να προ­κα­λεί α­μη­χα­νί­α στο ε­πί­ση­μο ΚΚΕ– γί­νει ό­χι με­θαύ­ριο, αλ­λά αύ­ριο, σύμ­βο­λο της ορ­γα­νω­τι­κά δια­σκορ­πι­σμέ­νης, πλην πα­ρού­σας και μά­λι­στα ο­γκού­με­νης ελ­λη­νι­κής α­κρο­δε­ξιάς». Αυ­τό το κεί­με­νο γρά­φτη­κε σε μια «δη­μο­κρα­τι­κή» ε­φη­με­ρί­δα, α­πό έ­ναν «α­ρι­στε­ρό» –τι άλ­λο θα μπο­ρού­σε να εί­ναι;– δια­νο­ού­με­νο για να α­να­φερ­θεί στα βι­βλί­α που προ­κά­λε­σαν έ­να εκ­δο­τι­κό ξέσπασμα το Φθινόπωρο του 1997, των Δ. Χα­ρι­τό­που­λου (Ά­ρης, ο αρ­χη­γός των α­τά­κτων) Γ. Φα­ρά­κου (Ά­ρης Βε­λου­χιώ­της) και Γ. Κα­ψά­λη (Ο Ά­ρης Βε­λου­χιώ­της και η ε­πο­χή του). Είναι προφανές πως η «Νέα Αριστερά» ανησυχεί για κάθε τι που θα μπορούσε να επαναφέρει στο σήμερα στοιχεία του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα του παρελθόντος.

21. Άννα Φραγκουδάκη, Θάλεια Δραγώνα(επιμ.), “Τι είναι η πατρίδα μας;”, Εθνοκεντρισμός στην εκπαίδευση, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1997, σελ. 539. Το βιβλίο αποτελεί αξιολόγηση και ανάλυση των αποτελεσμάτων δύο ερευνών που χρηματοδοτήθηκαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση με αντικείμενο το περιεχόμενο των εγχειριδίων ιστορίας, γεωγραφίας και γλώσσας της εννιάχρονης υποχρεωτικής εκπαίδευσης και τις αντιλήψεις των εκπαιδευτικών. Με πρόσχημα πραγματικές αντιφάσεις, ελλείψεις και φοβίες του εκπαιδευτικού συστήματος και των εκπαιδευτικών, στοχεύει να επεξεργαστεί «δύο υποθέσεις εργασίας που αναδεικνύουν τον φανερό ή λανθάνοντα εθνοκεντρικό χαρακτήρα του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος... Η δεύτερη βασική υπόθεση εργασίας είναι ότι ο εθνικός “εαυτός” αναπαρίσταται στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα σήμερα σαν να βρίσκεται σε κατάσταση ανασφάλειας και αδυναμίας. Η εθνική ταυτότητα θεωρείται ότι έχει ανάγκη από υπεράσπιση, ότι κινδυνεύει από αλλοίωση, ότι δηλαδή γίνεται αντιληπτή σαν ταυτότητα υποτιμημένη και εύθραυστη» (σελ. 18). Σύμφωνα με τις -και τους- συγγραφείς του βιβλίου, δεν υπάρχει καμία απειλή για την εθνική ταυτότητα, το αντίθετο μάλλον: Αυτή υπερτονίζεται και δεν κινδυνεύει από τίποτε, ούτε από εξωτερικές επεκτατικές δυνάμεις, ούτε από πολιτιστική και γλωσσική αλλοτρίωση, και επί πλέον ο «λανθάνων ή φανερός» εθνοκεντρισμός εμποδίζει προφανώς την απρόσκοπτη ένταξή μας στη διεθνή κοινότητα, δηλαδή στην αδιαφοροποίητη παγκοσμιοποιητική σούπα.


Με τους Μακεδόνες στη Μακεδονία

(υπεράσπιση των εθνικών μειονοτήτων)

Είναι γεγονός χωρίς αμφισβήτηση πως πάνω στη ζωή και την κατάσταση της μακεδονικής εθνότητας έχουν λίγα πράγματα γραφτεί ως τώρα. Σήμερα που το πράγμα αποχτά μια όλως ιδιαίτερη σημασία για μας και το κίνημά μας, μια έρευνα γενική ανάμεσα στους καταπιεσμένους Μακεδόνες είναι απαραίτητη. Θα δώσουμε όσο το δυνατό μια πιο συντομευμένη εικόνα της υπόθεσης μα πάντα με στοιχεία αρκετά.

Χωρίς άλλο δεν υπάρχει άλλος λαός απ' το μακεδονικό - μέσα στη Βαλκανική που να βασανίστηκε όσο αυτός. Πάνω από 50 χρόνια βρίσκεται κάτω από διαρκή διωγμό - εξόντωση. Στην αρχή ο βούρδουλας της τούρκικης εξουσίας, ύστερα της ελληνικής και βουλγάρικης. Απ' τη στιγμή που επενέβησαν η βουλγαρική, σερβική και ελληνική κεφαλαιοκρατία για να πάρουν υπό την "προστασία" τους Μακεδόνες, αρχίζει μια πιο τρανή συμφορά. Η εποχή των συμμοριτών, ανταρτών και κομιτατζήδων θα παραμείνει στην ιστορία σαν μια περίοδος άγριου πρωτοφανούς διωγμού της μακεδονικής μειονότητας. Ολόκληρες δεκάδες ετών, έσφαζαν, έκαιαν, σκότωναν, ρήμαζαν σε βάρος του μακεδονικού λαού. Θα περάσουν χρόνια ακόμα πολλά κι ο Μακεδόνας θα μιλάει με τον μεγαλύτερο αποτροπιασμό για τη θηριωδία των Τσακαλάρωφ, των Καπετάν Ζάκηδων και Βάρδηδων. Ολόκληρα χωριά βάφηκαν με αίμα που έρευσε ποταμηδόν. Ήρθαν κατόπιν οι βαλκανικοί πόλεμοι. Ελληνική, βουλγάρικη και σέρβικη κεφαλαιοκρατία συναγωνίστηκαν ποια να καταπιέσει πιο πολύ, ν' αρπάξει, να εξοντώσει. Κι αυτά όλα εν ονόματι του "πατριωτισμού", της "απελευθέρωσης υπόδουλων αδελφών" και σε βάρος ενός λαού - της μακεδονικής εθνότητας - που ούτε βουλγάρικος, ούτε ελληνικός, ούτε σέρβικος είναι, παρά μακεδονικός.

Όσοι Μακεδόνες γλίτωσαν απ' τον παγκόσμιο και τους βαλκανικούς πολέμους μαζεύτηκαν ξανά στον τόπο τους για να ξαναχτίσουν τα χωριά τους. Όμως το μαρτύριό τους δεν τέλειωσε. Οι βούλγαροι κομιτατζήδες, όργανα πιστά της βουλγαρικής μπουρζουαζίας, συνεχίζουν την εξοντωτική δράση. Όπως επίσης οι φασίστες της Ε.Ε.Ε., όργανα πιστά της ελληνικής κεφαλαιοκρατίας, κάνουν την εμφάνισή τους για να παραμεγαλώσουν τα βάσανα του μακεδονικού λαού. Εδώ το πράγμα είναι φανερό. Η ελληνική, η βουλγαρική και σερβική κεφαλαιοκρατία, η κάθε μια χωριστά, προσπαθεί να πάρει κάτω απ' τη δική της καταπίεση και λήστεψη τη μακεδονική εθνότητα.

Μιλάνε λανθασμένα πολλές φορές για βουλγάρικη μειονότητα μέσα στην καπιταλιστική Ελλάδα ή για ελληνική μειονότητα μέσα στην επίσης καπιταλιστική Βουλγαρία. Δεν είναι σωστό. Στη Μακεδονία, τη βουλγαροκρατούμενη, την ελληνοκρατούμενη, τη σερβοκρατούμενη δεν υπάρχουν Έλληνες, ούτε Βούλγαροι, ούτε Σέρβοι. Υπάρχουν Μακεδόνες (φυσικά δεν μιλάμε για εκείνους που εγκαταστάθηκαν τελευταία στη Μακεδονία).

Αρκεί και μια απλή επίσκεψη στους κάμπους και τα βουνά της Μακεδονίας (Καστοριά, Φλώρινα) για να το νοιώσεις. Την απάντηση αυτή την παίρνεις ακόμα απ' τα ήθη και τα έθιμά τους, που δεν είναι καθόλου ελληνικά, ούτε βουλγαρικά, ούτε σερβικά. Φυσικά οι πολυετείς καταπιέσεις απ' τις τρεις κεφαλαιοκρατίες είχαν κάποια επίδραση πάνω στο μακεδονικό λαό, μα πάντα τον διακρίνεις. Τα ρούχα τους έχουν κάτι το ιδιαίτερο, η γλώσσα τους επίσης. Η σλαβική τους γλώσσα, μοιάζει με τη βουλγάρικη μα δεν είναι ίδια. Ξέροντας τη μακεδονική γλώσσα μπορείς οπωσδήποτε να συνεννοηθείς και με τους Σέρβους, όπως και με τους Βούλγαρους. Και τη γλώσσα αυτή τη μιλάνε και σήμερα ακόμη πάνω από 100 χιλιάδες σαν γλώσσα τους μητρική. Δεν ξέρουν άλλη. Έχουν  τόσοι αιώνες περάσει από τότε που εγκαταστάθηκε το σλαβικό στοιχείο στη Μακεδονία και κανένας τους πια σήμερα δεν ξέρει τίποτα άλλο, παρά μονάχα πως στον τόπο αυτό γεννήθηκε και σε αυτόν θα πεθάνει. Και πως ούτε Έλληνας, ούτε Βούλγαρος, ούτε Σέρβος είναι. Φυσικά σε πολλές περιοχές της Μακεδονίας, τα τρία καπιταλιστικά κράτη έφαγαν τα λυσσακά τους και μπόρεσαν ως ένα σημείο με τη φωτιά και με το σίδερο να διαστρεβλώνουν την συνείδηση ενός μέρους του πληθυσμού.

Οι πιο πολλοί απ' τους Μακεδόνες βρίσκονται σήμερα στη Δυτική Μακεδονία, γύρω στη Φλώρινα, Έδεσσα, Βέρροια, Καστοριά. Προσέχοντας έστω και λίγο στις περιφέρειες αυτές θα βρεις ολόκληρα χωριά που πότε μιλούν βουλγαρική, πότε ελληνική. Δηλαδή βουλγαρικά και ελληνικά παραφθαρμένα. Αυτό μη σας ξενίζει. Δεν είναι η μητρική τους γλώσσα. Είναι αποτέλεσμα όπως το είπαμε κιόλας της καταπίεσης της βουλγάρικης και της ελληνικής μπουρζουαζίας σε διάφορες περιπτώσεις. Αυτό το διακρίνεις πολύ καλά όταν παρακολουθήσεις από κοντά τα σημερινά μέτρα της ελληνικής κυβέρνησης για τον εξελληνισμό του πληθυσμού. Αλλά γι' αυτό θα μιλήσουμε ιδιαίτερα.

Το πρώτο λοιπόν συμπέρασμα: Δεν έχουμε να κάνουμε με Έλληνες ή Βούλγαρους ή Σέρβους της Μακεδονίας, παρά με μακεδονικό λαό, με μακεδονική μειονότητα, που παρ' όλα τα χτυπήματα, παρ' όλες τις καταπιέσεις διατηρεί την οικονομική και εθνική της οντότητα, τον ιδιαίτερο πολιτισμό της. Έχει εν τοιαύτη περιπτώσει και εθνική συνείδηση ο μακεδονικός λαός; Το πράγμα είναι πολύ φανερό μα και αποδείχνεται και από ντοκουμέντα.

Ας έρθουμε πιο κοντά στα πράγματα. Ποια είναι η κατάσταση, η ζωή της μακεδονικής μειονότητας; Τρισάθλια. Από κάθε άποψη. Δεν θα μιλήσουμε για την οικονομική καταπίεση που είναι γνωστή, μολονότι κι αυτή είναι ακόμη φοβερότερη παρά σε άλλες περιοχές. Θα αναφέρουμε μόνο ορισμένα στοιχεία της πνευματικής και πολιτικής καταπίεσης για να δούνε οι εργαζόμενοι της Ελλάδας τι μαρτύρια τραβούν οι δύστυχοι Μακεδόνες. Ας ξεκινήσουμε απ' το σχολείο. Λοιπόν: Απαγορεύεται στα παιδάκια, που υποχρεωτικά φοιτούν στο σχολείο για να μάθουν τα ελληνικά κλπ. να μιλάν τη μητρική τους, τη μακεδονική γλώσσα. Άμα συμβεί ένα τέτοιο, το παιδάκι κλείνεται απ' το δάσκαλο στο μπουντρούμι του σχολείου για μια μέρα και πολλές φορές για ένα εικοσιτετράωρο. Άμα συναντήσει στο δρόμο ο χωροφύλακας κάνα εργατόπαιδο που να μιλάει τη γλώσσα του το σαπίζει στο ξύλο. Το ίδιο γίνεται και σε βάρος των ηλικιωμένων. Για απόδειξη τούτο το χαρακτηριστικό γεγονός: Στο Νεστράμι της Καστοριάς ο αστυνόμος απείλησε με ξύλο τον ίδιο το δάσκαλο γιατί μιλούσε μακεδονικά μ' ένα αγρότη. Ο επιθεωρητής των σχολείων της περιφερείας έχει στείλει μυστικές εγκυκλίους και συνιστά να παρθούν αυστηρότερα μέτρα, κυρίως δε στους μαθητές των πατεράδων που έχουν εθνικοεπαναστατικές ιδέες.

Όμως εκεί που η καταπίεση έχει φτάσει στο απροχώρητο είναι τα χωριά της Φλώρινας και τα Κορέστια. Οι μαθητές των σχολείων καλούνται κάθε μέρα σ' ανάκριση για να τα κάνουν να "ομολογήσουν" αν και πότε δέχτηκαν οι πατεράδες τους οπλισμένους ανθρώπους στο σπίτι τους, ποια γλώσσα μιλούν κλπ. κλπ. Τους υποχρεώνουν μάλιστα όλους τους εργαζόμενους να μιλάν ελληνικά και στα σπίτια τους για να τους εξελληνίσουν. Σημειωτέον πως ούτε μια γυναίκα ξέρει ελληνικά. Ο νομάρχης Μπάλκος, ένας απ' τους αιμοβορώτερους ανθρώπους, πρώην οπλαρχηγός, καλεί ταχτικά τους δασκάλους για να μαθαίνει την κίνηση στα χωριά και να τους δίνει διάφορες συμβουλές για την εθνική τους αποστολή, για την ωμότερη καταπίεση των Μακεδόνων.

Φυσικά δεν φτάνει ο χώρος του "Ρίζου" για να επεκταθούμε σε σωρεία άλλων γεγονότων. Περιοριζόμαστε μόνο να πούμε πως όταν στα παλιά βασίλευαν στην ελληνοκρατούμενη σημερινή Μακεδονία οι συμμορίτες, οι αντάρτες και οι κομιτατζήδες, οι χωριάτες για να γλιτώσουν τη ζωή τους αναγκάζονταν ν' "αλλάζουν" φρόνημα κάθε 24ωρο. Στον κομιτατζή έκαναν το Βούλγαρο, στον αντάρτη τον Έλληνα. Σήμερα είναι υποχρεωμένοι να δηλώνουν κάθε ώρα τη "γνησιότητα" των "ελληνικών τους αισθημάτων". Αλλιώς ο βούρδουλας, που δεν έχει αποστρατευθεί, μπαίνει σε ενέργεια. Όμως το κακό δεν σταματάει μέχρις εδώ. Ο βούρδουλας της εξουσίας της ελληνικής κεφαλαιοκρατίας συνοδεύεται με τη βοήθεια των πλούσιων Μακεδόνων. Δεν είναι αρκετό να "ορκιστείς" στην ...ελληνική πίστη. Πρέπει αυτό να βεβαιωθεί κι απ' τον πλούσιο Μακεδόνα. Εδώ αρχίζει κοντά στ' άλλα και το φανερό πλιατσικολόγημα. Απαράλλαχτα όπως γινότανε και στην εποχή των ανταρτών. Εκβιασμοί, απειλές, ληστείες. Δεν αρκούν οι φόροι οι κρατικοί και κοινοτικοί. Δεν αρκούν οι προσωπικές εργασίες, ούτε η εκμετάλλευση στο μεροκάματο, ούτε η ιδιαίτερη πολιτική και πνευματική καταπίεση. Και προστίθεται και το πλιατσικολόγημα απ' τους πλούσιους. Γνωρίσαμε ένα γέρο αγρότη απ' το χωριό Γκορνίτσοβο. Αυτός ο Μακεδόνας αφηγήθηκε μια χαρακτηριστική ιστορία: Ένας χωριανός του, που τώρα είναι έμπορας στο Σόροβιτς, του πήρε στα 1925 60 λίρες για να "βεβαιώσει" στη διοίκηση χωροφυλακής πως είναι ...Έλληνας. Ο ίδιος αυτός - ο πλούσιος συγχωριανός του, ο τώρα βέρος "Έλλην πατριώτης" - στο "μακεδονικό αγώνα" ήταν πληροφοριοδότης των κομιτατζήδων. Μάλιστα τον μικρότερό του αδελφό τον βάφτισε ο κομιτατζής βοεβόδας Τάνεφ. Οι πλούσιοι Μακεδόνες στα χωριά τους είναι χαφιέδες της ελληνικής αστυνομίας. Όπως άλλοτε ήσαν της Βουλγαρίας. Την εθνικότητά τους την αλλάζουν σαν το πουκάμισό τους, ανάλογα με τα οικονομικά τους συμφέροντα. Και μόνο ο εργαζόμενος μακεδονικός λαός, παρά τις στερήσεις, παρά τους εξοντωτικούς διωγμούς, κρατάει η μακεδονική του εθνικότητα.

Τα καθάρματα της Ε.Ε.Ε. Να ο τρόμος των φτωχών Μακεδόνων σήμερα. Είναι αυτοί που άλλοτε ήταν αντάρτες και τώρα στελέχη στα Ε.Ε.Ε και τον "Παύλο Μελά". Δεν είναι υπερβολή αν πούμε πως τους τρομάζουν πιότερο ακόμα κι απ' την αστυνομία. Τόση είναι η καταπίεση που εξασκούν. Πέρσι π.χ. στη μέση της αγοράς της Φλώρινας, μπροστά στα μάτια του αστυνόμου, ο τριοεψιλότης Καπετάν Βαγγέλης είχε σπάσει στο ξύλο έναν αγρότη γιατί μιλούσε μακεδονικά. Στο Βάμπελι της Καστοριάς δάρθηκαν μέχρις αιμοπτυσίας κι ύστερα καταδικάστηκαν και σε φυλάκιση δέκα νέοι γιατί τραγουδούσαν στη γλώσσα τους. Το ίδιο έγινε και στο χωριό Απόσκεπο που οι χωριάτες γιόρτασαν την πρωτομαγιά με εθνικοεπαναστατικά τραγούδια και με τον ύμνο της Διεθνούς, μεταφρασμένο στη μακεδονική. Όπου υπάρχει αστυνομία, απαγορεύεται να γυρνούν ύστερα απ' τις 9 το βράδυ πολλοί μαζί. Και δεν είναι ασυνήθη τα πρόστιμα και το ξύλο για παράβαση αυτής της διάταξης.

Έπειτα τι να πούμε για την καταπίεση που επηκολούθησε μετά το φόνο του εθνικιστή χαφιέ Τσαντέφσκυ; Δεν βρίσκει κανείς λόγια να την περιγράψει. Πριν ακόμα συλληφθούν οι εθνικοεπαναστάτες Μάνωφ, Πέτσκωφ και Μπαλάσκα - που τους τουφέκισαν αργότερα - ολόκαρες μέρες ο βούρδουλας και το σπιρούνι χοροπηδούσαν στα κορμιά εκατοντάδων Μακεδόνων ως υπόπτων.

Όλα αυτά έχουν δημιουργήσει μια κατάσταση τρομερή στη Μακεδονία. Ο εργαζόμενος Μακεδόνας σε βλέπει και τρομάζει. Και στους τοίχους ακόμα τους φοβάται μη μιλήσουν, μην τον καταδώσουν πως μίλησε μακεδονικά κλπ. κλπ.

Και φυσικά αυτά τα βασανιστήρια δεν τα υφίστανται μονάχα οι Μακεδόνες που ζουν κάτω απ' την εξουσία της ελληνικής μπουρζουαζίας. Τα ίδια περνούν κι οι Μακεδόνες που ζουν στις βουλγαροκρατούμενες και σερβοκρατούμενες περιοχές. Η βουλγαρική κυβέρνηση του λεγόμενου σλαβικού συνασπισμού - μαζί και οι αγροτοφασίστες - με τη βοήθεια της Ο.Ρ.Ι.Μ., της οργάνωσης των κομιτατζήδων, βασανίζει κυριολεκτικά τους φτωχούς Μακεδόνες. Παραδείγματα: Στις περιφέρειες Πετριτσίου και Νευροκοπίου δεν υπάρχουν ούτε ίχνη "ελευθεριών". Παντού εδώ κυβερνούν οι κομιτατζήδες. Έχουν επιβληθεί επί πλέον στη ράχη της φτωχολογιάς και οι "μαύροι" λεγόμενοι φόροι. Τα στελέχη των κομιτατζήδων εδώ είναι ανώτεροι υπάλληλοι και διευθυντές των καπνικών εταιριών κλπ. Κάθε διαμαρτυρία κατά της καταπίεσης πνίγεται στο αίμα. Αφού φανταστείτε, σε πληθυσμό 180 χιλιάδες δολοφονήθηκαν δύο χιλιάδες Μακεδόνες μέσα σε εννέα μόνο χρόνια. Εργάτες και αγρότες των άλλων περιφερειών που κρίνονται "επικίνδυνοι" στέλνονται στο Πετρίτσι, όπου οι ορδές του αρχικομιτατζή Μιχαήλωφ τους καθιστούν "ακίνδυνους" - δολοφονώντας τους ακόμα.

Μόλις τον περασμένο μήνα πάνω από 300 άτομα εγκατέλειψαν το Νευροκόπι - σπίτια χωράφια κλπ. - κι' έφυγαν σ' άλλες περιφέρειες για να γλιτώσουν απ' τους κομιτατζήδες, που τους έθεσαν εκτός νόμου.

Κι η φασιστική μπότα του βασιλιά Αλέξανδρου της Σερβίας δεν πάει πίσω. Από τότε που εγκαθιδρύθηκε η ανοιχτή φασιστική δικτατορία δολοφονήθηκαν 1.500 Μακεδόνες, καταδικάστηκαν 3.400 σε διάφορες βαριές ποινές καταναγκαστικών έργων και πολλές χιλιάδες πέρασαν κατά περιόδους απ' τις φυλακές.

Να μια ωχρή, ωχρότατη εικόνα των μαρτυριών που τραβάει η μακεδονική εθνότητα, είτε βρίσκεται στα νύχια της ελληνικής κεφαλαιοκρατικής, είτε της σερβικής, είτε της βουλγαρικής. Το βέβαιο είναι πως η κάθε μία συναγωνίζεται την άλλη στην καταπίεση σε βάρος των φτωχών Μακεδόνων για τους εκμεταλλευτικούς της σκοπούς.

http://pontosandaristera.wordpress.com/2008/03/07/20-2-2008-2/

 

Το κείμενο αυτό του Πόντιου από την Κερασούντα Γεωργίου Σκληρού (Κωνσταντινίδη), γράφτηκε λίγο μετά το νεοτουρκικό πραξικόπημα του 1908. Ο Σκληρός θεωρείται πατέρας της ελληνικής μαρξιστικής κοινωνιολογίας και είναι ο πρώτος που χρησιμοποιεί τα μαρξιστικά θεωρητικά εργαλεία για να αναλύσει την ελληνική κοινωνία και τον περιβάλλοντα χώρο. Το κείμενο αυτό αναφέρεται σε μια σκοτεινή εποχή, για την οποία αργότερα θα καλλιεργηθουν πλείστοι όσοι μύθοι, που επιζούν έως σήμερα και διαμορφώνουν σε μεγάλο βαθμό την ιστορική εικόνα που έχουμε για το πρόσφατο παρελθόν.

 

από 14/05/2008 9:44 πμ.


 

το παρακάτω κείεμνο

http://athens.indymedia.org/front.php3?lang=el&article_id=865887#865887

 

για να καταλάβετε πόσο ενοχλεί η αλήθεια τους εξουσιαστές και φασίστες που φοράνε την τάχαμου αντεξουσιαστική μάσκα... και πόσο εύκολα περνάνε την άποψή τους στο χώρο

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License